Δευτέρα, 23 Απριλίου 2018

Όνειρο της 23ης Απριλίου 2018, χαράματα.




Είμαστε όλο το σόι των Γιοκούς στο σπίτι του Γαργαντούα στο Χαλάντρι, και πρόκειται να αρραβωνιαστώ, κι' έχουν έρθει τα πεθερικά, και προσπαθώ να τους βολέψω στο τραπέζι, δεν έχει αρκετές καρέκλες.
Τώρα εγώ αρραβωνιάζομαι με την αδελφή μιας παλιάς μου φίλης που τα είχαμε κάποτε, αλλά συγχρόνως είμαι και πεντρεμένος, και η γυναίκα μου μου κάνει παρατηρήσεις και υποδείξεις, πως να κάνω αυτό και πως να κάνω το άλλο.
Εν τω μεταξύ, η αρραβωνιαστικιά γίνεται μια η αδελφή της φίλης μου και μια η φίλη μου η ίδια, και μπερδεύομαι.
Εντωμεταξύ, πήγανε όλοι για ύπνο, κι' έμεινε μόνο η αρραβωνιαστικιά στην κουζίνα, που είναι τώρα ένα κοριτσάκι που ήμουν ερωτευμένος όταν ήμουν δέκα χρονών. Της λέω άμα ξημερώσει θα πάω να της πάρω γάλα, κι' άμα θέλει κανά μπισκότο, τυρόπιτα, τι θέλει.
Ξημερώνει με τα πολλά. Θέλω να πάω να ψωνίσω και στο μπακάλικο, να τους ταΐσω όλους αυτούς, το μεσημέρι. Έρχεται και ο Αμίν μαζί. Έξω κάνει κρύο, ψιχαλίζει, και οι δρόμοι έχουν λάσπες όπως παλιά, και δεν έχει πολυκατοικίες, όλο αλάνες και άχτιστα οικόπεδα.
Θέλω να φτιάξω μια μακαρονάδα, και ο Αμίν γκρινιάζει, σαράντα χρόνια είναι εδώ δεν τις συνήθισε τις μακαρονάδες, λέει πως είναι σα σκουλίκια στο αίμα. Γιατί δεν φτιάχνουμε ένα πιλάφι με μύδια λέει, καφτερό που κάνει κρύο, να πιούμε μια ρακή, και του λέω δεν έχει φρέσκα μύδια στο Χαλάντρι, και λέει να πάρουμε κατεψυγμένα.

Ο πίνακας: Ο Αμίν κι' εγώ στις λάσπες. παστέλ και ακρυλικά σε κάτι φύλλα τετραδίου, 12Χ13 cm.
Το τραγούδι: Ξέρω μια κάποια γειτονιά, με τον Τώνη Μαρούδα (στίχοι Θάνος Σοφός, μουσική Λυκούργος Μαρκέας.)

Πέμπτη, 19 Απριλίου 2018

Σχετικά με τον Βαγγέλη


Στην Νοόμι και τον Σάββα και τον Γιάγκο, να ζήσουν να τον θυμώνται.

Kυκλοφορούσε με μία γάτα ζωντανή δίκην κασκώλ στον σβέρκο του. Το 1970 αυτό, μέσα στην μαύρη επταετία, επί της Πανεπιστημίου μέρα μεσημέρι. Ε, δεν ήταν φερσίματα τους καθενός, αυτά.
Κι' είχε τα μαλλιά ως τους ώμους, και γένεια, και αμπέχονο του στρατού μεταχειρισμένο αμερικάνικο από το Μοναστηράκι, και τζην ξασπρισμένο, και χαϊμαλιά.
Είχε και μια σακκούλα από μπατζάκι παντελονιού. Κει μέσα είχε συλλήβδην τον θησαυρό του Αλή Μπαμπά, τσιγάρα δύο μάρκες, ένα πακέτο ελληνικά και κάποτε κανά λαθραίο Μάλμπορο, Πωλμώλ, Κεντ ξερωγώ, τότε ήταν εισαγωγής, πανάκριβα, του φέρνανε από το ντιούτη φρη του αεροδρομίου. Και μία πίπα, τότε κάπνιζαν οι πολύ εκκεντρικοί μόνο. Και έναν άθλιο καπνό που έβρισκες τότε, μάρκα "Εγγλέζικον," και σπίρτα επίσης, τότε δεν είχε μπικ. Μολύβια, γόμες, πένες, ραπιδογράφους, μπλοκάκια και μία βούρτσα για τα μαλλιά, αν θυμάμαι καλά. Και φυσαρμόνικες Piccolo της Hohner στο κόκκινο κουτάκι, που δεν τις βγάζουν πια. Και κάτι πιο μεγάλες, μέχρι και κείνη την τεράστια, που άκουγες σαν ορχήστρα ένα πράμα.
