Παρασκευή, 8 Μαρτίου 2019

Η Ευνομούμενη



 ...η Ιστορία δημιουργείται κατά τέτοιο τρόπο ώστε το τελικό αποτέλεσμα να προκύπτει από τις συγκρούσεις πολλών ατομικών θελήσεων, η καθεμιά από τις οποίες δημιουργήθηκε μέσα από μια δέσμη από διαφορετικές συνθήκες ζωής. Συνεπώς υπάρχουν αμέτρητες τεμνόμενες δυνάμεις, ένα άπειρο σύμπλεγμα παραλληλογράμμων από συνιστώσες από το οποίο προκύπτει μία συνισταμένη- το ιστορικό γεγονός. Το οποίο μπορεί με την σειρά του να ειδωθεί ως το προϊόν μιας ενιαίας δύναμης, που δρα χωρίς συνείδηση ή θέληση.
                                   Από την επιστολή του Φ. Ένγκελς στον Γ. Μπλοχ, της 21ης Σεπτεμβρίου του 1890.



(Υπόθεσις του έργου.)
Αυτή η Ευνομούμενη ήταν δηλονότι η Αγγλία, διότι εκείνη την εποχή είχε αθρώπινα δικαιώματα και ελευθερία του λόγου που οι άλλοι φοράγανε προβιές. Αυτά τα λέγανε Μπήλ οφ Ράητς, διότι τα υπόγραψε ο βασιλιάς αυτοπροσώπως που ήρθε από την Ολλανδία κι' έγινε Επανάστασις, και τον λέγανε Μπήλ, δηλονότι Γουίλιαμ ο Τρίτος της Οράγγης, και επειδή τον Γουίλιαμ χαϊδευτικώς τον λένε Μπηλ στην Αγγλία, ε, είπανε και τα αθρώπινα δικαιώματα Μπηλ προς τιμήν του. Είχανε και Κοινοβούλιο να φηφίζει νόμους, προϋπολογισμό και τα ρέστα, οπότε αυτό τιμάει τον νομικό μας πολιτισμό γενικώς. Επίσης είχανε και τον δικομματισμό, μέσα στο Κοινοβούλιο. Τουτέστιν δύο κόμματα, τους Τόρηδες και τους Γουήγκς, που τρωγόντανε σαν τα σκυλιά. Είχανε και εκλογές, αλλά μόνο οι κάποιοι κάπως κονομημένοι ψηφίζανε. Εργάτες, ακτήμονες αγρότες, γενικώς πτωχοί, δεν ψηφίζανε καθόλου, εξυπακούεται.
Oι εγγλέζοι είχανε εφεύρει και ένα άλλο πράμα, το οποίον λέγεται Ιστορικός Υλισμός. Και διότι με το που έγινε βασιλιάς ο Γουίλιαμ ο Τρίτος της Οράγγης που ήταν διαμαρτυρόμενος και τελειώσανε με τους καθολικούς τους Στιούαρτ, κουμάντο δεν κάνανε πλέον οι αριστοκράται φεουδάρχες, που είχανε τους χωριάτες και τους ξεζουμίζανε, και τρώγανε, πίνανε, παίζανε τζόγο, γαμάγανε τις χωριατοπούλες να κάνουν κέφι και να αναπαράγονται οι κολλίγοι τους, και πέρα βρέχει. Κουμάντο πλέον κάνανε οι εμπόροι, οι βιομήχανοι, οι εφοπλισταί, οι τραπεζίται και τα τοιαύτα, που ξεζουμίζανε τους εργάτες και θαλασσοπνίγανε τις ναυτικάντζες, αλλά τουλάχιστον αυτοί κάνανε Μπήλ οφ Ράητς, Κοινοβούλιο, ανάπτυξη, παραγωγή, εμπόριο, αποικίες, εισαγωγές-εξαγωγές, επιστήμη, τεχνολογία, γράμματα, τέχνας, πλούτο, πολιτισμό. Αυτούς τους εκπροσωπούσανε στο Κοινοβούλιο κυρίως οι Γουήγκς. Χωρίς βεβαίως να αγνοούνται και τα συμφέροντα της ευγενούς τάξεως των γαιοκτημόνων, διότι χωρίς γεωργία και κτηνοτροφία ούτε φαΐ θάχαν να φάνε, ούτε πρόβατα, ήγουν μαλλί, πρώτη ύλη για την βιομηχανία τους. Αυτουνούς τους εκπροσωπούσανε κάπως πιο πολύ οι Τόρηδες. Αν και δεν πρεσβεύανε διαφορετικές ιδεολογίες, αυτά τα κόμματα. Τελικώς πιο πολύ κλίκες ήταν, που παλεύανε για την εξουσία και τις προμήθειες. Κοντολογής, οι εγγλέζοι εφεύρανε τον καπιταλιζμό, και τον επιβάλανε δια του κοινοβουλεφτιζμού. Μη κοιτάτε που εγώ γαμώ την ορθογραφία για πλάκα, έτσι έχουν τα πράματα.
