Πέμπτη, 22 Δεκεμβρίου 2016

Το Χρονικό του Δεκέμβρη Ε' (23-26 Δεκεμβρίου.)

Σάββατο, 23 Δεκεμβρίου 1944. Στο Γκάζι, στου Ψυρρή, και στο Μεταξουργείο...

Στο Γκάζι, αλεξιπτωτιστές.

Από το Θησείο οι άγγλοι επιτέθηκαν μέσα στα στενά του Ψυρρή. Πέρασαν την Πειραιώς και μπήκαν στο Μεταξουργείο, μέχρι την οδό Μυλλέρου. Και συγχρόνως επιτέθηκαν στο Γκάζι, που ο ΕΛΑΣ είχε οχυρώσει το εργοστάσιο αεριόφωτος. Ο κακός χαμός. Ήταν πολύ άνισες, όλες εκείνες τις μάχες.  Ο ΕΛΑΣ μπορεί νάχανε και εκατό μαχητές, κι' οι εγγλέζοι την ίδια ώρα καμιά δεκαριά. Έπεσε το Γκάζι, κι΄έφτασαν στην Ιερά Οδό, οι αλεξιπτωτισταί, εκείνη τη μέρα.
Το σχέδιο της ανατίναξης της Μεγάλης Βρετανίας το δώσανε σε μία ομάδα επτά ανδρών του λόχου μηχανικού της ΙΙ Μεραρχίας Αττικοβοιωτίας, μαζί με τον καπετάνιο τους, έναν πολιτικό μηχανικό του μικρού πολυτεχνείου, τον διοικητή τους και τον διμοιρίτη τους. Μαζί πήγε και ένα τμήμα του λόχου δυναμιτιστών του ΕΛΑΣ Ολύμπου. Βόηθησε και η αχτίδα του ΚΚΕ Μεταξουργείου, που ήξερε τα κατατόπια. Μαζέψανε και καμιά εκατοστή, εκατονπενήντα εθελοντές από τον ΕΛΑΣ Μεταξουργείου, και καναδυό από τον Λόχο Μπάιρον, θέλανε χέρια να κουβαλήσουνε έναν τόνο δυναμίτη στον υπόνομο. Μαζί με το καλώδιο πυροδοτήσεως, φανάρια, σκάλες, κέρατα, σέα, μέα.
Βρήκανε ένα βολικό φρεάτιο, στο Μεταξουργείο. Τότε το Μεταξουργείο ήταν χαμηλή περιοχή, μονόροφα, άντε δίπατα, όχι όπως τώρα με τις πολυκατοικίες. Οπότε λίγο ψηλά νάσουνα, στο Αστεροσκοπείο, στην Ακρόπολη, με τα κιάλια τάβλεπες όλα πιάτο. Τους είδανε λοιπόν που πηγαινοέρχονταν γύρω απ' το φρεάτιο, τους βάλανε σημάδι με τους όλμους. Έσκασε ένας κοντά, πήραν τα θραύσματα έναν της αχτίδας Μεταξουργείου, πάει καλιά του.
Αποφάσισαν να βρούνε άλλο φρεάτιο να μπουν, πήγαν πάρα πέρα, στη Λένορμαν, εφτακόσια πες μέτρα μακριά.

Φωτό, του Ντμίτρι.
Πηγές

Χαραλαμπίδης, σελ. 216-218 (Για την ανατίναξη, σασπένς.)


Κυριακή, 24 Δεκεμβρίου 1944. Τι μαγεία, τι μαγεία, στη Μεγάλη Βρετανία, υπονόμοι και αηδία. Και η Γέφυρα του ποταμού Κβάη.

Αυτοσχέδιο μπαρ στην Μεγάλη Βρετανία, στα Δεκεμβριανά. Του Ντμίτρι Κέσσελ.
Να κουβαλήσουνε χίλια κιλά εκρηκτικό μέσα από τους υπονόμους χωρίς να το βρέξουνε, δεν ήταν παίξε γέλασε. Πρώτα απ' όλα, η μπόχα ήταν απερίγραπτη, η Αθήνα δεν είχε ακόμα χωριστά δίκτυα ομβρίων και λυμάτων. Είχε και κάτι ποντίκαρους θρεμμένους σαν γάτες της Αγκύρας. Δεν ήταν μία ευθύγραμμη πορεία. Είχαν μαζί τους βέλη και τα βάζανε στις διασταυρώσεις για να βρούνε τον δρόμο να γυρίσουνε. Μπροστά πήγαιναν οι δυναμιτιστές με τους χάρτες, είχε πολλές διασταυρώσεις ο υπόνομος. Κι' αλλού ανέβαινε, κι' αλλού κατέβαινε, είχαν σκάλες μαζί τους για να ανεβοκατεβαίνουν. Κι' αλλού ήταν φαρδύς, κι' ήταν τα βοθρολύματα μέχρι το γόνατο. Κι' αλλού στένευε, και φτάνανε μέχρι τον λαιμό. Νάπιανε καμιά μπόρα, θα πνίγονταν όλοι στα περιττώματα. Κι' αλλού σέρνονταν με την κοιλιά μέσα εκεί για να περάσουν. Κι' όταν περνάγαν από κάτω από φρεάτιο, βάζαν κουρελούδες, μην δουν από πάνω το φως από τα κλεφτοφάναρα, τις λάμπες, τα κεριά.
Ήταν κι' ο Μανώλης Γλέζος, σ' εκείνη την αποστολή. Κουβάλαγε ένα ρολό καλώδιο. Σκέψου, δηλαδή. Νάχεις κατεβάσει την σβάστικα από την Ακρόπολη, να μην ρυπαίνει τον ατλαζένιο ουρανό της Αττικής. Και να σέρνεσαι τώρα, με την Απελευθέρωση, μέσα σ' εκείνον τον υπόγειο κοπροπόταμο.
 Κάναν πλάκα, ωστόσο. Για να αντέξουνε. Δύο τρεις λιποθύμησαν από τις αναθυμιάσεις. Τους συνεφέρανε.
Προχώραγαν αργά. Λόγω του φορτίου και του δυσβάτου του εδάφους, αλλά και λόγω που οι δυναμιτισταί σταμάταγαν συχνά πυκνά να βρούνε τον δρόμο, θα μπερδεύονταν κιόλας, κάναν και μερικά μπρος πίσω, φαντάζομαι.
Φτάσανε με τα πολλά. Ξεφόρτωναν ένας ένας το φορτίο του και παίρναν τον δρόμο προς τα πίσω. Στο τέλος μείναν οι ειδικοί, να συνδέσουν τον μηχανισμό και τα καλώδια. Τον τελικό έλεγχο τον έκαναν τέσσερις ελασίτες του μηχανικού, που κάτεχαν την θορυβώδη εκείνη τέχνη. Κι' ήταν κι' ένας του ΚΚΕ Μεταξουργείου κολαούζος. Κατ' εντολή του γραμματέως της αχτίδας, δηλαδή. Για να πει η αχτίδα ΚΚΕ Μεταξουργείου πως είχε την καθοδήγηση της επιχειρήσεως. Κατ' εντολή της Κομματικής Οργάνωσης Αθήνας του ΚΚΕ και του γραμματέα της, του Βασίλη Μπαρτζιώτα. Που το ΚΚΕ ήταν πάντα μπροστάρης των αγώνων του Λαού μας, και που αλύγιστο έδειχνε τον δρόμο, χωρίς αμφιταλαντεύσεις και οπισθοχωρήσεις, μέσα από την θεωρία και την πρακτική των Μαρξ/Λένιν/Στάλιν, για τον θρίαμβο του Κουμουνισμού, και τα ρέστα.
Βγήκαν έξω, μετά από δώδεκα, δεκάξι ώρες. Ανάσαναν σαν νεογέννητα, αυτή είναι η μόνη αλήθεια. Ξημέρωνε. Βάλαν μπρος την γεννήτρια να δουλεύει.
Και περιμέναν όλοι αυτοί οι σύσκατοι ήρωες να σειστεί η Αθήνα. Και νάρθει κάτω ένας αχταρμάς, πέτρες, τούβλα, άνθρωποι, έπιπλα, μπανιέρες, καμπινέδες, κρεβάτια, σουπιέρες πορσελάνινες, ασημένια σερβίτσια, λινά τραπεζομάντηλα, κομμένα τηλέφωνα, κομψά αμπαζούρ, το Σύμπαν ολόκληρο. Κι' οι ξεσπιτωμένοι  καθωσπρέπει από το Παλαιό Ψυχικό και την Φιλοθέη, και τα γυναικόπαιδά τους, και οι δοσίλογοι, και ο Παπανδρέου, και συμπούρμπουλη η κυβέρνηση Εθνικής Ενότητος, και οι σκάρτοι πολιτικοί, οι βασιλόφρονες, οι βενιζελικοί, οι δενξερωγωποιοσάλλος, και ο Σκόμπη, και οι καραβανάδες της Αλβιώνος που πίνανε στο μπαρ και γελάγανε με το χάλι μας, και ο Λήπερ, και οι δημοσιογράφοι που είχαν στείλει την φωνή του ΕΑΜ σ' όλη την Οικουμένη, με λίγη τύχη κι' ο αμερικανός πρεσβυς Μακβή, κι' ο σύντροφος Ποπώφ με τους άλλους μεγαλοσυντρόφους της σοβιετικής αποστολής, που κοιμόνταν συχνά στη Μεγάλη Βρετανία. Και ο Ντμίτρι και τα φιλμάκια του. Γαία πυρί μιχθήτω!
Και περιμένω κι' εγώ μαζί τους. Κι' εσείς. Και σκέφτηκα ένα παλιό έργο, τη Γέφυρα του ποταμού Κβάη. Που είναι ένας άγγλος συνταγματάρχης, που τον πιάσαν αιχμάλωτο οι γιαπωνέζοι, και τον βάλαν να φτιάξει μία γέφυρα στη ζούγκλα. Κι' αυτός, για να αποδείξει στον γιαπωνέζο την δύναμη της θέλησης των εγγλέζων, βάζει τους αιχμαλώτους και την φτιάχνουν την γέφυρα μερακλαντάν. Χωρίς να συνειδητοποιεί ο μαλάκας πως έτσι προσχωρεί στον εχθρό, και προδίνει την σημαία του, την πατρίδα του, την ιδέα του, την ζωή του την ίδια. Κάνει την δουλειά του δεσμώτη του, και συγχρόνως είναι πεπεισμένος πως ανθίσταται. Κι' εκείνη η γέφυρα, η τόσο βολική στρατηγικώς για τον εχθρό, είναι παραδόξως γέννημα και θρέμμα της δικής του ηθικής αντίστασης. Γι' αυτό και όταν έρχονται οι σαμποτέρ να την τινάξουν, προσπαθεί να τους εμποδίσει. Κι' είναι όλα πολύ μπερδεμένα. Εξουδετερώνονται τελικώς από τους ιάπωνες, οι σαμποτέρ. Αλλά και ο συνταγματάρχης συνέρχεται, και μονολογεί τι έκανα! Και πεθαίνοντας πέφτει πάνω στον εκπυρσοκροτητή, και γίνεται η γέφυρα που έφτιαξε και πρόδωσε κολυμπηθρόξυλα. Και μαζί το τραίνο με τα γιαπωνέζικα στρατά και τις σημαίες, πάει για μπάνιο στο ποτάμι. Κι' ένας άλλος αιχμάλωτος τα βλέπει όλα αυτά, και κουνάει το κεφάλι του και λέει: τρέλα! τρέλα!
Και το θυμήθηκα αυτό τώρα, διότι μία τέτοια σύγχιση επικρατούσε και στην περίπτωση της Μεγάλης Βρετανίας, και είμαστε μπερδεμένοι και αμήχανοι πάνε τρεις γενιές αν έπρεπε να γίνει ή να μην γίνει εκείνη η έκρηξη. Ποιόν βόλευε η ανατίναξη της Μεγάλης Βρετανίας; Πως σκόπευε να την αξιοποιήσει, πολιτικά ή στρατιωτικά, το ΕΑΜ; Ποιός θα ήταν ο αντίκτυπος διεθνώς; Δεν υπήρχε κανένας υψηλά ιστάμενος, από το κόμμα, από το ΕΑΜ, δεν ξέρω, ένας από αυτούς που είχαν στείλει όλα αυτά τα παλληκάρια μέσα στο βόθρο να βάλουν ένα τόνο δυναμίτη στο κέντρο της πρωτευούσης, ο Σιάντος, ο Μπαρτζιώτας, ο Ιωαννίδης, ας πούμε, έστω ο Νέστορας, ένας τέλος πάντων που να τάχει όλα αυτά σε μια σειρά, να ξέρει τι κάνουμε, τι επιδιώκουμε, και τι συνέπειες τέλος πάντων θα έχει όλο αυτό. Ένας που να πει το πυρ ή να μην το πει, και να ξέρει το γιατί.
Την δεδομένη στιγμή, αυτή την ευθύνη την είχαν επωμιστεί τα εικοσπεντάχρονα. Τα αρχηγάρια και τα καπετανάκια των δολιοφθορέων.  
Ήταν λοιπόν ο Ακούραστος, ο καπετάνιος των δυναμιτιστών ΕΛΑΣ Ολύμπου, κι' είχαν βάλει μπρος την γεννήτρια να δουλεύει, και ήταν έτοιμος με τον διακόπτη να δώσει ρεύμα στον δυναμίτη, αλλά εκείνη τη στιγμή τους φώτισε τους δύο ελασίτες διοικητές, ο Χολέβας, των δυναμιτιστών Ολύμπου και ο Φράγκου του Μηχανικού της Δεύτερης, και λένε του καπετάν Ακούραστου δεν ζητάμε και μία τελική έγκριση από την καθοδήγηση, διότι εδώ μιλάμε για πολύ σοβαρή δουλειά. Τι έγκριση και κουραφέξαλα, θα πήγε να πει ο Ακούραστος, ο οποίος θάταν της γραμμής Βελουχιώτη, καταλάβατε, άντε να του βάλουμε φωτιά πριν τον βρούνε τον δυναμίτη οι εγγλέζοι, γιατί μετά εμείς θα θέλουμε κρέμασμα, ξερωγώ, τέτοια θα πήγε να τους πει.
Αλλά δεν πρόλαβε.
Πάνω σε κείνη τη κρίσιμη στιγμή της μοιραίας διαφωνίας καταφθάνει φουλ ταχύτητα με μια μοτοσυκλέτα του ΕΛΑΣ ο Καλοδίκης, ο βήτα γραμματέας της Κομματικής Οργάνωσης Αθηνών, που είχε κατεβάσει την ιδέα με τους υπόνομους, και τους λέει η επιχείρησις αναβάλλεται, να σβήσουν την γεννήτρια, διότι έρχεται ο Τσώρτσιλ στην Αθήνα, μαζί με τον εξωτερικόν τον Ήντεν και τον στρατάρχη τον Αλεξάντερ, για διαπραγματεύσεις με το ΕΑΜ. Και θα μείνουν στην Μεγάλη Βρετανία. Οπότε δεν μπορούμε να την ανατινάξουμε προς το παρόν. Είπε το Κόμμα. Να περιμένουμε κανά δυό μέρες.
Απογοητεύτηκαν οι δολιοφθορείς. Πολύ σκατό για το τίποτα.

