Πέμπτη, 27 Οκτωβρίου 2016

Η Καλωσύνη στις λυκοποριές


Κωνσταντίνος Αθανασιάδης, λοχίας του πυροβολικού, δεξιά στην πρώτη σειρά



Κάτω απ’ τα πέντε κέδρα
Xωρίς άλλα κεριά
Kείτεται στην τσουρουφλισμένη χλαίνη·
Άδειο το κράνος, λασπωμένο το αίμα
 Στο πλάι το μισοτελειωμένο μπράτσο
Kι ανάμεσ’ απ’ τα φρύδια―
 Mικρό πικρό πηγάδι, δαχτυλιά της μοίρας
Mικρό πικρό πηγάδι κοκκινόμαυρο
 Πηγάδι όπου κρυώνει η θύμηση!
Ω! μην κοιτάτε, ω μην κοιτάτε από πού του-
Aπό πού του ’φυγε η ζωή. Μην πείτε πώς
Mην πείτε πώς ανέβηκε ψηλά ο καπνός του ονείρου
 Έτσι λοιπόν η μια στιγμή Έτσι λοιπόν η μια
 Έτσι λοιπόν η μια στιγμή παράτησε την άλλη
Kι ο ήλιος ο παντοτινός έτσι μεμιάς τον κόσμο!

(Οδυσσέα Ελύτη, Άσμα ηρωικό και πένθιμο για τον χαμένο ανθυπολοχαγό της Αλβανίας.)


Ἔχτρα στὰ μάτια κύτταξέ με
 Βγαίνω μὲ τὰ δικά σου τ᾿ ἄρματα
Ἡ Καλωσύνη ἐδῶ ποὺ βρέθηκε μές στὶς λυκοποριές
 Πρέπει νἄχει μπαροῦτι στὸ σελλάχι της
 Καὶ νὰ δαγκάνει κάμες.

(Οδυσσέα Ελύτη, Η Καλωσύνη στις λυκοποριές)

Τρίτη, 25 Οκτωβρίου 2016

Τα γραμματόσημα.



Θεώρησαν πως είχα περισσότερη φαντασία απ' όση έπρεπε. Και φάγανε τον κόσμο να δημιουργήσω ωριμότητα, να κάνω δηλαδή δραστηριότητες εποικοδομητικές, και μεγάλωσα πιά, και ήμουνα αφηρημένος και δεν έπρεπε. Έπρεπε να μάθω τη ζωή, πως βγαίνει το δεκάρικο, το εικοσάρικο, το πενηντάρικο. Διότι αύριο μπορεί να πάρουν αξία, να τα πουλήσει να πιάσει λεφτά.
 Οπότε, δώστου να κάνει συλλογή γραμματόσημα. Είχε ο πατέρας μου έναν μπάρμπα που ήταν εμπορικός αντιπρόσωπος, κάτι τέτοιο, τον Γαρίδη. Αυτός είχε την ιδέα με τη συλλογή, αν θυμάμαι καλά. Τότε η αλληλογραφία  γινόταν με το ταχυδρομείο. Ούτε ημέηλ, ούτε φαξ, ούτε τίποτα. Επιστολές, φακελλάκια, γραμματόσημα. Οπότε ο θείος ο Γαρίδης μου έδινε όλους τους φακέλλους, τι να τους κάνει, κι' εγώ τους έβαζα στο νερό να ξεκολλήσουν τα γραμματόσημα, και μετά τα έβαζα να στεγνώσουν, και μετά σ' ένα άλμπουμ ειδικό που μου δώσανε.
Μερικά γραμματόσημα τα είχα διπλά και τριπλά, ή και παραπάνω. Ένα με την Κνωσσό, το είχα διακόσια διπλά. Ρώταγα λοιπόν, τι θα τα κάνω, διακόσια γραμματόσημα με την Κνωσσό, και μου λέγανε όχι, κράτα τα να τα ανταλλάξεις. Με ποιόν να ανταλλάξω την Κνωσσό, γαμώ τα ταχυδρομεία σας; Βρώμαγε ο τόπος από Κνωσσές.
Τέλος πάντων, είχε και κάτι ωραία λιβανέζικα με φρούτα, ήταν πιο ωραία από τα κανονικά φρούτα, σου 'ρχόταν να τα φας ενώ τα κανονικά τα βαριόμουν, προτιμούσα τα μακαρόνια μα κιμά. Επίσης ήταν κι' ένα αμερικάνικο που είχε μία σφαίρα σαν παιδική χαρά, μπορούσες να σκαρφαλώνεις εκεί πάνω και να ανεβοκατεβαίνεις, οπότε σ' έπιανε ένα μυρμηγκούλιασμα στα πόδια που ήταν ωραία. Δεν βαριόσουν τουλάχιστον.
Επίσης είχε κάτι ολλανδικά πολύ ωραία, είχε μια βασίλισσα άσπρη στο προφίλ, πάνω σε χαρτί χρωματιστό, μπλεμαρέ, σκούρο μπλε, θαλασσί, κόκκινο, καφέ, τυρκουάζ, κίτρινο, πορτοκαλλί, βυσσινί, πράσινο, λαδί, σάπιο μήλο, πολλά χρώματα. Εμένα μ' άρεσε που ήταν το ίδιο σε πολλά χρώματα. Δεν ξέρω τον λόγο.
Πολλά γραμματόσημα είχανε τοπία, κυρίως καλοκαιρινά, τραχτέρ, βάζανε ραπανάκια ξερωγώ, οπότε είχε πλάκα, διότι ήταν καλοκαίρι, και τα γραμματόσημα ήταν σαν παράθυρα δύο πόντοι επί τρία π.χ, που έβγαινες και πήγαινες σε άλλο καλοκαίρι. Είχε και άλλα τοπία, που πήγαινες στα χιόνια άμα ήθελες, και έκανες σκι. Και με πτηνά χρωματιστά είχε, και με  πόλεμο, και διαστημόπλοια, κι' άλλα διάφορα. Με γυμνές, δεν είχε. Αλλά εντάξει, είχε όλα τ' άλλα.
             Οπότε με τον φιλοτελισμό δεν μειώθηκε η φαντασία μου. 





Δευτέρα, 24 Οκτωβρίου 2016

Το Ιμάμ μπαϊλντί και η Μονοτονία

Ο εξυπνάκιας, circa 1960

Πάντα μου άρεσε το Ιμάμ. Από τότε που ήμουν δύο ετών. Η τουρκική ήταν η πρώτη ξένη γλώσσα που κατενόησα, διότι έμαθα τι σήμαινε Ιμάμ μπαϊλντί, που σήμαινε πως μπαΐλντισε ο Ιμάμης από το πολύ Ιμάμ.
Την ίδια εποχή έμαθα και το εξαρτάται. Μου άρεσε η λέξη, αλλά αγνοούσα την σημασία της. Πήγαινα στον κήπο, και έλεγα τα εξαρτάται μου κρυφά, διότι υποπτευόμουν πως αν με άκουγαν θα γινόμουν καταγέλαστος λόγω της αγνοίας μου (όπως και συνέβη.) Χρησιμοποιούσα το εξαρτάται σε φανταστικές συνομιλίες με διάφορους ανύπαρκτους ανθρώπους, και με διαφορετικό νόημα κάθε φορά, όπως "θα το φέρω με την όπισθεν", "και τώρα θα αποπλεύσουμε", ή "θα ανεβούμε στο παράθυρο του τρίτου που άρπαξε πυρκαγιά με την πτυσσόμενη σκάλα της Πυροσβεστικής".  Μερικές φορές, τα εν λόγω εξαρτάται δεν είχαν καν κάποιο ορισμένο νόημα. Στο τέλος με πήραν χαμπάρι, και γέλαγαν που μίλαγα μόνος μου. Με ρώτησαν φυσικά τι σημαίνει εξαρτάται. Ομολογώ πως ντράπηκα κάπως, διότι υποχρεώθηκα να παραδεχτώ πως δεν ήξερα. Κατόπιν τούτου, μου εξήγησαν τι είναι το  εξαρτάται, και σταμάτησα να το χρησιμοποιώ όπως μου κατέβει.
Ύστερα, ρώταγα τι είναι η Μονοτονία. (Άκουγα να την λέει η μάνα μου και να ξεφυσάει με την αηδία ζωγραφισμένη στα χείλη.)
-Μονοτονία είναι να κάνεις συνέχεια το ίδιο πράμα, μου εξήγησε αυτή.
-Και δεν είναι καλό αυτό; ρώτησα.
-Όχι, είπε πάλι.
-Γιατί; ξαναρώτησα.
-Γιατί πάρε για παράδειγμα το Ιμάμ, που το λατρεύεις. Αν τρως κάθε μέρα Ιμάμ, Ιμάμ, Ιμάμ, ε, θα το βαρεθείς στο τέλος, δεν θα θες να ξαναφάς Ιμάμ. Άρα η Μονοτονία δεν είναι καλή, συμπέρανε η μάνα μου.
-Εξαρτάται, είπα πάλι εγώ.
-Τι εξαρτάται; ρώτησε εκείνη.
-Διότι καλύτερα να τρώς Ιμάμ, Ιμάμ, Ιμάμ συνέχεια, κι' ας βαριέσαι λίγο, παρά Ιμάμ και σκατά, Ιμάμ και σκατά, Ιμάμ και σκατά, είπα εγώ. 

Σάββατο, 22 Οκτωβρίου 2016

Η απούσα φοράδα (τρεις παραλλαγές.)

The absent mare (where the light and the darkness divide) 
μολύβι, στυλό, ακρυλικά, λαδοπαστέλ, 29Χ18 cm, 2016.

Κάποτε ο Λέοναρντ Κοέν βρήκε κάπου κάτι γιαπωνέζικες ξυλογραφίες με ποιηματάκια. Επρόκειτο περί μιας παραβολής του Ζεν, για το πως ο μαθητευόμενος θα φτάσει στην Φώτιση και τον Εξαγνισμό. Η παραβολή διηγείται για ένα παιδί που κυνηγάει να πιάσει ένα βόδι. Στην αρχή, κανένα σημείο ζωής. Ύστερα, βρίσκει ίχνη, ενδείξεις. Βρίσκει το βόδι, τελικώς. Το πιάνει. Το δαμάζει. Το πάει σπίτι του. Στο τέλος γίνεται ένα με το βόδι, το βόδι και το παιδί κατορθώνουν την Υπέρβαση!
Οπότε ο Λέοναρντ Κοέν σκέφτηκε πως η παραβολή μπορούσε να γίνει ένα υπέροχο καμπόικο τραγούδι. Και έκατσε και το έγραψε. Του έδωσε και τίτλο: Η μπαλάντα της απούσας φοράδας. Να τι λέει, η μπαλάντα:
Κάντε μία προσευχή για τον καμπόη που η φοράδα του τόσκασε μακριά. Και περπατάει ολημερίς κι' ολονυχτίς μέχρι να την βρει, την αγαπημένη του την αδέσποτη, μα το ποτάμι ξεχύλισε, κι' οι δρόμοι πλημμυρίσαν, και σπάσαν τα γεφύρια στου χαμού τον πανικό.
Και δεν είναι ίχνος ν' ακολουθήσει, δεν έχει προς τα που να πάει, χάθηκε η φοράδα σαν το καλοκαίρι, χάθηκε σαν το χιόνι, κι΄οι γρύλλοι σπαν την καρδιά του που τραγουδάν, κι' η μέρα χάνεται, κι' η νύχτα είναι όλα λάθος.
Την ονειρεύτηκε μήπως; Θα πέρασε καλπάζοντας, και κούνησε τη φτέρη, και πάτησε το χόρτο, και σφράγισε τη λάσπη μ' ατσάλι και χρυσό, που την είχε πεταλώσει όταν ήταν ο αφέντης.
 Κι' ας βόσκει αυτή ένα λεπτό της ώρας πιο κει, την ψάχνει όλη μέρα κι' όλη νύχτα, τυφλός στην παρουσία της, εκτός που να ζυγιάζει την προσβολή του από την μια, την τιμωρία της απ' την άλλη.  
Αίφνης, στου πατρικού του το πιο ψηλό δέντρο ένα πουλί κελαηδάει σ' ένα κλαδί, κι' ο ήλιος είναι ζεστός, κι' ο άνεμος φυσάει μέσα από τις λεύκες, κάτω στην ακροποταμιά.
Ω! Ο κόσμος είναι γλυκός, κι' ο κόσμος είναι απέραντος, κι' είναι εκεί που το φως χωρίζει απ' το σκοτάδι, και το σώμα της βγάζει ατμούς, είναι τεράστια, κι' ειν' ντροπαλή,  πατάει τον ουρανό, βάζει πόδι στο φεγγάρι.
Και σιμώνει στο χέρι του. Μα δεν την έχει δαμάσει στ' αλήθεια. Ποθεί να εξαφανιστεί, μα κι' αυτός τώρα ποθεί το ίδιο. Κι' η φοράδα θα πάρει πάλι δρόμο, και θα ορμήσει στο πρώτο ανοιχτό πέρασμα, να κυλιέται στο δροσερό χορτάρι του βουνού.
Κι' ίσως σταματήσει στο υψίπεδο, εκεί που δεν έχει διαφυγή, δεν έχει τίποτα παραπάνω, και τίποτα αποκάτω. Κι' ήρθε η στιγμή για το χαλινάρι, κι' ήρθε η στιγμή για το μαστίγιο. Θα περάσει μέσα απ' τη φωτιά της τιμωρίας και της εκδίκησης; Θάναι αυτός αμείλικτος και σκληρός;
Κι' ο καβαλλάρης προχωράει προς την αδέσποτη φοράδα. Μα και κείνη, γυρνάει προς το μέρος του. Και δεν υπάρχει πια Χώρος, παρά μόνο δεξιά κι' αριστερά, και δεν υπάρχει πια Χρόνος, παρά μέρα και νύχτα.
Και σκύβει στον λαιμό της, και της ψιθυρίζει σιγανά: "όπου ήθελες υπάγη, σοι ακολουθήσω." Και γυρνάνε κι' οι δύο σαν ένα πράμα, και πάνε προς την κοιλάδα, και δεν χρειάζεται ούτε χαλινάρι, και δεν χρειάζεται πια ούτε μαστίγιο.
Άραγε ποιός να σφίγγει τώρα τον δεσμό της ένωσής τους; Ή κάποιος από τους δύο θα τον σπάσει αυτόν τον δεσμό την επομένη κιόλας νύχτα; Άλλοι λένε ο καβαλλάρης. Άλλοι λένε η φοράδα. Η αγάπη τους είναι σαν καπνός που χάνεται από την ματιά μας.
Μα η δικιά του αγαπημένη (του Λέοναρντ Κοέν) του λέει: "Λέοναρντ, άσε την να πάει στο καλό, αυτή η παλιά φιγούρα, στον απέραντο ουρανό της Δύσης." Κι' ο Λέοναρντ την άφησε, την φιγούρα, κι' έπιασε ένα σκοπό, και τότε αυτοί -η φοράδα και ο καβαλλάρης δηλαδή- ξεκίνησαν, και χάθηκαν σαν τον καπνό, και χάθηκαν σαν κι' ετούτο το τραγούδι.
Τώρα, όλο αυτό κρατάει έξι λεπτά και βάλε, είναι δώδεκα τετράστιχα, κι' όλα έχουν την ίδια μουσική, ούτε  παραλλαγές, ούτε ρεφρέν, ούτε κόλπα γνωστά και δοκιμασμένα της τραγουδοποιίας. Επίτηδες τόκανε, να είναι μονότονο. Έχει ένα μεξικάνικο είδος, τα κορρίδος, που είναι έτσι ακριβώς φτιαγμένα, για να λένε ιστορίες ολόκληρες, της Επανάστασης αλλά και άλλες. Στην πραγματικότητα, έφτιαξε ένα κορρίδο με εγγλέζικους στίχους. Οπότε  το έγραψε με μία μεξικάνικη ορχήστρα μαριάτσι, που έχουνε οι ορχήστρες αυτές κιθάρα, ένα είδος μπάσο, βιολιά άφθονα, και πνευστά επίσης άφθονα, που συνομιλούν μεταξύ τους, αλλά κυρίως δίνουν μία υποβλητικότητα στην ιστορία, το κάτι άλλο. Διότι εγώ όποτε το ακούω αυτό το τραγούδι, ανατριχιάζω και συγκινούμαι.
Είναι μία αμερικάνα, τραγουδίστρια και συνθέτις και φίλη του Λέοναρντ Κοέν, που του έκανε διφωνίες στους δίσκους, η Τζένιφερ Γουώρνς. Η οποία ξανατραγούδησε αυτό το τραγούδι. Αλλά είπε του Λέοναρντ ν' αλλάξει λίγο τον τίτλο και τους στίχους σ' ένα δύο σημεία. Να γίνει δηλαδή: Η μπαλάντα του απόντα κέλητα.
Κι' είναι και μία άλλη κοπέλα που έκανε φωνητικά του Λέοναρντ Κοέν, μια μελαχροινή. Αυτήν την είχα ακούσει, τότε που ήρθε ο Κοέν στον Λυκαβηττό. Ήτανε με μίαν άλλη μαζί, μία ξανθιά, φοράγανε κάτι γκρί ταγέρ πολύ γιάπικα, βαμμένες, χτενισμένες, αλλά ομολογουμένως πολύ κούκλες, οπότε δεν πειράζει. Δεν βλάπτει καμιά φορά και αυτό το στυλ.
Λοιπόν, αυτή η μελαχροινή είναι κι' αυτή αμερικάνα, κι' έκανε κι' αυτή σόλο καριέρα μετά, και το τραγούδησε κι' αυτή το τραγούδι αυτό. Αυτήν την λένε Πέρλα Μπατάγια. Κι' επειδή είναι μεξικανικής καταγωγής, το τραγούδησε στα ισπανικά. Όμως άλλαξε την ιστορία αρκετά, προς το τέλος.
Ως προς το νόημα τώρα, δεν μπορώ να εκφέρω γνώμη μετά βεβαιότητος, διότι ο Λέοναρντ Κοέν τα θολώνει κάπως τα νερά.
Αλλά κι' αυτό το κάνει εξεπιτούτου.



 Και οι τρεις ηχογραφήσεις

Παρασκευή, 21 Οκτωβρίου 2016

Ο Αλήπασας

 Ο Αλήπασας ήταν πολύ αδίσταχτος και μοχθηρός. Δεν είχε κανένα ενδοιασμό να σπάει τα κόκκαλα όποιου δε γούσταρε ή του πήγαινε κόντρα. Μια φορά έπνιξε κάτι ωραίες κοπέλλες στη λίμνη δι' ασήμαντον αφορμήν. Γι' αυτό και λένε "σαν τα κρύα τα νερά" άμα μία κοπέλλα είναι πολύ όμορφη. Αλλά είχε ένα καλό. Δεν τον ένοιαζε τι ήσουνα, τούρκος, αρβανίτης, έλληνας, εβραίος, σε σκότωνε και στάπαιρνε όλα ότι κι' αν ησουνα. Κι' αυτό που λένε που σχετιζόταν με τον ελληνικό Διαφωτισμό είναι μάλλον μπούρδα.
      Λοιπόν, ο Αλήπασας τάβαλε μ' έναν, τον σουλτάνο. Αυτός ήταν με την Υψηλή Πύλη. Αυτή ήταν η γκόμενα του σουλτάνου, η σύζυγός του, δεν ξέρω ακριβώς. Κι' ο Αλήπασας την εποφθαλμιούσε, ήθελε να του την φάει. Θα του αρέσαν οι υψηλές μάλλον. Εντάξει, και μένα μου αρέσουν, αλλά μέχρις ενός ορίου. Και πήγε να την δει. Δηλαδή δεν πήγε ολόκληρος ο Αλήπασας στο νταραβέρι, πήγε μόνο το κεφάλι του. Με κόκκινα γένια, μάλιστα. Επειδή αυτό κάποιοι ή κάποιες μπορεί να μην το καταλάβουν, το εξηγώ: του κόψαν το κεφάλι και το στείλαν στην Υψηλή Πύλη, κι' αυτό όχι να της κάνει εντύπωση. Ήταν δουλειά του αλλουνού. Και βαφτήκαν τα γένια του κόκκινα. Διότι πριν ήταν άσπρα. Καταληπτό;
Εγώ έχω πάει στο σπίτι του Αλήπασα. Μπαίνει όποιος νάναι. Έχει και τζαμί, στάβλους, κανόνια, τουαλέττα, θέα, όλα. Έβγαλα και φωτογραφίες. Και τώρα που τον σκέφτομαι φτιάχνω σκιτσάκια γιατί προπονούμαι στο μολύβι, πράγμα που δεν είναι και εύκολο'

Ορίστε που κατάντησε ο Αλήπασας με την φιλοδοξία του. 


Φωτό και σκίτσο με μολύβι της πύλης του Ιτς Καλέ, Γιάννενα.


Τρίτη, 18 Οκτωβρίου 2016

Mes hommages, Monsieur Chagall...

Μωρό στον Ουρανό. Γκουάς, ακρυλικά, λαδοπαστέλ. 18Χ19 cm, 2016

Όταν ήμουν μωρό, ήμουν μία δροσερή πυκνή ύλη γαλάζια μέσα στον Ουρανό, και ήθελα να την καταπιώ διότι ακριβώς ήμουν αυτή η δροσερή, γαλάζια ύλη και σύννεφα, και όλα ήμουν εγώ, ευτυχώς. Λοιπόν, ήθελα να την φάω αυτή την πυκνή, γαλάζια ύλη που ήμουν εγώ. Η μητέρα μου δημιουργήθηκε λίγο αργότερα. Κι' έγινε ο ουρανός αυτό που ξέρουμε και δεν τρώγεται, όσο και να θέλουμε. Επίσης στο σπίτι είχαμε τρία σκαμνιά. Το ένα πολύ κόκκινο, και είχε γεύση καρπούζι. Το άλλο πολύ πράσινο και είχε γεύση όχι πολύ ακριβώς ξινούτσικο. Και το τρίτο ήταν γεύση γλυκό και ήταν κίτρινο. Και ήθελα να τα φάω επίσης, τα σκαμνιά. Ο πατέρας μου υπήρξε κάπως αργότερα, μαζί με την ΑΕΚ. Αυτά περί τέχνης.

Χειρόγραφο, 2016.

Παρασκευή, 14 Οκτωβρίου 2016

Σαν τσακισμένη καλαμιά

Μέρος Α.

Ο Μανουήλ, εν Χριστώ τω Θεώ πιστός βασιλεύς και Αυτοκράτωρ Ρωμαίων ο Κομνηνός, και ο ξάδερφός του ο Ανδρόνικος.


Ο Μανουήλ Α' Κομνηνός και ο ξάδερφός του ο Ανδρόνικος. Στυλό, λαδοπαστέλ και γκουάς σε σημειωματάριο, 15Χ21 cm, 2016.)

 Ο αυτοκράτωρ ο Μανουήλ ο Κομνηνός είχε έναν ξάδερφο συνομήλικο, που τον λέγαν Ανδρόνικο. Είχαν μεγαλώσει μαζί, τον αγάπαγε. Τότε ήταν της μόδας οι κονταρομαχίες. Τις είχανε φέρει οι φράγκοι, οι βυζαντινοί δεν είχανε αυτό το σπορ. Παίζανε λοιπόν κονταρομαχίες, ο Ανδρόνικος ήταν πολύ καλός. Ήταν κι' όμορφος. Οπότε τάμπλεξε με την Ευδοξία. Η οποία ήταν και ανιψιά του. Που πάει να πει πως ήταν ανιψιά και του αυτοκράτορα Μανουήλ. Οπότε έγινε σκάνδαλο, οι αδελφοί της Ευδοξίας θέλαν να τον φάνε ζωντανό, τον Ανδρόνικο. Αυτά ήταν πράματα που δεν τα ανεχόταν το Βυζάντιο, αλλά γίνονταν πότε πότε. Αλλά τι να πούνε κι' αυτοί οι αδερφοί της Ευδοξίας; Που ο Μανουήλ νταραβεριζόταν με την άλλη τους αδερφή; Οπότε έβραζε το πράμα σιωπηρώς.
Η διαφορά η μεγάλη ήταν ότι ο μεν Μανουήλ ήταν ενωτικός, ο δε Ανδρόνικος ανθενωτικός. Τώρα, γιατί συνέβαινε αυτό, δεν ξέρω. Μπορεί ο Ανδρόνικος να ήθελε να γίνει αυτός αυτοκράτωρ. Οπότε έπαιρνε την αντίθετη θέση από τον ξάδερφο, να διαφοροποιηθεί πολιτικώς. Γιατί τέτοιες φαγούρες οι Κομνηνοί τις είχανε προ ημερησίας διατάξεως. Εκεί πάνω, πλακώσαν και οι σταυροφόροι. Ευτυχώς τούκοψε του Μανουήλ, τους είπε άντε περάστε να πάτε στους Άγιους Τόπους, φύγαν αυτοί, πήγανε, τους πετσοκόψαν οι αγαρηνοί, ησύχασε ο Μανουήλ.
Ησύχασε ο Μανουήλ, τρόπος του λέγειν. Διότι ποτέ δεν ησύχαζε. Ήταν κι' ένας αρμένης, ο Τορόζης, που έκανε τον τσαγγό κει κάτω στην Κιλικία. Αυτός ο Τορόζης ήταν θεόρατος, και είχε κάνει δικό του κράτος. Οπότε έστειλε τον αγαπημένο του ξάδερφο να καθαρίσει, τον Ανδρόνικο. Να ξεχαστεί και το θέμα της Ευδοκίας, σου λέει.
Οπότε πήρε την Ευδοκία ο ξάδερφος και πήγε να πολεμήσει τον Τορόζη, πήρε και κάτι πουτάνες να μην πλήττει, πήρε και στρατό, διότι αυτός ήταν ο Ανδρόνικος, αυτό το ποιόν του. Κοιτάχτε τώρα, εμένα ο Τσιφόρος μ' αρέσει πολύ να τον διαβάζω, αλλά αυτά τα πράματα δεν τα είπε, μόνο για τους σταυροφόρους είπε. Βεβαίως τον καταλαβαίνω, εκείνο τον καιρό εδώ είχαμε Καραμανλιστάν, θα τον σκίζαν αν έγραφε τέτοια αίσχη για τους δικούς μας. Οπότε τα γράφω εγώ.
Διότι εκεί που διασκέδαζε μια νύχτα ο Ανδρόνικος με τις πουτάνες, και δεν ξέρουμε αν ήταν μαζί και η Ευδοξία, κάνει έξοδο ο Τορόζης από το κάστρο, και τους κάνει τους βυζαντινούς μπλε μαρέ. Πρόλαβε ο Ανδρόνικος και τόσκασε μαζί με την μορόζα, και γυρίσανε στην Κωνσταντινούπολη. Κανονικά, ο Μανουήλ θάπρεπε να τον κρεμάσει ανάποδα, που ήταν ανεύθυνος, ο τυχοδιώχτης, και τον κάναν ρεντίκολο οι αρμένηδες. Αλλά τον συχώρεσε γιατί τον αγάπαγε, και τον έστειλε διοικητή στην Ναϊσσό, που τώρα είναι Νις και είναι στη Σερβία.
Μετά από λίγο, ο Μανουήλ πέρασε από κείνα τα μέρη γιατί έκανε εκστρατεία εναντίον των Ούγγρων. Οπότε πήρε μαζί του και τον Ανδρόνικο. Άντε πάλι μαζί και η Ευδοξία. Όμως στο βυζαντινό εκστρατευτικό σώμα ήταν και τ' αδέρφια της. Οι οποίοι το κρατάγανε αμανάτι του Ανδρόνικου που τους ρεζίλεψε. Και πήγανε μια νύχτα στην σκηνή του να τον καθαρίσουν. Αλλά τους μυρίστηκε η Ευδοξία. Τον ξυπνάει λοιπόν τον Ανδρόνικο, να! του λέει, πάρε και βάλε κάτι φουστάνια μου, φύγε να γλυτώσεις. Αλλά αυτός παλληκάρι, τραβάει το σπαθί του, ανοίγει δρόμο, γλύτωσε, τους ξεφτίλισε ξανά.
Όμως του μπήκε η ιδέα, του Ανδρόνικου, πως η ενέδρα ήταν δουλειά του ξαδέρφου του, του Μανουήλ. Οπότε έπαθε σύνδρομο καταδιώξεως, είπε παρά να με φάει, να τον φάω εγώ. Κι' έστειλε γράμμα στον βασιλιά της Ουγγαρίας να τον βοηθήσει να ρίξει τον Μανουήλ, κι' αυτός να του δώσει την Νις. Προχώρησε δε και περαιτέρω, πήγε μια νύχτα στη σκηνή του εξαδέλφου και αυτοκράτορα μαζί με κάτι αρμεναίους νταήδες πούχε από την Κιλικία, να τον σκοτώσει. Αλλά τους πήραν χαμπάρι, τους κάναν τσακωτούς. Οπότε ο Ανδρόνικος έκανε πως είχε βγει για χέσιμο, αυτοσχεδιασμοί καλά και ντε.
Αλλά δεν τόφαγε ο Μανουήλ, σου λέει ως εδώ και μη παρέκει, τον στέλνει δεμένο στην Κωνσταντινούπολη, τον Ανδρόνικο. Όμως και κειμέσα στη φυλακή, αυτός δεν καθόταν ήσυχος. Ξήλωσε τον απόπατο να φύγει από την αποχέτευση. Αλλά δεν τα κατάφερνε παραπέρα, κρύφτηκε στον βόθρο. Βλέπει η φρουρά που λείπει ο κρατούμενος, βαράνε συναγερμό. Πιάνουν την καημένη την Ευδοξία που δεν είχε ιδέα, και την βάζουνε κι' αυτή στο κελί. Βγαίνει από τον βόθρο σύσκατος ο Ανδρόνικος, την γκάστρωσε την Ευδοξία. Σύσκατος, ξεσύσκατος, την γκάστρωσε. Κωλόπαιδο βγήκε μετά, σου λέει!
Μιαν άλλη φορά που τους έφυγε, τον πιάσαν στη Θράκη. Με τα πολλά, μεθύσανε οι δικοί του τους φύλακες, πήρανε αποτύπωμα το κλειδί, πάνω σε κερί δηλαδή, καλούπι. Φτιάξαν αντικλείδι, βάλαν κι' ένα σκοινί μαζί, του περάσαν το πακέτο μέσα, απέδρασε ο Ανδρόνικος. Είχε κάνει στην στενή δώδεκα έτη συναπτά, παρακαλώ.
Δρόμο παίρνει, δρόμο αφήνει, φτάνει στο Κίεβο. Εκεί είχε έναν βασιλιά, τον Γιαροσλάβ. Μέγιστος μαλαγάνας ο Ανδρόνικος, γίνεται πρώτη μούρη στην Αυλή του Κιέβου. Και βυσσοδομούσε κατά του αυτοκράτορα.
Πως γυρίζουνε τώρα να δεις τα πράματα, ο Μανουήλ υποψιαζόταν πως ο Ανδρόνικος θα ένωνε τον Γιαροσλάβ με τους ούγγρους εναντίον του. Αποφάσισε λοιπόν να κινηθεί πρώτος. Επιτέθηκε στους ούγγρους προληπτικώς. Στέλνει δε γράμμα του ξαδέρφου να μεσολαβήσει στον Γιαροσλάβ να κάνουν συμμαχία κατά των ούγγρων. Έτσι που έγινε η κατάστασις, τι να κάνει κι' ο Ανδρόνικος που κατελήφθη προ απροόπτου, τον ψήνει εκών άκων τον Γιαροσλάβ, και μπαίνει κι' επικεφαλής του εκστρατευτικού σώματος εναντίον των ούγγρων. Βρεθήκαν, λοιπόν, οι δύο εξάδελφοι μονοιασμένοι ξανά στο ίδιο στρατόπεδο. Ανδραγαθήματα να δεις, ευγενής άμιλλα ποιός θα κάνει τα πιο πολλά, κι' ότι είπαμε και κάναμε, ψωμί κι' αλάτι, άντε ρε, ένα αίμα είμαστε!
Τα θέματα τώρα του Μανουήλ, πολλά και περίπλοκα. Κυβέρναγε οικογενειακώς, στρατηγοί και γαιοκτήμονες οι Κομνηνοί, με τους γαμπρούς, τους μπατζανάκηδες, τα ξαδέρφια, τ' ανήψια τους σ' όλα τα πόστα. Τα χτήματά τους, στο Οιναίον του Πόντου. Είχανε ξεζουμίσει τον αγρότη, από ιδιοχτήτη καλλιεργητή τον είχαν κάνει ακτήμονα εργάτη, κολλίγα, κι' ο κολλίγας δεν πάει στον στρατό να πολεμήσει διότι δεν έχει κίνητρο. Διότι παλαιότερα ο αγρότης πολεμούσε για να υπερασπιστεί την γη του και δούλευε να θρέψει την οικογένειά του. Άρα, στρατός μισθοφορικός. Που θα πει πως ο στρατός ασκεί πολιτική, κάνει πραξικοπήματα, ανεβοκατεβάζει αυτοκράτορες. Που θα πει πρέπει να βρούμε λεφτά για τους μισθούς του. Δηλαδή φόροι. Αλλά τα λεφτά ήταν στο εμπόριο. Και το εμπόριο το είχαν οι βενετσάνοι, κι' εν μέρει οι γενοβέζοι και οι πιζάνοι. Οι οποίοι δεν πληρώναν φόρους. Τους είχε απαλλάξει ο παππούς του Μανουήλ και του Ανδρόνικου για να τον βοηθήσουν να διώξει τους νορμανδούς από την Ήπειρο και την Μακεδονία. Και δεν μπόρεσε να τους ξαναφορολογήσει, ούτε ο παππούς, ούτε ο γιός του -ο πατέρας του Μανουήλ-, ούτε ο Μανουήλ ο ίδιος. Διότι οι βενετσάνοι ήταν κράτος εν κράτει στη θάλασσα, εμπορικώς και πολεμικώς. Οπότε όλο το βάρος έπεφτε στον κοσμάκη. Ήτανε και η βυζαντινή γραφειοκρατία, οι φοροεισπράκτορες, οι δικασταί, οι δημόσιοι υπάλληλοι, όλοι αυτοί αγόραζαν τα οφφίκιά τους από το κράτος. Οπότε κοιτάζαν να κάνουν το συντομότερο απόσβεση της επένδυσης. Ήγουν διαφθορά τεραστία, δίναν του ταμείου ένα, βάζαν στην τζέπη δύο. Και πάλι τα λεφτά δεν φτάναν, η αυτοκρατορία ήταν συνεχώς σε πόλεμο κι' είχε έξοδα. Σημειωτέον πως ούτε τα μοναστήρια πλήρωναν φόρους, γνωστόν αυτό. Δη δει χρημάτων, ω άνδρες αθηναίοι, το λοιπόν. Έκοβε λοιπόν μονέδα ο αυτοκράτωρ με την μούρη του απάνω, και κάθε φορά έβαζε λιγότερο χρυσάφι ή ασήμι μέσα, οπότε πληθωρισμός. Αλλά τους φόρους τους ήθελε στο παλιό νόμισμα. Μ' αυτά και με κείνα πορευόταν η αυτοκρατορία, οι πόλεμοι και η ένδεια έφερναν όλο και περισσότερους εξαθλιωμένους στην βασιλεύουσα, κι' αυτός ο όχλος αγόταν και φερόταν από αγκιτάτορες, ήταν χωρισμένος σε ομάδες του ιππόδρομου, κι' ήταν έτοιμος να ξεσηκωθεί στην πρώτη ευκαιρία, και μισούσε τους λατίνους που ήταν ψηλομύτες, και καλοπερνάγανε, και μένανε και χώρια στις δικές τους γειτονιές, διότι είχαν φτιάξει τις δικές τους συνοικίες στην Κωνσταντινούπολη, την βενετσάνικη, την γενοβέζικη, την πιζάνικη, οι αλάδωτοι.
Όλα αυτά είχε στο κεφάλι του ο Μανουήλ. Και να βάλει χέρι στην κομνηνή αριστοκρατία και τα προνόμιά της, ούτε λόγος. Θα τον τρώγαν ζωντανό το ίδιο του το σόι αφού. Ούτε πίσω, ούτε μπρος, μια κοινωνία η οποία πήγαινε στο χάος. Γι' αυτό και ήταν ενωτικός και δυτικόφιλος, ο έρμος ο Μανουήλ, να εξασφαλίσει συμμαχίες στην Ευρώπη. Είχε μάλιστα και ο ίδιος παντρευτεί διαδοχικώς δύο φράγκισσες, μια γερμανιά που πέθανε, και μια γαλλίδα εκπάγλου καλλονής, την Μαρία της Αντιοχείας, κόρη του βασιλιά Ραϋμούνδου του Πουατιέ. Κι'  αρραβώνιασε και την κόρη του -από τον πρώτο γάμο, με την γερμανιά- την Μαρία Κομνηνή, με τον διάδοχο του ουγγρικού θρόνου, τον Μπέλα. Διότι αφού τους νίκησε ο Μανουήλ τους ούγγρους, έκανε συμμαχία μαζί τους για να τους έχει έρεισμα από βορρά. Διότι σου λέει, άμα ξανάρθουν οι νορμανδοί, στη Δαλματία να πούμε, να έχω τον κώλο μου ασφαλή τουλάχιστον. Άσε μην έρθουν τίποτα γερμανοί, τίποτα κουμάνοι, ή άλλοι βάρβαροι μυστήριοι, θάχω τους ούγγρους. Τελικώς, ο Μανουήλ και καλός στρατηγός ήταν και καλός διπλωμάτης. Αλλά άμα αυτά όλα τα δεις σε βάθος χρόνου, πες έναν αιώνα, πες δύο, φτωχομαεστρίες στον στίβο της διεθνούς πολιτικής, θα πεις! Διότι ούτε πίσω, ούτε μπρος, μια κοινωνία η οποία πήγαινε στο χάος...
Αυτός ο Μπέλα είχε μεγαλώσει στην Αυλή του Μανουήλ, του δώσαν κι' έναν ωραίο τίτλο, τον κάναν δεσπότη, που θα πει πρίγκηπας, όχι παπάς. Και τον είχαν βαφτίσει Αλέξιο. Και δοθέντος που ο Μανουήλ δεν είχε αρσενικό απόγονο, θα γινόταν διάδοχος και στον βυζαντινό θρόνο, ο Μπέλα. Επόμενο ήταν να κλωτσήσει ο Ανδρόνικος. Όχι επειδή με τους ούγγρους είχανε πόλεμο πριν λίγο καιρό. Μπα! Διότι σου λέει, εαν υπάρχει διάδοχος, πες πως τον έφαγα τον Μανουήλ, πάλι δεν γίνομαι αυτοκράτωρ εγώ. Τα σπάσανε λοιπόν εκ νέου τα ξαδέρφια. Και τον ξαναστείλανε τον Ανδρόνικο με δυσμενή διοικητή στην Κιλικία, να τρώει παστουρμά με τους ατίθασους αρμένηδες.
Λένε πως η εξουσία είναι σέξι. Αυτό, εγώ δεν το κατάλαβα ποτέ μου. Πρέπει να είμαι πολύ αυτιστικός. Κι' ο Ανδρόνικος να ήταν πολύ αλήτης. Διότι τι να κάθεται να τρώει τα τζιέρια του στην Κιλικία, παράτησε την διοίκηση, παράτησε και την Ευδοξία, την κοπάνησε, πήγε στους Άγιους Τόπους, στα φράγκικα βασίλεια, που ήταν σύμμαχοι όλοι αυτοί του αυτοκράτορα. Και ήταν το κλίμα ερωτικό, στους Άγιους Τόπους. Και τα ήθη χαλαρά. Και οι δέσποινες διαθέσιμες.
Κι' άφησε ο Ανδρόνικος τις δολοπλοκίες και χώθηκε στις κλίνες τους με πάθος ασίγαστο και αβυσσαλέο. Αυτό το καταλαβαίνω απολύτως.




Μέρος Β.

Βυζαντινά μεράκια, λαγγεμένη Ανατολή

Ανδρόνικος και Θεοδώρα. Στυλό, λαδοπαστέλ, ακρυλικά σε μπλοκ ιχνογραφίας, 30Χ20 cm, 2016.

 Άφησε λοιπόν ο Ανδρόνικος την Κιλικία και τους τζαναμπέτηδες τους αρμένιους, να πάει να γίνει χατζής στους Άγιους Τόπους. Ευκαιρίας δοθείσης άδειασε και το ταμείο με τους φόρους, διότι αν δεν το άδειαζε, τι βυζαντινός θάταν.
Δρόμο παίρνει, δρόμο αφήνει, φτάνει στην Αντιόχεια. Είχανε έναν βασιλιά εκεί, ονόματι Βοημούνδο. Αυτόν τον Βοημούνδο κάτι μήνες πριν τον είχαν πιάσει οι τούρκοι, κι' ο Μανουήλ πλήρωσε τα μαλλιά της κεφαλής του να τον ελευθερώσει. Του είχε άρα υποχρέωση, που λέμε. Είχε και μιαν αδελφή, ο Βοημούνδος, την Φιλίππα της Αντιοχείας, μπουκιά και συχώριο, εικοσιενός ετών. Τώρα, ο Ανδρόνικος ήταν πατημένα τα πενήντα, αλλά ντελικανής και ομορφάντρας. Ρίχτηκε που λέτε στο κορίτσι. Και το κορίτσι ενέδωσε. Πλην όμως ο εν λόγω Βοημούνδος είχε κουνιάδο τον Μανουήλ Κομνηνό, τον ξάδερφο του Ανδρόνικου. Γι' αυτό τάσκασε τα λύτρα, ο Μανουήλ. Δηλονότι η Μαρία η φράγκισσα, γυναίκα του Μανουήλ, ήταν αδελφή του εν λόγω Βοημούνδου. Που πάει να πει πως η Φιλίππα ήταν αδερφή της Μαρίας, καθ' ότι και οι δύο είχαν αδερφό τον Βοημούνδο, και λόγω του ότι και οι τρεις είχαν γονείς τον Ραϋμόνδο του Πουατιέ και την Κωνστάνς της Αντιοχείας. Και τι ήτανε ο Μανουήλ; Αυτοκράτωρ. Άρα τι ήταν η Μαρία; Αυτοκράτειρα. Όπερ μετ' ασφαλείας εξάγεται το συμπέρασμα πως ο Ανδρόνικος μαγάρισε την αδελφή της αυτοκράτειρας του Βυζαντίου. Κατανοητό;
Άμα τα νέα φτάσανε στην Κωνσταντινούπολη, ο Μανουήλ έγινε βαπόρι. Πρώτα, σου λέει, η Ευδοξία. Τώρα, η Φιλίππα. Δεν κατάφερε να μου πάρει την αυτοκρατορία, ο καριόλης, βάλθηκε να μου γαμήσει όλο το σόι. Βάρυνε λοιπόν το κλίμα, στην Αντιόχεια. Την μυρίστηκε ο Ανδρόνικος πως θα τον πιάσουν να τον στείλουν πακέτο στην Κωνσταντινούπολη, και έκοψε λάσπη. Μόνος του. Της Φιλίππας της βρήκαν ένα καλό παιδί, έναν ιππότη, καλό πολεμιστή και μυαλωμένο απεδείχθη. Δεν κάνανε παιδιά. Η Φιλίππα πέθανε νέα, γύρω στα τριάντα. Τον άλλο χρόνο πέθανε και ο άντρας της, σε κάτι αψιμαχίες με τους σαρακηνούς.
Από την Αντιόχεια, ο Ανδρόνικος πήγε στα Ιεροσόλυμα. Εκεί ήταν βασιλέας ο Αμαλάριχος του Ανζού. Κι' αυτός επίσης ήταν σύμμαχος του Μανουήλ, τους είχαν ανάγκη οι φράγκοι τους βυζαντινούς, διότι τους είχε μέσα στη μέγγενη ο σελτζούκος ο Νουρεντίν Ζεγκί, ο μοβόρος εμίρης της Δαμασκού. Όμως κι' οι βυζαντινοί είχαν ανάγκη τους φράγκους, διότι ήταν καρφί στον κώλο του Νουρεντίν του σκυλότουρκου. Αυτά είναι στρατηγικός εταίρος, αν έχετε ακουστά.
Ο Αμαλάριχος τον καλοδέχτηκε, τον Ανδρόνικο. Τον έκανε μάλιστα και αυθέντη της Βηρυττού, πρόσωπο υπολογίσιμο μέσα στα λατινικά φέουδα της Ανατολής.
Εκεί λοιπόν στην Ιερουσαλήμ ήταν και μία χήρα πολύ όμορφη, καλλονή. Νεοτάτη, εικοστριών, εικοστεσσάρων, θα σας γελάσω. Αυτή ήταν παντρεμένη με τον αδελφό του Αμαλάριχου, τον Βαλδουίνο, ο οποίος ήταν προηγουμένως βασιλεύς της Ιερουσαλήμ, πιο πριν από τον Αμαλάριχο, αλλά πέθανε, δεν είχαν παιδιά, έγινε βασιλιάς ο Αμαλάριχος. Ο Βαλδουίνος είχε αφήσει της χήρας του κληρονομιά την πόλη του Αη Γιάννη της Άκκρας, την είχε φροντίσει, να μην μείνει η βασίλισσα στους πέντε δρόμους.
Τώρα, καλλονή, ετών εικοσιτριών, βασίλισσα, χήρα, και με περιουσία τον Αη Γιάννη της Άκκρας, ακούγεται σαν όνειρο. Αλλά και ο Ανδρόνικος το όνειρο κυνήγαγε, να πούμε. Την κάλεσε στην Βηρυττό να φάνε μπακλαβά υπέροχο. Διότι ο πενηντάρης δεν είναι ένας νέος της εποχής, κύριε Γιώργο μου. Είναι διαχρονική αξία.
Το πάθος τούς χτύπησε σαν αστροπελέκι και τους δύο.
Πλην όμως -διότι υπάρχει και ένα μοιραίο πλην όμως- το όνομα της ωραιοτάτης χήρας ήταν βαρύ κι' ασήκωτο ως Ειμαρμένη. Κι' ακουγόταν σαν την μακρινή βοή της καταιγίδας, της τρομερής και της σιμώνουσας και αναπόφευκτης, της ιππεύουσας τα μπρούτζινα κι' ηλεκτρικά σύννεφα της συφοράς! Γιατί το όνομα αυτηνής της πεντάμορφης, Θεοδώρα Κομνηνή! Γιατί του κυρ Μανουήλ του εν Χριστώ τω Θεώ πιστού βασιλέως και Αυτοκράτορος Ρωμαίων Κομνηνού της μιάς επιπλέον ανηψιάς!
Από ρωμαίος ο Μανουήλ είχε γίνει τώρα τούρκος. Εκείνον τον Βαλδουίνο τον μακαρίτη μες στην ψυχή του τον είχε. Οι δύο τους κονταροχτυπήθηκαν κάποτε στη τζόστρα σαν άνδρες πραγματικοί, και σαν ιππόται και σπόρτμαν. Κι' όταν τον σβρούντηξε ο Μανουήλ κάτω από τ' άλογο τον Βαλδουίνο -ένα δεμάτι άχυρα μέσα σε πανοπλία-, αυτός ο ίδιος ο Μανουήλ, ο βασιλεύς Ρωμαίων, ξεκαβάλησε και πήγε πρώτος απ' όλους να το προστρέξει, το ζαβλακωμένο το φραγκόπουλο, που κυλιόταν σαν σιδερένιο γουρούνι μέσα στα χώματα και στις καβαλίνες! Και τον έδωκε και την ανηψιά του για σύζυγο! Και να τώρα η καλτάκα, που αντί για πένθος ξεφτίλιζε την μνήμη του τεθνεώτος, και προπάντων τον υπερηφανότατο οίκο των Κομνηνών, με το να βγάζει νυχθημερόν τα μάτια της με τον τυχάρπαστο, τον αποστάτη, τον έκφυλο αυτόνε, μέσα στα αμαρτωλά σεντόνια της πιο αποτρόπαιας ηδονής! 
Έστειλε λοιπόν τους ανθρώπους του ο Μανουήλ να ζητήσουν από τον Αμαλάριχο να πιάσει τον Ανδρόνικο, και να του βγάλει αυτουνού τα μάτια, αλλά κανονικά, όχι μεταφορικώς που λέγαμε πριν.
Αλλά η Θεοδώρα είχε τους ρουφιάνους της. Διότι και η γυναίκα του Αμαλάριχου, Κομνηνή ήταν κι' αυτή. Την λέγανε Μαρία, κόρη του Ιωάννη Κομνηνού, δουκός της Κύπρου και της Μαρίας Ταρονίτισσας, αρμενικής καταγωγής η μητέρα. Τώρα για το άλλο, τη ρουφιανιά, δεν παίρνω και όρκο, ούτε υπάρχουν πηγές, μία σκέψη έκανα. Το λέω διότι οι έλληνες, άμα βρεθούν στο εξωτερικό, αλληλοϋποστηρίζονται. Οπότε που ξέρεις, μπορεί να της το σφύριξε αυτή.
Η Θεοδώρα είναι μια Άννα Καρένινα. Θυσιάζει τα πάντα, και τιμή, και πλούτη, παρατάει και το φέουδο του Αη Γιάννη ακόμα, και φεύγει με το ρεμάλι που την έκανε τρελή, το έκνομο ζεύγος καβαλήσαν τ' άλογα κι' εξηφανίσθησαν στις ερημιές, καλπάζουν κει πέρα μακριά στον ορίζοντα, δύο οπτασίες στους άνυδρους λόφους της Παλαιστίνης, τους γεμάτους ληστάς αδίστακτους, αγίους ασκητές, περιδινούμενους μαραμπού, αιμοδιψείς σαρακηνούς με τόξα και βέλη, καλογέρους πολεμιστές με τσεκούρια και σπάθες, προφήτες, μάγους, λεοντάρια, και άλλους γραφικούς χαρακτήρες.
Αλλά που να πάνε; Ποιός να τους δώσει ψωμί, νερό, έτσι επικηρυγμένους που τους είχε ο κερατάς ο Μανουήλ; Ποιός χριστιανός θα έτεινε χείρα βοηθείας στους ανέστιους φυγάδες; Ποιός θα αψηφήσει την οργή του αυτοκράτορα; Η απάντησις είναι αυτόματος, απολύτως κανείς! Οπότε  αίφνης άστραψε στον νου τους μία άλλη ιδέα. Αφού δεν τους βοηθάει κανένας χριστιανός, γιατί να μην πάνε να ζητήσουν ασυλία στην Δαμασκό, στο φοβερό και τρομερό εμίρη της, τον Νουρεντίν Ζεγκί, ο οποίος είναι μωαμεθανός;
Αμ' έπος αμ' έργον! Στην αρχή, ο σουλτάνος τους υπεδέχθη με ανοικτάς αγκάλας. Ύστερα φαίνεται το καλοσκέφτηκε τι είχε να κερδίσει, και κατέληξε πως το μόνο κέρδος θα ήταν κανένα θερμό επεισόδιο με τους βυζαντινούς, κι' εκείνη την ώρα δεν το επιθυμούσε το θερμό επεισόδιο, ο Νουρεντίν, διότι αν το επιθυμούσε θα τόχε κάνει. Οπότε το ζεύγος παρεκλήθη να αναχωρήσει.
Γυρίσανε έτσι από εμίρη σε εμίρη, ο ένας εμίρης τους έκανε μπαλλάκι στον άλλον εμίρη. Και κάθομαι τώρα εγώ και σκέφτομαι με το μυαλό μου και λέω πως είχαν τύχη βουνό, διότι δεν βρέθηκε κανένας πούστης να τους κάνει πακέτο να τους στείλει στην Κωνσταντινούπολη. Να κάνει εκδούλευση στον Μανουήλ, ξέρω γω, ή να τους πουλήσει ψυχρά, τους θες; τόσα υπέρπυρα, γκλιν, γκλιν, γκλιν, σκάστα, πάρτους. Αλλά υπήρχε και φιλότιμο τότε, δεν ήταν μόνο το συμφέρον.
Eξαντλήσανε όλα τα εμιράτα, μέχρι Βαγδάτη φτάσανε. Με την καυτή ανάσα του Μανουήλ στην πλάτη τους. Ώσπου στο τέλος διέσχισαν τον Καύκασο και φτάσαν στην Γεωργία. Εκεί ήταν βασιλεύς ένας που τον λέγαν Γεώργιος. Τους υποδέχτηκε μεγαλοπρεπώς, το λαμπερό ζεύγος Ανδρόνικου-Θεοδώρας. Διότι ξέχασα να επισημάνω πως η μητέρα του Ανδρόνικου ήταν μάλλον μία γεωργιανή που την λέγαν Κάτα, βασιλοπούλα κι' αυτή εκεί πέρα στην Γεωργία, την παντρέψαν με τον γιό του αυτοκράτορα Αλεξίου Κομνηνού, τον Ισαάκιο, και φτιάξαν τον Ανδρόνικο και όχι μόνον. Οπότε οι γεωργιανοί τον θεωρούσαν και κάπως δικό τους. Ο Ανδρόνικος έδωσε ένα χεράκι του Γεώργιου σε κάτι πολεμικά θέματα που είχε, κι' ο Γεώργιος τούδωσε και χτήματα, και την αδερφή του εις γάμον, του Ανδρόνικου. Αλλά δεν ξέρουμε αν ήταν όμορφη. Πάντως οι γεωργιανές είναι όμορφες, απ' όσες έχω δει. Αν και έχει και κανονικές, και μερικές άσκημες. Αλλά λίγες. Άλλοι επώνυμοι γεωργιανοί είναι ο Ιωσήφ Βησαριόνοβιτς Τζουκασβίλι (Στάλιν), ο Ρέη Τσαρλς, ο Τζίμη Κάρτερ, ο Λαβρέντη Μπέρια, και ο Τζώρτζης ο Μακρής ο φίλος μου. Διότι όταν γνωριστήκαμε σαράντα χρόνια πριν, μου το είπε που γεννήθηκε στη Τζόρτζια, ο Τζώρτζης,  που εμείς την λέμε Γεωργία. Κι' άμα του είπα που στην Γεωργία, μου είπε στην Ατλάντα. Πάντως μία γεωργιανή που γνώρισα δεν ήξερε που πέφτει αυτή η Ατλάντα. Από όλους αυτούς που προανέφερα, μόνο ο Ρέη Τσαρλς και ο Τζώρτζης είναι μουσικοί. Όλοι οι άλλοι ασχολήθηκαν με την πολιτική, τον στρατό, το κράτος εν γένει. Δεν ξέρω γιατί αυτό.  Ούτε γιατί φύγανε το λαμπερό ζεύγος Ανδρόνικου-Θεοδώρας από την Γεωργία ξέρω. Μπορεί να γκρίνιαζε η Θεοδώρα που θα παντρευόταν ο Ανδρόνικος την γεωργιανή. Πάντως, ο Ανδρόνικος μπορεί να ήταν πολιτικός και στρατιωτικός κυρίως, αλλά είχε και κάποιο ταλεντάκι, έπαιζε και λίγο λαούτο ή κάποιο άλλο έγχορδο, έτσι στην παρέα.  Επ' αυτού θα επανέλθω αργότερα, στο τρίτο μέρος της ιστορίας αυτής.
Φύγανε λοιπόν και πήγαν στην Χαλδία, στα σύνορα της βυζαντινής αυτοκρατορίας, κι' έπιασε ο Ανδρόνικος δουλειά σ' έναν εμίρη. Απαγωγές, ληστείες στα καραβάνια που περνάγανε, επιδρομές στην Τραπεζούντα, τέτοια. Ο εμίρης τούδωσε κι' ένα κάστρο. Έμενε εκεί η Θεοδώρα, που της είχε κάνει και δύο παιδιά στο μεταξύ, ο Ανδρόνικος. Πέρναγε πότε πότε κι' αυτός, όταν δεν είχε δουλειά. Αλλά τον κυνηγούσε ένας Νικηφόρος Παλαιολόγος, στρατηγός του Θέματος της Τραπεζούντος, δεν τον άφηνε σε χλωρό κλαρί. Οπότε κάποια στιγμή, αυτός ο Νικηφόρος ανακάλυψε το κάστρο που κρυβόταν η Θεοδώρα. Πήγε λοιπόν με στρατό, και την συνέλαβε, μαζί και τα παιδιά. Τους έστειλε όλη την οικογένεια στην Κωνσταντινούπολη.
Γυρνάει ο Ανδρόνικος σπίτι, κανείς. Του λένε τα καθέκαστα, τρελλαίνεται λέμε, την  αγαπούσε την Θεοδώρα. Τι κάνει λοιπόν, δένει μιαν σιδερένια αλυσίδα τριάντα οκάδες στο λαιμό του, και πάει έτσι στον ξάδερφό του τον Μανουήλ, και πέφτει μπρούμυτα μπροστά του να τον συχωρέσει. Χώμα έγινε, να εκκλιπαρεί, να οδύρεται, να σκίζει τα μάγουλά του. Κι' ο Μανουήλ που τον αγάπαγε κατά βάθος τον Ανδρόνικο, έβαλε τα κλάμματα. Γιατί είχε καλή καρδιά ο Μανουήλ, σαν τον πατέρα του, τον Καλοϊωάννη. Αυτός ο Καλοϊωάννης και ο Ισαάκιος, ο πατέρας του Ανδρόνικου, αδέλφια. Και τον συχώρεσε ξανά, ο Μανουήλ τον Ανδρόνικο..
Κι' έφυγε ελεύθερος ο Ανδρόνικος με την Θεοδώρα και τα παιδιά, και πήγανε στα χτήματα των Κομνηνών, στο Οιναίον, κοντά στην Σινώπη, στην Μαύρη Θάλασσα. Θάταν εξήντα πατημένα πια, ο Ανδρόνικος. Είχε ζήσει μια ζωή ταραγμένη, επικίνδυνη, ηδονική, ελεύθερη και παθιασμένη, την μια στην προδοσία, την άλλη στην αφοσίωση, την μια στην πιο ελεεινή σκληρότητα, την άλλη στον έρωτα άνευ ορίων, άνευ όρων.
Και τώρα θα άραζε.



Μέρος Γ.

Νταϊλίκια στην Αγιά Σοφιά, σφαγές στον Κεράτιο

Η Μάχη των Ευσεβών, στυλό, ακρυλικά, λαδοπαστέλ, 20Χ18 cm, 2016.)

Πριγκιπέσσα, απ' την Κωνσταντίνου πόλη μέσα. Ετών έντεκα. Ηρραβωνίσθη τον διάδοχο του θρόνου, τον Μπέλα. Το παραμύθι της Μαρίας Κομνηνής της Πορφυρογέννητης ήταν μια Αυτοκρατορία.
Διότι όταν την αρραβώνιασε ο μπαμπάς της ο αυτοκράτωρ Μανουήλ με το πριγκηπόπουλο εξ Ουγγαρίας, ο Μανουήλ δεν είχε άρρενα απόγονο. Οπότε ο Μπέλα το πριγκηπόπουλο ήταν ο νόμιμος διάδοχος του θρόνου. Και ο Μανουήλ τους έβαλε όλους και ορκίστηκαν πίστη στον Μπέλα. Κι' ορκίστηκαν. Πλην ενός που δεν ήθελε. Του Ανδρονίκου του ξαδέρφου του, ο οποίος δεν τα ενέκρινε αυτά, να δώσουμε στον σώγαμπρο το μαγαζί. Και τον έδιωξε, ο Μανουήλ, άντε πίσω στην Κιλικία, ο Ανδρόνικος.
Τώρα, η Μαρία η Πορφυρογένητη είχε μητέρα την πρώτη σύζυγο του Μανουήλ, μια γερμανιά, την Βέρθα του Σούλτσμπαχ, πολύ αυστηρών ηθών. Αυτή λοιπόν η Βέρθα, πέθανε. Κι' ο Μανουήλ ξαναπαντρεύτηκε και πήρε την φράγκα την Μαρία της Αντιοχείας, της οποίας την αδελφή την Φιλίππα, την κανόνισε ο αυτοκρατορικός ξάδερφος ο Ανδρόνικος, τότε που γκομένιζε στους Άγιους Τόπους, τάπαμε αυτά, μην τα ξαναλέμε, γινόμαστε βαρετοί. Αν και εγώ θα τα λέω γιατί το θέμα είναι Σός.
Διότι η Μαρία της Αντιοχείας έκανε του Μανουήλ γιό. Ονόματι Αλέξιος. Ο οποίος έγινε αυτομάτως διάδοχος. Όπερ έστι μεθερμηνευόμενον πως ο αρραβώνας της Μαρίας της Πορφυρογέννητης μετά του Μπέλα της Ουγγαρίας διελύθη σε πολιτισμένο κλίμα. Όμως η Μαρία η Πορφυρογέννητη, η οποία είχε μεγαλώσει μέσα στον βυσσινί της μύθο, ήπιε το φαρμάκι μέχρι πάτο που δεν θα γίνει αυτοκράτειρα. Και της δώσανε για παρηγοριά έναν ωραίο νέο εκ Πεδεμοντίου, τον μεσσίρ Ρενιέρο τον Μομφερατικό, τέταρτο γιο του μπαμπά του. Ο οποίος μπαμπάς του παλάβωσε στα γεράματα και πήγε σταυροφόρος, και τον έπιασε ο Σαλαδίνος, και τους έλεγε στους δικούς του "δώστε μου την Τύρο να σας δώσω τον πατέρα," κι' αυτοί λέγαν όχι. Διότι ξέρανε πως ο Σαλαδίνος ήτανε κύριος, δεν ήταν κάθαρμα και μαφιόζος να τον κόβει και να τους τον στέλνει λίγο-λίγο κομματάκια, οπότε κάναν τους μάγκες. Και στο κάτω κάτω της γραφής, χεστήκανε για τον τρελλόγερο. Κι' ο Σαλαδίνος τους βαρέθηκε στο τέλος και τους τον έδωσε. Ολόκληρο, εννοείται. Χαίροντα άκρας υγείας. Τέλος πάντων, να μη βγαίνω εκτός θέματος και πολύ. Διότι είχε σιτέψει, η Μαρία, εικοσιοκτώ χρονώ έγινε, πήρε τον Ρενιέρο. Δεν βρίσκαν καλύτερο.
Τα ντράβαλα του Μανουήλ δεν είχαν τέλος. Μάζεψε τον στρατό, στείλανε και οι σύμμαχοι, από την Ουγγαρία, από την Αντιόχεια, να πα να πολεμήσει τους τούρκους του Ικονίου. Αυτοί δυνάμωναν μέρα με τη μέρα, δεν σέβονταν και κάτι συμφωνίες, σου λέει να ξεμπερδεύω τώρα που μπορώ. Ως εκ τούτου βιαζόταν, έγινε απρόσεχτος. Ήτανε και μία κλεισούρα, στο Μυριοκέφαλον. Και πάει να περάσει από μέσα, είκοσι χιλιόμετρα φάλαγγα το στράτευμα. Κι' ούτε να ανιχνεύσει το έδαφος, ούτε περίπολα, απολύτως τίποτα. Και τους την είχαν στημένη οι τούρκοι, και τους κερδίσανε. Όχι πολύ. Αλλά ψυχολογικώς ο Μανουήλ έγινε ράκος. Διότι σου λέει ο άλλος, οι τούρκοι θα μείνουν στην Μικρασία, δεν φεύγουν πια στον αιώνα τον άπαντα. Οπότε σιγά-σιγά ο τοπικός πληθυσμός γίναν μουσουλμάνοι, να μην πληρώνουνε χαράτσι. Και τα άλλα που λένε πως οι τούρκοι είναι αλλόφυλοι, μογγόλοι να πούμε, τρίχες. Πρώην ρωμαίοι είναι, που το γύρισαν στο τσιφτετέλι λόγω γεοπολιτικών* συνθηκών.
Και μετά λίγα χρόνια, πάει πέθανε ο Μανουήλ. Και με το που πέθανε, μία γυναίκα στα Θεραπειά γέννησε ένα τερατάκι με μια τεράστια κεφάλα. Και τρέχανε όλοι να δούνε. Και λέγανε κακό σημάδι, θα φέρει αναρχία. Πως τους ήρθε και το συνδέσανε αυτό με την κεφάλα του παιδιού, αγνοώ.
Τέλος πάντων, εστέφθη Χριστώ τω θεώ βασιλεύς Ρωμαίων ο Αλέξιος, ο γιός του Μανουήλ και της Μαρίας της Αντιοχείας της φράγκας. Έντεκα χρονών. Ένα κακομαθημένο. Που τον παντρέψανε με την Αγνή, κόρη του Λουδοβίκου του εβδόμου της Γαλλίας. Εννέα ετών αυτή. Κι' ήτανε ο Αλέξιος υπό την κηδεμονία της μητρός του, της Μαρίας της φράγκας, χήρας Μανουήλ. Η οποία εκάρη καλογριά με τ' όνομα Ξένη. Και διάλεξε το όνομα αυτό ειρωνικώς, δήθεν με παραμερίσανε που δεν είμαι ρωμιά. Και καθόταν στα παρασκήνια να κινεί τα νήματα. Και διόρισε Πρωτοσεβαστό, αντιβασιλέα να πούμε, έναν ανηψιό του Μανουήλ, δηλαδή και δικόν της. Ήγουν ξάδερφο του αυτοκράτορα-μπρελόκ. Με τον οποίον ήταν και συνονόματοι, Αλέξιος ο ένας, Αλέξιος κι' ο άλλος. Κι' ο κόσμος τόχε βούκινο πως τον είχε και γκόμενο, η χήρα τον Πρωτοσεβαστό. Που  αυτός ο Πρωτοσεβαστός Αλέξιος ήταν αδελφός της Ευδοκίας, αυτήν που την γκάστρωσε ο Ανδρόνικος στη φυλακή. Τέλος πάντων.
Το θέμα είναι που η Μαρία η φράγκα και ο Πρωτοσεβαστός ήταν και άπληστοι και άχρηστοι. Φτιάξανε κι' άλλες θέσεις, πιο υπεράριθμες, στο Δημόσιο, και τις πουλάγανε αδρά να κονομήσουν.  Η διαφθορά γινόταν όλο και πιο ξεδιάντροπα, φόρα παρτίδα. Και είχανε και μια συνεχή ύφεση στο εμπόριό τους που τους είχε αλληθωρίσει, οι βυζαντινοί, παλαιόθεν. Το κακό είχε αρχίσει έναν αιώνα πριν με τους Βενετσάνους, που τους δώσανε μονοπώλιο τα λιμάνια, και πήρανε και απαλλαγή από φορολογίας. Κάποια στιγμή, ο Μανουήλ -που τούκοβε- είπε να καταργήσει την απαλλαγή φορολογίας. Τους έπιασε λοιπόν όλους τους βενετσάνους επί βυζαντινού εδάφους και τους έχωσε στη στενή, και τους εθνικοποίησε και τις περιουσίες. Αλλά για να το κάνει αυτό,  δεν γινόταν διαφορετικά, υποχρεώθηκε να δώσει δικαιώματα λιμένος και απαλλαγή φορολογίας στους ανταγωνιστάς των βενετσάνων, τους γενοβέζους και τους πιζάνους. Οπότε μηδέν εις το πηλίκον. Μετά λοιπόν η Μαρία με τον Πρωτοσεβαστό αυξήσαν κι' άλλο τις απαλλαγές και τα λιμενικά και τα ρέστα. Διότι αυτό θα πει αποικιοκρατία, σε ξεζουμίζω. Δεν ξέρω, μπορεί να πήραν μίζα, δεν λένε αι πηγαί. Αλλά το ερώτημα είναι το εξής, πως να τους ανταγωνιστούν τους λατίνους οι ρωμιοί, άμα οι λατίνοι δεν πληρώναν καθόλου φόρους; Οπότε καταστραφήκανε, δεν κυκλοφόραγε χρήμα, δεν απεδίδοντο φόροι, κι' άλλη ύφεση, φαύλος κύκλος.
Εκτός από τους πλουσίους εμπόρους εξ Εσπερίας είχαν μαζευτεί στην Κωνσταντινούπολη κάθε καρυδιάς καρύδι από ανατολή και δύση, μισθοφόροι, τυχοδιώκτες, τεχνίτες, επαγγελματίες,  πουτάνες, ναυτικοί, άλλοι κάναν φασαρίες, καυγάδες, μαχαιρώματα, κι' ο κόσμος δεν κάνει διάκριση, σου λέει κωλόφαρα όλοι τους, μας πίνουνε το αίμα. Διότι μπορεί και τα μοναστήρια να μην πληρώνουν φόρους, αλλά αυτό είναι άλλο. Άμα δεν υπάρχει κατανόησις, τι να πεις. Κινητήριος δε δύναμις των πάντων είναι το μπούγιο, η μάζα, η βορβορώδης πλέμπα της Κωνσταντινουπόλεως, η συνεχώς παρά φύσιν διογκουμένη θάλασσα ακτημόνων αγροτών και τουρκοπλήκτων προσφύγων, οίτινες συρρέουν εν Βασιλευούση επί ζαμάνια αναρίθμητα. Αποτέλεσμα χάος. Διότι ο όχλος τάβλεπε τι γινόταν και υπέφερε, αλλά δεν τα καταλάβαινε και πολύ καθαρά όλα αυτά. Εξ ου και το θρησκευτικόν αίσθημα εξαγριώνεται, σου λέει οι αιρετικοί, οι αντίχριστοι, οι σταυρωτήδες, οι μπήξε, οι δείξε, οι δεξερωγωτί, να τους φάμε το λαρύγγι, δεν έχει σημασία ποιανών, αυτοί δεν καταλαβαίνουν Χριστό, ένα τσακμάκι, και αντίο θα σε δω στο πλοίο. Τέλος πάντων.
Αλλά και με τους δικούς τους ήταν σκάρτοι, η Μαρία η φράγκα και ο Πρωτοσεβαστός.  Ούτε τις ισορροπίες μέσα στο Κομνηνέικο δεν φρόντισαν να κρατήσουνε. Την Μαρία την Πορφυρογέννητη, τον Ρενιέρη, έναν άλλο γιό μπάσταρδο του Μανουήλ, τους γιούς του Ανδρόνικου, κάτι άλλους, αυτούς όλους τους αφήσαν εκτός νυμφώνος και κονόμας. Οπότε, σου λένε κι' αυτοί, σήμερα μας περιθωροποιάνε, αύριο θα μας φάνε ζωντανούς να μην έχουν τον φόβο μας. Να προλάβουμε να τους φάμε λοιπόν πρώτοι εμείς. Ορθώς σκεφτήκανε, νομίζω. Από την πλευρά τους, δηλαδή.
Μάιος έμπαινε. Κι' οι εξοχές μοσχομύριζαν όπως πάντα, ανεξαρτήτως πολιτικής.
Οπότε οργανώθηκε σχέδιο ανατροπής τρομερό, που θα πήγαινε η Μαρία η φράγκα και ο Πρωτοσεβαστός στα περίχωρα να εορτάσουν τον Άγιο Θεόδωρο, να στείλουν κι' αυτοί ανθρώπους να φάνε λάχανο τον Πρωτοσεβαστό. Αλλά το σχέδιο χάλασε, πιάσαν τους δολοφόνους, κι' ανάμεσά τους ήταν οι γιοί του Ανδρόνικου, από την Θεοδώρα, την ανηψιά του Μανουήλ, που λέγαμε στα προηγούμενα τεύχη. Αλλά η Μαρία η Πορφυρογέννητη με τον Ρενιέρη γλύτωσαν, και πήγαν και κλείστηκαν σε μιαν αυλή περιφραγμένη, μπροστά στην Αγία Σοφία είναι η αυλή αυτή, κι' έχει περιστύλια και καμάρες να πούμε. Αυγουστεώνας λέγεται. Αλλά αν πάτε σήμερα δεν θα τον δείτε, τον γκρεμίσαν πάει πολύς καιρός. Τέλος πάντων, έσκουζε η Μαρία η Πορφυρογέννητη να την γλυτώσουν από την κακούργα την μητριά της, κι' έτρεξε ο κοσμάκης και οι παπάδες να την υποστηρίξουν, καθ' ότι σιχαίνονταν τον Πρωτοσεβαστό και την φράγκα την Μαρία, χήρα Μανουήλ. Και προσέτρεξε και ο Πατριάρχης ο Θεοδόσιος προς υποστήριξιν της Μαρίας  της Πορφυρογέννητης, κι' έκλαιγε κι' αυτός με τα βάσανά της.
Τα χρειάστηκε ο Πρωτοσεβαστός, φασαρίες θάχω είπε, τι να κάνει, ζήτησε συμβιβασμό. Αλλά η Μαρία η Πορφυρογέννητη, εκεί, ανάμιχτη πονηρία γερμανική και πείσμα ποντιακό. Πρώτα, λέει, να αφήσεις τους συλληφθέντας κινηματίες. Αυτό απαράδεκτον όμως, από τους κρατούντες τα σκήπτρα. Και δώστου να υποδαυλίζει τον κοσμάκη, που η καλτάκα η μητριά μου η φράγκα έχει παράνομο δεσμό με τον ανηψιό της τον αιμομπήχτη, που μόλις έθαψε τον άντρα της και λατρεμένο μου πατέρα, το είδαμε το ποιόν της τι ήταν, τέτοια έλεγε, που πιάνουν στο πόπολο. Και να τσακιστούν να φύγουν από τη μέση, που τον πνίξανε πια τον μικρό αυτοκράτορα τον Αλέξιο, που δώσανε γην και ύδωρ στους αιρετικούς, που μας ρουφάνε το αίμα, που έτσι, που αλλιώς. Αλλά που να φύγει ο Πρωτοσεβαστός, είχε απλώσει τα πλοκάμια του στον βασιλικό οίκο των Κομνηνών, "ως ουδέ οκταπόδιν εις πέτρα," λέει ο χρονικογράφος ο κυρ Νικήτας Χωνιάτης. Και στέλνει μήνυμα του ανηλίκου να παραγγείλει αυστηρώς της αδερφής του της ετεροθαλούς να βγεί από την Αγιά Σοφιά, και δεν θα πειραχθεί ουδαμώς, ειδ' άλλως αι συνέπειαι θα είναι σοβαραί. Η οποία φοβήθηκε μεν, διότι σου λέει μπας και το παρατράβηξα, να βγω, αλλά ποιός εγγυάται αυτό το "δεν θα πειραχθεί ουδαμώς," ο Αλέξιος το μύξικο; Έκανε το λοιπόν τα κουμάντα της και προσέλαβε κάτι αλλοδαποί γερά παλληκάρια, κάτι φράγκοι, κάτι γεωργιανοί, που το δουλεύανε το σιδερικό βιρτουόζοι, με το αζημίωτο βεβαίως. Αλλά τρέξανε και ρωμιοί πολλοί. Κι' έγινε η Αγία Σοφία φλούριο. Κι' ούτε τον Πατριάρχη να ακούσει ήθελε που της έλεγε να την σχολάσει την ανταρσία, ο οποίος Πατριάρχης σεκλετίστηκε με το γινάτι της.
Εν τω μεταξύ, ο όχλος πήρε φώκο, υπήρχε το αντιδυτικόν κλίμα που λέγαμε, και υποκινηταί, κι' απ' όλα, και κατέβηκαν στον Ιππόδρομο, μπροστά στο Παλάτιον, άλλος να τρέχει με τον σταυρό στο χέρι, άλλος να ζαλώνεται την εικόνα του Χριστού και να παραληρεί, και οι παπάδες μπροστά, και φασαρία, και ταραχή και εμπρησμοί και πλιάτσικα, τα ρημάξανε τα αρχοντικά των οπαδών του Πρωτοσεβαστού. Και δοξάζανε την Μαρία την Πορφυρογέννητη και βρίζανε την άλλη Μαρία, την φράγκα, και πιο πολύ τον γκόμενό της τον Πρωτοσεβαστό. Διότι αυτός ο όχλος είναι ανεξέλεγκτος, είχαν αφηνιάσει, είναι και απρόβλεπτοι, μία έτσι, μία γιουβέτσι. Και σήμερα δοξάζουν και υμνούν τον χί άρχοντα φερ' ειπείν, κι' αύριο τον διασύρουν, και τον βρίζουν, και τον προπηλακίζουν, και Άγιε μου Κωνσταντίνε, εσύ που έχτισες αυτή την πόλη σου την αγία, εσύ που ξέκανες την γυναίκα σου και τον γιό σου τον αγαπητό, ευλόγησον και μη χειρότερα...
Όπου τρώει αμάσητη ο Πρωτοσεβαστός την προβοκάτσια, έχασε την ψυχραιμία του, και στέλνει τα βασιλικά στρατά να καθαρίσουνε. Βγαίνουν λοιπόν από το Παλάτιον τα στρατά και πιάνουν θέσεις οι τοξότες γύρα στα υψηλά κτίρια να ρίχνουν στους μέσα στη μάντρα, και ορμάνε κι' άλλοι με τα σπαθιά να μπούνε στον περίβολο, τους κάνει ο Ρενιέρης αντεπίθεση, τους πετάει πίσω. Και γινότανε αυτός ο χαβάς όλη τη μέρα, μια σου, μια μου, κι' ήτανε κι' ο όχλος δίπλα είπαμε, στον Ιππόδρομο, και φωνάζανε, κι' άλλοι φυλάγαν τις εισόδους της μάντρας του Αυγουστεώνα. Κι' όλοι αχταρμά μέσα στο χάος, συγκρούσεις, σκοτωθήκανε ουκ ολίγοι εκατέρωθεν. Οπότε στο τέλος οι οπαδοί της Μαρίας της Πορφυρογέννητης άρχισαν να λακίζουν, κι' οι βασιλικοί γκρεμίσαν τη μάντρα και μπήκαν μέσα στην αυλή, κι' όσοι στασιασταί μείναν υποχώρησαν μέσα στον ναό, με τον Ρενιέρη επικεφαλή. Αλλά οι άλλοι δεν είχαν νεφρό να μπούνε μέσα.
Τους βγάζει ένα λόγο του δεκάρικου ο Ρενιέρης, που εμείς δεν θέλαμε σπαθιά και άρματα,  που εμείς είμεθα ευσεβείς, που αυτοί είναι οι θεομπαίχτες, που βεβήλωσαν τον ναό, κάνει και τον σταυρό του, ορμάει έξω, αποπίσω και οι άλλοι, να μην μακρηγορώ, τους στρώνει στο κυνήγι τους βασιλικούς, πάει, υποχωρήσανε.
Νύχτωσε με τα πολλά, σταμάτησε ο πόλεμος. Άρχισε τις συνεννοήσεις ο Πατριάρχης να νουθετεί τις δύο Μαρίες να σταματήσουν, μπήκε στη μέση και ο αρχιναύαρχος, ο μέγας δουξ τον λένε οι βυζαντινοί τον αρχιναύαρχο, ένας Ανδρόνικος Κοντοστέφανος λεγόταν. Και κάτι άλλοι του στρατεύματος, αρχιστράτηγοι ξέρω γω. Σου λέει οι αξωματικοί, δεν πάει άλλο η κατάστασις. Και μεσολαβήσαν, και δώσαν και τις δέοντες εγγυήσεις*, όλα εντάξει. Το πρωΐ βγήκαν οι στασιασταί με τις δέοντες εγγυήσεις* υπομάλλης, πάνε η Μαρία η Πορφυρογέννητη  με τον Ρενιέρη στο Παλάτιον. Κι' όλα καλά, ησυχία, τάξις και ασφάλεια. Μόνο ο Πατριάρχης κόντεψε να την πληρώσει, γιατί ο Πρωτοσεβαστός τα πήρε που ο Θεοδόσιος υποστήριζε τους στασιαστάς και τους δολοφόνους κι' όχι αυτόνε. Και κανόνιζε να τον καθαιρέσει. Μα τον προστάτεψε η Πορφυρογέννητη, έφυγε για λίγο ο Πατριάρχης Θεοδόσιος, κρύφτηκε σε μια μονή, κι' ήρθε πίσω αργότερα, πήγαν και τον πήραν μετά βαΐων και κλάδων, θυμιατίσματα, αρώματα, πλήθος κλήρου και λαού...
Και καλά όλα αυτά. Τόσο καιρό ο Ανδρόνικος τι έκανε; Άραγε καθόταν και τάξυνε στο Οιναίον του Πόντου; Όπου τον είχε στείλει εξορία ο ξάδερφός του στα χτήματα; Με τους γιούς του μπλεγμένους στην συνομωσία; Καλά κρασά που λέμε; Δεν νομίζω!
Διότι για να σώσει την γκλάβα της η Μαρία η Πορφυρογέννητη τον είχε ενημερώσει από νωρίς που δεν πάει άλλο με την κηδεμονία του Αλεξίου, κι' έπρεπε να έρθει αυτός να αναλάβει τα ηνία, γιατί ο Πρωτοσεβαστός και η πουτάνα η μητριά της την κυνηγάνε να την ξεκάνουν, και μετά θα τα δώσουν όλα στους αλάδωτους, και θα καταστρέψουν την Ρωμανία, και μας έχουν πετάξει στο περιθώριο, και τι θα γίνει μ' αυτό το χάλι. Και μάθαινε ο Ανδρόνικος τα ωραία που γίνονταν στην Αγιά Σοφιά, αλλά δεν βιαζόταν, παρά περίμενε να φτάσει η κατάσταση στο απροχώρητο. Κι' όταν ωριμάσανε οι συνθήκες ξεκουνήθηκε και πήρε τον δρόμο για Κωνσταντινούπολη. Κι' απ' όπου πέρναγε, τον υποδέχονταν ως σωτήρα, που θα γλύτωνε το ανήλικο και το δοβλέτι όλο. Και κλάμματα ο Ανδρόνικος για τα παθήματα του μικρού Αλεξίου, τι τράβαγε το κακόμοιρο με τέτοια μάνα τέρας και τον διαβολικό της εραστή. Και στείλανε κάποιον στρατηγό να τον σταματήσει, από αυτούς που είχαν μείνει πιστοί στην Μαρία την φράγκα, οι άλλοι αμφιταλαντεύανε, ήξεις αφίξεις. Να δουν που γέρνει η πλάστιγγα. Κι' αυτός έκανε επίτηδες να χάσει την μάχη. Από κάτι χωριάτες δηλαδή, που τους είχανε μαζέψει οι προσκείμενοι στον Ανδρόνικο. Και μόνο ο διοικητής Νικαίας αντιστάθηκε κανονικά, κι' άλλος ένας στην Θράκη, επειδή είναι σφετεριστής δηλαδή, ο Ανδρόνικος. Ο οποίος έφτασε με τα πολλά στην Χαλκηδόνα, απέναντι από την Κωνσταντινούπολη που είναι ένα μέρος. Κι' έστησε την τέντα του, κι' έβαλε κάτι παφλαγόνες μόρτες πού είχε μαζί του ν' ανάψουνε φωτιές τη νύχτα, να φαίνεται  δήθεν έχει στρατό μαζί του. Που είναι οι παφλαγόνες πόντιοι κι' αυτοί, λίγο πιο μέσα.
Και ζητωκράβγαζε όλος ο όχλος "έ-έ-έρχεται! έ-έ-έρχεται!" και "έξω οι λατήνοι, ρουθούνι δε θα μείνη!" και "Ανδρόνικε δόσε λήση!" Διότι έναν τέτοιο γαμιά σαν τον Ανδρόνικο ήθελε το πράμα, όλα να τα διορθώσει εδώ και τώρα, όλα να τα σιάξει αυτομάτως, όλα να γίνουν δια μαγείας, όλα κι' άλλα τόσα! Και ο Μανουήλ; Γιατί δεν τάφτιαξε όλα τόσα χρόνια, ο Μανουήλ; Ήταν μαλάκας, ο Μανουήλ; Αυτά δεν τα σκέφτηκαν.
Παραλλήλως γίνονταν οι πολιτικές ζυμώσεις παρασκηνιακώς, που λένε, να πάρει την κηδεμονία του μικρού ο Ανδρόνικος. Εκεί απάνω ο μέγας δούξ ο Κοντοστέφανος, ο οποίος έκανε το κορόιδο και δεν εκδηλωνόταν μέχρι τούδε, αυτομολεί και αποπλέει με τον στόλο και πάει στον Ανδρόνικο, στη Χαλκηδόνα. Κι' ακολούθησε κι' ο Στρατός στο κίνημα. Ο Πρωτοσεβαστός είχε μείνει παραχρήμα εντελώς ξεβράκωτος, κι' είχε μουδιάσει σα κουνέλι, τον πιάσανε οι Βάραγγοι, η αυτοκρατορική φρουρά να πούμε, καθάρματα, μισθοφόροι, κάτι θηρία νορμανδοί οι περισσότεροι, και τον φυλάγαν στο Παλάτιον. Και τον χώσαν φυλακή, και τον τρελάναν οι φύλακες στην αϋπνία, καψόνι νάχει τα μάτια του ανοιχτά βράδυ πρωΐ με το ζόρι. (Αυτός είχε κι' ένα χούι, κοιμόταν μόνο μέρα, την νύχτα κωλοβαρούσε, άσχετο αυτό.) Και μετά τον κάθησαν σ' ένα αλογάκι πολύ κοντό απάνω, και τον πήγαιναν βόλτα στην πόλη. Είχε κι' ένα καλάμι μπροστά με μία κουρελού, καλά και ντε βασιλικό φλάμπουρο. Και τον βάλαν σε μια βάρκα μέσα, και τον στείλαν του Ανδρονίκου. Ο οποίος Πρωτοσεβαστός ήταν αδελφός της προ τριακονταετίας ερωμένης του, λέμε, της Ευδοκίας. Κι' αυτός τούβγαλε τα μάτια.
Και στον όχλο που χαλάγανε τον κόσμο έστειλε τους παφλαγόνες, ο Ανδρόνικος, να βοηθήσουνε. Και πήγανε στις συνοικίες των λατίνων, στους γενοβέζους και τους πιζάνους, κι' ότι αντίσταση βρήκανε, την τσακίσανε. Κι' ύστερα άρχισε η σφαγή, και δεν χαριστήκανε ο όχλος ούτε γυναίκες, ούτε γέρους, ούτε παιδάκια, μέχρι και τους αρρώστους στα νοσοκομεία μπαίνανε και τους σκοτώνανε. Και ότι δεν κλέβανε, το καίγανε. Να βγάλουνε το άχτι τους. Γλύτωσαν μόνο όσοι ήταν ειδοποιημένοι, μπήκαν στα καράβια και φύγανε, και μερικοί που κρυφτήκανε σε φίλους. Και τον Αρχιεπίσκοπο τον καθολικό του κόψανε το κεφάλι, και το δέσανε στην ουρά ενός σκύλου να το σούρνει στον δρόμο. Και καθόταν ο Ανδρόνικος απέναντι στην Χαλκηδόνα, και έκανε κέφι με την χτηνωδία.
Και πήγε με τα πολλά και ο Πατριάρχης ο Θεοδόσιος με την ακολουθία του να διει τον Ανδρόνικο. Φοράει που λες ο Ανδρόνικος μια πουκαμίσα από μαλλί γιδίσιο ίσαμε τα γόνατα και ένα σκούφο γεωργιανό μ' ένα σταυρό όπως φοράνε οι καβάσηδες του πατριαρχείου, ντεμέκ ταπεινοφροσύνη και χριστοήθεια* να πούμε, και δούλος σας Παναγιώτατε, πάει και πέφτει  μπρούμυτα στα πόδια του αλόγου του Πατριάρχη, να με πατήσετε, δηλαδή ούτε καν με τα πόδια σας είμαι άξιος, με του αλόγου σας τα πέταλα, μέσα στις λάσπες, διότι το ήξερε το σπορ, ο Ανδρόνικος. Τον κοίταγε, λοιπόν, ο παπάς που κυλιόταν σαν το γουρούνι, διότι ο παπάς ήταν πολύ γάτα, σε λέει διπρόσωπος αυτός ο τζερεμές, τα ίδια τα καραγκιοζλίκια που έκαμνε με τον Μανουήλ να με τα κάνει κι' εμένα! Τι να τον πω τέτοιαν ώρα, αμά να μην τ' αφήσω να περάσει κι' έτσι.
-Καθώσπερ ήκουον, ούτως και είδον, είπε ο παπάς.
Κι' ούτε τι ήκουε του είπε του Ανδρόνικου, ούτε τι είδε.

  
Μέρος Δ.


"ἵνα τί κάλαμον συντετριμμένον προσεπικλᾶτε;"

Σαν σπασμένη καλαμιά. Στυλό, ακρυλικά και λαδοπαστέλ, 35Χ24 cm, 2016.

Μπήκε λοιπόν ο Ανδρόνικος στην Κωνσταντινούπολη. Και το  πρώτο πράμα που έκανε ήταν να επισκεφθεί τον τάφο του ξαδέρφου του, στην Μονή του Παντοκράτορος. Και πλάνταξε στον θρήνο και τον οδυρμό, και λέγανε διάφοροι "ω! του θαύματος, πως τον αγαπούσε τον συγγενή του, κι' ας τον κυνηγούσε, ο μακαρίτης," κι' άλλοι δικοί του τον τραβάγανε, λέγανε "άντε πάμε τώρα, αρκετά έκλαψες, μη πάθεις τίποτα και σε χάσουμε και σένα," κι' αυτός δεν τους άκουγε, και τους έλεγε να φύγουνε να τον αφήσουνε μόνο του στον τάφο να πει κάτι στον νεκρό. Και φύγανε. Κι' αυτός σήκωσε χέρια και μάτια στον ουρανό να προσευχηθεί, και μετά γύρισε και μίλαγε του τάφου. Και δεν ακουγόταν τι έλεγε.
Τίποτα μαγγανείες βαρβαρικές θα του λέει, του πεθαμένου, σκέφτηκαν οι παριστάμενοι. Κι' άλλοι λέγανε τον βρίζει τώρα ο Ανδρόνικος τον Μανουήλ, που "εδώ σ' έχω μέσα στον τάφο, διώχτη μου, που μ' 'εκανες να γυρίζω δυστυχισμένος σ' όλη τη γη όπου βλέπει ήλιος, με τον δικό σου φόβο μέσα μου. Και καλά, εσύ θα κάθεσαι μέσα στον τάφο σου τον εφτάτρουλλο, να περιμένεις την τελευταία σάλπιγγα. Αλλά εγώ το σόι σου θα το αφανίσω, να πλερώσουνε όσα κακά μούκανες, τώρα που μπήκα σ' αυτή την πόλη". Τελευταία σάλπιγγα εννούσε δηλαδή την δευτέρα παρουσία, ο Ανδρόνικος. Ο οποίος είχε σπρέχεν, να πούμε, άμα ήθελε ήταν και ποιητής, στο λακρεντί τις έριχνε τις κυρίες.
Κι' έβαλε τον Αλέξιο το ζαγάρι να παίζει, να πηγαίνει κυνήγι, να μην τον έχει στα πόδια του μέσα.
Ύστερα φρόντισε να ξεκάνει αυτούς που τον φέρανε στην εξουσία. Την Μαρία την Πορφυρογέννητη, δηλαδή. Είχε φτιάξει μία ομάδα παραστρατιωτική, ειδική γι' αυτές τις αποστολές. Επικεφαλή, Κωνσταντίνος Τρίψυχος, ταγματάρχης της φρουράς. Που λάδωσε η υπερεσία αυτή έναν ευνούχο του πατέρα της, του Μανουήλ, να την φαρμακώσει. Κι' όχι να πεθάνει αμέσως, αλλά αργότερα, οπότε να μην δημιουργηθούν υποψίες. Αλλά μερικές μέρες μετά, καπούτ η Μαρία, που λένε και στην μητρική της γλώσσα. Και μερικές μέρες πιο μετά, φινίτο κι' ο Ρενιέρης ο Μονφερρατικός, ο άντρας της ο πιεμοντέζος. Με την ίδια μέθοδο, εξυπακούεται.
Λοιπόν, αυτός ο Ανδρόνικος, πολύ μυστήριος άνθρωπος ήτανε. Ακόμη και  τώρα που έχει περάσει τόσος καιρός, δυσκολεύομαι να τον κατανοήσω πλήρως. Διότι συγχρόνως με τη βουρλισία και την παράνοια που τον έδερνε αλύπητα, είχε και καλές πλευρές. Ήθελε να φτιάξει το Κράτος, να πούμε, να καθαρίσει την κόπρο του Αυγείου. Πολέμησε την διαφθορά. Δεν θα πουλάμε κύριοι, τα αξιώματα. Τους φορατζήδες, θα τους διορίζω εγώ. Κι' όποιον πιάσω να φορολογεί πέραν του νομίμου και υπέρ της τζέπης του, θα χάνει, μύτη, αυτιά, χέρια, μάτια, αναλόγως. Θα βάλω τιμίους δικαστάς. Και θα κόψω τα προνόμια της αριστοκρατίας. Να δώσετε πίσω το χτήμα του φτωχού, ρε κερχανατζήδες. Όπως ήταν παλαιόθεν το ρωμαϊκόν εθιμικόν δίκαιον πριν το κάνετε μπουρδέλο με την απληστία σας. Διότι ο φτωχός, άμα υπερασπίζεται τη γη του, πολεμάει, ρε κορόιδα! Δε σε πουλάει σα τον μιστοφόρο τον κοπρίτη, ούτε κιοτεύει σα τον δουλοπάροικο, ο οποίος χέστηκε αν το αφεντικό του είναι τούρκος ή ρωμιός. Αντιλαβού;
Οπότε, για να εφαρμόσει το πρόγραμμά του ο Ανδρόνικος, έπρεπε να ελέγχει τον αυτοκράτορα, τον μικρό Αλέξιο. Ήγουν να τσακίσει τους αριστοκράτες γαιοκτήμονες, δηλαδή τους Κομνηνούς και τους συγγενείς τους, Δούκες, Αγγέλους, Καντακουζηνούς, Παλαιολόγους, μισή ντουζίνα φαμίλιες. Έφτιαξε λοιπόν ένα συμβούλιο το οποίον απεφάνθη πως η φράγκα τα είχε βρεί με τους ούγγρους να επιτεθούν στην αυτοκρατορία. Και την συλλάβανε, την χώσανε σ΄ένα κελλί, κοντά στην Χρυσή Πύλη. Κι' έβαλε μετά το νιάνιαρο τον Αλέξιο να υπογράψει το φιρμάνι για την εκτέλεση της μάνας του της ίδιας. Και διέταξε τον γιο του και τον γυναικάδελφό του να πάνε να εκτελέσουν την ποινή. Αλλά αυτοί είπανε εμείς δεν πάμε, ατιμία. Και κανείς από την ομήγυρη δεν είπε τίποτα να υποστηρίξει τον Ανδρόνικο. Οπότε ο Ανδρόνικος λύσσαξε, είχε βάλει το δάχτυλό του μέσα στα γένεια του και τάστριβε. Κι' έβαλε τον Τρίψυχο και κάτι άλλους να πάνε να την πνίξουν στη θάλασσα. Και αυτοί την πνίξανε. Και το πτώμα το θάψανε εκεί, στην αμμουδιά. Δεν ξέρουμε που.
Οπότε καταλάβανε οι άλλοι, αυτός το εννοεί να μην αφήσει ρουθούνι από το κομνηνέικο, κάτι να κάνουμε, κινδυνεύουμε. Και εκδηλώθηκε πραξικόπημα, ήτανε στο κόλπο κι' ο αρχιναύαρχος ο Κοντοστέφανος. Αλλά τους πρόλαβε, ο Ανδρόνικος, κι' άλλοι γίνανε μπουχός, κι' άλλους τους τσάκωσε. Μεταξύ αυτούς που τσάκωσε, ο αρχιναύαρχος. Που τούβγαλε τα μάτια, και σ' αυτόν και στους γιούς του.
Εν τω μεταξύ, βλέπανε οι γείτονες που μέσα η αυτοκρατορία έχει φαγούρα, οπότε είπαν, ούγγροι, τούρκοι, να επωφεληθούν. Και μούνταραν όλοι μαζί. Παίρνουν οι τούρκοι την Αττάλεια, Σωζόπολη και κάτι άλλα. Παίρνουν κι' οι ούγγροι το Βελιγράδι. Και συγχρόνως αρχινάνε νέο κίνημα οι ατίθασοι αριστοκράτες, Φιλαδέλφεια, Νίκαια, άστα να πάνε. Τα κατάφερε πάλι, ο Ανδρόνικος, τους διαίρεσε, επεκράτησε. Διότι σ' άλλους έδωσε αμνηστία, καθαρίσανε προσωρινώς. Αλλού η στάσις κατεπνίγη βιαίως, και παλούκωσε και καμπόσους στασιαστάς προς παραδειγματισμόν.
 Εκεί απάνω μαζεύει τους οπαδούς του, κι' αρχίσανε να λένε πως θα σταματήσει αυτό το φαινόμενο, η αποστασία των μεγαλοτσιφλικάδων. Να γίνει ο Ανδρόνικος συμβασιλεύς, να είναι η εξουσία μισή μισή με τον πιτσιρικά, να ησυχάσουν οι άρχοντες, να νομιμοποιηθεί κι' αυτός, που λένε. Να βρεθεί μια μέση λύση. Κι' αρχίσανε τα παπαγαλάκια "Αλεξίου και Ανδρονίκου αυτοκρατόρων και μεγάλων βασιλέων ρωμαίων Κομνηνών, εις πολλά έτη." Μαζεύτηκε κι' ο όχλος, άντε πάλι, χορεύανε, χοροπηδάγανε, ανάστα ο Κύριος.
Πάει λοιπόν ο Ανδρόνικος στο παλάτι τον Βλαχερνών που είχανε τον μικρό. Κοίταγε ο Αλέξιος, τι να πει, εντάξει, να γίνει συμβασιλεύς ο θείος Ανδρόνικος. Κι' έκανε ο Ανδρόνικος τον δύσκολο, πως δεν θέλει, και του βγάλαν το σκουφί το γεωργιανό, και του βάλαν το στέμμα.
Πήγανε μετά μπούγιο στην Αγιά Σοφιά. Φώναζε ο όχλος, "ο Αλέξιος ο νέος είναι ωραίος, αλλά ο Ανδρόνικος ο παλιός είναι αλλιώς." Καταφθάνει και ο Ανδρόνικος για την στέψη. Πάει να μεταλάβει, κι' αρχίζει το θέατρο, που εγώ ήθελα να βασιλεύσω μόνο για να προστατέψω αυτόν, κι' έδειχνε τον Αλέξιο.
Τέλειωσε λοιπόν και η στέψη. Γύρναγε λοιπόν στο Παλάτιον ο Ανδρόνικος, με την φρουρά, να πούμε, φοβόταν μη του στήσουνε καμιά ενέδρα. Εκεί λοιπόν κοντά στην Χαλκή Πύλη, που είναι και το εκκλησάκι του Σωτήρος, ενώ βάδιζε αργά με πάσα αυτοκρατορική μεγαλοπρέπεια, άρχισε να τρέχει στα καλά του καθουμένου. Κι' άρχισαν να γελάνε κάτι αντιδραστικοί, που δεν βάσταγε λέει να σηκώνει το σκήπτρο και τη σφαίρα, και πως "την βράκα αυτού το γερόντιον έχεσε."
Μετά από λίγες μέρες έκανε ένα τσιμπούσι επί τη αναρρήσει, που λένε. Το τσιμπούσι το ονόμαζαν οι βυζαντινοί χαμαιτζίκιον. Και αρχίζουν οι βαλτοί και οι κόλακες, "εις κοίρανος, εις βασιλεύς," που είναι από την Ιλιάδα αυτό, τάχα μου ξέρουν και αρχαία ελληνικά, τα λαμόγια. Που θα πει ένας είναι ο βασιλιάς, δηλαδή να τον ξεκάνει τον Αλέξιο. Οπότε έβαλε εκείνη την συμμορία των παρακρατικών, και το πνίξανε το παιδάκι με μία χορδή τόξου. Και πήγανε το πτώμα του Ανδρόνικου, και το άρχισε αυτός στις κλωτσές. Και του κόψαν το κεφαλάκι, και το θάψανε δεν ξέρω γω που, σε κάτι ερημιές. Και το κορμί του το ντύσανε μολύβι και το ρίξαν στη θάλασσα.
Αστεία αστεία, είχε αρχίσει να σαλτάρει, ο Ανδρόνικος. Ξέφυγε εντελώς. ΄Εβλεπε παντού εχθρούς, πως του σκάβουν όλοι τον λάκκο. Και δικαίως, διότι αλήθεια ήταν. Αλλά όχι πάντα, συχνά κατηγορούσε ανθρώπους αδίκως. Σκότωνε, φυλάκωνε, τύφλωνε στα τυφλά, έκοβε μύτες, αυτιά, χέρια και με την παραμικρή ένδειξη ενοχής. Είχε πάθει μία παράνοια, που εγώ τον καταλαβαίνω, αλλά δεν είναι και φυσιολογικό. Και εδημιουργήθη, να πούμε, πολύ κακή ατμόσφαιρα, κάρφωνε ο ένας τον άλλον, πατέρας τον γιό, αδερφός τον αδερφό, φίλος τον φίλο, οπότε βρίσκανε και οι δύο τον διάολό τους, και φταίς και δε φταις, κεφτές. Κανένας δεν ήταν σίγουρος για την κεφάλα του, ούτε καν οι φτωχοί που τον υποστηρίζανε στην αρχή. Το κλίμα μετεστράφη σιγά σιγά. Απομόνωσις από παντού, ο Ανδρόνικος. Άνευ πολιτικού ερείσματος, που λένε.
Αλλά ο Ανδρόνικος χαμπάρι, είχε αποτρελλαθεί. Μωραίνει ο Κύριος. Πήγε και παντρεύτηκε την χήρα του Αλέξιου, την Αγνή της Γαλλίας, την είχαν βαφτίσει και ορθόδοξη, Άννα, το κοριτσάκι ήταν δώδεκα χρονώ. Κι' αυτός ο κωλόγερος, τα εβδομήντα πλησίαζε. Ο πατέρας της, ο Λουδοβίκος στην Γαλλία, άμα τόμαθε έπνεε τα μένεα. Αλλά δεν είναι βέβαιον πως το πείραξε το κορίτσι, ο Ανδρόνικος, μπορεί να την παντρεύτηκε προκειμένου να εξασφαλίσει τα ερείσματα, να πούμε, με τον βασιλέα της Γαλλίας, τον μπαμπά της. Αλλά δεν αποκλείεται και να το πείραξε, ο μουρντάρης το ραμολιμέντο. Αυτό λέει ο κυρ Νικήτας. Αλλά που ξέρει κι' αυτός, εξ ακοής, που λένε. Τι; μπροστά ήτανε;
Εντωμεταξύ, οι νορμανδοί της Σικελίας κάναν κι' αυτοί εισβολή, και καταλαμβάνουν το Δυρράχιο. Που δεν θα το καταλαμβάναν έτσι εύκολα, αλλά ο διοικητής ήταν με το κόμμα των αρχόντων, οπότε το έδωσε επίτηδες. Και μπήκανε στην Μακεδονία, και πήρανε και την Θεσσαλονίκη. Όπου ακολούθησε όργιο αίματος και πλιατσικολογία άνευ προηγουμένου. Φτάσανε μετά μέχρι διακόσα χιλιόμετρα από την Κωνσταντινούπολη. Και τι αυτοκράτορας είναι, σου λέει ο όχλος, να μην μπορεί να πετάξει έξω τους νορμανδούς, θα ρθουν εδώ, θα μας φάνε ζωντανούς, οι κερατάδες.
Η θέσις του Ανδρόνικου ήτο πλέον δεινοτάτη. Κράταγε την εξουσία διότι κανείς δεν κόταγε να κάνει το πρώτο βήμα, φου να κάνει να τον ρίξει. Οπότε ήταν ένας Ισαάκιος Άγγελος, ήταν και συγγενείς αυτοί με τους Κομνηνούς, το ξανάπαμε. Τώρα, ο Ανδρόνικος ήταν και προληπτικός. Και του είπε του Ανδρόνικου μία μάγισσα πως θα γίνει αυτοκράτορας ένας που το όνομά του αρχίζει από Ισ-. Και νόμιζε πως είναι αυτός καλά και σώνει, κι' έστειλε να τον συλλάβουν, με επικεφαλή κάποιον Αγιοχριστοφορίτης Στέφανος. Που ο κόσμος τον έλεγε κρυφά Αντιχριστοφορίτη. Οπότε ο Ισαάκιος λέει χαμένος για χαμένος είμαι, τραβάει τη σπάθα, του παίζει μία στην κεφαλή, τετέλεσται του επικεφαλή, τα χάνουν οι άλλοι, καβαλάει ένα μουλάρι ο Ισαάκιος, έτρεχε με το ματωμένο σπαθί κι' έλεγε το και το, καθάρισα τον Αγιοχριστοφορίτη. Φτάνει στην Αγιά Σοφιά, άσυλο να πούμε, ω! κακό που με βρήκε, εν αμύνη ήμουνα, τράβαγε τα γένια του, έσκιζε τα ρούχα του, τι ρούχα δηλαδή, ημίγυμνος τόσκασε, μαζεύεται κι' ο όχλος, οι αγαναχτισμένοι. Κι' έγινε ο Ισαάκιος αρχηγός της εξεγέρσεως. Και την άλλη μέρα το πρωί, τον στέψαν και αυτοκράτορα. Αυτοκράτορας από μία μαλακία.
Έλειπε ο Ανδρόνικος, ήταν απέναντι στην ασιατική ακτή, μέχρι να μάθει τα καθέκαστα, να γυρίσει, γινόταν το έλα να δεις, εκτός ελέγχου όλα, μπουρδέλο, είχαν ανοίξει και τις φυλακές, όλοι εκείνοι που τους είχε βάλει μέσα ο Ανδρόνικος για ψύλλου πήδημα, είχαν πάρει τους δρόμους και φωνάζανε. Μπήκανε ο όχλος και στο Παλάτιον, βρήκανε εκατόν εβδομήντα χιλιάδας χρυσά, διότι αι φορολογικαί μεταρρυθμίσεις του Ανδρόνικου είχαν αποδώσει εν τω μεταξύ, τα κάνανε μούχτι. Διέταξε ο Ανδρόνικος να βγουν η φρουρά να καθαρίσουν, δεν υπακούανε αυτοί. Κατάλαβε. Πετάει τις πορφύρες, τα τσαγγία, τα στέμματα, παίρνει την  σύζυγο την ανήλικη και μια γκόμενα που είχε, την Μαραπτική ελέγετο, και φεύγουν. Φτάνουν σ' ένα μέρος στην μπούκα του Ευξείνου, να πούμε, στη Βιθυνία, ονόματι Χηλή. Τώρα είναι θέρετρο. Δεν τους αναγνωρίσανε εκεί, διότι δεν φόραγε τα τσαγγία ο Ανδρόνικος, φόραγε πολιτικά. Και είχαν έτοιμο πλοίο να περάσουν απέναντι, στην Κριμαία. Αλλά σηκώθηκε κατά κακήν τους τύχη καιρός. Ξεκίναγε το πλοίο, και το κύμα το πέταγε πίσω στη στεριά. Και δεν μπορούσε να αποπλεύσει. Οπότε τους προλάβανε και τους γραπώσανε. 
Οπότε πιάνει ο Ανδρόνικος το όργανο, το κουρδίζει, κι' αρχίζει έναν αμανέ πολύ παθητικό και θρηνητικό, να ραΐσουν οι πέτρες, να πούμε, που γύρναγε ανέστιος και πλάνης μέσα σ' όλη την Ανατολή, και την έβγαζε δερβίσικα. Και τώρα να που κατάντησε, ο φουκαριάρης. Και τον σιγοντάρανε στο τραγούδι και οι δύο γυναίκες, η σύζυγος και η γκόμενα. Αλλά οι έγκριτοι οι μουσικολόγοι, οι οποίοι ερευνούν τας πηγάς του ρεμπέτικου και του δημώδους, τα ξέρουν αυτά; Επιτρέψτε μου να έχω τις αμφιβολίες μου.
Μ' αυτά και με κείνα, τον πάνε σε μία φυλακή, του Ανεμά την λένε, στις Βλαχέρνες. Και του βάζουνε αλυσίδες από αυτές που δέναν τα λιοντάρια στον Ιππόδρομο, σβέρκο και πόδια. Και τον παρουσιάζουνε περιποιημένο στον Ισαάκιο. Να πάρουνε το τσάι παρέα. Και τον λούζει αυτός με βρισιές, του δίνει κατραπακιές, του βαράει τα κωλομέρια, του σπάει τα δόντια, του ξεριζώνει τα γένια, τον κουρεύουνε γουλί, μπαίγνιo γίνεται σ' όλους τους παρισταμένους, τον χλευάζουν και τον μπουνίζουνε στη μούρη ακόμα και οι γυναίκες, που εκτέλεσε τους άντρες τους ή τους στράβωσε. Κι' ύστερα του κόβουνε το χέρι μ' έναν πέλεκυ, και τον πετάνε σ' ένα κελί, νηστικό και διψασμένο.
Ύστερα από μερικές μέρες του βγάζουνε και το μάτι, και τον καθίζουνε γυμνό σε μία ψωρογκαμήλα, μονάχα μ' ένα κουρέλι στα αποτέτοια. Και τον γυρνάγανε στην αγορά. Και οι πιο άθλιοι του όχλου, οι βυρσοδέψες και οι αλλαντοπώλες, κι' οι μπεκρήδες από τα καπηλειά που ζούνε με τα αποφάγια, μαζεύτηκαν όλοι σαν τις μύγες, κι' αυτόν που φόραγε το βασιλικό διάδημα πριν λίγο καιρό, και τον υμνούσαν για σωτήρα και τον προσκύναγαν, δεν υπήρχε κάτι κακό και βρωμερό που δεν του το κάνανε. Τι τον περιλούσανε με σκατά, και ανθρωπινά και βοδίσια, τι του χώναν κοπριές στην μύτη, τι του βρίζανε την μάνα και τον πατέρα, τι του τρυπάγαν τα πλευρά. Και μια πουτάνα του ζεμάτισε τα μάγουλα με καυτό νερό. Και τον πήγανε έτσι στον Ιππόδρομο, και τον κατέβασαν από την γκαμήλα. Κι' είχε δύο χάλκινους κίονες εκεί, έναν που παρίστανε έναν λύκο και έναν που είχε μία ύαινα. Και τον κρεμάσαν από τα πόδια. Και του βγάλαν το κουρέλι να δείχνει τ' αποτέτοια του στο πλήθος, και να τα γαργαλάνε οι πιο παιχνιδιάρηδες. Και του βάλαν ένα σπαθί στο λαρύγγι μέσα. Και παίζανε με τα ξίφη απάνω του, ποιό κόψιμο θα είναι πιο αριστοτεχνικό. Κι' εκείνος έλεγε "Κύριε ελέησον," και "ἵνα τί κάλαμον συντετριμμένον προσεπικλᾶτε;" 
Ένα σπασμένο καλάμι ήταν ο Ανδρόνικος, και το ξανασπάγανε ξανά και ξανά. Αλλά κι' ο όχλος που τον βασανίζανε, ένα σπασμένο καλάμι ήταν. Κι' η αυτοκρατορία όλη, μια τσακισμένη καλαμιά. Το Βυζάντιο επέστρεψε στην διαφθορά, την κακοδιοίκηση και την αδικία δια παντός. Στην κτηνωδία και τα όμορφα πολιτικά του ήθη. Τον Ισαάκιο Άγγελο τον τύφλωσε ο αδελφός του, ο Αλέξιος ο Τρίτος Άγγελος, και του πήρε τον θρόνο. Όταν αποβιβάστηκαν οι βενετσάνοι στην Πόλη, ο Αλέξιος ο Τρίτος τόσκασε να γλυτώσει. Έγινε αυτοκράτορας ο Αλέξιος ο Τέταρτος Άγγελος, γιός του Ισαάκιου Αγγέλου. Τον Αλέξιο τον Τέταρτο και τον Ισαάκιο τους σκότωσε ο Αλέξιος ο Πέμπτος Δούκας, ο λεγόμενος Μούρτζουφλος. Τον οποίον τύφλωσε ο πεθερός του, που δεν ήταν άλλος από τον Αλέξιο τον Τρίτο Άγγελο. Ο Μούρτζουφλος ήταν ο τελευταίος αυτοκράτορας πριν την Άλωση της Κωνσταντινούπολης από τους Σταυροφόρους.
Τον Ανδρόνικο τον λυπήθηκε ένας ιταλός μισθοφόρος. Και τον αποτέλειωσε με μια σπαθιά.
ΤΕΛΟΣ