Τρίτη, 17 Μαρτίου 2020

Ο κύριος Μανώλης.






(Στους δικηγόρους που τραγουδάνε τις νύχτες.)

Με πήρε η θεία μου η Ελένη τηλέφωνο, και μου είπε πως είπε στον κύριο Μανώλη Π. πως αυτός που πήρε το βραβείο της Κέρκυρας, που έλεγε την Σανταρόζα, ε λοιπόν, ήταν ο ανηψιός της, ο γιός του Νίκου -εγώ είμαι αυτός ο ανηψιός- και πως είχα σπουδάσει νομικά, και δεν παρέλειψε μάλιστα να του πει πως είχα αριστεύσει στις πτυχιακές, στο Αστικό είχα πάρει 10/10. Και πως ήθελα να γίνω δικηγόρος, κι' αν ενδιαφερόταν να με πάρει ασκούμενο στο γραφείο του. Ενδιαφερόταν για το μέλλον μου, η θεία μου η Ελένη. Και ο κύριος Μανώλης είπε ναι, πολύ ευχαρίστως, και ήθελε κι' αυτός πολύ να με γνωρίσει, και να πάμε σπίτι του κανά απόγευμα που θάχα εξόδου.
-Ήμασταν πολύ φίλοι από προπολεμικώς με την γυναίκα του, την Αλίκη, έμενε από τότε  στου Γκύζη αυτή. Και μετά ήμασταν μαζί στο ΕΑΜ.
-Ήσουνα κι' εσύ στο ΕΑΜ, θεία; ρώτησα.
-Πως δεν ήμουνα, δεν ήμουνα στην Αλληλεγγύη; Κι' εγώ, κι' ο πατέρας σου, κι' ο θειός σου ο Τάκης, κι' η Αλίκη και ο Μανώλης! Γκύζη και Νεάπολη, μια γειτονιά ήμασταν τότε, τι νομίζεις!
-Και τι έκανες στην Αλληλεγγύη; ρώτησα ξανά.
-Δεν έκανα μαθήματα γαλλικών στα παιδάκια; Και παραστάσεις κάναμε, και θέατρο, και κουκλοθέατρο, ένα σωρό πράγματα! ξανάπε εμφατικά η θεία μου.
Μιλάμε τώρα για το καλοκαίρι του 1982, που ήταν ο Αντρέας πρωθυπουργός και αναγνώρισε την Εθνική Αντίσταση, κι' ήταν -κατά την θεία Ελένη- όλη η οικογένεια πασόκοι και αντιστασιακοί επί Κατοχής. Επί ένα τρίμηνο δηλαδή, από την Απελευθέρωση ίσαμε που άρχισαν τα Δεκεμβριανά.
Εντάξει, να πάμε θεία, είπα. Όχι πως είχα καμιά σκορδοκαΐλα ν' αρχίσω την άσκηση. Της τόπα δηλαδή πιο πολύ για να μην την απογοητεύσω. Διότι με την Κέρκυρα τους είχα κάνει οικογενειακώς πολύ περήφανους, και όπου βρίσκονταν και όπου στέκονταν μιλάγανε για εμένα. Με μοστράρανε παντού, σε φίλους και γνωστούς, λες και πήραμε μαζί το βραβείο. Κι' εγώ δεν ήθελα να νομίζουν πως καβάλησα το καλάμι με την επιτυχία μου αυτή στην Κέρκυρα, ήμουν σεμνό παιδί, και επομένως δεν μπορούσα να αρνηθώ την πρόσκληση του Μανώλη. Που θα πρόσθετε στο ευυπόληπτο σόι των Γιοκουσκουμτζόγλου μερικά επιπλέον γραμμάρια οικογενειακής υπερηφάνειας. Αυτή θα ήταν η πρώτη και τελευταία μου φορά που θα τους έκανα περήφανους, άλλωστε. Αυτή ήταν η μοναδική μου ευκαιρία. Οπότε το κανονίσαμε για την ερχόμενη Παρασκευή απόγευμα, που θάχα εξόδου παρασκευοσάββατο.
-Μόνο θεία, της λέω, "κατά τις οκτώ εγώ θα φύγω, γιατί έχει ματς." Είχε το Μουντιάλ εκείνες τις μέρες.