Πηγές:
Το θαρραλέο στέλεχος του ΚΚΕ Μεταξουργείου, που συνόδεψε τους δολιοφθορείς του ΕΛΑΣ σ' εκείνη την δυσώδη και επικίνδυνη επιχείρηση λεγόταν Νίκος Κυριακίδης. Ο οποίος προσέφερε πολύτιμες υπηρεσίες. Όχι στο Κόμμα της Εργατιάς. Στην Ιστορία. Είναι δική του η αφήγηση ετούτη των υπονόμων των Αθηνών, με τα ονόματα των βασικών συντελεστών, και όλες τις λεπτομέρειες. Την οποία και ξεπατίκωσαν οι δύο αιώνιοι, Αυγή και Ριζοσπάστης, κι' απ' όπου τις ξεπατίκωσα κι' εγώ. Κι' ο καθένας είπε την Ιστορία με τον τρόπο του:
Για τον Νίκο Κυριακίδη, αφιέρωμα του Ριζοσπάστη:
Και η Γέφυρα του ποταμού Κβάι, τελευταία σκηνή:

https://www.youtube.com/watch?v=tRHVMi3LxZE

Δευτέρα, 25 Δεκεμβρίου 1944.  Πως πέρασε ο Γουίνστων αποπλέων εκ Βαλέτας
και αφιχθείς στο Φάληρον. Επίσκεψις εις Αθήνας, ανήμερα Χριστουγέννων.



Το ελαφρύ καταδρομικόν Έητζακς ήταν στο Φάληρο, στα Δεκεμβριανά. Έητζακς λένε στα εγγλέζικα τον Άγιαξ. Είχε μάλιστα βομβαρδίσει τον Πειραιά, στις είκοσι του μηνός. Πετάχτηκε λοιπόν το καταδρομικόν στη Μάλτα, και στις εικοσιπέντε του μηνός το πρωί ήταν αρόδου με τον Τσώρτσιλ, τον εξωτερικό τον Ήντεν, και τον επί θεμάτων Μεσογείου Μακμίλλαν στο Φάληρο. O στρατάρχης Μεσογείου, ο Αλεξάντερ, νομίζω πως ήρθε στο Χασάνι με αεροπλάνο.
Βεβαίως, ο Γουίνστων δεν είχε σκοπό να πάει να μείνει στην Μεγάλη Βρετανία.  Λόγοι ασφαλείας. Εξάλλου, τα πούρα του, τα κονιάκ, τα ουίσκια, τα κρασιά, τις μάσες, θα του τα είχανε όλα κομπλέ από τη Μάλτα. Για πρωινό, να πούμε, ο Γουίνστων ήθελε μια φτερούγα κοτόπουλο και μια μπουκάλα λευκό σατώ δεξερωγώ. Κλαιγόταν ο καμαρότος στον κυβερνήτη του, που τον έτρεχε ο κύριος πρωθυπουργός. Τόση χλίδα, που να την βρούνε στη Σκομπία.
Είχε λιακάδα χριστουγεννιάτικη. Ο Γουίνστων ανέβηκε στη γέφυρα, και έβλεπε τις εκρήξεις πέρα από τον Πειραιά, και τα μπωφάιτερ να εφορμάνε στη Νέα Σμύρνη, ή στο Δουργούτι, ή στη Δάφνη, ξερωγώ. Αλλά δεδομένου που ο ΕΛΑΣ δεν είχε αντιαεροπορικά, οι πιλότοι περνάγανε κι' αυτοί μια χαρά.
-Ελπίζω, Κύριε, ενόσω είστε μαζί μας να μην χρειαστεί να ανοίξω πυρ, του λέει ο κυβερνήτης του Γουίνστων, "γιατί αν πάρουμε διαταγή για πυρά υποστηρίξεως, είμαι υποχρεωμένος να υπακούσω."
Όσοι έχουνε κάνει καράβι ξέρουν πως τις ακούς τις κανονιές μέσα στο μπουλμέ, και καταλαβαίνουν γιατί το είπε ο κυβερνήτης του Γουίνστων αυτό.
-Παρακαλώ να θυμάστε, Κυβερνήτα, του λέει ο Γουίνστων "πως ήρθα εδώ ως γουργουρίζουσα περιστερά της Ειρήνης, φέρων κλώνο γκύ στο ράμφος μου, αλλά μακράν εμού η πρόθεσις να σταθώ εμπόδιον της πολεμικής χρείας."
Και καλά το γκύ το είπε λόγω Χριστουγέννων, αλλά τα άλλα με το εμπόδιον, τι πάει να πει; Ότι ήρθα δηλαδή εδώ με καλές προθέσεις, αλλά άμα τις απορρίψουνε οι κουμουνιστές, κακό της κεφαλής τους, σας τάλεγα εγώ που είναι τομάρια, και αδίκως με απειλείτε κύριοι εργατικοί με πρότασιν μομφής κατόπιν των εορτών.
Αντιλαβού;
***
Η σύσκεψις ωρίσθη δια τις τέσσερις το απόγευμα. Στο Υπουργείο των Εξωτερικών, Ακαδημίας. Όλος ο θίασος.
Ο Γουίνστων ήρθε με το τεθωρακισμένο. Μαζί με τον Ήντεν και τον Μακμίλλαν. Έταν και ο αρχιστράτηγος Μεσογείου Αλεξάντερ, ο Λήπερ τον πρέσβης, και ο Σκόμπη.
Ήταν επίσης οι πρέσβεις Αμερικής Μακβή και Γαλλίας, ο Μπαλέν. Και ο Ποπώφ, της σοβιετικής αποστολής.
Από ελληνικής πλευράς ο Παπανδρέου. Οι των κομμάτων: Σοφούλης (βενιζελικός,) Καφαντάρης (πρώην βενιζελικός,) Μάξιμος (βασιλικός.)
Ήτανε και ο Αθηνών και Πάσης Ελλάδος Δαμασκηνός, τον κάθησε ο Γουίνστων εξ ευωνύμων, να τον δούνε όλοι καλά καλά. Και ο Πλαστήρας, που είχε έρθει στα μέσα του μηνός, ως κοινής αποδοχής, ξερωγώ.
Ηλεκτρικό, δεν είχε. Βάλανε λάμπες θυέλλης. Σκιές με λάμπες θυέλλης που γλυστρούν στου Άδη το πανί. Κολλάει κι εδώ.
Ήτανε κι' ο Ντμίτρι. "Μην τραβάς εμένα," του λέει ο Γουίνστων. ¨Τράβα τους έλληνες, δικό τους είναι το σώου."
Αρχίσανε. Οπότε γίνεται ένας μικρός σαματάς και εμφανίζεται καθυστερημένος ο Σιάντος με τον Παρτσαλίδη και τον Μάντακα. Τους αργοπορούσανε για σπάσιμο. Έρευνα, δεν ξερωγώ. Μόνο που δεν τους γδύσανε για να τους αφήσουν να περάσουν.
Γίναν οι εισαγωγές, μετά οι ξένοι απεχώρησαν. Άφησαν τους ιθαγενείς να φάνε τις σάρκες τους.
Με το που μπήκαν στο ζουμί, ο Καφαντάρης την έπεσε του Παπανδρέου. Που είχε προσωπική ευθύνη που ξέσπασε ο εμφύλιος. Ήγουν καλά τον ψυλλιάζονταν οι άγγλοι, πως διεκδικούσε το ίδιο σχέδιο με τον παπατζή, τον προσεταιρισμό της αριστεράς στην διεκδίκηση της κυβέρνησης.
Τα βρήκανε με τα πολλά για τον αντιβασιλέα. Όλοι συμφωνούσαν να βρεθεί πρόσωπο κοινής εμπιστοσύνης, τον οποίο να διορίσει ο βασιλέας Γεώργιος. Ο οποίος αντιβασιλέας θα έπαιρνε πρωτοβουλίες για νέα κυβέρνηση εθνικής ενότητος. Κι' όλοι βλέπανε τον Δαμασκηνό, που τον είχε κάτσει ο Γουίνστων από κοντά. Και τον κοινής αποδοχής Πλαστήρα, που είχε παρεισφρήσει στην κουζίνα σαν τον μαϊντανό.
Κατά τα λοιπά, το ΕΑΜ επέμενε στις προηγούμενες δεσμεύσεις: αφοπλισμός όλων των ενόπλων σωμάτων, συμπεριλαμβανομένης της Ορεινής, κάθαρση στα σώματα ασφαλείας, τιμωρία των δοσιλόγων, τίμιο δημοψήφισμα και εκλογές.
Την επόμενη μέρα, η σύσκεψη συνεχίστηκε. Ήρθε και ο Γονατάς που είχε φτιάξει τα Τάγματα Ασφαλείας, κι' ο Πέτρος Ράλλης, και ο Παναγιώτης Κανελλόπουλος, και μερικοί άλλοι.
Κι' εκεί απάνω τους κάνει όλους τούρκους ο Σιάντος, γιατί ζητάει ένα εξωπραγματικό σαράντα τοις εκατό των υπουργείων για ν' αφήσει τα άρματα!
Και ναι μεν τον δυναμίτη αποκάτω από το ξενοδοχείον τον βρήκανε, μία περίπολος, και τον αφοπλίσανε. Αλλά τα είχε καταφέρει ο Γέρος και η διάσκεψις είχε τιναχτεί πολιτικώς στον αέρα.
***
Οπότε κερδισμένος βγήκε μόνο ο Γουίνστων. Διότι με την διάσκεψη που έκανε βούλωσε τις φωνές στην Βουλή των Κοινοτήτων, πως προωθούσε τον Γεώργιο με τα αγγλικά τανκς, χωρίς δημοψήφισμα. Βούλωσε και το Μπι Μπι Σι, και τις εφημερίδες και τους αμερικάνους, που τον κατηγοράγανε για την αποικιακή του την μωροδοξία. Και διότι τους είχε βάλει στην γκλάβα ολονών πως, αφού δεν συμφωνούσαν να γυρίσει ο βασιλιάς, έπρεπε να συμφωνήσουν στην λύση αντιβασιλέα. Ο οποίος αντιβασιλέας θα λεγόταν Δαμασκηνός. Που θα έβρισκε έναν πρωθυπουργό κοινής αποδοχής, διότι ο παπατζής δεν τράβαγε άλλο. Που να συμβιβάσει όλους τους τζαναμπέτηδες του παλαιού πολιτικού συστήματος. Ώστε να πάμε σε εκλογές, και δημοψήφισμα για το πολιτειακό, με τον καινούργιο χρόνο. Και τους κουμουνιστές, άμα τους αρέσει. Και να αφοπλιστούν με το καλό. Αλλιώς, κανονίζουμε αλλιώς.
Έμενε, βέβαια, να ψήσουνε τον βασιλέα Γεώργιο να διορίσει τον εν λόγω αντιβασιλέα.
***
Άντε, χρόνια πολλά, καλά Χριστούγεννα!



Πηγές
Για το HMS Ajax:
Χαραλαμπίδης, σελ. 225-229.
Πάμε στο Φάληρο, Μάρκος Βαμβακάρης:
https://www.youtube.com/watch?v=4tpMkiQYcK0

26 Δεκεμβρίου 1944. Εντωμεταξύ, οι μάχες στο κέντρο συνεχίζονται...



 ελασίτης με φανκλάμπ.

Σάββατο, 17 Δεκεμβρίου 2016

Χρονικό του Δεκέμβρη Δ' (18-22 Δεκεμβρίου.)

Δευτέρα, 18 Δεκεμβρίου 1944. Καλλιθέα, Νέα Σμύρνη, Αβέρωφ, Κηφισσιά...

