Παρασκευή, 6 Απριλίου 2018

Όνειρο της 21ης Φεβρουαρίου 2018 (Ποιός Θόδωρος; Εγώ έπρεπε να κάνω σινεμά.)









Μπορεί και νάμαστε στη Λέσβο, χειμώνας, συννεφιά. Σε κάποιο ορεινό χωριό. Εκεί έχει τέτοια καφενεία. Με χρωματιστό πλακάκι, και θαλασσί λαδομπογιά, και απέραντο ψυγείο, νέον, και τζαμαρία μπροστά.

Γυρίζουνε μια ταινία, κι' είμαι ο πρωταγωνιστής. Υποδύομαι έναν πολιτικό πρόσφυγα, γυρνάει αυτός από την Τασκένδη, το 1976 περίπου, στο χωριό του. Μα οι συντοπίτες του δεν τον γουστάρουν, και κάνουν δικαστήριο στο καφενείο να τον απομακρύνουν. Πρόεδρος είναι ο κοινοτάρχης, γραμματέας ο γραμματέας της κοινότητος, εισαγγελέας ο εκπρόσωπος της νομαρχίας, μέλη ο δάσκαλος, ο παπάς, ο κομματάρχης, ο επίτροπος, κι' ένας δύο τοπικοί παράγοντες ακόμη. Το καφενείο είναι γεμάτο από ανθρώπους του χωριού, προσφέρθηκαν ανιδιοτελώς για τα γυρίσματα, έτσι κι' αλλιώς εκειπέρα την βγάζουν κάθε απόγευμα.

-Να, είναι απλό, μου λέει ο σκηνοθέτης, ο πρώην πασόκος και νυν σύριζα, ο με την κοιλίτσα, και ο που φοράει μπεζ πουλόβερ με σχέδια ρόμβοι καφέ-κεραμιδί, μπεζ παντελόνι και μπεζ μπουφάν. "Εσύ προχωράς μπροστά από τη τζαμαρία αργά, μπαίνεις μέσα στο καφενείο ήσυχα-ήσυχα, διασχίζεις την αίθουσα, σταματάς μπροστά στο δικαστήριο, δεν λες τίποτα, τους κοιτάς μόνο. Κι' αυτοί κοιτάνε εσένα που μπαίνεις, δεν μιλάνε. Άκρα του τάφου σιωπή, εσύ είσαι η τραγική φιγούρα του έργου. Γιατί αυτοί σε φοβώνται, τους ξυπνάς πολλά που θέλουν να ξεχάσουν, υποψιάζονται και πως θα διεκδικήσεις κάτι χωράφια που είχες εδώ, και τα καταπατήσανε. Γι' αυτό και θέλουν να σε διώξουν. Αλλά κατά βάθος σε σέβονται και σε εκτιμούν, ξέρουν τι πέρασες και τι άντεξες. Αυτό είναι το νόημα της ταινίας. Εντάξει;"

-Εντάξει, λέω. Κι' είμαι πολύ ευχαριστημένος, διότι σκέφτομαι τι ωραία εμπειρία είναι ο σινεμάς, σου αφήνει μπόλικη ελευθερία να πλάσεις τον ήρωά σου καθ' εικόνα και ομοίωσιν, που λένε. Εγώ, δηλαδή, πως τον αισθάνομαι, τον φόβο και την αντιπάθειά τους, και συγχρόνως τον σεβασμό τους που έχουν; Τους φοβάμαι κι' εγώ, αυτουνούς όλους; Τους μισώ; Τους περιφρονάω; Μ' έχουν κιόλας συντρίψει; Θα πέσω στο φινάλε στα γόνατα να ζητάω οίχτο; Ή θα σταθώ στο ύψος της δικής μου Οδύσσειας; Αν θέλουν, ας μ' ακούσουν. Αν δεν θέλουν, κακό της κεφαλής τους. Έτσι είναι οι άνθρωποι, τι να κάνουμε. Την πήρα την ζωή μου, που λένε οι ποιηταί, δεν τους κρατάω κακία. Φαρμακωμένος, ναι. Μνησίκακος, με τίποτα!