Τέλος πάντων, να μην μακρηγορώ, πήγαμε την Παρασκευή κατά τα συμφωνηθέντα, στις έξι. Στου Γκύζη μένανε, όπως προανέφερα. Η θεία μου τους πήρε και παγωτό κασάτο που θα πηγαίναμε επίσκεψη. Χτυπάμε το κουδούνι, παίρνουμε το ασανσέρ, ανεβαίνουμε στο ρετιρέ, ανοίγει η κυρία Αλίκη, αγκαλιές, φιλιά, γειάσααας, τι γίνεστεεεε, χρόνια και ζαμάνιαααα, τα γνωστά. Ο Μανώλης ήταν στο γραφείο ακόμη, αλλά οσονούπω θα γύριζε. Κάτσαμε στην βεράντα, ήπιαμε καφέ, είπαμε για την Κέρκυρα που πήρα το βραβείο, είπαμε για τον Αντρέα, είπαμε για το Εσωτερικό που ήμουνα στον Ρήγα εγώ ως φοιτητής, μετά ήπιαμε και λεμονάδα. Από την βεράντα είχε και θέα, έβλεπα τον ήλιο να χαμηλώνει προς την Πειραϊκή, γαλαζόγκριζη πίσω από τις πολυκατοικίες, τυλιγμένη στα πορτοκαλλί και τα ροζ της πέπλα, που μου θυμίζουν τόσο βαθύτατα και συγκινητικά κείνο το τραγούδι του Χιώτη, πολύ γνωστό, τα Ηλιοβασιλέματα, με την Μαίρη Λίντα. Διότι αυτό το τραγούδι το θυμάμαι από πολύ μικρός, πριν πάω σχολείο. Πηγαίναμε επίσκεψη στον παππού και τη γιαγιά και την θεία την Ελένη, θάχε την γιορτή της πιθανώς, γιατί ήταν ένα ζεστό απόγευμα όπως το σημερινό, και σταμάτησε ο πατέρας μου το αυτοκίνητο για να πάρει τσιγάρα στην Αλεξάνδρας, κοντά στις Φυλακές Αβέρωφ. Εκεί θα το άκουσα, θα τόπαιζε το τραντζιστοράκι του περιπτερά. Έχει μία γεύση από καραμέλλα πορτοκάλλι, αυτό το τραγούδι, και μία ευωδιά από γαρύφαλλα και τριαντάφυλλα.
Κατά τις επτάμισι, κατέφθασε -με τα πολλά- και ο Μανώλης. Δεν υπάρχει λόγος να σας κάνω μία περιγραφή του ατόμου, θα αρκεστώ να σας πω πως ήταν φτυστός ο Πάγκαλος, ο Θόδωρος. Και στη μούρη, και στα κιλά. Που ήσουνα, άργησες, του λέει η Αλίκη. Διότι ήξερε που πήγαινε στο καφενείο κι' έπαιζε πρέφα. Πάθος μεγάλο, η πρέφα και το φαΐ. Κάθιδρως, πήγε ν' αλλάξει πουκάμισο, από πίσω και η Αλίκη να του το ξεκρεμάσει από τη ντουλάπα.
Γίνανε οι συστάσεις, ήρθε και το παγωτό, το σέρβιρε σε κάτι μπωλάκια χρωματιστά, πιάσαμε την συζήτηση, μούδωσε συγχαρητήρια ο Μανώλης για την Σανταρόζα που ήταν πολύ ευρηματικό τραγούδι, κι' αυτουνού το γραφείο στη Σανταρόζα ήταν, και επίσης για την αριστεία μου στο Αστικό, κι' άρχισε να  με ρωτάει κάτι για τις εμπράγματες δικαιοπραξίες, και τις ενοχικές, και για τα συμβόλαια που γράφουμε το "πωλεί και μεταβιβάζει," γιατί το γράφουμε; Τούπα εγώ, τσάτρα πάτρα. Μπράβο, ξέρει Αστικό αυτός, είπε απευθυνόμενος στην θεία μου, αλλά κάπως συγκαταβατικά. Κι' άρχισε μετά να μου λέει για μια υπόθεση με μεταγραφές -που την κέρδισε στον Άρειο Πάγο- και κάτι νομολογίες. Να μην επεκτείνομαι και σας κουράζω μ' αυτά τα θέματα. Και μετά μου είπε πως άμα θέλω να κάνω την άσκηση μαζί του, να με δηλώσει στον Σύλλογο. Και του είπα εντάξει, αλλά από Σεπτέμβρη που θα απολυόμουνα, πιο πριν δεν γινόταν διότι υπηρετούσα σε καράβι. Και μου είπε εντάξει, θα σε δηλώσω εγώ από τώρα, κι' άμα έχω καμιάν άδεια και όρεξη να περνάω από το γραφείο να παίρνω μια ιδέα από το επάγγελμα. Κι' είπα εντάξει. Και σε λίγο είπα ότι εγώ να πηγαίνω τώρα διότι ήθελα να δω το ματς. Και πετάγεται η Αλίκη και λέει δεν καθόμαστε να το δούμε όλοι μαζί, και να παραγγείλουμε και πίτσες και καμιά μπύρα; Και είπα πάλι εντάξει. Δεν θυμάμαι ποιός έπαιζε με ποιόν, στη φάση των ομίλων ήταν. Το ματς δεν το φχαριστήθηκα, μίλαγε η Αλίκη με την θεία μου συνεχώς. Μετά τους καληνυχτήσαμε και φύγαμε.