 Αρδηττός και Μετς, υπό τα πυρά.
Με τα χαράματα, ένα εγγλέζικο τάγμα επιτέθηκε από τον Άγιο Σώστη στον Λόφο Σικελίας, έναν βράχο νοτίως του Φιλοπάππου, πάνω απ' το Ελ Πάσο, το τωρινό γήπεδο της Καλλιθέας. Ήταν εκεί ένα αποδεκατισμένο τάγμα του ΕΛΑΣ, δεν μπορούσε να αντισταθεί. Κι' έχασε ο ΕΛΑΣ ένα καλό σημείο, με εποπτεία της Συγγρού και του Ταύρου, από την άλλη μεριά. Το άλλο τάγμα που ήταν στον Αη Σώστη κατέλαβε του Φιξ, που ήταν ένα πολυβολείο του ΕΛΑΣ. Κι' ένα τρίτο τάγμα, μετά από μικροσυμπλοκές προχώρησε ως την Δράκου, στην άλλη άκρη του Φίξ. Εκεί, ενώθηκε με τους αλεξιπτωτιστές που επιχειρούσαν στην Γαργαρέτα, γύρω από του Μακρυγιάννη.
Συγχρόνως, οι αγγλικές δυνάμεις της Αθήνας χτύπησαν στον λόφο του Αρδηττού και το Μετς, στο Καλλιμάρμαρο, καθώς και στην Καισαριανή. Έτσι απέκλεισαν την δυνατότητα του ΕΛΑΣ να στείλει ενισχύσεις προς την Νέα Σμύρνη, το Κουκάκι ή την Καλλιθέα. Επιπροσθέτως, αν έβαζε ο ΕΛΑΣ όλμους στον Αρδηττό, χτύπαγε το Σύνταγμα, τα Ανάκτορα, όλα.
***
Ο Αρδηττός άλλαξε τρεις φορές χέρια, εκείνη την μέρα. Τον χτύπαγαν τα σπιτφάιρ, έκαναν έφοδο οι αλεξιπτωτιστές, τον πήραν. Μόλις έφυγαν τα σπιτφάιρ, δώστου έφοδο ο ΕΛΑΣ, καθηλώθηκαν οι αλεξιπτωτιστές. Στείλαν μετά τανκς να ρίχνει μέσα από το Στάδιο, τους ξεμπλέξανε. Στο τέλος, δεν τον πήρε κανένας, τον Αρδηττό. Έγινε νεκρή ζώνη.
***
Στην Καισαριανή έπιασαν τον ΕΛΑΣ εξ απήνης, γιατί η Ορεινή μαζί με τα αγγλικά τανκς κατέβηκαν από τον Άγιο Ιωάννη, πέρασαν μέσα από το νεκροταφείο, και επιτέθηκαν στην Άνω Καισαριανή. Ο ΕΛΑΣ είχε ναρκοθετήσει την περιοχή, αλλά είχε αφήσει διόδους που ανακάλυψαν οι άγγλοι, και έτσι πέρασαν. Οι ελασίτες πανικοβλήθηκαν, πετούσαν τα όπλα τους και τρεχάτε ποδαράκια μου. Προσπάθησε ο καπετάνιος του προτύπου τάγματος Καισαριανής, ο Παναγιώτης Αρώνης, είκοσι χρονών τότε, να τους σταματήσει. Με το μπιστόλι στο χέρι. "Ευτυχώς δεν το χρησιμοποίησα," είπε χρόνια μετά. "Ξέρεις τι θα πει να κατεβαίνουνε τα τανκς, όχι ένα, όχι δύο, να έχει γεμίσει η λεωφόρος με τανκς." Με τα πολλά, κατάφεραν να φτιάξουν οδοφράγματα στην τωρινή Εθνικής Αντιστάσεως. Ήρθαν και ενισχύσεις, ένα τάγμα από τον Βύρωνα, κατάφεραν να απωθήσουν τους ριμινίτες. Καθώς έπαιρναν πίσω την Άνω Καισαριανή, συναντούσαν εστίες εγκλωβισμένων ελασιτών. Ένας ονόματι Νίκος είχε ξεμοναχιαστεί σ' ένα μπαλκόνι, μ' ένα οπλοπολυβόλο, κ' έριχνε στο τανκ. Του ρίχνει μια κανονιά το τανκ, γκρεμίζει το μπαλκόνι και τον όροφο μαζί. Πάει τον σκότωσε, λένε οι άλλοι. Όπου βγαίνει αυτός ο Νίκος στο ισόγειο, και τους φωνάζει "να περάσω! να περάσω!" Κι' έριχνε ένας άλλος μ' ένα αυτόματο στο τανκ, να τον καλύψει να περάσει. Ευτυχώς ήρθαν δύο άλλοι με καπνογόνες χειροβομβίδες, τις ρίξανε, πρόλαβε ο Νίκος να φύγει από το σπίτι. Και πήγε κάπου αλλού, κι' έριχνε πάλι στο τανκς...
Έτσι σώθηκε η Καισαριανή εκείνη τη μέρα. Αν και οι άγγλοι δεν ήθελαν την Καισαριανή, αντιπερισπασμό ήθελαν να κάνουν, και ο αντιπερισπασμός είχε πετύχει. Διότι την ίδια ώρα, τρία αγγλικά τάγματα με καμιά πενηνταριά τανκς μπήκαν στην Καλλιθέα, και βρίσκοντας ελάχιστη αντίσταση είχαν πάρει το τετράγωνο μεταξύ Θησέως, Δαβάκη -Δήμητρος, τον καιρό εκείνο- και Συγγρού. Κι' άλλο ένα τάγμα, είχε φτάσει στην πλατεία της Νέας Σμύρνης. Εκεί που ο νεοσμυρνιώτικος ΕΛΑΣ θα έδινε την μάχη της ζωής του τις επόμενες μέρες.
***
Στην Ομόνοια, στην Αθηνάς, Σωκράτους, Πειραιώς, Μενάνδρου, πάλι χαμός. Οι άγγλοι προσπάθησαν μα διώξουν τον ΕΛΑΣ πέρα από κείνη την περιοχή. Πάλι με υποστήριξη τανκς, και πυροβολικό. Κι' αμύνονταν οι άλλοι ανατινάζοντας κτίρια, γκρεμίζοντας τοίχους να περνάνε στα διπλανά. Περάσαν δύο διμοιρίες αγγλοι στην απέναντι μεριά της Ομόνοιας, πιάσαν του Μπακάκου, πάνω στην πλατεία. ΄Ητανε κι΄ένας νοτιοφρικανός μαζί τους, Στόφμπεργκ τον λέγαν, δηλαδή μπόερ. Τρώει μια ριπή στον καβάλο, γίνεται γκρι από τον τρόμο του. Μέχρι να δούνε πως το κλέος της αρείας φυλής ήταν σώον και αβλαβές, μετά ξανάγινε ροζ. Πίσω από το Δημαρχείο, οδός Κλεισθένους είχε ένα σινεμά, Αθηναϊκόν το λέγανε. Εκεί αποπάνω είναι τώρα ίσαμε πενήντα ελασίτες, είχαν γκρεμίσει τις μεσοτοιχίες να κινούνται ελεύθερα, ουτωσώστε να "έχουν έξοδον εις τον οίκον ανοχής, Σωκράτους 42." Έτσι γινόταν ο πόλεμος στην Ομόνοια, έτσι γράφανε στο Δελτίον της Στρατιωτικής Διοικήσεως Αττικής εκείνες τις μέρες. Κι' έτσι τράβηξε η κατάσταση στο κέντρο μέχρι το τέλος του μηνός. Μέσα από μαγαζιά, σινεμάδες και μπουρδέλα.
***
Ήταν φανερό, ο ΕΛΑΣ δεν μπορούσε να κρατήσει την Αθήνα. Ωστόσο, δεν ήταν όλα ανθηρά για τους άγγλους και τους κυβερνητικούς, εκείνη την μέρα. Διότι βορειότερα, έγιναν δύο άλλα πράγματα.
***
Την ίδια ώρα που οι άγγλοι έπαιρναν τον Λόφο Σικελίας, ο ΕΛΑΣ χτυπούσε τις φυλακές Αβέρωφ, εκεί ακριβώς που είναι ο Άρειος Πάγος σήμερα, στην Αλεξάνδρας. Στις φυλακές Αβέρωφ ήταν κρατούμενοι ο Ράλλης, ο Τσολάκογλου, ο διαβήτος Μπουραντάς, και πεντακόσιοι ακόμα κατηγορούμενοι για δοσιλογισμό. Ήταν ακόμα στου Αβέρωφ φρουρά εκατόν είκοσι χωροφύλακες οπλισμένοι, και ένα μικρό απόσπασμα άγγλοι.
Η κεντρική πύλη των φυλακών, μετά την μάχη.
Κατά τις εννιά το πρωί ο ΕΛΑΣ ανατίναξε την μάντρα της φυλακής από την μεριά της Κάλβου, και μπήκε μέσα. Οι φρουρά με τους κρατούμενους υποχώρησε προς την Αλεξάνδρας. Προσπάθησε ο Μπουραντάς με κάτι άλλους να το σκάσουνε, αλλά ο ΕΛΑΣ είχε πιάσει τα διπλανά κτίρια, και γαζώνανε την Αλεξάνδρας, οπότε γύρισαν μέσα. Και θα τους έπιαναν όλους μαζί, αν δεν έστελναν από το εγγλέζικο στρατηγείο ένα τάγμα εθνοφυλακής να τους βοηθήσει, μαζί με τανκς. Αλλά τους περίμεναν οι ελασίτες στις προσφυγικές πολυκατοικίες, άφησε εκεί η εθνοφυλακή πέντε νεκρούς. Τελικώς καθάρισαν τα τανκς, ως συνήθως, και κατάφεραν να μπουν στου Αβέρωφ και να σώσουν τον Τσολάκογλου, τον Ράλλη, τον Μπουραντά, και άλλους διακόσιους κρατούμενους. Τους υπόλοιπους τους έπιασαν. Πενήντα από αυτούς, που ήταν στα Τάγματα Ασφαλείας και την Ειδική Ασφάλεια, τους πήρε η Πολιτοφυλακή, και τους εκτέλεσε την ίδια νύχτα, σε μια χαράδρα πίσω από του Γκύζη. Όσους μείναν τους κλείσαν σ' ένα κτίριο στην Κυψέλη. Εκεί τους ρώταγαν ποιοί ήταν στα Τάγματα Ασφαλείας να το πουν, και θα δικαστούν  τίμια. Σαράντα ομολόγησαν. Τους πήραν κι' αυτούς και τους εκτέλεσαν. Τους υπόλοιπους, τους κράτησαν όμηρους. Και οι εγγλέζοι συλλάμβαναν όποιον νάναι, αλλά μετά τους έστειλαν όλους αυτούς στην Αίγυπτο, σ' ένα στρατόπεδο μέσα στην έρημο, στην Ελ Ντάμπα. Δεν έκαναν μαζικές εκτελέσεις. Μόνο βομβαρδίζανε.
***
Η αεροπορία των εγγλέζων τώρα, είχε το στρατηγείο της στην Κηφισσιά, στο ξενοδοχείο Σεσίλ. Οι αξιωματικοί έτρωγαν στο Πεντελικόν. Και οι άλλες υπηρεσίες, στου Απέργη. Όλοι μαζί, κοντά επτακόσιοι, ιπτάμενοι, πληρώματα εδάφους, διοικητικοί, μαγείροι. Εντωμεταξύ, δεν μπορούσαν να πάνε στην Αθήνα ή στο Ελληνικό οδικώς, ήταν αποκομμένοι. Μια φορά, ο διοικητής τους πήγε στο Τατόι, από κει πέταξε με αεροπλάνο στο Ελληνικό, κι' από εκεί πήγε με τεθωρακισμένο στο Σύνταγμα, που είχε σύσκεψη με τους άλλους. Τέτοιο σουρεαλιστικό έργο ανέβαζε η Αθήνα τον Δεκέμβρη.
Όπως στου Αβέρωφ, έτσι και στην Κηφισιά: η επίθεση άρχισε αξημέρωτα, από μία δύναμη χιλίων περίπου ελασιτών. Με βολές όλμων, και οβίδες από ένα κανόνι. Εκεί λοιπόν που η άμυνα άρχισε να σπάει, ξημέρωσε και ήρθαν τα σπιτφάιρ, ανέκοψαν τους ελασίτες. Γύρω στις τρεις το μεσημέρι έγινε γνωστό πως δεν μπορούσαν να έρθουν ενισχύσεις από την Αθήνα πριν την επομένη. Κλονίστηκαν, οι πολιορκημένοι. Και το απόγευμα, άρχισαν πάλι οι όλμοι. Κι' όταν νύχτωσε, στριμώχτηκαν ακόμη παραπάνω. Είχε χαμηλή νέφωση, και δεν ήρθαν τα αεροπλάνα να ρίξουν φωτοβολίδες. Κατάφερε λοιπόν ο ΕΛΑΣ να πλησιάσει ακόμα πιο κοντά.
Μεσάνυχτα άρχισε η τελική επίθεση του ΕΛΑΣ. Πρώτα έπεσε του Απέργη. Ύστερα, ένας ανθυπολοχαγός, ο Κυριάκος Σφέτσας, σύρθηκε στην γωνιά του Πεντελικόν, κι' έβαλε εκρηκτικά και την ανατίναξε, θάταν πεντέμισι η ώρα, χαράματα Τρίτης. Μπήκαν μέσα, και φώναξαν τους άγγλους να παραδοθούν. Κι' αυτοί τωόντι, παραδόθηκαν. Το ίδιο έγινε και στο Σεσίλ, το ανατίναξαν λίγο μετά, και παραδόθηκαν οι μέσα.
Ξενοδοχείο Απέργη
Οι εγγλέζοι δεν την πολυλένε, αυτή την ιστορία. Εκτός από τους έντεκα νεκρούς, οι κουμουνιστές είχαν πιάσει εξακόσιους περίπου αιχμαλώτους, ιπτάμενους και αξιωματικούς σε μεγάλο ποσοστό.
***
Οι ελασίτες που παίζαν κυνηγητό με τα τανκς εκείνες τις μέρες, το κάναν για μια πίστη, για μιαν ιδέα, για ένα όνειρο, για την  τρέλα τους, ή για την μαγκιά τους. Ή για το άει σιχτίρ, σάματι ξέραν κι' οι ίδιοι; Την ίδια ώρα, κάτι άλλοι, μην αντέχοντας να παίξουν αυτό το τάβλι με τον θάνατο στην γκρεμισμένη Αθήνα, κάναν τάβλι τον θάνατο των άλλων. Ήταν η Εθνική Πολιτοφυλακή, αυτοί. Που λένε πως ήταν απλώς μετονομασία της ΟΠΛΑ. Διαφωνώ. Γιατί όποιος ήταν στην ΟΠΛΑ έπαιζε το κεφάλι του. Στην Εθνική Πολιτοφυλακή δεν παίζαν τίποτα, σκότωναν εκ του ασφαλούς. Επρόκειτο για ένα οιονεί κράτος, επιφορτισμένο και ανεξέλεγκτο να κρίνει ανυπεράσπιστους ανθρώπους, να τους καταδικάζει και να τους εκτελεί, χωρίς να φοβάται κανέναν και τίποτα, τουλάχιστον για όσο διήρκεσε εκείνος ο Δεκέμβρης.
Η Εθνική Πολιτοφυλακή του Γκύζη είχε πολλούς άνδρες της κατοχικής Αστυνομίας, οι οποίοι οργανώθηκαν στο ΕΑΜ τους τελευταίους μήνες πριν την Απελευθέρωση. Και γι' αυτόν τον λόγο κάνανε μάλλον διαγωνισμό εαμοφροσύνης. Τραβάγανε για ανάκριση τον δείνα ή τον τάδε, που κάποιος άλλος, συχνότατα παρμένος στον ίδιο όψιμο οίστρο, είχε καταγγείλει ως ελεεινό προδότη, βαμμένο φασίστα, αντιδραστικό σκουλήκι, δενξερωγωτί.
Ανάμεσα σ' αυτούς που τράβηξε η Πολιτοφυλακή για ανάκριση εκείνες τις μέρες, ήταν και ο άντρας της Θαμεμπής. Θαμεμπή ήταν βέβαια το παρατσούκλι της, δεν θυμάμαι το κανονικό της όνομα, ή αν το άκουσα ποτέ. Όπως επίσης δεν θυμάμαι αν ήταν συγγένισσα του Βασίλη Νικολαΐδη, ή του ξαδέρφου του, του Παντελή. Ήταν πάντως κι' αυτή από την Πόλη, αυτό μετά βεβαιότητος. Και τα σουσούμια της λαλιάς της -που δεν έλεγε να αποβάλει, κι' ας είχαν περάσει σαράντα χρόνια που ήταν παντρεμένη με αθηναίο γκάγκαρο- είχαν γίνει αποφθέγματα μεταξύ συγγενών και φίλων. "Θα με μπει ο πυρετός," έλεγε έντρομη κάθε Δεκέμβρη, που είχε έξαρση η γρίπη. Εξού και το παρατσούκλι.
Η Θαμεμπή είχε και μία εγγενή αφέλεια, μίαν φυσική αβελτηρία, που της ήταν αδύνατον να κατανοήσει την χαοτική διαδοχή των εξουσιών σ' εκείνη την πολύπαθη Ελλάδα, είτε επρόκειτο για την προκατοχική, την κατοχική, ή την απελεύθερη. Πήγε λοιπόν πανικόβλητη να βρει τον Βασίλη Νικολαΐδη, τον πολυμήχανο εκείνον μέτοικο, τον περπατημένο στην πιάτσα τετραπέρατο, τον στα μέσα και στα έξω ξενομερίτη. Να τον παρακαλέσει να βοηθήσει στην περιπέτεια του αντρός της, να ξεμπερδέψει ο φουκαράς, που τον τραβούσαν άδικα των αδίκων σαν τον φονιά, στου Γκύζη. Εκεί λοιπόν που σκεφτόταν ο Νικολαΐδης περί του πρακτέου, η Θαμεμπή φωτίστηκε ξαφνικά, από θεία έμπνευση ίσως, ή από τον τρόμο θανάτου που πλημμύριζε την αγαθή της ψυχή. Θυμήθηκε λοιπόν τον γαμπρό της, που ήταν υπενωμοτάρχης της Χωροφυλακής, πλην όμως δεν μπορούσε να θυμηθεί ούτε το υπενωμοτάρχης, ούτε το Χωροφυλακή, λέξεις άγνωστες στο δικό της, το πολίτικο ιδίωμα. Κι' επειδή ούτε την διαφορά μεταξύ Χωροφυλακής και Πολιτοφυλακής μπορούσε μετά βεβαιότητος να διακρίνει,
-Να φωνάξουμε τον ζανταρμά! ανεφώνησε...