Εκείνα τα χρόνια ζούσε στην Αθήνα, αλλά δεν είχε μόνιμη κατοικία. Ένα φεγγάρι κοιμόταν στις καρέκλες μιας ταβέρνας, του άφηνε τα κλειδιά ο ταβερνιάρης όταν έκλεινε, να του φυλάει και το μαγαζί. Θα μου πεις, δεν είχε συγγενείς στην Αθήνα; Πως δεν είχε, και τον λατρεύανε, ήταν αξιαγάπητος, ευχαρίστως να έμενε στις θειάδες του. Αλλά αυτός δεν ήθελε, ασφυκτιούσε, γύρναγε ανέστιος και πλάνης. Οι θειάδες του είχαν πέσει σε απελπισία, τι θα πούνε στον πατέρα του στη Ρόδο, τώρα; Αν και δεν χανόταν εντελώς, εμφανιζόταν αραιά και που, να ξελεπριαστεί, να φαρμακώσει, να ξεραθεί, κι' έφευγε.
Άσχετα μ' όλα αυτά, αναμφισβήτητα τους αγαπούσε. Αλλά ήταν και πειραχτήρι. Πήγε στη Λούλα το πρωί, να πάρει το καράβι το βραδυνό για την Ρόδο. Τότε που ήτανε φαντάρος, υπηρετούσε στου Ρουφ. Είχε φτιάξει λοιπό η Λούλα ένα ταψί σπανακόπιτα, τηνε φάσκιωσε με λαδόκολλες, εφημερίδες, σακούλες ξερωγώ, του λέει "κοίτα, αφέντη μου, να την πάς στον Σάββα ολόκληρη, εσένα σούφτιασα κεφτεδάκια για το ταξίδι. Κι' άμα γυρίσεις μη ξεχάσεις να μου φέρεις πίσω το κουρούπι μου." Κοίταγε ο Βαγγέλης μια την σπανακόπιτα, μια τα κεφτεδάκια στο τάπερ. "Με το ουζάκι, θεία, ότι πρέπει, θα βρω και τίποτε άλλους στο καράβι, μη σε νοιάζει, θ' αφήσουμε κι' ένα κομμάτι του πατέρα μου." Έμπηξε τις φωνές η Λούλα, "μη πάει και τη πειράξεις, ωρέ κερατά! Ορκίσου μου, Βαγγελάκη μου, στα κόκκαλα τση Ειρήνης, να σου βράσω και κανένα αυγό, πόσα θες, τέσσερα σώνουνε;" Και μέχρι που να φύγει τση έψησε το ψάρι στα χείλη. Εκειός να περιγράφει το γλέντι με την σπανακόπιτα, κι' η Λούλα να του ψέλνει τον αναβαλλόμενο, να τον ξορκίζει, να του τάζει, να εκλιπαρεί να μη φάει τη σπανακόπιτα του Σάββα.
Ερχόταν και σ' εμάς πότε-πότε. Η μάνα του και η μάνα μου ήταν πρώτες ξαδέρφες, λατρεία τρομερή η μία για την άλλη. Και θεόκουρλες και οι δύο. Τόχαμε χούι στην οικογένεια, φαίνεται.