Αλλά πως να πηγαίνω στο γραφείο, αυτό ήταν πρακτικώς αδύνατο. Όταν δεν έλειπα ταξίδι, είχα βάρδια ένδον. Κι' όταν δεν ήμουν ένδον, γύρναγα σπίτι μου κατά τις πέντε το απόγευμα. Πότε να φάω, πότε να κοιμηθώ λίγο, πότε να κατέβω στην Σανταρόζα; Και την άλλη μέρα ξύπναγα αξημέρωτα για να είμαι στην Σαλαμίνα στις εφτά. Δύο φορές πήγα όλες κι' όλες, που είχα άδεια. Για να κρατήσω την επαφή, που λένε. Την πρώτη, με κέρασε και τυρόπιττα. Αυτός έφαγε δύο. Την δεύτερη που πέρασα, ήταν και μία τσαπερδόνα εκεί, της είχε βάλει ένα γραφειάκι δίπλα στο δικό του.
-Να σου συστήσω την δεσποινίδα Φανή, μου είπε ο Μανώλης. Η Φανή μου έδωσε χαμογελαστή το χέρι της. "Κάνει την άσκησή της εδώ, αλλά μόλις απολυθείς να έρθεις κι' εσύ, θα τα βολέψουμε κάπως, θα σου βάλω κι' εσένα ένα γραφείο εκεί." Έτσι είπε, ο Μανώλης, και έδειξε κάπου αορίστως στον χώρο.
Έφυγα κι' εγώ, με την σιγουριά πως όλοι οι καλοί χωράνε.
Απολύθηκα στις αρχές του Σεπτέμβρη του ίδιου έτους. Εικοσιέξι μήνες είχα υπηρετήσει, και τους εικοσιτέσσερις θαλάσσια υπηρεσία. Όπως καταλαβαίνετε είχα χαρμανιάσει, τρία καλοκαίρια έβλεπα τα νησιά που ήξερα να μου γνέφουν από μακριά, την θάλασσα να με προκαλεί, τον ήλιο να μου χαμογελά, κι' εγώ τίποτα, να λιώνω μέσα σ' εκείνο το σιδερένιο τέρας που κατάπινε μαζούτ. Οπότε έφυγα αμέσως για διακοπές, πήγα Καστελόριζο, μετά στα Κουφονήσια, αλλά τι να το κάνεις, ο Σεπτέμβριος έχει μέσα του μία μελαγχολία, νυχτώνει νωρίς, κάνει ψυχρίτσα κάπως τα βράδια, και τα βράχια παίρνουν μιαν απόχρωση προς το κόκκινο, την απόχρωση του καλοκαιριού που ξεψυχάει. Επέστρεψα λοιπόν κατά τα μέσα Οκτώβρη, και μια και δυό πήγα να βρω τον Μανώλη.
-Χαίρετε, του λέω μπαίνοντας. "Ήρθα."
Με κοίταξε ανόρεχτα μ' ένα κοιμισμένο βλέμμα θολό πίσω από τις γιαλαμπούκες που του γούρλωναν τα μάτια σαν του ροφού.
-Ήρθες να κάνεις τι; είπε μετά.
-Ήρθα όπως είπαμε, απάντησα απορημένος. " Δεν μου είπατε πως μόλις απολυθώ να έρθω στο γραφείο να κάνω άσκηση;"
-Άκου να σου πω, είπε πάλι ο Μανώλης. "Να είσαι δικηγόρος και τη νύχτα να πηγαίνεις στα κέντρα να τραγουδάς, δεν γίνεται αυτά τα πράματα." Είχε μία έκφραση σα να πάτησε σκατά.
-Αυτό το ξέρατε, δεν το ξέρατε; ρώτησα απολογητικά.
-Δεν γίνονται αυτά, είπε πάλι αυτός. "Τραγουδιστής και δικηγόρος, δεν γίνεται."