Επονίτες του Γκύζη.
Πηγές και Σημειώσεις
Χαραλαμπίδης, σελ 189-207, σελ.283, στην υποσημείωση 536, και οικογενειακή αφήγηση.
Φωτό: Ντμίτρι Κέσσελ, και κάτι αδέσποτες.

Τα παιδιά του Βασίλη Νικολαΐδη είχαν εγκάρδιους φίλους στους επονίτες του Γκύζη, που φρόντισαν για την απόλυση του συζύγου της Θαμεμπής, ο οποίος ήτο αναλόγου ιδιοσυγκρασίας και πνευματικής συγκροτήσεως με εκείνην, και ως εκ τούτου απρόσφορος εις οιανδήποτε πολιτικήν ανάμιξιν. 



Τρίτη, 19 Δεκεμβρίου 1944




Δεν συνέβη τίποτα σχεδόν.


Τετάρτη, 20 Δεκεμβρίου 1944. Απόσπασμα συνεδρίασης της Βουλής των Κοινοτήτων.


Ανάυριν Μπέβαν
Ανάυριν Μπέβαν[1]: ...Οι αξιότιμοι βουλευτές στα απέναντι έδρανα πρέπει να αναρωτηθούν το εξής: Γιατί ο ελληνικός λαός δεν εμπιστεύεται την βρετανική κυβέρνηση [όταν ισχυρίζεται] πως μόνος της σκοπός είναι η εδραίωση μιας δημοκρατικής κυβέρνησης στην Ελλάδα; Να απαντήσουν σ' αυτή την ερώτηση: γιατί ο ΕΛΑΣ δεν καταθέτει τα όπλα και δεν αποδέχεται τις διαβεβαιώσεις του υπουργού των εξωτερικών; Θα του πω γιατί. Είναι επειδή οι έλληνες δεν εμπιστεύονται την βρετανική κυβέρνηση, γιατί η βρετανική κυβέρνηση δολοπλοκεί δύο χρόνια τώρα για να φέρει τον βασιλέα Γεώργιο της Ελλάδος πίσω στον ελληνικό θρόνο.
(Ο υπουργός εξωτερικών, ο Ήντεν, κουνάει το κεφάλι του, πως διαφωνεί.)
Ανάυριν Μπέβαν: Ο εντιμότατος κύριος εκεί [εννοεί τον Ήντεν] κουνάει το κεφάλι του, μα αν είχαμε χρόνο θα φέρναμε αποδείξεις των λεγομένων μας. Να απαντήσει σ' αυτή την ερώτηση: θα διαβεβαιώσει το Σώμα ότι η βρετανική κυβέρνηση ευνοεί άμεσα την τοποθέτηση αντιβασιλέα στην Αθήνα; Περαιτέρω, θα διαβεβαιώσει το Σώμα πως δεν θα επιτραπεί στον βασιλέα Γεώργιο της Ελλάδος να δολοπλοκεί με τους έλληνες υπουργούς από το Κλάρεντον, στο Λονδίνο; [εννοεί το ξενοδοχείο του Γεωργίου.] Θα διακοπεί αμέσως η επικοινωνία του βασιλέα Γεωργίου με την Ελλάδα;
(Βουλευτές φωνάζουν: γιατί;)
Ανάυριν Μπέβαν: Λοιπόν, γιατί όχι; Γιατί πρέπει βρετανοί στρατιώτες να πεθαίνουν στην Αθήνα για να στηρίξουν τις δολοπλοκίες του βασιλέα Γεωργίου της Ελλάδος; Οι αξιότιμοι βουλευτές στα απέναντι έδρανα πρέπει να δουν την αλήθεια κατάματα, όχι να το βάζουν στα πόδια μακριά της. Πιστεύω πως η σωστή λύση του προβλήματος είναι να καταθέσει ο ΕΛΑΣ τα όπλα συγχρόνως με τον Ιερό Λόχο και την Ορεινή Ταξιαρχία. Πιστεύω πως η βρετανική κυβέρνηση πρέπει να γίνει ο πραγματικός εγγυητής της επανόδου της δημοκρατίας στην Ελλάδα. Προκειμένου να πείσουμε τους έλληνες πως είμαστε ειλικρινείς ως προς τούτο, πρέπει να πάρουμε ορισμένες πρωτοβουλίες. Η πρώτη είναι να αφοπλιστούν και οι δύο πλευρές, η δεύτερη είναι να συμφωνηθεί η τοποθέτηση αντιβασιλέα. Αν ο βασιλεύς Γεώργιος είναι τόσο πατριώτης όσο ισχυρίζεται ο υπουργός εξωτερικών πως είναι, θα λυτρώσει την χώρα του από τoν σπαραγμό συναινώντας στην θέσπιση της αντιβασιλείας. [...]
Ανάυριν Μπέβαν:...Ο εντιμότατος συνάδελφος που άνοιξε την Συζήτηση μίλησε σε πολύ ήπιους τόνους και είπε πως δεν επιθυμούμε να ρίξουμε την Κυβέρνηση Ενότητας[2] λόγω αυτού του ζητήματος, όμως δεν θα έπρεπε να ασκηθεί μεγάλη πίεση επάνω μας από τα αξιότιμα μέλη στα απέναντι έδρανα, γιατί, αν επιθυμούν να ασκήσουν αυτή την πολιτική [στην Ελλάδα], πρέπει να αναλάβουν την ευθύνη μόνοι τους. Η συμμετοχή μας σε αυτή την πολιτική προχώρησε όσο μακριά ήταν επιτρεπτό για κάποιους από εμάς, και όταν επιστρέψουμε από τις διακοπές των Χριστουγέννων, αν οι μάχες συνεχίζονται, αν συνεχίζουμε να χρησιμοποιούμε τα στρατεύματά μας για την καθυπόταξη του ελληνικού λαού, και αν ο εντιμότατος κύριος [εννοεί τον Ήντεν] απορρίψει την συμβουλή που του δίνει ο εντιμότατος συνάδελφός μου [αυτός που άνοιξε την Συζήτηση], τότε αν το Εργατικό Κόμμα δεν καταθέσει πρόταση μομφής κατά της κυβερνήσεως, θα το κάνουν κάποιοι από εμάς, ώστε να καταστεί σαφές στην χώρα ότι, αν αυτή η πολιτική συνεχιστεί κατά του ελληνικού λαού, είναι πολιτική μόνο των Συντηρητικών, και όχι πολιτική των σοσιαλιστών του Κοινοβουλίου.
(Μάχες στην Ν. Σμύρνη και την Καλλιθέα. Οι αλεξιπτωτιστές καταλαμβάνουν το Κουκάκι και του Φιλοπάππου. Βομβαρδίζεται ξανά το Μετς, ο Αρδηττός και άλλες περιοχές, με πολλές απώλειες στους άμαχους.)






[1] Για τον Ανάυριν Μπέβαν, ουαλλό σοσιαλιστή, βουλευτή των εργατικών, μετέπειτα υπουργό Υγείας στην κυβέρνηση Άτλη (1945-1951,) και πατέρα του Εθνικού Συστήματος Υγείας της Μεγάλης Βρετανίας (για το οποίο είπε πως "θα διαρκέσει όσο υπάρχουν άνθρωποι με πίστη να παλέψουν γι' αυτό."

[2] Coalition Government, στο πρωτότυπο. Η Κυβέρνηση Ενότητας που έκανε τον πόλεμο, με πρωθυπουργό τον Τσώρτσιλ, και υπουργό εξωτερικών τον Ήντεν.

