Δευτέρα, 27 Φεβρουαρίου 2017

Απογευματινό όνειρο της 23ης Φεβρουαρίου 2017


Είμαι σε κάτι νεοκλασικά σπίτια στον Αρδηττό, εσωτερικές αυλές, διάδρομοι και πόρτες, ένας λαβύρινθος απερίγραπτος.
Καθόμαστε όλοι μια παρέα σε πλαστικές καρέκλες, δυο τρεις νεαροί, ένας οστεώδης τύπος ο οποίος είναι σεφ σε ένα καλό ρεστωράν, μία μελαχροινή κοπέλλα, και φυσικά οι δύο αδελφοί Αντετοκούνμπο, οι μεγαλύτεροι, ο Γιάννης κι' ο Θανάσης. Λέμε όλο αστεία, έχουμε πεθάνει στα γέλια. Σε ένα διάλειμμα σοβαρότητος λέω του Γιάννη και του Θανάση, παιδιά, μας έχετε κάνει περήφανους μόνο που μας αποδεχτήκατε. Είναι πολύ σεμνά παιδιά, είπαν ένα ευχαριστούμε που μόλις ακούστηκε,ξαναρχίσαμε μετά την πλάκα, εκκωφαντικά γέλια, μπούρδες απερίγραπτες, να εκτονωθεί η κρίση σοβαρότητος.
Ύστερα οι Αντετοκούνμπο φύγανε, είπαν συγγνώμη, είχαν κάποια υποχρέωση να πάνε.
Μείναμε οι υπόλοιποι, είμαστε τώρα σ' ένα αίθριο ρυθμού αθηναϊκός μοντερνισμός, μπαου-χάους, ντεκώ, ξερωγώ.
Ο σεφ φοράει ένα πουκαμισάκι κοντομάνικο ολόιδιο με το μωσαϊκό, χρώμα τερακότα με ψιλό πετραδάκι μέσα γκρι ανοιχτό. Είναι τόσο ολόιδιο το πουκαμισάκι, που το σώμα του δεν ξεχωρίζει από το μωσαϊκό, και βλέπεις μόνο χέρια, πρόσωπο, λαιμό, να κουνιώντα ασυνάρτητα στον αέρα, Μεγάλε, του λέω, είσαι και πολύ Μεγάλος, ο Αόρατος Άνθρωπος είσαι, θυμήθηκα ένα Κλασσικό Εικονογραφημένο με αυτό το θέμα, και τον αγκαλιάζω και τον ταρακουνάω και ουρλιάζουμε σαν φρενοβλαβείς και γελάμε.
Ύστερα πέσαμε όλη η παρέα κατάχαμα να κοιμηθούμε, σκεπασμένοι με μια κουβέρτα τεραστίων διαστάσεων, σαν απ' αυτές που δίνουν στο Πολεμικό Ναυτικά.
Είμαι πλάι στην κοπέλλα, γυρίζουμε ο ένας προς τον άλλο και κοιταζόμαστε, και ξαφνικά εκεί που δεν λέμε τίποτα αρχίζουμε κάτι περιπαθή υγρά φιλιά, και μετά έρχεται αυτή αποπάνω, κι' αποκάτω είμαστε γυμνοί, και καλπάζουμε, είναι θαυμάσια αναβάτρια, έχει εξαίσιο παλμό και πλαστικότητα στην κίνηση. Και μετά έφυγε.