Και ο καπιταλιζμός-κοινοβουλευτιζμός έφτιαξε έναν στρατό πολύ μοντέρνο και επαγγελματικό και πολυάριθμο ώστε να αυτοεξυπηρετείται, και στόλους να φέρνουνε βόρτα τον κόσμο όλο. Και υπουργεία φτιάξανε, οικονομικών, εξωτερικών, αμύνης, ναυτικών, κομπλέ, και υπουργικό συμβούλιο είχανε, και κεντρική διοίκηση, και συμβούλια και επιτροπές με αρμοδιότητες επί παντός επιστητού, και περιφερειακή διοίκηση στας αποικίας, και πρέσβεις στας Ευρώπας, και επικοινωνίες, και πληροφορίες, και κατασκοπία, και κουρσάρους για τον ωκεανό, και τραπεζίτες και Χρηματιστήριο, μέχρι και Κεντρική Τράπεζα για να κόβουνε δάνεια στον κρατικό τον μηχανισμό, όλα όπως τώρα δηλαδή. Ήγουν οι αποφάσεις, πολιτικές και  της διοικήσεως δεν τις έπαιρνε άντε κουτουρού ο μονάρχης και πέντε φιόγκοι όπως παλιά. Οι αποφάσεις τις έπαιρνε μια γραφειοκρατία πολύ σπέσιαλ, πολύ δαιδαλώδης -με την καλή έννοια- και γνώμονα το Καλόν δια το Έθνος και τον Ανώτατο Άρχοντα, ήγουν για κονόμα. Διότι ναι μεν ο Γουίλιαμ ήταν Ανώτατος Άρχων, αλλά η πολιτική και η οικονομία ήτανε πλέον μια μπερδεμένη διεθνής κατάσταση, ένας συντονισμός να πούμε, πολιτικοί, υπηρεσιακοί, στρατιωτικοί, ναυτικοί, επιχειρηματίαι, ξέρανε να σκέφτονται και να αποφασίζουν και να εκτελούν, δε πα να τρώγονταν και να φατριάζονται και να βγάζει ο ένας τα μάτια τ' αλλουνού, η ομάδα πρέπει να παίζει για να κερδάει.
Εκείνη την εποχή γίνεται το έργο, οπότε η Αγγλία ήτανε Ευνομούμενη, εξού και ο τίτλος του έργου.