Πέμπτη, 21 Δεκεμβρίου 1944. Μάχες, εκτελέσεις, και Ω! μαγικός κόσμος του Θεάτρου.
 Η Ελένη Παπαδάκη στην Εκάβη
Η Ταξιαρχία Πελοποννήσου, που είχε συμπτυχθεί προς του Χαροκόπου ζήτησε να υποχωρήσει για να μην πιαστεί μέσα στην φάκα των τανκς, ανάμεσα σε Καλλιθέα, Κουκάκι, Φιλοπάππου, Πετράλωνα και Θησείο. Υποχώρησαν τα μεσάνυχτα της 20 προς 21 προς Περιστέρι. Την ίδια μέρα, ο Στρατηγός Σιάντος έβγαζε διαταγές για νέες επιθέσεις. Ο Νέστορας με τον Πυριόχο έκριναν πως "υπάρχει το ενδεχόμενον να μην ήταν και τόσον σοβαρά η πίεσις που υπέστη" η Ταξιαρχία Πελοποννήσου ώστε να υποχρεωθεί σε υποχώρηση, και πως  "υπάρχει ο κίνδυνος το μόλυσμα της ηττοπαθείας να μεταδοθή και εις άλλους μαχητάς και στελέχη μας." Αυτά τα γράφανε από τον λόφο Σκουζέ, εντωμεταξύ.
***
Το Νοέμβριο του 44 είχε συγκληθεί μία συνέλευση του Σωματείου Ελλήνων Ηθοποιών, στο θέατρο Διονυσία. Με προεδρείο τον τεράστιο Αιμίλιο Βεάκη, που είχε γίνει κομμουνιστής. Ανάμεσα στα μέλη του προεδρείου είναι και ο Χρήστος Τσαγανέας, ο βεβαίως! βεβαίως! στο ξύλο που βγήκε από τον Παράδεισο. Ο οποίος ήταν βαμμένος τροτσκιστής, άγνωστον πως την γλύτωσε κι' ήταν και στο προεδρείο. Γιατί η ΟΠΛΑ είχε καθαρίσει αρκετούς αντιφρονούντες και μέσα από την αριστερά.
Στην ημερησία διάταξη ήταν η διαγραφή από το σωματείο μελών που είχαν συνεργαστεί με τους γερμανούς. Μεταξύ άλλων, ακούστηκε και το όνομα της Ελένης Παπαδάκη. Μορφωμένη, με πιάνο, τέσσερις γλώσσες και φιλολογικές σπουδές στο Πανεπιστήμιο, είχε ακονίσει τα αρχαία της για να διαβάζει τους ρόλους της στο πρωτότυπο. Ήταν η θεατρική αποκάλυψη του μεσοπολέμου, όταν προσλήφθηκε στο Βασιλικό, έτσι το λέγαν τότε το Εθνικό. Το αντίπαλο δέος στην Παξινάρα, που δολοπλοκούσε συνεχώς εναντίον της, την ζήλευε και την φοβόταν. Κατάφερε να επιβιώσει επειδή διευθυντής του Βασιλικού έγινε ο Κωστής Μπαστιάς. Ακτινοβολούσε μετά, στην Ελλάδα και στας Ευρώπας. Κι' ακόμα, ήταν οικογενειακή φίλη του Ράλλη, φήμες λέγανε πως τον είχε και γκόμενο. Ήξερε και τον Έβερτ. Και είχε χρησιμοποιήσει τις γνωριμίες της για να σώσει κόσμο, επί Κατοχής. Και αριστερούς, και εβραίους, και ότι θες.
Λύσσαξε η γαλαρία, στην συνέλευση. Πρωτοστατούσε η Μιράντα Μυράτ, η ετεροθαλής αδελφή του Δημήτρη. Από τον πατέρα, τον Μήτσο τον Μυράτ, μεγάλος. Η Μιράντα ήταν η κόρη της Κυβέλης από τον πρώτο γάμο του Μήτσου, αλλά όχι τόσο ταλέντο όσο η Κυβέλη. Ο Δημήτρης ήταν από τον δεύτερο γάμο του Μήτσου του Μυράτ, που πήρε την αδερφή της Μαρίκας Κοτοπούλης, τη Χρυσούλα. Και τα δύο αδέλφια ήταν οργανωμένοι στο ΕΑΜ. Και γείτονες της Παπαδάκη, στα Πατήσια, αλλά δεν έμεναν στο ίδιο σπίτι. Η Μιράντα μπορεί και να έτρεφε φθόνο για την Παπαδάκη, που ήταν τόσο καλή όσο η μάνα της. Φθόνο από αυτούς που φυτρώναν στις γειτονιές. Γιατί επιπλέον ο αδελφός της και η Παπαδάκη ήταν πολύ φίλοι.
Ήταν κι' ο Σταρένιος, που έπαιζε μετά τον καταδότη, τον γέρο Λαδά. Αυτός κόντεψε να τα τινάξει από ασιτία, στην Κατοχή. Ήταν όλοι εξοικειωμένοι με τον θάνατο, ο κόσμος, είχαν αγριέψει πολύ. Μαζί και η Ντιριντάουα, αυτή που έκανε τη γύφτισσα στην λατέρνα, φτώχεια και φιλότιμο. Πρώτα ήταν παντρεμένη μ' έναν μαυραγορίτη, χαφιέ της Γκεστάπο, τον Πετρουτσόπουλο, ο οποίος εξαφανίστηκε μετά στην Ρώμη, λένε πως τον καθάρισαν εκεί κάτι έλληνες αξιωματικοί. Εφημολογείτο δε πως γκομένιζε και με κάτι εγγλέζους, η Ντιριντάουα. Της είχαν διακόψει και δυό τρεις φορές την παράσταση, κάναν επεισόδια οι αριστεροί λόγω του παρελθόντος της. Μετά, που πέρασε με την αριστερά, της κάναν τα ίδια οι χίτες. Μπορεί επομένως και να φοβόταν για το παρελθόν της, ή για τους χίτες, τράβα γύρευε, ήταν αγριεμένη κι' αυτή, γι' αυτό και φώναζε, από υπερβάλλοντα ζήλο.
Και φωνάζανε μέσα στη συνέλευση όλοι μαζί "θάνατος στην πουτάνα..."
Πάντως, είναι παρατηρημένο πως όσοι φωνάζουνε τέτοια ακραία πράματα, το κάνουν μερικές φορές και για φιγούρα, δεν σκέφτονται τις συνέπειες για τον άλλο. Παρασύρονται από τον ναρκισσισμό τους, ιδίως οι καλλιτέχνες.