Εμένα τώρα, που πήγαινα στο Γυμνάσιο, τέτοια ζωή μου φαινόταν άπιαστο όνειρο. Διότι ο Βαγγέλης είχε τον κόσμο όλο δικό του, ελευθερία, ταλέντο και γκόμενες. Ενώ εγώ, τίποτα. Μ' έμαθε, ωστόσο, φυσαρμόνικα, πως να βγάζω τη μελωδία και μαζί τα μπάσα ανοιγοκλείνοντας τις τρύπες με τη γλώσσα, πως να κάνω τρέμολο με τη χούφτα ή ένα ποτήρι για ηχείο. Ένας βράχος στο βουνό, η Ωδή στην Χαρά του Μπετόβεν, τον Μολδάβα του Σμέτανα, κι' εμείς οι τρεις στον καφενέ του Χατζή, Επιτάφιο, κι' άλλα του διεθνούς και εντοπίου ρεπερτορίου. Αγόρασα μια δυο φυσαρμόνικες, έβαλα τη θειά μας τη Λούλα να μου ράψει κι' εμένα ένα μπατζάκι, και τις έβαλα μέσα. Έπαιζα και μέσα στην τάξη, στο μάθημα του Χλαπάτσα, που ήταν κουφός.
Ο πατέρας μου εντωμεταξύ, αγωνιζόταν να με αποτρέψει από τέτοιου είδους επιδράσεις, και χρησιμοποιούσε την χειρότερη μέθοδο, την χλεύη. Θα γίνεις λέτσος σαν κι' αυτόν, έτσι μούλεγε.
Πράγμα το οποίο επέτυχα σχετικώς άκοπα και γρήγορα. Μόλις τέλειωσα το Γυμνάσιο, άφησα μαλλιά αφάνα και γένια, αγόρασα αμπέχωνο από το Μοναστηράκι, και φόραγα μπλουτζήν.
***
Η Ειρήνη ήταν όμορφη. Αλλά κυρίως έξυπνη, διαόλου κάλτσα. Και με χιούμορ απερίγραπτο. Και τεμπεραμέντο ρέμπελο, θορυβώδες και ατίθασο. Τον καιρό εκείνο, είχε κάτι πλανόδιοι που γύρναγαν τις ταβέρνες, πούλαγαν κάτι γύψινα κουνελάκια, μικρούλικα. Αγόραζε ένα η Ειρήνη, ξερωγώ, και τούβαζε μουστάρδα στον κώλο, κι' έλεγε μετά στις άλλες "κοιτάχτε ωρέ! εχέστηκε! εχέστηκε!" και ξεκαρδίζονταν, να κατουρηθούνε στα γέλια όλες μαζί.
Και καλή στο σχολείο, στα φιλολογικά κυρίως. Είχε καθηγήτρια την Ρόζα Ιμβριώτη, η οποία και της είχε ιδιαίτερη αδυναμία. Οπού τση λέει μια μέρα στα λατινικά, η Ειρήνη της Ιμβριώτη "Regina Rosa non amat," και έμεινε ξερή η Ιμβριώτη, που ήταν αριστερή. Διότι το συμβάν τοποθετείται γύρω στο 1935, που έκανε ο Παπάγος το κίνημα και επανέφερε τον βασιλέα και την βασίλισσα. Τέτοια διάολέμπαμέσατση ήτανε η Ειρήνη. Διότι όπως έλεγε και η Λούλα -φανατική προασπίστρια τση κεφαλλονίτικης υπερηφάνειας- ράτσα ευφυής σαν κι εμάς δεν υπάρχει στην Οικουμένη.
Ο πατέρας του Βαγγέλη, ο Σάββας Παυλίδης, ήταν από τη Ρόδο, όπως προανέφερα. Γόνος επιφανούς οικογενείας του νησιού. Ο παππούς του Σάββα -ο προπάππος του Βαγγέλη δηλαδή- ο Σαββαφέντης ο λεγόμενος, ήταν ο πρώτος χριστιανός δήμαρχος της Ρόδου επί Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Ύστερα, το 1912, επί Ιταλοκρατίας, τον εξόρισαν στην Ελλάδα, γιατί ετοίμαζε επανάσταση, ξεσήκωνε τον πληθυσμό. Θερμός βενιζελικός.
            Το σπίτι του Σαββαφέντη επί Ιταλοκρατίας. Σήμερα, πνιγμένο στις πολυκατοικίες. Από εδώ, με πιο πολλές πληροφορίες: 
Ο πατέρας του Βαγγέλη -λοιπόν- είχε έρθει στην Αθήνα για σπουδές, νομική σπούδασε. Περνούσε μία φορά τυχαίως έξω από το σχολείο της Ειρήνης, και δεν την ήξερε από πριν, αλλά την είδε, και πήρε το θάρρος και της μίλησε. Και μετά την ζήτησε σε γάμο. Παντρεύτηκαν, πήγαν να ζήσουν στη Ρόδο. Ο Γιάγκος, ο πρωτότοκος, γεννήθηκε το 1938.