Εκείνη λοιπόν την εποχή έγινε στην Ευρώπη ένα μπέρδεμα με τα κληρονομικά. Κι' έγινε βασιλιάς της Ισπανίας ένας Φίλιππος, εγγονός του Λουδοβίκου του 14ου της Γαλλίας, Βουρβώνοι η δυναστεία. Που η Γαλλία ήταν υπερδύναμις. Όμως και η Ισπανία τον καιρό εκείνο ήταν ακόμα αυτοκρατορία, είχε μεν πάρει την κάτω βόρτα, πλην όμως ήταν ακόμα υπολογίσιμη, είχε δική της τη μισή Ιταλία, το Βέλγιο (που δεν το λέγαν Βέλγιο τότε), κτήσεις στην Αμερική, ισχυρό στρατό και στόλο επίσης. Κι' άμα ενωνόταν Γαλλία με Ισπανία, θα γινόταν ακόμα πιο υπερδύναμις η Γαλλοϊσπανία, και συν τω χρόνω θα τους κατάπινε όλους. Οπότε αρχίσανε τις διαβουλεύσεις, γάλλοι, άγγλοι, ισπανοί, ολλανδοί, αυστριακοί, γερμαναραίοι -που ήτανε τότε χωρισμένοι σε πολλά κρατίδια- και λοιποί ευρωπαίοι, και κάτσανε στο τραπέζι να ρυθμίσουνε το θέμα της Ισπανίας, ώστε να μην δημιουργηθεί θέμα υπερδυνάμεως. Και συζητάγανε να την χωρίσουνε, ή να βάλουνε αυστριακό βασιλιά κι' όχι τον γάλλο. Αλλά δεν τα βρίσκανε, και πες-πες το χοντρύνανε, φτάσανε στον πόλεμο...
Πρέπει να πούμε πως ο λαός της Αγγλίας ήταν λίγο φανατισμένος, ήταν προτεστάντες ξερωγώ, δεν θέλανε γάλλο βασιλιά στην Ισπανία. Αλλά ούτε πόλεμο ήθελε ο λαός, στην αρχή. Αλλά μετά άλλαξε η κοινή γνώμη, διότι φοβόταν ο κόσμος αν η Γαλλία και η Ισπανία ενώνονταν και επικρατούσαν, θα ξανάφερναν τον καθολικό βασιλιά στην Αγγλία, μαζί και την καθολική αριστοκρατία και την φεουδαρχία, και τότε θα έπαιρνε ο διάολος και το Μπηλ οφ Ράητς και τα ανθρώπινα δικαιώματα και τις ελευθερίες και όλα. Και η εμπορική τάξις επίσης ήταν υπέρ του πολέμου. Για λόγους που δεν καταλάβαινε ο λαός, αλλά δεν πειράζει και πολύ. Καθ' ότι αν γινόταν η ένωσις Γαλλίας-Ισπανίας, σου λένε oι έμποροι, θα μας αποκλείσουνε από τις αγορές της Αμερικής. Και θα μας φάνε και την Ολλανδία που την έχουμε σύμμαχο και συνεταίρο, μέσω της οποίας κάνουμε εξαγωγή τα εδώδιμα και αποικιακά σ' όλη την Ευρώπη, μας πνίξανε. Βέβαια υπήρχαν και κάποιοι στο Χρηματιστήριο που είχαν αντιρρήσεις μήπως καταστραφεί το εμπόριο με τον πόλεμο, αλλά δεν επικράτησε αυτή η άποψις. Ούτε και οι αντιρρήσεις των γαιοκτημόνων ακούστηκαν, που θα τους αυξάνανε τους φόρους για πολεμικές δαπάνες. Διότι κατά βάθος ούτε τους γαιοκτήμονες συνέφερε η επικράτησις της Γαλλοϊσπανίας Οπότε ψηφίστηκε ο πόλεμος από το Κοινοβούλιο, κυρίως από τους Γουίγκς που ήταν πλειοψηφία, αλλά και αρκετούς Τόρηδες. Και επικυρώθηκε η ψήφισις από τον βασιλιά τον Γουίλιαμ, που είχε ο πόλεμος και ευρεία λαϊκή συναίνεση κατά των παπικών που θέλουνε να φέρουνε πίσω τον Στιούαρτ, που πάντα παίζει πάρα πολύ ρόλο η λαϊκή συναίνεσις, ότι πολιτικό σύστημα κι' αν έχεις. Κι' όλα καλά.
Πάνω κει πέθανε ο Γουίλιαμ ο Τρίτος, κι' εκεί αρχίζει και η μεγάλη πλάκα, διότι είχε πεθάνει και η γυναίκα του επίσης, άτεκνοι εντωμεταξύ αυτοί οι δύο, οπότε βασίλισσα έγινε η κουνιάδα του Γουίλιαμ, ήγουν η αδερφή της γυναίκας του, η Άννα. Αυτή η έρμη η Άννα χήρα έμεινε, άσκημη ήτανε, υστερική ήτανε, σακάτισσα ήτανε, ποδάγρα είχε, κι' αυτοάνοσο είχε, κι' έβγαζε όλο εγκζέματα και φλύκταινες, και την πηγαίνανε κουβαλητή. Παιδί δεν σταύρωνε, μιάμισι ντουζίνα γέννησε, και μετά τέζα αυτά. Και είχε μια στάνη κουνέλια, και τους έβγαλε ονόματα, αυτά των πεθαμένων παιδιών της. Κι' έπαιζε με τα κουνέλια. Και ήτανε και γκαίη. Και το χειρότερο, είχε και τα υπουργικά συμβούλια και τις επιτροπές, και το Κοινοβούλιο και τους Γουίγκς και τους Τόρηδες, που τρωγόντανε μεταξύ τους να την επηρεάσουνε, και την πρήζανε στα αιτήματα για διορισμούς, για προμήθειες του στρατού, του ναυτικού, τα συνήθη.
Πρέπει να διευκρινίσουμε πως η Άννα όλες τις πληγές του Φαραώ τις είχε, αλλά δεν ήτανε κανένα ζώον. Κι' εκείνο τον καιρό, η βασίλισσα δεν ήταν γλάστρα, όπως τώρα. Είχε δικαίωμα βέτο στο τι ψήφιζε το Κοινοβούλιο. Διόριζε πρωθυπουργό, υπουργούς όποιους ήθελε, δεν είχανε δεδηλωμένη ακόμα. Οπότε η Άννα για να κρατάει τα μπόσικα είχε δώσει τα βασικά υπουργεία στους Τόρηδες, κι' ας ήταν μειοψηφία στο Κοινοβούλιο. Διότι κι' αυτοί προτεστάντες ήταν, δεν θέλανε τους γάλλους, αλλά δεν τους θέλανε μέχρι ενός σημείου, αφήνανε και μια περίπτωση να τα βρούμε μαζί τους, για το Καλό του Έθνους και της Βασιλίσσης πάντα.
Κάθε μέρα λοιπόν την ζαλίζανε υπουργοί, λόρδοι, ναυάρχοι, στρατηγοί, πρέσβεις, πρόεδροι επιτροπών, τραπεζίτες, μιλάγανε, ενημέρωση, ζυμώσεις, συσκέψεις, ισορροπίες, μηχανορραφίες, όλοι να την επηρεάσουνε. Καθότι γινότανε το μαλεβράσε παντού. Την ώρα που αυστρογερμανοί και γαλλοϊσπανοί σφάζονταν από Ιταλία μέχρι Δούναβη για τον ισπανικό θρόνο, η Αγγλία πολέμαγε έναν πόλεμο αλλιώτικο. Στον Καναδά για τα ψάρια και τις προβιές, στην Καραϊβική για τη ζάχαρη, στο Γιβραλτάρ για τον έλεγχο των εμπορικών δρόμων της Μεσογείου, και στην Ολλανδία για τα λιμάνια της. Ήταν ένας καπιταλιστικός πόλεμος, ήτανε μεγάλοι στρατοί και στόλοι, ήτανε οικονομικές επενδύσεις και χρηματοδοτήσεις, ήταν εξωτερική πολιτική, ήταν υποκινήσεις εξεγέρσεων στη Γαλλία, ήτανε διπλωματία με πουδραρισμένους αυστριακούς πρίγκηπες και συμμαχίες με μοβόρους ινδιάνους φυλάρχους, με τσεκούρια και φτερά και βαμμένα μούτρα.
Αλλά την Άννα την είχε από κοντά μία κυρία επί των Τιμών, ονόματι Σάρα. Μ' αυτήν ήταν κολλητές από έφηβες. Και μετά εξελίξανε αυτή τη σχέση πάρα πολύ, ώσπου έγινε η Σάρα η κυρία επί των τιμών άλφα της Άννας, υπεύθυνη κρεβατοκάμαρας, γκαρνταρόμπας και βασιλικού κορβανά. Αυτή την έπλενε, αυτή την έντυνε, της πήγαινε το καθίκι, την βόηθαγε στο χέσιμο, την σκούπιζε, γιατί έτσι γινόταν τότε με τους βασιλείς. Και είχανε και σχέση. Πρόσωπο πολύ επιρροής, δηλαδή. Λόγω της οικειότητος και της παιδιόθεν φιλίας. Αυτή λοιπόν η Σάρα ήτανε πολύ προσκείμενη στους Γουίγκς, βαμμένη εντελώς. Όχι τόσο λόγω ιδεολογίας, αλλά κυρίως λόγω του ότι ήταν πολύ αρχομανής, αυταρχική, φιλοχρήματη και φιλόδοξη. Κι' επειδή τότε οι γυναίκες δεν μπορούσαν να αναρριχηθούν στην εξουσία, έσπρωχνε μέσω της βασιλίσσης τον άντρα της. Ο οποίος προερχόταν από τους Τόρηδες. Τον έκανε να πούμε, Δούκα του Μάλμπορο, κι' έγινε κι' αυτή Δούκισσα του Μάλμπορο. Και να τα βασιλικά επιδόματα ο Μάλμπορος, και να οι χορηγίες ο Μάλμπορος, να τα μεγαλεία, χτήματα, παλάτια, και τον διόρισε και αρχιστράτηγο. Που δεν ήταν κακή επιλογή, λεβέντης ήτανε, καλός στρατιώτης ήτανε, έκανε τον πόλεμο που συνέφερε τους Γουίγκς αλλά τον υποστηρίζανε και από τους Τόρηδες, για τον πόλεμο ότι πρέπει. Οπότε έφυγε αυτός ο Μάλμπορος να πάει να πολεμήσει τους γάλλους στην Ολλανδία, και δεν τον είχανε και μέσα στα πόδια τους.
Αλλά ο πόλεμος τράβαγε σε μάκρος. Ο Μάλμπορος τα κατάφερνε γενικώς, αλλά όχι κάτι το καθοριστικόν να πούμε, να διώξει τους γάλλους ξερωγώ από τις Κάτω Χώρες. Και χυνότανε ποταμοί το αίμα στο γκαζόν των Κάτω Χωρών. Και δώστου ψήφιζε το Κοινοβούλιον να αυξήσουμε τη φορολογία δια τας πολεμικάς ανάγκας. Που την φορολογία την πλερώνανε κυρίως οι γαιοκτήμονες. Και δεν γουστάρανε καθόλου, αντεστράφη το κλίμα και στο Κοινοβούλιο και στον λαό, και δώστου οι αντιδράσεις και οι πιέσεις των Τόρηδων προς την βασίλισσα, να τα βρούμε με τους γάλλους, να κλείσουμε ειρήνη, διότι κινδυνεύουμε και από λαϊκές εξεγέρσεις, ο πόλεμος δυσκόλευε τους πλουσίους και εξαθλίωνε τους πτωχούς. Αλλά ήταν πανταχού παρούσα η Σάρα, που της εξήγαγε της βασίλισσας πως πρέπει να συνεχίσουμε τον πόλεμο κατά των αθλίων παπικών, και η βασίλισσα καταλάβαινε βεβαίως, αλλά ο Μάλμπορος και η Σάρα κάναν πόλεμο κυρίως για την πάρτη τους, να πάρουν κι' άλλα λεφτά και προνόμια.
Πάνω κει φτάνει στο παλάτι μία άμαξα, και κατεβαίνει μία δεσποινίς που τη λέγανε Αμπηγκαίηλ, αλλά παραπατάει και πέφτει με τη μούρη στις λάσπες και γίνεται σύσκατη. Αυτή η Αμπηγκαίηλ ήτανε ξαδέρφη της Σάρας, της αριστοκρατίας κι' αυτή, αλλά ο πατέρας της ήτανε πολύ λεχρίτης και τάχασε όλα στο τζόγο. Οπότε ήρθε αυτή να γυρέψει από την ξαδέρφη της δουλειά. Και η Σάρα την έστειλε στη κουζίνα, να σφουγγαρίζει τα πλακάκια. Στα τέσσερα, δεν είχανε σφουγγαρίστρες. Αλλά οι άλλες οι δούλες -καλά κουμάσια κι' αυτές- δεν της είπανε πως μέσα στον κουβά είχε καυστική ποτάσσα, κι' έκαψε τα χέρια της, η Αμπιγκαίηλ. Και γελάγανε οι άλλες, γιατί δεν υπάρχει πιο χειρότερο πράμα από δούλα παλιοσειρά άμα έρθει καμιά δούλα στραβόγιαννο στο σπίτι, ιδίως άμα το στραβόγιαννο είναι της αριστοκρατίας.
Τέλος πάντων, κάποια μέρα στείλανε την Αμπηγκαίηλ να πάει της Άννας το τσάι της, αλλά η βασίλισσα είχε πρηστεί, ήτανε σε μαύρο χάλι. Πάει λοιπό η Αμπηγκαίηλ και μαζεύει κάτι ματζούνια στο δάσος, τα μπλαστρώνει της Άννας, και υποχώρησε το πρήξιμο. Δηλαδή δεν ξέρουμε αν υποχώρησε απαραιτήτως από το μπλάστρι, αλλά πολύ της άρεσε της βασιλίσσης η Αμπηγκαίηλ, έλειπε και η Σάρα συνέχεια σε κάτι πολιτικές υποχρεώσεις, δολοπλοκίες, κυνήγια ξερωγώ, την παραμελούσε. Οπότε βρέθηκε η Αμπηγκαίηλ στο κρεβάτι της μεγαλειοτάτης. Γυρνάει κάποια φορά η Σάρα, τη ζώσανε τα φίδια κατ' αρχήν, αλλά σου λέει άσε, πιο καλύτερα έτσι που ήρθε το πράμα. Η Αμπηγκαίηλ θα κουμαντάρει την Άννα που είναι ζώον, κι' εγώ θα κουμαντάρω την Αμπιγκαίηλ. Θα της πηγαίνει και το καθίκι, θα της αλείφει και το φυστικοβούτυρο, που εγώ σιχάθηκα τόσα χρόνια, το μπάζο.
Αλλά η Σάρα υπολόγιζε χωρίς τον ξενοδόχο. Διότι η Αμπηγκαίηλ είχε άπειρα ξαδέρφια, μεταξύ των οποίων τον Χάρλεη. Αυτός ο Χάρλεης ήταν Τόρης απο τους πιο πορωμένους μέσα στο Κοινοβούλιο, και διπλάρωσε την Αμπιγκαίηλ, και η Αμπιγκαίηλ που ήτανε πολύ γλυκυτάτη και σιγανοπαπαδιά, την έψησε τη βασίλισσα Άννα, κι' έγινε ο Χάρλεης λόρδος, και μετά και υπουργός. Και ο Χάρλεης εις αντάλλαγμα έψησε την βασίλισσα να παντρέψει την Αμπηγκαίηλ με έναν μορφονιό της αριστοκρατίας που τον γούσταρε η Αμπιγκαίηλ, και να την προικίσει κι' αποπάνω. Και τον αδερφό της Αμπιγκαίηλ τον διορίσανε αξιωματικό στην Ολλανδία, στον στρατό του Μάλμπορου. Κι' όταν τάμαθε αυτά η Σάρα λύσσιαξε, αλλά τι νάκανε, τάφαγε.
Τα χειρότερα για τη Σάρα ήρθανε μετά. Διότι ναι μεν ο Μάλμπορος ο σύζυγος της Σάρας κέρδιζε στα πεδία των μαχών τις μάχες, αλλά οι μάχες ήταν πύρρειες, και η Αμπηγκαίηλ πιπίλιζε το μυαλό της Άννας, τι τα θέλετε, Μεγαλειοτάτη μου, και τι κερδίζουμε με τις μάχες, κόσμος να σκοτώνεται για να θησαυρίζουν κάποιοι από τις προμήθειες; Και η Άννα που δεν ήταν χαζή, καταλάβαινε άμα της εξηγούσες. Διότι δεν ήταν μόνο η Αμπηγκαίηλ, το κυριότερο είχε και υπουργούς που της τα κάνανε λιανά κι' αυτοί, τώρα πια Μεγαλειοτάτη τους έχουμε στριμώξει τους γάλλους θα μας δώσουνε τα περισσότερα που θέλουμε, να μην είμαστε και άπληστοι να τα θέλουμε όλα, είναι ευκαιρία. Και γίνεται τώρα μία δοξολογία να γιορτάσουνε που νίκησε ο Μάλμπορος μια μάχη, και λέει κειπάνω η Σάρα της Άννας θα πεις και δυο κουβέντες για τους Γουίγκς που στηρίζουνε τον ένδοξο και δίκαιο πόλεμό μας, και της λέει η Άννα και ποιά είσαι εσύ που θα μου πεις τι θα κάνω, και βούηξε ο ναός, και της λέει η Σάρα που ήταν αυταρχική να κάνει μώκο γιατί ακούγανε οι άλλοι,, δηλαδή η Βασίλισσα να κάνει μώκο, πράμα που δεν λέγεται. Και τσακωθήκανε, η Σάρα και η Βασίλισσα, και ψυχράνθηκαν.
Γίνανε μετά και εκλογές, και πήρανε οι Τόρηδες -οι ειρηνόφιλοι- την πλειοψηφία, και η βασίλισσα τον έκανε τον Χάρλεη πρωθυπουργό και κόμη. Και ανακάλεσε τον Μάλμπορο και τον ξήλωσε από αρχιστράτηγο.
Πιάσανε μετά τις επαφές με τους γάλλους, μυστικά στην αρχή, μην μυριστούνε τίποτα οι αυστριακοί και οι γερμανοί που συνεχίζανε τον πόλεμο, τα κορόϊδα. Τα μιλήσανε, τα συμφωνήσανε, κλείσανε στο τέλος την Συνθήκη της Ουτρέχτης. Χωρίς τους αυστριακούς και τους γερμανοί, αυτοί μείνανε να πολεμάνε στα κρύα του λουτρού κανα χρόνο ακόμα.
Λοιπό, τι πήρανε οι άγγλοι με την Ουτρέχτη:
Πρώτον να παραιτηθεί ο ανηψιός του Λουδοβίκου του 14ου από τον θρόνο της Γαλλίας και να μείνει βασιλιάς μόνο στην Ισπανία. Έτσι ιδρύθηκε ο οίκος των ισπανών Βουρβώνων που έφτασε μέχρι τον Χουάν Κάρλος που παντρέφτηκε την Σοφία την Γλύκσμπουργκ της Ελλάδος, αλλά ξεπέσανε αυτοί, όλο σκάνδαλα κάνουνε, κι' άμα πήγε η Σοφία να συγχαρεί την Εθνική Ισπανίας στα αποδυτήρια, ήταν ο Πουγιόλ ο καταλανός τσίτσιδος, κι' έβαλε μια πετσέτα να σκεπάσει τ΄αρχίδια του, που είναι ασέβεια αυτό.
Δεύτερον, να παραδώσουνε οι γάλλοι κάτι φλούρια στο Βέλγιο, ώστε να εξασφαλιστεί η Ολλανδία αμυντικώς.
Τρίτον, πήρανε το Γιβραλτάρ, που τόχουνε ναυτική βάση μέχρι τώρα. Και επίσης την Μενόρκα. Οπότε στρατηγικώς και εμπορικώς όλη η Μεσόγειος έγινε δική τους.  