Φοράω έναν ναυτικό επενδύτη, και σκούρο πουλόβερ με γιακά, και μάλλινο παντελόνι μπλε μαρέν, και κάτι παπούτσες που γράφουνε ωραία στο πλακάκι και στον ήχο.

-Ησυχία! λέει ο σκηνοθέτης. "΄Έτοιμοι; Κάμερα, πάμε!"

Περπατάω αργά, σταθερά, κάτι μητέρες με τα παιδιά τους σηκώνονται και φεύγουν βιαστικά καθώς πλησιάζω στην πόρτα, από το καφενείο με κοιτάνε από την τζαμαρία, μπαίνω μέσα, διασχίζω τον χρόνο και το πλήθος και την σιωπή, κι' αυτοί με κοιτάνε, κι' εγώ τους παρατηρώ, άλλοι κατεβάζουν τα μάτια καθώς περνάω, αυτό χωρίς οδηγία από τον σκηνοθέτη, βιώνουν -αναρωτιέμαι- κι' αυτοί τον ρόλο τους, όπως κι' εγώ; Και στέκουν έτσι ακίνητοι όλοι, εκτός από εμένα και τον καπνό απ' τα τσιγάρα.

Και φτάνω μπροστά στο τραπεζάκι με τους δικαστάς, και στέκομαι και τους κοιτάω. Χωρίς έχθρα. Χωρίς θυμό. Χωρίς πρόκληση.

Οπού αυτός ο μαλάκας ο εισαγγελέας, τον οποίον τον έστειλε η νομαρχία, αυτός φοράει ένα γυφτοκαφετί κουστούμι ριγέ και παντελόνι καμπάνα με γραβάτα φανταιζί και πουκάμισο ροζ με μυτερούς γιακάδες και μανικετόκουμπα με ρουμπινάκι μόδα του '70, και δεν έχει βάλει γλώσσα μέσα, μιλάει με τον γραμματικό για το πως να κρατάει τα πραχτικά, και την εγκύκλιο του υπουργείου, και την κοινοποίηση στη νομαρχία, και πόσα αντίγραφα και πόσα καρμπόν να βάλουνε, και κάθομαι εγώ μπροστά του όρθιος σα χάνος, να περιμένω να δεήσει ν' αρχίσουμε. Κι' αυτός με έχει γραμμένο, δήθεν και καλά το θέμα το δικό μου δεν είναι και πολύ σημαντικό, η διαδικασία είναι το πολύ σημαντικό, ξερωγώ. Να μου σπάσει τον τσαμπουκά. Και τινάζει όλη τη σκηνή στον αέρα, ο θλιβερός αυτός ο χατζηαβάτης, ο κρατικός ο λειτουργός ο κομπλεξικός. Διότι είπαμε, άντε να κάνω τον τραγικό ήρωα, δηλαδή λούζερ, εντάξει, αλλά τώρα μ' έπιασε το γλυκύ μου, διότι αυτός ο τραγικός ήρωας είναι ιερός, είπαμε. Και είναι απαράδεκτο ο εν λόγω τραχανάς να γαμεί την τραγωδία και το σινεμά και το σενάριο και την τοπική κοινωνία και τη χώρα από άκρου εις άκρον. Με τον κρατικό ετσιθελισμό και την έπαρση της εξουσίας, ξερωγώ. Και άνευ λόγου δηλαδή, διότι άμα με διώχνανε, θα έφευγα ήσυχα-ήσυχα, ούτε τσιριμόνιες ούτε τίποτα. Αλλά με αξιοπρέπεια, όχι ρεζίλι των σκυλιώνε.

Γυρνάω και κοιτάω με νόημα τον σκηνοθέτη, ο οποίος ήταν κι' αυτός ανάμεσα στους θαμώνες -τους αληθινούς, που έκαναν τους κομπάρσους-, οπότε μου κάνει νόημα κι' αυτός στα μουλωχτά "μη λες τίποτα, κάνε μώκο, συνέχισε, συνέχισε, σιωπή!" Κι' έβαζε το δάχτυλο καθέτως στο στόμα του, και γούρλωνε τα μάτια του, οπότε τα παίρνω κι' άλλο στο κρανίο εγώ, με αυτή την αβελτηρία του και την κακομοιριά του.