Δίπλα, η Φανή έκανε πως κάτι ψάχνει σ' ένα φάκελλο και δεν άκουγε τα διαμειβόμενα.
- Εντάξει, είπα κι' εγώ, κι' έφυγα.
Τα παρεπόμενα αυτής της παράξενης μεταστροφής του Μανώλη τα μάθαμε μετά από την θεία μου την Ελένη. Η οποία τηλεφώνησε της Αλίκης για να μάθει τι είχε συμβεί με τον Μανώλη και δεν με ήθελε πια για ασκούμενο. Και βεβαίως ποιός είδε τον Θεό και δεν τον φοβήθηκε, διότι βγήκε στη φόρα η ύπαρξις της Φανής στο γραφείο, και η Αλίκη δεν γνώριζε τίποτε περί Φανής. Και όταν τόμαθε έγινε ο κακός χαμός, τούπε ή αυτή ή εγώ, αλλά αυτός δεν την έδιωχνε, μέχρι που στο τέλος του ζήτησε διαζύγιο, και πήρε την κόρη τους και πήγε στο πατρικό της. Μετά νομίζω τα ξαναβρήκανε. Αλλά δεν είμαι και σίγουρος.
Έκτοτε δεν τον ξανάδα. Μόνο μία φορά, Ιούλιος του 1987 ήτανε, είχα πάει στην Ευελπίδων να δω κάτι αποφάσεις, λιοπύρι εντωμεταξύ, να λιώνουν οι πέτρες. Που τον βλέπω τον Μανώλη να τρεκλίζει ημιλιπόθυμος και μουσκίδι στον ιδρώτα, με τα μάτια σβησμένα και θολά, σε άσκημη κατάσταση. με την τσάντα την δερμάτινη να τραμπαλίζεται πέρα δώθε από το χέρι του, πολύ γελοία να κλυδωνίζεται. Μπροστά στο κτίριο 12, κοντά στο κυλικείο. Τον χαιρέτησα, με χαιρέτησε κι' αυτός με έναν γρυλισμό, μάλλον δεν με γνώρισε. Τι διάλο, σκέφτηκα, δεν είχε κανέναν στο γραφείο να τρέχει στις αγγαρείες; Και δεν ασχολήθηκα άλλο, μετά από λίγες μέρες έφυγα για την Φολέγανδρο.
Όταν γύρισα από τις διακοπές, έμαθα τα κακά νέα. Πάει, ο Μανώλης. Κρέπαρε, δεν άντεξε στον καύσωνα εκείνου του καλοκαιριού, όπως και πολύς κόσμος. Δεν είχε τότε που να βάλουν τους πεθαμένους και τους βάζανε στα ψυγεία του ΟΣΕ. Κι' ας είχε βάλει αιρκοντίσιον στο γραφείο, από τους πρώτους είχε βάλει, με διαβεβαίωσε η θεία μου.

ΥΓ. Η δικηγορία είναι πολύ τζαναμπέτικο επάγγελμα. Απαγορεύεται να κάνεις οποιοδήποτε άλλο επάγγελμα, είτε ως μισθωτός, είτε ως ελεύθερος επαγγελματίας. Επίσης είναι ασύμβατη με την ιδιότητα του δικηγόρου κάθε δραστηριότης "απάδουσα στην αξιοπρέπεια του λειτουργήματος."  Κάποιον -τόχα ψάξει τότε το θέμα- τον είχαν διαγράψει επειδή ήταν δάσκαλος του καράτε. Μιαν άλλην, επειδή έκανε κονσομασιόν. Στην Γαλλία, σχετικά πρόσφατα, είχαν διαγράψει μιαν δικηγόρο επειδή τραγουδούσε στον δρόμο, κι' έβγαζε δίσκο. Αλλά δικαιώθηκε τελικώς. Όσο για εμένα, με κάλεσαν από τον Σύλλογο, προ ετών. Έκαναν μία βραδιά τραγουδιού όπου θα τραγουδούσαν μέλη του Συλλόγου. Ήθελαν την άδειά μου για να τραγουδήσουν την Σανταρόζα, και να με προσκαλέσουν τιμητικώς να παρευρεθώ.

Η μουζική: Ηλιοβασιλέματα, του Μανώλη Χιώτη, με την Μαίρη Λίντα.

Η ζωγραφιά: Ο κύριος Μανώλης με ζακέττα μελέτης (γραφείου.) Μολύβι, ακρυλικά, παστέλ στο τετράδιο της Φλωρεντίας.