Κυριακή, 23 Ιουλίου 2017

Ο Πίθηκος

Ο Πίθηκος, δεξιά.

Ο Κλέαρχος αγόρασε έναν Πίθηκο, όχι πολύ μεγάλο, κανα γορίλλα ξερωγώ. Απόνα ναυτικό, κινέζο.
Δεν τον έβγαλε όνομα. Μάλλον τον έβγαλε, Τσίκο, αλλά ο Τσίκος δεν άκουγε, αγρόν ηγόραζε. Οπότε όλοι τον λέγαν Πίθηκο. Ο Πίθηκος.
Αυτός ο Πίθηκος ήταν και μοβόρος και μουρντάρης. Άμα πλησίαζε γυναίκα, την έπιανε με τόνα χέρι από το δάχτυλο, και με το άλλο ψωλοκοπανιόταν. Αλλά άμα πλησίαζε άντρας, του την έχωνε. Είχε κάτι κυνόδοντες η Παναγία να σε φυλάει, κι' ήταν και αστραπιαίος, πολύ καλά ρεφλέξ. Γι' αυτό ο Κλέαρχος τον είχε με μια αλυσίδα τρία μέτρα τέσσερα, ή στο κλουβί, να μην πλησιάζουνε.
Για να πάει βόλτα, ο Κλέαρχος είχε βρει ένα κόλπο. Έδενε την αλυσίδα στη Φλούφλα, τη σκύλα. Και τους αμόλαγε κια τους δύο στο βουνό. Φώναζε μετά τη Φλούφλα, ή γύρναγε αυτή να φάει, πείναγε, ερχόταν και ο Πίθηκος παρέα.
Να μην μακρηγορώ, τόσκασε μια φορά ο Πίθηκος, πήγε στη Μονή της αγίας Βαρβάρας και την έκανε Μουνή. Κυνήγαγε τις καλόγριες να τις φάι, τάσπασε όλα μέσα στον Ιερό Ναό, τον πολυέλαιο, πάει η αστυνομία, η πυροσβεστική ξερωγώ, αδύνατον να τον πιάσουνε. Ειδοποιάνε με τα πολλά τον Κλέαρχο, ήτανε στου Γιατρού, τρώγανε αρνί, ήταν Πάσχα. Πάει ο Κλέαρχος, τον μαζεύει. Αλλά τους πήγανε αφτόφορο, και ο Κλέαρχος και ο Πίθηκος. Είχε μια σαγγελέα Γιαταγάνα, το αφτόφορο, τον αλλοιθώρισε, τον Κλέαρχο. Το μαθαίνει η μάνα του, "δεν μου τόλεγες παιδάκι μου, να μεσολαβήσω" του λέει, γιατί ήταν κολλητή με τη Γιαταγάνα. Αλλά που να το ξέρει κι' ο Κλέαρχος που ήταν κολλητές, τράβαγε τα μαλλιά του κατόπιν εορτής.
Τέλος πάντων, είδε κι' απόειδε, τον έδωσε τον Πίθηκο. Στην Αίγινα, είχανε ένα θηριοτροφείο. Και ορθώς έπραξε, διότι ο Πίθηκος τόσκασε κι' από κει κι' έφαγε ένα παιδάκι. Αλλά ο Κλέαρχος ήταν νίψων τας χείρας του, Πόντιος Πιλάτος, δεν έφερε κάποια ευθύνη εφόσον τον είχε δώσει σε άλλο νησί.
Έχει κι' άλλες πολλές ιστορίες ο Πίθηκος. Ήτανε μια φορά μετά την πρωτοχρονιά, και ψήναμε παιδάκια έξω στη βεράντα, και πίναμε ούζο, ψόφος εντωμεταξύ. Τι τούρθε του Κλέαρχου, και τούδωνε ούζο, του Πιθήκου, μερακλώθηκε αυτός, πήδαγε πάνω-κάτω, πάνω-κάτω, μέσα στο κλουβί. Μέθυσε ήγουν, σκνίπα. Άρχισε μετά να παίρνει κλίση, αλλά συνέχιζε τα πάνω-κάτω, που στο τέλος σαβουριάστηκε κάτω, κι' εμείς σκάσαμε στα γέλια. Αλλά τότε δεν είχε φιλοζωικές, να μας ευαισθητοποιήσουνε, γιατί τέτοια ζώα είμαστε.