-Κατ! βάζω μια φωνάρα που του πάγωσε το αίμα, τρίξανε μέχρι τα πεύκα στο βουνό αποπάνω. "Δε μου λες, εσύ είσαι ο σκηνοθέτης ή ο χλιμίτζουρας; Ποιός αποφασίζει για το έργο, ρε καρμίρη; Τι μούλεγες απόξω πούμασταν, άκρα του τάφου σιωπή και φούμαρα; Πες μου τι ρόλο βαράω εγώ εδώ, να σου πω, μπορώ να παίξω, δεν μπορώ! Να με δικάσουνε, ωραία. Να με εξοστρακίσουνε, ωραία. Αλλά να κάθομαι να με ξεφτιλίσει αυτός ο χιμπαντζής, δεν πετιέστε καλύτερα παρέα μέχρι την Καλλονή να φέρετε καμία παπαλίνα;"

Διότι καταλαβαίνετε, δεν είναι η σεζόν της παπαλίνας, κι' επιπλέον τον θυμήθηκα, αυτόν τον εισαγγελέα, μετριότατος θεατρίνος, αλλά συνδικαλιστής του ΣΕΗ και εκ του περισσού ήτανε, οπότε του ζήτησε του σκηνοθέτη να του μεγαλώσει τον ρόλο, κι' άλλαξε το σενάριο αυτός επιτόπου, ο ξεφτιλισμένος.

Γυρνάω και φεύγω, με το ίδιο το αργό το βήμα που μπήκα, το αταλάντευτο.

(Τελική σκηνή, αυτή την πρόσθεσα στον ξύπνιο μου.)

Σουρουπώνει, έπιασε ψιλή βροχή, ο φακός κάνει τράβελινγκ στη τζαμαρία του καφενείου, οι θαμώνες κοιτάνε κάτι έξω από το τζάμι και δεν μιλάνε. Ακούγεται βόις όβερ μια πόρτα αυτοκινήτου που ανοίγει. Κλείνει μετά. Η μηχανή βάζει μπροστά, ήχος αυτοκινήτου που ξεκινάει, κι' αλλάζει ταχύτητες.

Σ' έναν δασικό δρόμο, μέσα στα παύκα. Βρέχει καταρρακτωδώς, πλάνο μέσα από το παρμπρίζ ενός λάντα (παλιό μοντέλο.) Ο οδηγός είμαι εγώ. Ακούγεται μόνο ο ήχος της μηχανής, της βροχής πάνω στις λαμαρίνες, και των υαλοκαθαριστήρων.

Μακρινό, το αυτοκίνητο σ' ένα ξέφωτο συνεχίζει την πορεία του. Κάπου στον ορίζοντα, τα σύννεφα ανοίγουν να περάσει το λίγο φως του σούρουπου και λίγο μπλέ.  Εδώ μπαίνει το σάουντρακ της ταινίας (δες στις σημειώσεις.)

Πίσω στη βιτρίνα, έχει νυχτώσει, αλλά η βροχή συνεχίζει ακάθεκτη, πάλι τράβελινγκ η φωτισμένη τζαμαρία, τα μελαγχολικά πρόσωπα του καφενείου κοιτάνε έξω από το τζάμι σαν ταμπλώ βιβάν, συνεχίζεται το σάουντρακ. Η κάμερα απομακρύνεται για τίτλους τέλους.