Όταν έπιασαν οι ιταλοί τον Σάββα, η Ειρήνη ήταν έγκυος στον Βαγγέλη. Για αντιστασιακή δράση, τον πιάσανε. Και τον στείλανε σ' ένα στρατόπεδο συγκεντρώσεως στην Ιταλία. Με την συνθηκολόγηση, τους φυγάδευσε η Αντίσταση πριν τους περιλάβουν οι γερμανοί. Κρυβόταν σε μιαν οικογένεια στη Ρώμη, όταν μπήκαν οι αμερικάνοι. Από κει τον παρέλαβε ένα υποβρύχιο, κι' άλλους έλληνες μαζί, και τους πήγε στην Αλεξάνδρεια. Όπου και συναντήθηκε ο Σάββας με τον Πέτρο και τον Παύλο, τ' αδέλφια της Ειρήνης, φαντάσου γέλια και χαρές που θα έκαναν. Αυτοί οι θείοι του Βαγγέλη, στον πόλεμο ήταν στη Μέση Ανατολή. Εκειός ο Πέτρος ήταν μαρκόνης του εμπορικού, στα κομβόγια, πέντε φορές τον τορπίλισαν, γλύτωσε, ο Σεβάχ ο θαλασσινός. Φίλος του Καββαδία. Έπαιζε κιθάρα επίσης, και φυσαρμόνικα, και τραγουδούσε πολύ καλά, και είχε μια τεράστια συλλογή από πλάκες γραμμοφώνου, κανέναν δεν άφηνε να τους αγγίξει, γρουσουζιά έλεγε, τους είχε ως κόρην οφθαλμού.
Ο Βαγγέλης γεννήθηκε το 1943, στη Ρόδο. Αλλά στη Ρόδο δεν είχαν άλλους συγγενείς. Πως τα κατάφερε η Ειρήνη, παίρνει τον Γιάγκο και το αβάφτιστο και πάνε στην Αθήνα. Αλλά που να το βαφτίσουν, μέσα στο χάος και την πείνα. Έτσι τον φώναζαν προσωρινώς Μπούλη. Και τούμεινε το παρατσούκλι. Μ' αυτά και με κείνα, τα βαφτίσια γίνανε μετά την Απελευθέρωση, μιαν μαγιάτικη μέρα του 1944, που είχε επιστρέψει και ο Σάββας και οι άλλοι. Μέσα σ' ένα οικόπεδο, στα Πατήσια. Εκεί φωνάξαν τον παπά, κουβάλησαν και την κολυμπήθρα, τα λάδια, όλα. Ήτανε λοιπόν μαζεμένο το σόι, και τα ξαδέρφια τους, η μάνα μου δηλαδή, και οι θείοι μου, κι' ο παππούς μου ο Γιωργάκης, και η νόννα μου η Σιόρα Στέλλα, η αδελφή της νόννας του Βαγγέλη, της Μίλιας, της μάνας της Ειρήνης δηλαδή, που είχε συχωρεθεί πριν τον πόλεμο, κι' άλλοι πολλοί συγγενείς και φίλοι*. Που ήταν πολύ ιδιόρρυθμοι, κάποιοι απ' αυτούς, διότι την ώρα του Μυστηρίου ο Πέτρος έκανε τον πίθηκο, και διάφοροι άλλοι έκαναν διάφορα άλλα ζώα, γαδάρους, λέοντες, ελέφαντες, και βαράγαν και τεντζερέδες, κι' ένας ονόματι Μοσχονάς είχε ανέβει στην ταράτσα δίπλα κι' έκανε τον Μουσολίνι. Όπου ο παπάς αγανάχτησε μ' όλους αυτούς τους βουρλισμένους και σηκώθηκε να φύγει, και είδαν και πάθαν να τον φέρουν πίσω να βαφτίσει τον Βαγγέλη. Τρελλοί κι' εσείς, τρελλά και τα παιδιά σας, τρελλά και τα σκυλιά σας, και όλα σας, έτσι έλεγε κάποιος γνωστός για το σόι μας.