Θυμάμαι εγώ πως πρέπει να γυρίσω σπίτι, θα φύγουμε εκδρομή για Καθαρά Δευτέρα. Αλλά θέλω να την χαιρετήσω πρώτα, πάω να την βρω έτσι γυμνός, αλλά χάνομαι στις αυλές που ανεβοκατεβαίνουν κλιμακωτά με σκαλοπατάκια και διαδρόμοι. Ανοίγω μια πόρτα τελικώς. Και τι να δω! Είναι καμιά σαρανταριά κορίτσια γυμνά, και κάνουν πρόβα κάτι τούλια και δαντέλλες, και κάτι κολλιέ με πέρλες και βάφονται. Με που με βλέπουν έτσι γυμνό κι' αρχίζουν τα χιχιχι και σούσουρα. Θυμήθηκα εντωμεταξύ πως η κοπέλλα που γύρευα ήταν η γνωστή σκηνοθέτις Τάδε* και άρα τα κορίτσια ετοιμάζονταν για κάποιο γύρισμα. Και ρωτάω μήπως είδατε την κυρία Τάδε, και δεν μου λένε, οπότε αρχίζω να ψάχνω σε κείνη την τεράστια αίθουσα, και τελικώς την βρίσκω, είναι στο βάθος, ξαπλωμένη σε ένα στρώμα, και δίπλα μισοκοιμάται ένας νεαρός. Με το που με βλέπει μισοσηκώνεται και μου χαμογελάει, τι γίνεται, μου λέει, δεν με περίμενε μάλλον. Διαπιστώνω πως δεν είναι τόσο μικρή όσο νόμιζα, τώρα εέχει κάτι μαλλιά σαν μετάξι κοκκινόξανθα που πέφτουν στον λαιμό της κυματιστά, μόδα του μεσοπολέμου το χτένισμα. Ήρθα να χαιρετίσω, λέω κι' εγώ, ελπίζω να τα ξαναπούμε. Πολύ ευχαρίστως, λέει κι' αυτή, κι' ας γίνει καταστροφή. Σιγά να μην γίνει καταστροφή, λέει κι' ο νεαρός, που παρακολουθούσε μισοκοιμισμένος.
Φεύγω, τέλος πάντων. Είναι απόγευμα κι' εγώ ακόμα γυμνός. Στέκομαι σ' έναν σταθμό, λίγο έξω από την Κόρινθο, καθώς ο ήλιος πέφτει, κι' ο ίσκιος από τα κυπαρίσσια ζωγραφίζει κάτι μαύρα δάχτυλα που πάνε να πιάσουν τις γραμμές. Κουβαλάω έναν στρατιωτικό σάκκο. Τον αφήνω κάτω, να βρω το παντελόνι μου. Περνάνε κάτι πολύ μοντέρνα τραίνα, δεν σταματάνε, από πάνω τους κρέμονται τσαμπιά τσαμπιά οι επιβάτες, μερικοί έχουν και τα πιθηκάκια τους μαζί.
Κάνω να ανοίξω τον σάκκο, πουθενά σάκκος. Τον πήρανε, λέω, αλλά ποιός τον πήρε, ψυχή ζώσα δεν είναι εδώ στην προβλήτα, μόνος μου.
Κι' είμαι εγκλωβισμένος μέσα στο δειλινό, γυμνός, με τους ίσκιους των κυπαρισσιών, τα τραίνα περνάνε, σ' έναν σταθμό έξω από την Κόρινθο, και δεν μπορώ να ξυπνήσω.

Η ζωγραφιά: Όνειρο στον Αρδηττό. Μολύβι, παστέλ, ακρυλικά. 20Χ30 cm. 2017.


* Στο όνειρο, υπήρχε κι' ένα όνομα. Αλλά από έναν μικρό έλεγχο στο διαδίκτυο απεδείχθη πως το όνομα ανήκε σε κάποιο πραγματικό πρόσωπο. Προσπάθησα να το παραλλάξω, αλλά πάλι τα ίδια, όλα τα ονόματα ήταν πιασμένα. Οπότε είπα, άσε καλύτερα, μην υπάρξουν υπόνοιες, κι' έβαλα Τάδε.

Τετάρτη, 8 Φεβρουαρίου 2017

Ο Βασίλης, η τουρίστρια και οι τσούχτρες

Ο Βασίλης. Μολύβι πενάκι, παστέλ, γκουάς. 17Χ14 cm, 2017.

Αυτός ο Βασίλης όπως καταλαβαίνετε δεν πρόκειται περί εμού, συνωνυμία. Διότι κατάγεται εκ Καλαμών, Καλαμάτα που λέμε.
Αυτός ο Βασίλης είναι χρυσό παιδί, τα παιδιά με τα μαλλιά και με τα μαύρα ρούχα, φέρνουνε μηνύματα για μιαν αγάπη πούχα, πολύ γνωστό τραγούδι. Για ποιόν είναι γραμμένο το τραγούδι, οι γνώμες ερίζουν, άλλοι λένε τόνα, άλλοι τ' άλλο, άλλοι λένε για τους μοναχούς στο Άγιο Όρος, άλλοι για τον Αστέρα Εξαρχείων, τρέχα γύρευε. Αλλά εμείς λέμε πως είναι για τον Βασίλη.
Τώρα λένε πολλά για τους καλαματιανούς, δεν ξέρω τον λόγο, παλαιότερα μάλιστα η Καλαμάτα είχε σηροτροφία πολύ ανεπτυγμένη, αλλά και τώρα βγάζει πολύ καλό ελαιόλαδο, σύκα εξαιρετικά, χασίσι, και άλλα προϊόντα. Οπότε δεν ξέρω τι τους πιάνει με τους Καλαματιανούς και τους άλλους Ηλείους γενικότερα.
Βεβαίως, άμα βρούνε κανέναν αγαθούτσικο δράττονται της ευκαιρίας, αλλά όχι προς εκμετάλλευσιν και χειραγώγησιν του συνανθρώπου, όπως ο Αντώνης, ο οποίος μάλλον δεν ήταν γνήσιος Καλαματιανός. Ο γνήσιος Καλαματιανός, ο Ορίτζιναλ να πούμε, δουλεύει το θύμα από χόμπι του, από ιδεολογία, όχι για να αποκομίσει οφέλη. Αυτός λοιπόν ο Βασίλης πήγε διακοπές με μια φίλη του σ' ένα νησί. Αυτή η φίλη του ήταν από την Ευρώπη, μου είπε από ποιό μέρος αλλά δεν θυμάμαι. Πάντως βόρεια. Οπότε φτάνουνε σε μία παραλία, αράζουνε.
Αλλά της κοπέλλας της ήρθε να κάνει τσίσα, είχανε πιει μπύρες πιο πριν φαίνεται. Ανεβαίνει λοιπόν την πλαγιά να βρει μια ωραία θέση, πάει από δω είχε ένα σπίτι, πάει από κει, είχε μια βάρκα από κάτω, φαινόταν. Να μην τα πολυλογώ, γυρνάει πίσω πολύ ανήσυχη. Το και το, λέει του Βασίλη, δεν βρήκα θέση. Τι να πει ο Βασίλης, τίποτα δεν είπε. Αλλά σου λέει οχτακόσα στρέμματα πλαγιά κι' αυτή δεν βρήκε να κατουρήσει; Μετά από λίγο η κοπέλλα δεν άντεχε, πήγαινε να σκάσει. Οπότε λέει του Βασίλη να μπω να κατουρήσω στη θάλασσσα; Γουρλώνει τα μάτια του ο Βασίλης, τι λες μωρή, της λέει, σε παρακαλώ μη ξαναπείς τέτοιο πράμα γιατί θα γίνουμε από δυο χωριά χωριάτες, γίνονται αυτά στη χώρα σου; κατουράτε στη θάλασσα, τις λίμνες, τέλος πάντων τι έχετε; Τι να πει η κοπέλλα, ντράπηκε.
Πέρασε καμιά ωρίτσα, της λέει ο Βασίλης δια πρώτην και τελευταίαν φοράν, πήγαινε στην θάλασσα και αμόλα την, και δεν θα ξαναμιλήσουμε γι' αυτό το θέμα, ούτε θα το αναφέρεις πουθενά. Διότι εμείς εδώ έχουμε περιβαλλοντική συνείδηση, είμαστε πολύ ευαίσθητοι μ' αυτά.

Πήγε κατόπιν τούτου η κοπέλλα στη θάλασσα, ανακουφίστηκε από τις μπύρες. Έλα όμως που ο καιρός είχε βγάλει τσούχτρες! Να μην τα πολυλογώ, την τσιμπήσανε την καψερή, βγήκε με κάτι κοκκινίλες που τσούζανε και φαγουρίζανε ανυπόφορα.
Οπότε ο Βασίλης της λέει: Στόπα εγώ να μην κατουρήσεις τη θάλασσα; Στόπα. Δεν στόπα; Στόπα. Ιδού τ' αποτελέσματα!

Τετάρτη, 1 Φεβρουαρίου 2017

Οι Πελοποννήσιοι



Οι Πελοποννήσιοι είναι στην Πελοπόννησο, αλλά έχει και αρκετούς στην Αθήνα και στο Χαλάνδρι. Ένας μάλιστα από αυτούς μου είχε πει μία ιστορία πολύ χαρακτηριστική.
Ήταν, λέει ένας αθηναίος και πήγε να δει το σπίτι του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη, στο χωριό, στην πελοπόννησο. Φτάνει λοιπόν, και ρωτάει έναν γέρο που λιαζότανε στον ήλιο που είναι το σπίτι του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη. Σαπέρα, του λέει ο γέρος. Πάει ο αθηναίος, το είδε το σπίτι, μέσα, έξω, σημαίες, φουστανέλλες, σπαθιά, μπιστόλια, κειμήλια, βγαίνει έξω δακρυσμένος. Γυρνάει πίσω στο αυτοκίνητο, εκεί ο γέρος, στην ίδια θέση, λιαζότανε. Τέτοιοι άνθρωποι παππού, του λέει, έπρεπε να ζουν για πάντα, να μην πεθαίνουν ποτέ, να είναι αθάνατοι να μας δείχνουνε τον δρόμο.
-Γιατί ωρέ! του λέει ο γέρος. "Πέθανε ο Θοδωρής;"
Οπότε αβιάστως συνάγεται το συμπέρασμα πως οι Πελοποννήσιοι ζουν αιωνίως να μας δείχνουν τον δρόμο, όπως ο παππούς εδειξε του αθηναίου τον δρόμο για το σπίτι του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη, στο χωριό.
Αυτός ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης έχει έναν ανηψιό, τον Νικήτα. Αυτός ο Νικήτας είναι στο Πάτημα Χαλανδρίου, και σπέρνει κάτι μικρές πιπεριές καυτερές, αυτές που τις λένε και τουρκάκια, και τις τρώ
ει. Γι' αυτό και λέγεται ο Τουρκοφάγος Νικηταράς. Διότι η πολιτική και κοινωνική κατάστασις της χώρας διέρχεται κρισιμοτάτην φάση, οπότε η Επανάστασις του 1821, που έγινε Φεβρουάριον σαν σήμερα, και μην ακούτε τις μπούρδες που λένε οι άλλοι για να τρώνε μπακαλιάρο στου Ευαγγελισμού.
Αυτός ο Νικήτας λέγεται και Γιατρός, αν και αυτό ωφείλεται σε μίαν άλλη περίσταση του βίου του, αρκετά γνωστή.
Εντωμεταξύ, τα πίνει τα τσιπουράκια του. Νυν και Αεί!


Η ζωγραφγιά: Ο Νικήτας ο Γιατρός και Θεόδωρος Κολοκοτρώνης. πενάκι, παστέλ ακρυλικά σε σημειωματάριο. 15Χ15 cm, του 2017.

Το όνειρο της 30 Ιανουαρίου 2017


Σε κάποιο αεροδρόμιο της Γερμανίας περιμένω την επιβίβαση για Αθήνα, αλλά κάτι γίνεται και καθυστερώ με τη βαλίτσα μου, την τελευταία στιγμή προλαβαίνω, αλλά είναι λάθος αεροπλάνο, προσγειώνεται σε μιαν άλλη πόλη της Γερμανίας, που είναι κάτι πλινθόκτιστες καλύβες ερειπωμένες, που βάζαν κάποτε τα ζώα, γουρούνια, βόδια, και λοιπά. Εγώ χωρίς φράγκο στη τσέπη, εντωμεταξύ. Εμφανίζεται ένας έλληνας αρκετά κοντός και κακοντυμένος, φοράει ένα τσαλακωμένο σακάκι, με λιγδωμένο μαλλί και κουραδομούστακο, αλλά συμπαθής. Κάνει εμπόριο ποιοτικών ελληνικών προϊόντων, λάδια, φέτες, εσπεριδοειδή,  και με παίρνει σπίτι του. Έρχονται δύο γυναίκες πολύ σεξουαλικές, ξαπλώνουν στα πόδια του, με ρωτάνε τι είμαι, από που ήρθα, στα ελληνικά. Δείχνουν να ενδιαφέρονται. Αναρωτιέμαι αν θα γίνει τίποτα.
Ξαφνικά βρίσκομαι πίσω στην Αθήνα, στην Νεάπολη συγκεκριμένα. Είναι ένα γλυκό πρωινό του Μαρτίου, από πάνω ο Λυκαβηττός πλέει στον καταγάλανο αττικό ουρανό. Καθόμαστε στην απομέσα αυλή ενός νεοκλασσικού και πίνουμε καφεδάκι. Ο Νίκος ο κτηνίατρος που έχει πετσόπ λέει μια ιστορία, πήγανε κάτι περίοικοι στο μαγαζί και του ζητάγανε φόλες να ρίξουν στα γατάκια της γειτονιάς. Ο Νίκος σκέφτηκε να τους στείλει να γαμηθούνε, αλλά μετά σκέφτηκε ωριμότερα, και είπε πως αν δεν τους δώσει,  θα πάνε να βρούνε αλλού. Οπότε τους έδωσε κάτι ανενεργές, πλασέμπο που τις λένε, τζούφιες, ειδικά να μην έχουν δυσμενείς επιπτώσεις στα αδέσποτα και τις γάτες.
-Μέχρι να το καταλάβουνε αυτοί οι ηλίθιοι, ζήσε Μάη μου να φας τριφύλλι, είπε ο Νίκος.

Μετά χορεύαμε νησιώτικα, και σκεφτόμαστε που θα πάμε διακοπές.