Τέταρτον, πήρανε την Νέα Γη και την Νέα Σκωτία στον Καναδά, που είχανε πολύ αλιεία. Και κάτι λιμάνια στας Δυτικάς Ινδίας, επίσης πολύ χρήσιμα εμπορικώς.
Πέμπτον, πήρανε το μονοπώλιο των σκλάβων από τους ισπανούς, και εξασφαλίσανε τον έλεγχο των θαλάσσιων δρόμων προς την Αμερική.
Έκτον, καθότι η Ολλανδία φαλίρισε με τον πόλεμο, η σύμμαχος Αγγλία της έφαγε το μερίδιο στο θαλάσσιο εμπόριο.
Έβδομον, οι γάλλοι αναγνωρίσανε την Άννα ως βασίλισσα, και σταματήσουνε να υποστηρίζουνε τους καθολικούς τους Στιούαρτ.
Του Μάλμπορο του βγάλανε κάτι σκάνδαλα οικονομικά στη φόρα, πως έτρωγε τα μιστά κάτι μισθοφόρων που είχαν νοικιάσει. Ο Μάλμπορος τους πήγε κάτι χαρτιά πως επρόκειτο για μυστικά κονδύλια τα οποία μασκαρέψανε σε μιστά, έτσι γίνεται μέχρι σήμερα στον κρατικό προϋπολογισμό, δεν είναι δυνατόν όλα νάναι στη φόρα.  Τούσουρνε τα εξ αμάξης κι' ο Τζόναθαν Σουίφτ στις εφημερίδες, βαλτός του Χάρλεη. Αλλά δεν του κάνανε τίποτα. Έφυγε στην Αυστρία μαζί με την Σάρα. Πέθανε η Μεγαλειοτάτη η Άννα, την ίδια μέρα που ο Μάλμπορος και η Σάρα γύρισαν στην Αγγλία, ζάπλουτοι αλλά πολιτικώς ανενεργοί. Αυτός ξαναβρέθηκε στα πράματα, έγινε μια εξέγερση καθολικών και τον χρειάστηκαν. Αλλά μετά από λίγο πέθανε,  ο Μάλμπορος. Η Σάρα έζησε πολύ ακόμα. Το ίδιο και η Αμπηγκαίηλ, που αποσύρθηκε στο χωριό της ως λαίδη κάτι, και χέστηκε για την πολιτική. Ο Χάρλεη έπεσε σε δυσμένεια μετά τον θάνατο της Άννας, και έμπλεξε σε κείνη την εξέγερση των καθολικών η οποία κατεπνίγη. Απεσύρθη από την πολιτική, αλλά μετά τον δικάσανε επί εσχάτη προδοσία, κι' έκανε δυο χρόνια στον Πύργο του Λονδίνου. Τελικώς τον αφήσανε, και δεν ανακατεύτηκε ξανά στην πολιτική.
Το έργο τελειώνει γκροπλάν τα κουνέλια της Άννας που κουνάνε τις μύτες τους. Που πάει να πει πως όλοι, επώνυμοι και ανώνυμοι, ισχυροί και πληβείοι, πλούσιοι και εξαθλιωμένοι, ευνοούμενοι και υπό δυσμένεια, αδίσταχτοι και ιδεολόγοι, κατά ομάδες και μοναχικοί, προδότες και νομιμόφρονες, όλοι σας λέω, η Άννα, η Σάρα, η Αμπιγκαίηλ, ο Μάλμπορος, ο Χάρλεη, όλοι κουνέλια είμαστε, εκατομμύρια κουνέλια, και μάγειρος δεν υπάρχει, το στιφάδο μαγειρεύεται από μόνο του, το μαγειρεύουμε εμείς όλοι μαζί, κι' όλο έχει κάτι από τον καθένα μας, αλλά κανενός δεν είναι η συνταγή.
Αυτό είναι το ηθικόν δίδαγμα του έργου. Δηλαδή και να μην είναι, αυτό το νόημα βγάζουμε εμείς.
Διότι σκηνοθέτης δεν είναι ο σκηνοθέτης.
Σκηνοθέτης είναι ο θεατής.