-Πως αισθάνεσαι που κατάγεσαι από οικογένεια λωλών; με ρώταγε συχνά ο Βαγγέλης. Και του έλεγα πως αισθάνομαι πάρα πολύ καλά. Και σκέπτομαι πως ευτυχώς που ήθελε πολιτική κηδεία, διότι αλλιώς θα γινόταν πάλι το έλα να δεις.
Με το τέλος του Πολέμου, ο Σάββας και η Ειρήνη και τα δύο κουτσούβελα εγκαταστάθηκαν πάλι στην Ρόδο. Έγινε και η Ένωση, λίγο μετά.



Η υποστολή της αγγλικής σημαίας στην Ρόδο, 7 Μαρτίου 1948. Και η περιγραφή από τον Βαγγέλη, τότε πέντε χρονών: Nest of the sleeping owl-Η Ένωση 
Το 1953, η Ειρήνη τους άφησε χρόνους. Νεότατη, στα τρανταοχτώ της, μάλλον από εγκεφαλικό. Είχε βάλει τα μακαρόνια και της παραβράσανε, κι' όπως ήταν και νευρική, της ήρθε. Αυτή ήταν τουλάχιστο η θεωρία τση θειάς μας τση Βαρβάρας, τση γυναίκας του Πέτρου, η οποία -ειρήσθω εν παρόδω- έφκιανε μπακαλιάρο σκορδαλιά για Νόμπελ. Έφταιγε που η Ειρήνη φούντωνε με το παραμικρό. Τον άλλο χρόνο έφυγε και ο Πέτρος ο εφτάψυχος ο Σεβάχ. Από το συκώτι του.
Τα δυό παιδιά μεγάλωσαν χωρίς μάνα. Κι΄ έγιναν έφηβοι τερατωδώς ρέμπελοι, θορυβώδεις και ατίθασοι, αλλά και με μίαν απύθμενη βουλιμία για διάβασμα, πλην μαθηματικών και τα τοιαύτα. Η κληρονομιά της Ειρήνης.
Και ο μεν Γιάγκος απεβλήθη από όλα τα σχολεία της Δωδεκανήσου, διότι -μεταξύ πλήθους άλλων ευφάνταστων αταξιών- βούτηξε την κούρσα του νομάρχη με τα σημαιάκια, κι' έκανε τον γύρο της Πλατείας με τον χωροφύλακα να τον κυνηγά στα πέντε μέτρα πιο πίσω, κάθιδρος και ασθμαίνων, ο καψερός. Επίτηδες δεν γκάζωνε, ο Γιάγκος, ώστε να μην αποθαρρυνθεί το όργανο και εγκαταλείψει την προσπάθεια. Κατόπιν τούτου, απεβλήθη απ' όλα τα Γυμνάσια της Δωδεκανήσου, και τελείωσε την τελευταία τάξη στην Κάλυμνο, που ήταν για την Μέση Εκπαίδευση ό,τι το τάγμα ανεπιθυμήτων για τον στρατό. Αργότερα έγινε καθηγητής Φιλοσοφίας στην Αμερική.
Ο Σάββας, με τον Γιάγκο (με το λευκό πουκάμισο) και τον Βαγγέλη (με το καμπόικο,) στα τέλη της δεκαετίας του 50.
Ο δε Βαγγέλης, όπου φασαρία και καυγάς, πρώτος και καλύτερος. Μεγαλύτερος καυγατζής και ταραχοποιός δεν υπήρχε σ' όλη την πόλη των Ιπποτών του Αη-Γιάννη. Έμπλεξε μετά με τον αθλητισμό, ηρέμησε. Μπάσκετ κυρίως, στον Δωριέα. Αλλά και τερματοφύλακας έπαιξε στον ΑΟΝ, και στον Διαγόρα επίσης, και κολυμβητής δεινός ήταν, και ψαροντούφεκο έκανε, έφευγε χιλιόμετρα, με τα τσιγάρα σε πλαστικό σακουλάκι, που θάκανε διάλειμμα σε κανά βράχο. Κάπνιζε σα φουγάρο, τότε.
Ο Βαγγέλης στο γήπεδο του Διαγόρα, αρχές της δεκαετίας του 60.