Και την διαγράψανε, με ένα αόριστο αιτιολογικό, λέει "Προδοτική στάση επί Κατοχής."
Μετά, στείλανε στην Εθνική Πολιτοφυλακή της Πατησίων ένα σημείωμα, το και το, σας πληροφορούμε πως η Ελένη Παπαδάκη διεγράφη από το Σωματείον μας και τα λοιπά, και να μεριμνήσετε τα καθ' υμάς, ξερωγώ. Με την σφραγίδα του Σωματείου αποκάτω. Υπογραφή τίποτα, κενόν.
***
Την προειδοποιήσανε, την Παπαδάκη, να κρυφτεί, αλλά εκείνη ανένδοτη. Όχι, να γίνει δίκη να αποκαλυφθούν όλα, διότι αυτά πως είναι δοσίλογη είναι σκευωρίες, να φανούν ποιοί είναι αυτοί που την συκοφαντούν, που και οι πέτρες ξέρανε που είχε σώσει κόσμο και ντουνιά στην Κατοχή. Μέχρι που της στείλανε και ανώνυμο γράμμα, να φυλαχτεί. Τίποτα αυτή. Μπορεί και ασυνειδήτως να έπαιζε την Ιφιγένεια, ξερωγώ, αυτά είναι υποσυνείδητα πράματα, μυστηριώδη. Εκείνο το πρωί σηκώθηκε, ντύθηκε πολύ περιποιημένα, και βγήκε να πάει που της είπανε κάπου που πουλούσαν μέλι, είδος πολυτελείας. Γύρισε άπρακτη. Το απόγεμα πήγε στου Μυράτ.
***
Διοικητής της Πολιτοφυλακής Πατησίων ήταν κάποιος Ορέστης, εικοστεσσάρων ετών. Αυτός ήταν γκομενάκιας, γεγονός άνευ σημασίας για τα γεγονότα. Επίσης, έκανε πλιάτσικο. Διότι είχε στην ευθύνη του το εκτελεστήριο, στα διυλιστήρια της ΟΥΛΕΝ, στο Γαλάτσι. Έρημο, ψυχή ζώσα το Γαλάτσι, εκείνη την εποχή. ΟΥΛΕΝ λέγαν τότε η ΕΥΔΑΠ, να πούμε. Και τους έγδυνε πριν τους καθαρίσει, τους κρατούμενους. Τιμαλφή, ρολόγια, βέρες, ρούχα, έψαχναν τις φόδρες για λίρες, ότι νάναι, τα παίρνανε. Κανονικά, η λεία αυτή πήγαινε στον Αγώνα. Αυτός όμως δούλευε για την πάρτη του, και κανα δυο δικούς του εκτελεστές. Τώρα, πως γινόταν κι' είχαν αφήσει η καθοδήγηση τέτοια καθήκια ενεξέλεγκτους, τι να πω. Θα μου πεις εδώ έκανε ο Σιάντος τον στρατηγό, κι' ο Μπαρτζιώτας με τον Ζεύγο τους επιτελικούς, επέβλεπαν τις επιχειρήσεις στο στρατηγείο του ΕΛΑΣ, συμβουλεύανε, κάνανε, δείχνανε, προκάμανε να κοιτάνε τι κάνει ο κάθε Ορέστης; Δίναν τις ντιρεχτίβες, πάει, τέλος.
Οπότε αυτός ο Ορέστης είπε σε έναν Μπιλιράκη να πάει να φέρει την γκόμενα του Ράλλη. Αυτός ο Μπιλιράκης ήταν φοιτητής Ιατρικής. Αλλά δεν ξέρανε ακριβώς το σπίτι της Παπαδάκη. Το οποίο ήταν στην οδό Ιακωβίδου και Ζερβού.
Πάει ο Μπιλιράκης λοιπόν, κι' άλλοι δύο, και ρώταγε ποιό είναι το σπίτι της Παπαδάκη. Δίπλα έμενε η Μίλια η Καραβία, εκ Κεφαλληνίας η καταγωγή, φίλη εγκάρδια της Παπαδάκη. Ή και παραπάνω, μάλλον είχαν ερωτική σχέση, αλλά δεν το κάναν βούκινο.
Ελένη Παπαδάκη και Μίλια Καραβία 
Ρωτάει, τέλος πάντων, στο σπίτι της Μίλιας, ο Μπιλιράκης, ήταν η υπηρέτρια εκεί, του λέει ποιό είναι το σπίτι. Έμεναν μαζί αυτή, ο αδερφός της ο Μιχάλης με την γυναίκα του, την Τεό, και η μάνα της. Φιλοξενούσαν και τον αδελφό της συζύγου, τον κουνιάδο του αδελφού της. Αλλά έλειπαν όλοι, πλην της μάνας. Η οποία διάβαζε, μπροστά στο ανοιχτό παράθυρο, με το ψοφόκρυο.
-Που είναι η Ελένη Παπαδάκη; ρωτάει μοβόρικα ο Μπιλιράκης.
-Δεν είναι σπίτι αυτή τη στιγμή, του λέει αυτή.
-Που είναι και τι ώρα θα γυρίσει; ξαναρωτάει ο δαιμόνιος πολιτοφύλαξ.
-Δεν γνωρίζω, αλλά θα γυρίσει κατά της επτά. Μια στιγμή να ρωτήσω, ξαναλέει η Παπαδάκαινα, που της έκοψε να ειδοποιήσει δίπλα, να πάνε στου Μυράτ να ειδοποιήσουν την Ελένη να κρυφτεί.
Αγριεύει ο Μπιλιράκης, "όχι κάτσε εκεί που είσαι," της λέει, "εδώ Πολιτοφυλακή του ΕΑΜ." Γιατί εκείνο τον καιρό άμα θέλανε να σε ψαρώσουνε, να επιδείξουν πιο πολύ εξουσία, κύρος να πούμε, βάζανε μπροστά ή αποπίσω κι' ένα εδώ. Γενική Ασφάλεια εδώ. Ή εδώ Εισαγγελέας Ποινικής Διώξεως, ξερωγώ.   
Τον βλέπει λοιπόν η γριά έτσι άγριο, κάνει να κατεβάσει τα ρολά, και τρέχει έντρομη στο σπίτι της Καραβία. Επικοινωνούσανε μέσω κάποιας εσωτερικής αυλής. Αλλά πρόλαβε ο Μπιλιράκης, μπαίνει με το μπιστόλι στο χέρι, την αρπάζει. Οπότε εκείνη τη στιγμή γυρνάει η Τεό, η νύφη της Παπαδάκη, βλέπει τον πολιτοφύλαξ με το κουμπούρι στο ένα χέρι και την γριά στο άλλο, τα κάνει πάνω της, τα λέει όλα, δηλαδή ότι έχει πάει η Ελένη στο σπίτι του Μυράτ, εδώ πιο κάτω. Διότι ο Μυράτ είναι στο ΕΑΜ, σου λέει, θα μας προστατέψει.
Αφήνουν τον ένα να κρατάει την μητέρα Παπαδάκη όμηρο, πάει ο Μπιλιράκης με τον άλλο στου Μυράτ. Χτυπάει, του ανοίγουν.
-Εδώ Πολιτοφυλακή του ΕΑΜ, φωνάζει, "σας συλλαμβάνω όλους, ποιά είναι η Ελένη Παπαδάκη;"
Παίζανε χαρτιά, ο Μυράτ και ο Σαμ, ένας φίλος της Μίλιας της Καραβία. Αυτός κρυβόταν σπίτι της επί Κατοχής, τον κυνηγούσαν οι γερμανοί, ήταν εβραίος. Και μετά ξέμεινε στης Μίλιας. Ήταν και ένας δύο άλλοι. Μην κάνεις έτσι, του λέει ο Μυράτ του Μπιλιράκη, κι' εγώ είμαι στο ΕΑΜ. Να πάμε όλοι μαζί στην Πολιτοφυλακή, να ξεκαθαρίσουμε τα πράματα. Η Παπαδάκη ήταν μέσα, στο σαλονάκι, με την Μίλια την Καραβία και την μάνα του Μυράτ, την Χρυσούλα. Της λέει η Χρυσούλα να πηδήσει από το παράθυρο, να φύγει. Η Παπαδάκη έλεγε και γιατί να κρυφτώ, δεν έχω λόγους, θα πάω να ξεδιαλύνω την κατάσταση.
Και βγαίνει ευθαρσώς εκεί που ήταν ο Μπιλιράκης με τον Μυράτ και τους λοιπούς, και προσπαθούσε ο Μυράτ να ξεμπλέξει με την φαρσοκωμωδία που παιζότανε. "Εδώ είμαι κύριε, τι θέλετε, εγώ είμαι η Ελένη Παπαδάκη," λέει. Και κανείς δεν ήξερε αν μιλάει η τραγωδός ή η τραγωδία. Η την στράβωνε ο φόβος, όπως τον λαγό τα φανάρια του αυτοκινήτου, και κάθεται στη μέση της νύχτας. Κι' αρχίζουν πάλι τις διαβουλεύσεις ο Μυράτ με τον Μπιλιράκη ποιοί θα πάνε στην Πολιτοφυλακή, να ξεκαθαρίσουμε. Φάγαν ένα τέταρτο στα παζάρια, με τα πολλά αναχωρήσανε ο Μπιλιράκης και οι δικοί του, η Ελένη Παπαδάκη, ο Μυράτ, ο Σαμ, και η Μίλια, να πάνε στην Πολιτοφυλακή. Πέρασαν μπροστά από το σπίτι της Παπαδάκη, ήταν ο σκύλος της απόξω, τους πήρε από πίσω.
Ύστερα, πέρασαν από τα γραφεία του ΕΑΜ, στην Πατησίων, αυτή ήταν η διαδικασία. Έπιασε την κουβεντούλα ο Μυράτ μ' έναν φίλο του ελασίτη. Την Μίλια την είχαν ζώσει τα φίδια. Της λέει ο Μυράτ πως δεν είναι τίποτα, θα ανακρίνουν την Ελένη και θα την αφήσουν μετά. Πέρασε κανα τέταρτο, βγήκανε. Ο Σαμ γύρισε σπίτι. Η Παπαδάκη, ο Μυράτ και η Μίλια Καραβία, συνοδεία του Μπιλιράκη μ' έναν άλλον πήραν τον δρόμο να πάνε στην Πολιτοφυλακή. Και της έλεγε ο Μπιλιράκης της Παπαδάκη που την είχε δει στο θέατρο πριν δύο χρόνια. Όταν φτάσανε Πατησίων και Ροστάν γωνία τους αφήνει ο Μυράτ να πάει σπίτι του. Και λέει ο Μπιλιράκης στη Μίλια καλό είναι να μην πας κι' εσύ στην Πολιτοφυλακή, τι τα θες τι τα γυρεύεις. Και του λέει αυτή εκείνη απορώ πως μπορείς να διανοηθείς πως θ' αφήσω μόνη της την Ελένη!
Φτάνουν στην Πολιτοφυλακή. Ήταν κι' ένας ηθοποιός εκεί, ο Καραβουσάνος, της έκανε και χειροφίλημα της Παπαδάκη. Κάθησε μετά Παπαδάκη σε μια πολυθρόνα και χάιδευε τον σκύλο. Κάποιος θέλει να τον βγάλει έξω, διαμαρτύρεται αυτή. Σε λίγο έρχεται ένας άλλος και λέει της Μίλιας να πάει σπίτι της, να έρθει αργότερα να φέρει φαί στην κρατούμενη. Φεύγει η Μίλια, πηγαίνει στης Παπαδάκη. Εντωμεταξύ, ο Μπιλιράκης κι' οι άλλοι δύο ήταν ήδη εκεί, για έρευνα. Ψάχναν, λέει όπλα.
Τους ρωτάει η Μίλια κι' η Παπαδάκαινα γιατί πιάσανε την Ελένη. Την καταδώσαν οι συνάδελφοί της, της λέει ο Μπιλιράκης.
***
Την ίδια νύχτα την πήγαν στην ΟΥΛΕΝ. Προηγουμένως είχαν εκτελέσει κάτι χωροφύλακες. Ήταν ο Ορέστης εκεί. Κατάλαβε τι την περίμενε. Έτρεμε από το κρύο, έκλαιγε, παρακάλαγε. Της είπε να βγάλει τη γούνα της, την πήρε αυτός. Ύστερα της είπε να βγάλει και τ' άλλα. Σπάραζε αυτή, έκλαιγε γοερά. Την πιάσαν και την τραβάγαν έξω, πούχαν ανοιγμένους τους λάκκους. Την γδύσαν με τη βία. Ο Ορέστης είπε σε έναν, Μακαρώνας ονόματι, να την σκοτώσει με το τσεκούρι. Αυτός δεν ήθελε, έτσι είπε στη δίκη του. Είχε εκτελέσει έναν δύο χωροφύλακες πριν, αλλά συνήθως τον είχαν για άλλη δουλειά, να τους βγάζει έξω για εκτέλεση. Τότε τον απείλησε ο Ορέστης με το αυτόματο. Πήρε αυτός το τσεκούρι, αλλά δεν μπορούσε να την σκοτώσει, λιποψύχησε. Τελικώς της έδωσε δύο μπιστολιές, την τέλειωσε.
***
Ο Νέστορας λέει πως ο ΕΛΑΣ δεν ασχολιόταν με αστυνομικά καθήκοντα. Αλλά έμαθε για την Παπαδάκη από τον αδελφό του Μπαρτζιώτα, τον Μήτσο. Και να μην έφτανε αυτό, η Πολιτοφυλακή είχε συλλάβει στην Κυψέλη πενηνταέξι μέλη του Κόμματος. Μία κατάσταση εκτός ελέγχου, δηλαδή. Αγανάκτησε, παραφέρθηκε, ο Νέστορας. Κι' ο Βασίλης ο Μπαρτζιώτας έγινε έξω φρενών. Έστειλε λοιπόν ο Νέστορας έναν άλλο της Πολιτοφυλακής, κάποιον Ανδρικίδη, να δει τι γίνεται στα Πατήσια. Οπότε τον συλλάβανε τον Ορέστη, διότι ήταν πράχτορας της Ιντέλιτζενς, λέει. Και έκανε προβοκάτσια, να δυσφημιστεί το ΚΚΕ και το ΕΑΜ. Βρήκαν οι εγγλέζοι το κουσούρι του, που ήταν οι γυναίκες. Από κεί τον χαλάσανε. Και τον δικάσαν στου Κολιάτσου, και ομολόγησε. Και τον εκτελέσανε.
Ακόμα κι' εκείνοι που φαγώθηκαν να διαγράψουν την Παπαδάκη από το Σωματείο Ελλήνων Ηθοποιών, κι' εκείνοι που στείλαν το ραβασάκι στην Πολιτοφυλακή, άμα τους ρώταγες ήταν πεπεισμένοι πως ο Ορέστης ήταν πράχτορας της Ιντέλιτζενς. Κι' άμα έλεγες με τι στοιχεία ήταν πράχτορας, σου λέγαν αφού ομολόγησε. Και δεν έφταιγε κανένας, μόνο ο Ορέστης.
Το σώμα της, μετά την εκταφή στην ΟΥΛΕΝ
Το πτώμα της Παπαδάκη ξεθάφτηκε τον Ιανουάριο, μαζί με όλους τους άλλους της ΟΥΛΕΝ. Πήγε ο Σαμ για την αναγνώριση. Η κηδεία έγινε στον Άη Γιάννη τον Καρύτση. Οι περισσότεροι ήταν εκεί, η Κοτοπούλη, ο Μουσούρης, ο Σολωμός, η Μερκούρη, ο Λογοθετίδης, ο Χόρν, η Άννα Καλουτά, ο Φιλιππίδης, η Νέζερ. Ήταν κι' ο Σαμ, και η Μίλια υποθέτω. Ο Μυράτ, δεν πήγε. Εκφωνήθηκαν επικήδειοι. "Είσαι θύμα ενός χυδαίου και άπρεπου καλλιτεχνικού φθόνου," είπε ο Αχιλλέας Μαμάκης. Πήγαν και αριστεροί, στην κηδεία. Κι' ένας μάλιστα είπε "για τους δικούς μας νεκρούς, ποιός θα βγάλει λόγο;"
Η Ντιριντάουα εξορίστηκε στο Τρίκερι. Υπέγραψε δήλωση και βγήκε. Παντρεύτηκε μετά τον Χατζηχρήστο. Η Μιράντα Μυράτ επαναπροσλήφθηκε στο Εθνικό, με μεσολάβηση της μητρός της.
Τους άλλους, τους εκτελεστές της ΟΥΛΕΝ, τους πιάσαν τυχαία, το σαρανταοκτώ. Κάποιος αναγνώρισε μέσα στον Ηλεκτρικό το πουλόβερ ενός συγγενούς του, εκτελεσμένου. Μετά, τους πιάσαν όλους. Καταδικάστηκαν και εκτελέστηκαν. Μαζί και ο Μακαρώνας.
Κι' ο Αλέξης Σολομός έγραψε "Κοιμήσου ειρηνικά, αγαπημένη φίλη. Ίσαμε απάνω δεν φτάνουν μήτε η αρρώστια μιας εποχής μήτε μιας φυλής η παραφροσύνη... Συχώρεσέ μας." 







Πηγές:
Πολύβιου Μαρσάν, Ελένη Παπαδάκη.
Κωτσάκης, σελ. 210-212.
Ο Μάνος Ελευθερίου γράφει για την δολοφονία της Ελένης Παπαδάκη.
http://www.poiein.gr/archives/28498/index.html

Δευτέρα, 12 Δεκεμβρίου 2016

Το Χρονικό του Δεκέμβρη Γ' (από 12-17 Δεκεμβρίου.)


Τρίτη, 12 Δεκεμβρίου 1944. Αθηνάς, Ομόνοια, Χαυτεία, όλα ρημαδιό.

Σωκράτους και Σοφοκλέους.

Ξεκίνησε η μέρα με σφοδρό βομβαρδισμό του ΕΛΑΣ στο κέντρο. Πέσαν οβίδες στο Κινγκ Τζωρτζ και στο Μετοχικό Ταμείο Στρατού, που ήταν το στρατηγείο του Σκόμπη. Και στην Ομόνοια, και στην Κλαυθμώνος. Στην Μεγάλη Βρετανία μαζεύονται όλοι οι επώνυμοι των Αθηνών, ο Σκόμπη με τους αξιωματικούς του, ο Παπανδρέου με τους υπουργούς του, ο Έβερτ με τους αστυνομικούς του, διάφοροι των Βορείων Πραστείων, κάτι άγγλοι και αμερικάνοι μεγιστάνες του Πετρελαίου, δημοσιογράφοι, κυρίες αγαθοεργές της YMCA, μέχρι και ο Ποπώφ με τους συντρόφους του, που τρώνε εκεί, και τις ανήσυχες νύχτες δεν γυρίζουν στην πρεσβεία, κοιμώνται κιόλας στην μεγάλη Βρετανία.
Πιάσανε οι άγγλοι ότι διαθέσιμες είχανε και οχυρώσανε κτίρια, στον Παρνασό στην Πλατεία Καρύτση, στην πανεπιστημίου, στην Κλαυθμώνος, στο Μοναστηράκι. Να κρατήσουν ανοιχτή την δίοδο Σύνταγμα-Ομόνοια. Πολεμούσαν από την Εθνική με τους ελασίτες απέναντι, στο Δημαρχείο. Το απόγεμα, οι αλεξιπτωτιστές μαζί με τανκς προσπάθησαν να πάρουν την Βαρβάκειο, επί της Αθηνάς. Που είναι η Αγορά, τότε στέγαζε την Σχολή την Βαρβάκειο.
Να πως γινόταν η μάχη: κατεβαίναν οι άγγλοι την Ευριπίδου και την Σοφοκλέους, μπροστά τα τανκς, από πίσω οι αλεξιπτωτιστές. Ρίχναν τα τανκς με τα πολυβόλα, και κανονιές, όπου έβρισκαν αντίσταση. Από πίσω έμπαιναν οι αλεξιπτωτιστές να ξεκαθαρίσουν ότι είχε μείνει. Όμως οι ελασίτες έφευγαν πριν τα τανκς, άνοιγαν τρύπες στους τοίχους και περνούσαν από σπίτι σε σπίτι. Και είτε υποχωρούσαν, είτε έβγαιναν στις πλάτες των άγγλων και τους έριχναν ξανά. Γιατί δεν είχαν μέσο να καταστρέψουν τα τανκς. Κι' έγιναν όλα τα γύρω στενά ερείπια και μπάζα και πεθαμένοι.
***
Εντωμεταξύ, στην Αμερική, στην Φιλαδέλφεια συγκεκριμένα, μία εφημερίδα δημοσίευσε ένα άρθρο, που έβγαζε τις στενές σχέσεις του Τσώρτσιλ με την τράπεζα Χάμπρο. Που η Χάμπρο (μία τράπεζα ήταν) είχε δώσει δάνεια στην Ελλάδα προκατοχικώς, με επιτόκια καθορισμένα σε χρυσό, που έφτασαν στα 16%. Και το ΕΑΜ ήθελε να τα κουρέψει. Κι' έλεγε το άρθρο πως η σφαγή στο Σύνταγμα έγινε για να μην κουρευτούν τα επιτόκια της Χάμπρο, η οποία είχε βοηθήσει τον Τσώρτσιλ όταν μπατίρησε, το 1912. Ο εν λόγω δημοσιογράφος τα παραφούσκωνε, νομίζω. Γιατί στο χάλι που βρισκόταν, η Ελλάδα δεν μπορούσε να αποπληρώσει τα δάνειά της, έτσι και αλλιώς. Και επιπλέον το διακύβευμα ήταν ο έλεγχος της Ανατολικής Μεσογείου, όχι οι ηθικές υποχρεώσεις του Τσώρτσιλ. Αλλά δεν ήταν μόνο οι αμερικάνοι, και το BBC κάρφωνε τον Τσώρτσιλ για την πολιτική του στην Ελλάδα. Πολλοί ξένοι δημοσιογράφοι κρατούσαν επαφές με την εαμική πλευρά, μέσω ανέργων ελλήνων συναδέλφων τους. Πράγμα που τσάντιζε απίστευτα τους άγγλους, μέχρι που απέλασαν κάποιον ελληνοαμερικανό δημοσιογράφο, κάποιον Πούλος. Και να μην πω τι πήρε, ο Πούλος, που έγραφε ότι του λέγαν οι εαμίτες.
***
Έκανε ο ΕΛΑΣ στρατολόγηση για τον Λόχο Μπάιρον, σ' ένα σχολείο, Φωκίωνος Νέγρη και Λήμνου. Είχαν βγάλει τα χωνιά, μαζεύτηκε κόσμος. Ήτανε και η Ζωρζ Σαρρή εκεί. Ακούστηκε ένας συριγμός, και μετά σείστηκε η γη. Ακολούθησε η παραφροσύνη. Ανάμεσα στα πτώματα, μία κοπέλλα κράταγε το πόδι της, που κρεμόταν από μία λουρίδα κρέας. Μιας άλλης είχε πολτοποιηθεί το χέρι. Ο Αξελός είχε πανικοβληθεί, ήθελε να βγεί έξω, που τώρα το αεροπλάνο πολυβολούσε τον δρόμο. Τον συγκράτησε ο Μάνος Ζαχαρίας, σε λίγο θα γινόταν καπετάνιος του Λόχου Μπάιρον, και πολύ αργότερα σκηνοθέτης. Η Σαρρή είχε τραυματιστεί, αλλά έψαχνε το παλτό της, που ήταν γεμάτο αίματα.
***
Ο σταθμός διοίκησης του Α' Σώματος του ΕΛΑΣ είναι στον Λόφο Σκουζέ. Εκεί είναι ο Νέστορας με τον Πυριόχο και παίρνουν αναφορές από τις μονάδες. Επίσης είναι και ο Ζεύγος εκεί, και λέει μπούρδες. Να βάλουμε φωτιά να τους κάψουμε, αφού δεν έχουμε πυροβολικό. Ο Νέστορας προσπαθεί να του εξηγήσει πως πρώτον η Αθήνα είναι χτισμένη με πέτρες και δεν παίρνει φωτιά, και δεύτερον δεν έχουν βενζίνη. Είναι και ο Μπαρτζιώτας εκεί. Πάνε στο τηλεφωνείο της διοίκησης, σ' ένα διπλανό σπίτι. Λειτουργούν τα τηλέφωνα. Οι τεχνικοί της Τηλεφωνικής -δεν υπήρχε ακόμα ΟΤΕ- είχαν καταφέρει να κρατήσουν τις συνδέσεις στις εαμοκρατούμενες περιοχές, και να κόψουν τις άλλες. Αλλά τους έχουν καρφώσει, διάφοροι βαθμοφόροι ελασίτες πηγαινοέρχονταν στην διοίκηση κάθε μέρα. Και τους χτυπάνε με όλμους. Βάζουν μία ανεμόσκαλα, περνάνε στο διπλανό σπίτι. Ένας γέρος από μίαν αυλή βγαίνει και τους βρίζει σκαιά. Ο ελασίτης που τους φυλάει σηκώνει το αυτόματο. Τον σταματάει ο Νέστορας. Ο γέρος συνεχίζει να βρίζει...
***
Πήγε ο Πορφυρογένης στο ραντεβού με τον Σκόμπη. Ο Σκόμπη ζήτησε ξανά τα ίδια, τον αφοπλισμό του ΕΛΑΣ. Άλλη συζήτηση, δεν έγινε. Έβγαλε αργότερα ανακοίνωση ο ΕΛΑΣ, κι' έλεγε πως με τελεσίγραφα δεν γίνεται τίποτα, και πως ο Σκόμπη περί του αφοπλισμού των δοσιλόγων και τα τοιαύτα, δεν έκανε κουβέντα.

Πηγές

Χαραλαμπίδης, σελ.159-162, 168-171, 173-174, 220. Κωτσάκης, σελ. 131-133.

Τετάρτη, 13 Δεκεμβρίου 1944. Πυροτεχνήματα στα Παραπήγματα, πως βάφονται αυγά χριστουγεννιάτικα, και η εγγλέζικη υπεροπλία.

Λίγη εγγλέζικη υπεροπλία στο κέντρον του Άστεως, Ιανουάριος 1945.

Νύχτα έφυγε ένα κομβόι φορτηγά με συνοδεία τεθωρακισμένα να φορτώσει πυρομαχικά από του Ρουφ, γιατί εκεί τα απειλούσε ο ΕΛΑΣ, πήγε, φόρτωσε και γύρισε στα Παραπήγματα. Που ήταν η έδρα των αγγλικών τανκς και του πυροβολικού, και άλλων μονάδων. Και έπιανε τον χώρο από το άγαλμα του Βενιζέλου, μέχρι το Μέγαρο Μουσικής και ως την αμερικάνικη πρεσβεία. Μόλις είχαν περάσει την πύλη του στρατοπέδου, και σταμάτησαν να ξεφορτώσουν.
Τότε άρχισε και η επίθεση του ΕΛΑΣ. Που είχαν περάσει την Αλεξάνδρας στο ύψος του Άγιου Σάββα, πέρασαν από πίσω από το γήπεδο του Παναθηναϊκού, συνέχισαν από την πλαγιά του Λυκαβηττού, και προσέγγισαν την μάντρα του στρατόπεδου από την σημερινή οδό Δεινοκράτους. Ανατίναξαν τη μάντρα, και κάποια τμήματα πέρασαν μέσα στο στρατόπεδο. Οι άγγλοι αιφνιδιάστηκαν, αλλά τελικώς οργάνωσαν την άμυνά τους πιο μέσα. Μετά από λίγο ανατινάχτηκαν οι αποθήκες καυσίμων. Πύρινη κόλαση, και στις γύρω πολυκατοικίες σκοτάδι. Τις είχε πιάσει ο ΕΛΑΣ και έριχναν. Ήρθαν σε λίγο τα αεροπλάνα, έριξαν φωτοβολίδες με αλεξίπτωτα, φωτίστηκε το βουνό λες κι' ήταν Ανάσταση. Μια ελασίτισα που κατέβαινε γλύστρησε, έσκασε μια χειροβομβίδα που κράταγε στα χέρια της, την έκανε κομμάτια. Μετά ανατινάχτηκε κι΄ ένα φορτηγό πυρομαχικά, πυροτέχνημα, στρακαστρούκες...
Όταν ξημέρωσε, ήρθαν και πολυβολούσαν άλλα αεροπλάνα. Τα τανκς έριχναν στις πολυκατοικίες που κράταγαν οι ελασίτες, και μετά βγήκε και το πεζικό να τους διώξει. Και απώθησαν τον ΕΛΑΣ προς τον Παναθηναϊκό. Οπότε στης Έλενας πέσανε σ' ένα τάγμα Εθνοφυλακής, και ντουφεκόντουσαν και μ' αυτούς. Εκεί πάνω κατέφθασε και η Ορεινή Ταξιαρχία από το Γουδί. Είχε κάνει και εκεί επίθεση αντιπερισπασμού ο ΕΛΑΣ, αλλά απέτυχε να τους καθηλώσει. Οποτε ήρθαν να βοηθήσουν. Και άρχισαν να πολεμιώνται όλοι μαζί γύρω από την Πλατεία Μαβίλη κι' από πάνω, Ανάστα ο Κύριος. Στο τέλος ο ΕΛΑΣ υποχώρησε προς τους Αμπελόκηπους. Μαζί με καμιά εκατοστή εγγλέζους αιχμαλώτους. Μπορεί και να εκτέλεσαν και τρεις, τους βρήκαν την επομένη, τους είχαν πάρει και τις στολές τους. Έτσι είπαν οι άγγλοι. Η Εθνοφυλακή πέρασε την Αλεξάνδρας, και οχύρωσε τις προσφυγικές πολυκατοικίες.
Τζίφος η επίθεση. Που ήταν η πρώτη επιθετική επιχείρηση του ΕΛΑΣ κατά των άγγλων. Και σκοπό είχε να διασπάσει την αμυντική τους διάταξη, και να τους απομονώσει από τις κυβερνητικές δυνάμεις στο Γουδί, ώστε να μην αλληλοϋποστηρίζονται. Και πέτυχε το αντίθετο, δηλαδή να κοπεί το δικό της μέτωπο από Πατησίων, Αλεξάνδρας, Βασιλίσσης Σοφίας, Καλλιρρόης, στα δύο. Άνευ λόγου. Διότι εξαρχής δεν είχε ούτε τα μέσα ούτε τον χρόνο για να πετύχει, η επίθεση εκείνη στα Παραπήγματα.
Σκοτωθήκαν καμιά εικοσαριά εγγλέζοι. Καθόταν ένας δικός τους κι' έβλεπε τα πτώματα καρβουνιασμένα από την πυρκαγιά, κι' έλεγε που περάσαν όλη την έρημο στη Βόρειο Αφρική κι' όλη την Ιταλία, για νάρθουν εδώ να σκοτωθούν έτσι τζάμπα.
***
Αλλά ακόμα κι' αν τα έπαιρνε τα Παραπήγματα, ο ΕΛΑΣ, δεν θάχε τι να τα κάνει. είχαν αρχίσει να φτάνουν και εγγλέζικες ενισχύσεις, μιλιούνια. Ξινίσανε λίγο οι αμερικάνοι στρατάρχες, που θέλανε να ετοιμάσουν την επίθεση κατά των γερμανών στην βόρειο Ιταλία. Αλλά τελικά δώσανε το ελεύθερο στους άγγλους, με υποσχετική, τον Μάρτιο να έχουν ξεμπερδέψει με τα θέματα στην Ελλάδα, και να είναι πίσω έτοιμοι. Όπερ και εγένετο.
Εντωμεταξύ, στην Αθήνα είχαν φτάσει ο υποστράτηγος Χωκράιτ και ο ταξίαρχος Μάννερινγκ, κι' ένα επιτελείο επιτηδειότατο περί τα πολεμικά, δοκιμασμένοι όλοι στο μέτωπο της Ιταλίας, με μεγάλες επιτυχίες. Διότι ο Σκόμπη ήταν πιο πολύ πολιτικός παρά καραβανάς, και τάχε κάνει μαντάρα, τα στρατιωτικά θέματα. Στο εξής, κουμάντο στις βρετανικές και κυβερνητικές ένοπλες δυνάμεις θα έκαναν αυτοί. Αλλά για να σώσουν τα προσχήματα, κράτησαν τον Σκόμπη στη θέση του.
***
Στο αεροδρόμιο του Ελληνικού, τα αεροπλάνα δεν προλάβαιναν να ξεφορτώνουν. Ήταν και μια ουρά καμιόνια που περίμενε, έφευγε, φόρτωνε, πήγαινε πάρα πέρα να ξεφορτώσει, ξανακαθόταν στην ουρά. Εντωμεταξύ φόρτωνε το επόμενο, και ούτω καθεξής. Κάναν απόβαση και στο Φάληρο. Έτσι που όλη η ακτή από τον Άγιο Κοσμά ως το Νέο Φάληρο, γέμισε στρατά. Από τις δώδεκα του μηνός είχε αρχίσει να καταφθάνει μία ινδική μεραχία με πυροβολικό, και τρεις εγγλέζικες ταξιαρχίες. Και μέχρι τις δεκαοχτώ θα έρχονταν κι' άλλη μία μεραρχία ινδοί και άλλη μία άγγλοι. Ήρθε κι' ένα σύνταγμα τανκς από την Πελοπόννησο. Κι' άλλα δύο σμήνη αεροπλάνα, ένα σπιτφάιρ κι' ένα μπωφάιτερ. Έτσι που να φτάσουν όλοι μαζί στις 80-90.000 στρατό, με πυροβολικό, καμιά εξηνταριά αεροπλάνα, κι' εκατό τανκς. Χώρια η Ορεινή, και όλα τα άλλα κυβερνητικά στρατά, χίτες, ταγματασφαλίτες, χωροφύλακες, αστυνόμοι, κάποιες τάξεις που επιστρατεύτηκαν, όλοι μαζί γίναν Εθνοφυλακή, σύνολο άλλες 10.000. Χώρια και τα εγγλέζικα αντιτορπιλλικά και οι κορβέτες, που είχαν στο βεληνεκές των πυροβόλων τους Αθήνα και Πειραιά.
***
Ο ΕΛΑΣ είχε στην Αθήνα, Πειραιά και περίχωρα σύνολο 17-18.000 στρατό, καθημαγμένο και εξουθενωμένο, χωρίς αντιαρματικά, ούτε αντιαεροπορικά, με ελάχιστα πυροβόλα και όλμους. Σ' αυτούς περιλαμβάνονταν εκείνοι που είχαν ήδη έρθει ενισχύσεις από την Πελοπόννησο, την Στερεά και την Εύβοια.  Άλλες ενισχύσεις δεν περίμενε, γιατί ο κύριος όγκος του ΕΛΑΣ -άλλοι 80.000 αντάρτες πες- πολεμούσε με τον Άρη τον ΕΔΕΣ στην Ήπειρο, ή ήταν σκορπισμένος ανά την Ελλάδα. Που και να ερχόταν στην Αθήνα, εδώ που τα λέμε, θα είχε συντριβεί από την αεροπορία πριν ακόμα φτάσει. Η υπεροπλία των άγγλων ήταν συντριπτική.
***
Έβγαλε η Κεντρική Επιτροπή του ΕΛΑΣ -δηλαδή ο Σιάντος- μία προκήρυξη, την μοίρασαν στον ηρωικό λαό της Αθήνας, στους αδάμαστους αντάρτες. Έλεγε που σφάζουν, που σκοτώνουν, που πολυβολίζουν, που σφάζουν, που βομβαρδίζουν, που ΞΕΠΕΡΝΟΥΝ ΤΑ ΟΡΓΙΑ ΤΩΝ ΧΙΤΛΕΡΙΚΩΝ, που αγωνιζόμαστε ΓΙΑ ΤΗΝ ΛΕΥΤΕΡΙΑ ΚΑΙ ΤΗΝ ΑΝΕΞΑΡΤΗΣΙΑ ΜΑΣ, είπε και τι δεν είπε. Το κερασάκι όμως ήταν που "έξω από το κέντρο επικρατούμε ΠΑΝΤΟΥ ΑΠΟΛΥΤΑ," και που "Μοναδικές δυνάμεις του εχθρού είναι τα τανκς και τα αεροπλάνα," και που "Αυτά ΜΠΟΡΟΥΝ ΚΑΙ ΠΡΕΠΕΙ να αχρηστευθούν."  Γι' αυτό, προέτρεπε η Κεντρική Επιτροπή, δηλαδή ο Σιάντος: "Γεμίστε την Αθήνα και τον Πειραιά με οδοφράγματα."
***
Ευτυχώς που έρχονταν Χριστούγεννα. Διότι αν ερχόταν Πάσχα, ο Σιάντος θα προέτρεπε "Βάψτε αυγά με κλανιές."

Χαραλαμπίδης, σελ. 176-181. Κωτσάκης, σελ. 146.
Και μία πηγή στα αγγλικά:
http://ww2talk.com/index.php?threads/331-armoured-brigade-company-rasc-greece-december-1944.52743

Πέμπτη, 14 Δεκεμβρίου 1944. Πέφτει το λιμάνι.




Την νύχτα, επίθεση του ΕΛΑΣ σε Μοσχάτο και Φάληρο. Μεγάλες απώλειες των αγγλικών στρατευμάτων. Περίπου 120 άγγλοι και ινδοί πιάνονται αιχμάλωτοι. Οι Γκούρκας απωθούν τον ΕΛΑΣ στην Καστέλα, και αποκόπτουν την Πειραική. Το Δελτίον του Α' Σώματος αναφέρει: "Υπολογιζόμενες δυνάμεις στον Πειραιά 1000 περίπου αραπάδες, άγγλοι και νάννοι." Αναφορές για λεηλασίες και βιασμούς. Ο ΕΛΑΣ εγκαταλείπει το λιμάνι του Πειραιά. Την ίδια μέρα, τέσσερα πλοία αποβιβάζουν εκεί αγγλικά στρατεύματα.
Στην φωτό, ινδοί στην Ακρόπολη, Δεκέμβρης 1944. Και προπαγανδιστική αφίσα του ΕΑΜ, σε μία εποχή που ο εχθρός πολεμιόταν είτε με σφαίρες, είτε με απίστευτα παιδική αφέλεια.


Πηγές


Κωτσάκης, σελ 140-141.


Παρασκευή, 15 Φεβρουαρίου. Το τηλεγράφημα και η πινέζα.
 Στάλιν και Δημητρώφ
'Εστειλαν από τη Σόφια τηλεγράφημα στην Αθήνα. "O παππούς συμβουλεύει ο αγώνας να συνεχιστεί. Εμείς κάνουμε κάθε τι το δυνατό. Σπυριδόνοφ." Όπου ο παππούς ήταν ο γίγας στους γίγαντες, ο Γκεόργκι Δημητρόφ, ο βούλγαρος κομμουνιστής που ξεφτίλισε τους ναζί στην δίκη της πυρκαγιάς του Ράιχσταγκ, από τους πλησιέστερους συνεργάτες και φίλους Στάλιν.
Δύο μέρες μετά ο Σιάντος έστειλε ευχαριστήριο τηλεγράφημα στον Δημητρώφ, πάλι μέσω Σόφιας. Την ίδια μέρα ήρθε κι' άλλο τηλεφώνημα από την Σόφια, που ξεκαθάριζε "Δίνοντας τη συμβουλή του ο παππούς τονίζει ταυτόχρονα ότι στην παρούσα στιγμή είναι αδύνατη η εξωτερική βοήθεια. Να το έχετε υπόψη στη λήψη των αποφάσεών σας. Με τις καλύτερες ευχές. Σπυριδόνοφ." Όπου ο Σπυριδόνοφ ήταν ψευδώνυμο του νούμερο ένα του Κομμουνιστικού Κόμματος της Βουλγαρίας, και δεξί χέρι του Δημητρόφ. Του  Τράικο Κοστόφ.
Όλα αυτά τα μηνύματα μέσω ασυρμάτου, που δεν δούλευε συχνά, και άλλαζε θέσεις να μην εντοπιστεί.
Οπότε σου λέει ο Σιάντος για να το λέει ο παππούς, το λέει ο Στάλιν. Που μπορεί νάταν κι' έτσι. Αλλά μπορεί και να μην ήταν. Αλλά όπως τάβλεπε ο Σιάντος, τα δύο εκείνα μηνύματα ήταν μαζί διαταγή, ενθάρρυνση και υπόσχεση. Προχωρήστε εσείς, και βλέπουμε μετά, κάτι θα γίνει.
***
Διότι ουδέποτε τους είπανε οι σοβιετικοί του Σιάντου, του Ιωαννίδη, του Μπαρτζιώτα, περί της συμφωνίας των ποσοστών, που την Ελλάδα την περάσανε στην αγγλική σφαίρα επιρροής. Κι' όταν του είπε ο Αγγελόπουλος -ο εαμικός υπουργός στην κυβέρνηση Παπανδρέου- του Σιάντου πως μας έχουν εκχηρήσει στους εγγλέζους, του λέει αυτός πως "Μην τα πιστεύεις αυτά Άγγελε. Αυτά τα διαδίδουν οι Άγγλοι για να μας επηρεάζουν. Δεν είναι δυνατόν οι Ρώσοι να παραχωρήσουν, δίχως να το ξέρουμε, την Ελλάδα στους Άγγλους. Αν υπήρχε μια τέτοια συμφωνία θα είχα ενημερωθεί…"
***
Θυμήθηκα το ανέκδοτο με την πινέζα. Φωνάζει ο Στάλιν τους γενικούς γραμματείς των Κ.Κ από όλη την Ευρώπη σε σύσκεψη. Και βάζει στην καρέκλα του καθενός μια πινέζα να δει πως θα αντιδράσουν. Κάθεται ο Τορέζ, του μπαίνει η πινέζα, την βγάζει διακριτικά, την πετάει σαν να μην έγινε τίποτα. Κάθεται ο Τολιάτι, την βγάζει μορφάζοντας, κοιτάει στραβά τον Στάλιν, δεν πάει άλλο μ' αυτόν, λέει. Κάθεται και ο Ζαχαριάδης, βγάζει την πινέζα, την κοιτάει. Για να την βάλει ο σύντροφος Στάλιν, σκέφτεται, κάτι θα ξέρει. Και την ξαναβάζει στον κώλο του.


Σημειώσεις

Για  τον Γκεόργκι Δημητρώφ:

Για τον Τράικο Κοστώφ: https://en.wikipedia.org/wiki/Traicho_Kostov_Djunev

Και τέσσερα άρθρα με διαφορετική προσέγγιση για την απόφαση του ΚΚΕ και του ΕΑΜ να συγκρουστεί στα Δεκεμβριανά, τις απόψεις του Στάλιν και του Δημητρόφ πάνω στο ζήτημα της σύγκρουσης και του Εμφυλίου, και με αναφορές στο τηλεγράφημα της 14ης Δεκεμβρίου 1944:

Και η άποψη του Ριζοσπάστη, που ουσιαστικά αθωώνει τον Δημητρώφ:
http://www.rizospastis.gr/story.do?id=3678537


Σάββατο, 16 Δεκεμβρίου 1944. Πασχαλιές μέσα από την νεκρή γή.

Συγκροτήσανε πέντε τάγματα Εθνοφυλακής, φωνάξανε τις κλάσεις 32-39. Τους ρίξανε αμέσως στη μάχη, οι περισσότεροι  ήταν του Αλβανικού, να ξεκουράσουν τους εγγλέζους. Εντωμεταξύ, το κέντρο, Εξάρχεια, Ομόνοια, Αθηνάς, Μοναστηράκι, να γίνεται το σώσε.
***
Εκείνες τις μέρες βρήκε και πέθανε κι' η γιαγιά
Να την πάνε στο νεκροταφείο να την θάψουν, ούτε γι' αστείο. Με τα πολλά, βρήκανε ένα καρότσι. Την φορτώσαν έτσι, χωρίς φέρετρο, χωρίς τίποτα. Και φύγανε κι' οι τρεις μαζί, ο Βασίλης ο Νικολαΐδης, ο μπαμπάς, με τον Νίκο και τον Τάκη, τ' αγόρια.
Και στο δρόμο κάθε τρεις και λίγο κρακρακρακρακρα τα πολυβόλα από πάνω τον Λυκαβηττό, και σβιν! σβιν! σβιν! οι σφαίρες, αφήναν το καρότσι, πέφτανε μπρούμυτα αυτοί, είδαν και πάθανε μέχρι να φτάσουν στον Άγιο Νικόλαο, χαμηλά Ασκληπιού, προς Σίνα. Εκεί τους θάβαν, στα Δεκεμβριανά, απ' όλη την περιοχή. Στον περίβολο.
Και μετά από ένα μήνα δύο, την είδαν τη γιαγιά στις εφημερίδες. Όταν τους ξεθάψαν και τους βγάζανε φωτογραφίες, ως σφαγιασθείσα υπό των κομμουνιστών.
***
Ήταν ο θάνατος βαρετός σαν ραντεβού που άργησε. Και ρώταγε ο στημένος τον χωροφύλακα, μες τη μέση του δρόμου, τι ώρα είναι. Κι' ο άλλος κοιμήθηκε στα σκαλοπάτια, βαρέθηκε να περιμένει. Κι' ο άλλος μπροστά στο ράφτη, εκεί που τον περίμενε για πρόβα. Κι' ο άλλος με χυμένα άντερα, χτύπαγε το χέρι του στο γόνατο, κι' έλεγε "πω ρε τι έπαθα! Τώρα θα πεθάνω." Και πέθαινε, λες κι' είχε ξεχάσει το σακάκι του στο καφενείο, και τώρα θα του κλέβαν και το σακάκι και το πορτοφόλι μαζί. Κι' άλλοι τρέχανε στα χαλάσματα, σπίτια σαν κρανία ξεδοντιασμένα.
***
Κι' ήταν χωματόδρομοι με λακκούβες, καθρεφτιζόταν ο ουρανός στο νερό της βροχής, και μπηγμένες ράγες του σιδηροδρόμου, προσεχώς πασχαλιές μέσα από τη νεκρή γη.







Πηγές: Χαραλαμπίδης, σελ. 188, και οικογενειακές μαρτυρίες στα χριστουγεννιάτικα τραπέζια. Η μαρτυρία του ετοιμοθάνατου με τα χυμένα άντερα, του Παντελή Καλιότσου, στην εκπομπή για τα Δεκεμβριανά της ΝΕΤ (Η Μηχανή του χρόνου), εδώ, στο 31:39.

Φωτό του Ντμίτρι Κέσσελ.

Το τραγούδι: Πασχαλιές μέσα από τη νεκρή γη, Το κομπολογάκι. Διασκευή του Μάνου Χατζιδάκι στο "Φτωχό κομπολογάκι μου" του Γιώργου Μητσάκη.

https://www.youtube.com/watch?v=3ddP8lfclWU&spfreload=10

Κυριακή, 17 Δεκεμβρίου 1844. Ως τον Άγιο Σώστη.


 Η Λεωφόρος Συγγρού, στο ύψος του Αη Σώστη, το 1945.

Ο Αρκράιτ, ο νέος διοικητής, έστησε το επιτελείο του στο Μιραμάρε, στον Φλοίσβο, το οποίο έγινε τελικώς Κάρλτον, και το κατεδαφίσανε το 1962. Εκεί εκπονήσανε ένα σχέδιο επιχειρήσεως ως εξής: θα πηγαίναν μπροστά οι άγγλοι, θα καταλάμβαναν πρώτα μία περιοχή, και μετά θα την απέκλειαν ώστε να μην μπαινοβγαίνει ο ΕΛΑΣ. Ύστερα, θα την έψαχναν σπίτι σπίτι. Και στο τέλος, θα την παρέδιδαν στους χωροφύλακες, να την φυλάνε. Τότε και μόνο θα άρχιζε η διανομή τροφίμων στους κατοίκους. Κι' αυτοί θα προχωρούσαν, τα ίδια στην επόμενη περιοχή.
Οι επιχειρήσεις άρχισαν αργά την νύχτα της 17 Δεκεμβρίου. Ξεκίνησαν δύο τάγματα από το Δέλτα, στον Ιππόδρομο, και ανέβηκαν την Συγγρού. Χωρίς αντίσταση καμιά, μέσα στο σκοτάδι. Σε λίγες ώρες είχαν φτάσει στον Άγιο Σώστη, δύο χιλιόμετρα από του Μακρυγιάννη και τις Στήλες του Ολυμπίου Διός. Δηλαδή δυό βήματα από τα όρια της Σκομπίας.

Στην φωτό: Η Συγγρού, στο ύψος του ΦΙΞ, το 1945.


Πηγές: Χαραλαμπίδης, σελ. 189-190