...ψήναμε παιδάκια έξω στη βεράντα, και πίναμε ούζο, ψόφος εντωμεταξύ.

Μιαν άλλη φορά τσακωθήκανε, ο Πίθηκος κι' ο Κλέαρχος. Εντωμεταξύ είχε μεγάλη μνησικακία μέσα του ο Πίθηκος, το κράταγε μανιάτικο του Κλέαρχου. Κι' ας του ξηγήθηκε ο Κλέαρχος ίσος προς ίσον, τον είχε αμολητό μέσα στο σπίτι. Και ήρθε η ώρα να κατέβει στο μαγαζί, ο Κλέαρχος. Είχε φτιάξει μία καρμπονάρα μέσα στην κατσαρόλα, και είπε να κάνει ένα ντους, να ντυθεί, να σιαστεί, να κάτσει να φάει, να κατέβει μετά. Οπότε βγαίνει από το ντους, τι να δει! Ο Πίθηκος είχε φάει το ένα τρίτο της καρμπονάρας. Το άλλο ένα τρίτο, το είχε πετάξει στους τοίχους και το ταβάνι, και είχε κολλήσει κειπέρα, η καρμπονάρα. Και το άλλο ένα τρίτο που ήταν στην κατσαρόλα, το έχεσε. Ε, μετά απ' αυτό ξανατσακωθήκανε, όπως ήταν φυσικό. Της κακομοίρας έγινε. Οι φίλοι μας τα ζώα, σου λέει! Πολύ καλά έκανε και τον έδωσε.
Μία λεπτομέρεια που ξέχασα να σας πω είναι που αυτός ο Πίθηκος τα αποτέτοια του ήτανε χρώμα γαλανό με ιριδισμούς. Κι' απέναντι ήταν ο Προφήτης Ηλίας, στο Πισκοπιό, που είχε δύο τρούλλους,  ίδιο χρώμα. Χωρίς ιριδισμούς, αλλά αυτό ήταν μία λεπτομέρεια. Οπότε η Ελενίτσα το παρετήρησε αυτό το φαινόμενο, και λέει "ρε  σεις, τα αρχίδια του Πιθήκου είναι ίδιο χρώμα με τους τρούλλους!" Και είχε απόλυτο δίκιο, το παρετήρησα κι' εγώ αργότερα, διότι εκείνη τη στιγμή δεν πολυκαταλάβαινα, τι πίναμε μη τα ρωτάς, ήμουν πασαλειμμένος με κάτι μπογιές αποκριάτικες ληγμένες του Κλέαρχου, δεν θυμάμαι πως συνέβη αυτό.
...δεν θυμάμαι πως συνέβη αυτό.
Τέλος πάντων, έστειλα μέσετζερ του Κλέαρχου να μου στείλει καμία φωτογραφία του Πιθήκου αν έχει, κι' εμένα με τις μπογιές, και που πίνουμε ούζα, και μούστειλε. Μούστειλε και μια άλλη, με την κοπέλλα που φτιάχνει το παπούτσι της. Και του ξαναστέλνω και του λέω Ερμούπολη είναι αυτή; Διότι οι τυχοποιίες παραπέμπουν Ερμούπολη. Και μου ξαναστέλνει αυτός και μου λέει, όχι ρε μαλάκα, αν ήταν θα μιλάγαμε για τη μαϊμού;

Αυτά με τη μαϊμού.

Διότι οι τυχοποιίες παραπέμπουν Ερμούπολη.