Σημειώσεις

Το σάουντρακ: Δεν είναι Πιοβάνι, δεν είναι Καραΐνδρου, και θα ήθελα να προσθέσω πως η Μυτιλήνη συνδυάζει την μικρασιάτικη και νησιώτικη παράδοση ιδανικώς, και επίσης παλιά είχανε και χάλκινα μαζί με τα βιολιά, και όλα τ' άλλα όργανα, ανατολικά και δυτικά αχταρμά. Εγώ τις πρόλαβα αυτές τις μπάντες, στο Πλωμάρι, του Αγίου Χαραλάμπους, που χορεύουνε όρθιοι πάνω στα αλόγατα. Πέφτει και χαρτούρα, φυσικά. Οπότε ο μαέστρος ανήγγειλε από μικροφώνου να πάνε να πληρώσουν, αλλά το είπε διακριτικά: όποιο άλογο θέλει να χορέψει, να το δηλώσει στην ορχήστρα, είπε. Αλλά παίξανε μισή ώρα, άντε τρία τέταρτα, η μπάντα σχόλασε μετά, φύγανε και τα άλογα, ανέβηκαν τα μπουζούκια στο πάλκο και το ρίξανε στα σκυλάδικα. Εδώ βρήκα μια τέτοια μπάντα, παίζουν έναν συρτό που γυρνάει σε μπάλλο, από την περιοχή του Μανταμάδου. Δεν βρήκα ποιοί παίζουνε να τους βάλω.


Δεν ξέρω αν το προσέξατε, αλλά το όνειρο αυτό είναι μία εντελώς ρεαλιστική ιστορία: το απίθανο στην πραγματικότητα δήθεν δικαστήριο που περιγράφω, υπάρχει μόνο στο σενάριο μιας ταινίας που γυρίζεται σήμερα, από έναν μάλλον ατάλαντο και ανήθικο σκηνοθέτη. Αντιθέτως, ξανάδα πρόσφατα το Ταξίδι στα Κύθηρα, και με ενόχλησε η "απέλαση" του Κατράκη, ο οποίος υποτίθεται πως έχει ξαναπάρει την ελληνική ιθαγένεια (αλλιώς δεν θα μπορούσε να γυρίσει) και συνεπώς δεν μπορεί να απελαθεί. Κι' όσο ωραία αν είναι τα πλάνα στα χωράφια, δεν είναι μέρος που υπογράφονται συμβόλαια. Βέβαια, σινεμά είναι, ότι θέλει κάνει ο καθείς. Όμως υπάρχει κάποιου είδους ισορροπία ανάμεσα στο ρεαλιστικό και το υπερρεαλιστικό στοιχείο μιας -ας την πούμε έτσι- ονειρικής ιστορίας. Όσο πιο κοντά στην πραγματικότητα είναι το ρεαλιστικό κομμάτι της, τόσο ισχυρότερο και γίνεται το υπερρεαλιστικό.

Το όνειρο δεν είχε τόσες λεπτομέρειες όσες γράφω, συμπλήρωσα τους διαλόγους, είχε πλάκα και φώτιζαν το όνειρο. Την Λέσβο την έβαλα μετά, ήταν μία ευκαιρία να την ξαναεπισκεφθώ με την έννοια μου. Για τα καφενεία της, έχουν γραφτεί πολλά. Είναι περίεργα καφενεία. Σ' ένα, στην Μυτιλήνη, μπαίνεις και νομίζεις πως είσαι στο Παρίσι της Μπελ Επόκ, αυθεντικό, αστικό και παρακμάζον. Στη Βατούσα, έχει ένα με πόρτα Μπαουχάους. Εγώ βάζω μία φωτό του καφενείου της πλατείας του Μεσότοπου, με την μεγάλη τζαμαρία, και που την έκανα σκηνικό στο όνειρο. Είναι του Ιουλίου του 2012. Κι' απέναντι έχει έναν πλάτανο, ψήνει και θαυμάσια σουβλάκια. Κι' από δάση με πεύκα, χωματόδρομους και κορφές με θέα στη θάλασσα, άλλο τίποτα.

Η ζωγραφιά: στη βροχή. Πενάκι, παστέλ, ακρυλικά, σε Α4 πολυτελείας.

Στον πρόσφυγα που υποδύθηκα στον ύπνο μου, και σ' όλους τους άλλους που φτάσανε στη Λέσβο και αλλού. Ή δεν φτάσανε.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου