Σάββατο, 20 Αυγούστου 2016

Το όνειρο με τα μπουρκίνι


Περπατούσα αμέριμνος στην Προμενάντ ντεζ Ανγκλαί, στην Νίκαια της Γαλλικής Ριβιέρας. Αίφνης είδα πέντε μαύρες και κάπως αδέξιες φιγούρες να πλατσουρίζουν στην θάλασσα, στα ρηχά. Οπότε μία καμιονέττα του δήμου σταματά, και πετάγονται έξω κάτι κομμένες κεφαλές, όχι απ’ αυτές του Τσίρκα, κάτι αλλιώτικες, είχαν μαλλιά κλόουν και μιλάγανε γρήγορα, τσιριχτά και αδιάκοπα, και χειρονομούσαν ακατάσχετα.
Ύστερα ρίξανε φέιγ βολάν και φύγανε τσιρίζοντας. Τα πήρε ο άνεμος μακριά, στη Μεσόγειο, στην απέναντι ακτή.
Πρόλαβα κι’ έπιασα ένα. Έγραφε:
ΤΟ ΜΠΟΥΡΚΙΝΙ ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ ΔΙΑ ΝΟΜΟΥ ΔΙΟΤΙ ΕΙΝΑΙ ΕΠΙΚΙΝΔΥΝΟ ΚΑΙ ΑΝΗΘΙΚΟ. Ο ΓΥΜΝΙΣΜΟΣ ΕΠΙΣΗΣ.
***
Ολυμπιακοί, εκατό γυναικών τελικός. Όλα τα κορίτσια είναι πολύ γυμνασμένα και λίγο ημίγυμνα.
 Όλα εκτός από ένα. Αυτή φοράει μια ολόσωμη μαύρη καπότα από λατέξ, και είναι κάπως χοντρούλα. Θα μπορούσε να ήταν φετιχίστρια, αν και ξεμένει πολύ πίσω από τις άλλες. Ίσως πάλι να ήρθε γιατί η συμμετοχή είναι κάτι σημαντικό γι’ αυτήν, κι’ ας είναι και με καπότα ολόσωμη.
Στον τερματισμό περιμένουν οι κομμένες κεφαλές, τσιρίζουν όπως και στην Νίκαια, θέλουν να ακυρώσουν την προσπάθεια της παχουλής κοπέλλας. Κατανοώ με τα πολλά πως δεν κατηγορούν την κοπέλλα για φετιχισμό, αλλά για ουαχαμπισμό, που είναι μια λόξα που τους πιάνει στην Σαουδική Αραβία, κάτι σαν τον φετιχισμό, να πούμε. Μπορεί και να την παίζουνε κει κάτω, που την βλέπουν στην τηλεόραση να τρέχει, δεν ξέρω.
Αλλά και να τσιρίζουν οι κομμένες κεφαλές και να θέλουν να την ακυρώσουν, την στρουμπουλή, δεν έχει νόημα. Έτσι κι’ αλλιώς, ήρθε τελευταία.
Οπότε τσαντίζομαι.
-Άει σικτίρ, ρεντίκολα! φωνάζω από την εξέδρα με όλες μου τις δυνάμεις. «φιλάτε κατουρημένες ποδιές στους εμίρηδες για τις επενδύσεις και τα πετροδόλλαρα, λιγούρια, και τα βάλατε με την κοπέλλα, άντε βάλτε τα με τους χασάπηδες τους Σαούντ αν βαστάει ο κώλος σας, γελοίοι, κουράδες!»
Αλλά οι φωνές μου δεν έχουν νόημα, οι κομμένες κεφαλές τσιρίζουν «να πάει πίσω αυτή, άμα δεν της αρέσει τα αθλητικά μας, αντίντας, νάικ, απ’ όλα έχουμε!»
Πάει, με σβύσανε.
***
Η Λαίδη Τζέην Γκρέη έγινε βασίλισσα της Αγγλίας εις ηλικίαν δεκαπέντε ετών χωρίς να θέλει. Για εννιά μέρες.
Στις 12 Φεβρουαρίου του 1554 είδε τον άντρα της που της τον φέρναν πίσω στον Πύργο του Λονδίνου πάνω σ’ ένα κάρο. Σε δύο κομμάτια.
Ύστερα πήραν κι’ αυτήν. Έδεσε μόνη της το μαντήλι στα μάτια της. Άπλωσε ύστερα τα χέρια της, να βρει το κούτσουρο.
-Τι πρέπει να κάνω; Που είναι; είπε.
Κάποιος την βόηθησε ν’ ακουμπήσει το κεφάλι της καταλλήλως.
Ήταν ο καιρός που στην Αγγλία τσακώνονταν καθολικοί και διαμαρτυρόμενοι.
Καθώς αλλάζαν οι καιροί, και στο μηχανουργείο της Ιστορίας φτιάχναν αστικές επαναστάσεις.


Ο πίνακας: Ιππολύτου Ντελαρός, Η εκτέλεση της Λαίδης Τζέην Γκρέι, 1833, Εθνική Πινακοθήκη του Λονδίνου.