Το 1972 πήγαμε εκδρομή Έκτης Γυμνασίου στη Ρόδο. Με πήρε και με γύρισε στην παλιά πόλη, και γύρα τις οχυρώσεις. Διότι καλύτερος ξεναγός από τον Βαγγέλη δεν μπορούσε να υπάρξει, τι η τάφρος, τι ο προμαχώνας του Αγίου Γεωργίου, τι η πύλη του Αγίου Ιωάννη, τι ο θυρεός του Μεγάλου Μαγίστρου Ντ' Ομπυσσόν και του Βιλιέ ντε λ' Ιλ-Αντάμ, τι ο Σουλεϊμάν ο Μεγαλοπρεπής, τι η πολιορκία, τι πανοπλίες, τι κανόνια, τι οι βασιβουζούκοι, τι τα λαγούμια που σκάβαν οι τούρκοι, τα κόντρα λαγούμια που σκάβαν οι πολιορκημένοι, ηρωισμοί, προδοσίες, πλημμύριζαν εμένα τα μάτια και τ' αυτιά μου ιστορίες, ψόφαγα για ιστορίες μέσα στην δική μου μίζερη εφηβεία, και δεν χόρταινα ιστορίες, με το στόμα ανοιχτό, ο χάχας, ιστορίες, ιστορίες, ιστορίες των ανθρώπων...**  
Πήγαμε το μεσημέρι στο πατρικό του, στο νεοκλασικό που ήταν στην Ιταλοκρατία το ελληνικό προξενείο. Ο Σάββας έλειπε, η κυρά Δέσποινα που τους φρόντιζε είχε φτιάξει μακαρόνια με σάλτσα ντομάτα. Τηγάνισε ο Βαγγέλης και δύο αβγά, έριχνε με το κουταλάκι το λάδι πάνω στον κρόκο να ψηθούνε ωραία, φάγαμε υπέροχα.
***
Καθότανε τώρα από δω ο Βαγγέλης. Κι' απ' την άλλη, ο Λαμπράκης, στο γραφείο του. Που είδε σκίτσα του Βαγγέλη, και τον φώναξε να τον προσλάβει στα ΝΕΑ και ΤΟ ΒΗΜΑ. Μισθός καλός, συνθήκες εντάξει. Ναι, του λέει ο Βαγγέλης, αλλά υπάρχει ένα πρόβλημα. Τι πρόβλημα; λέει ο Λαμπράκης. Εγώ μένω στη Ρόδο, και δεν το κουνάω από κει, του ξαναλέει ο Βαγγέλης. Τονε κοίταξε στραβά, ο Λαμπράκης, τι σκέφτηκε εκείνη την στιγμή ένας Θεός μόνο το ξέρει. Κι' ύστερα του λέει εντάξει.
Οπότε ο Βαγγέλης έκανε καριέρα από τη Ρόδο. Τότε δεν είχε ίντερνετ και τα ρέστα, τα σκίτσα φτάνανε στην εφημερίδα με την Ολυμπιακή. Μια ζωή με την ψυχή στο στόμα, να διαβάσει την επικαιρότητα, να τούρθει η ιδέα, να ζωγραφίσει το σκίτσο, να πάει το σκίτσο στο αεροδρόμιο, να προλάβει την πτήση, να μην έχει καθυστέρηση η πτήση, να μην έχει νέφωση ο ουρανός, να προλάβουνε το τυπογραφείο.
Ήταν να βγάλω τον πρώτο μου δίσκο. Ο Βαγγέλης ήταν ήδη πρώτη φίρμα στους γελοιογράφους του ημερησίου και περιοδικού τύπου. Είχε έρθει Αθήνα για δουλειές, έμενε στης Βαρβάρας, πήγα κι' εγώ να μας ταΐσει κεφτεδάκια με πατάτες τηγανητές, αλλά είχε φτιάξει και κοκκινιστό, η Βαρβάρα, και τση λέει ο Βαγγέλης άμα σ' αρέσει να βλέπεις τους ανθρώπους να τρώνε, να πας στη γωνία απέναντι στο εστιατόριο να κοιτάς από τη βιτρίνα, θα σκάσουμε ρε θειά! Και είχε μία φωτογραφική μηχανή με τηλεφακό και μ' έβγαζε κοντινά, μακρινά, προφίλ ανφάς, τρουά καρ, μου λέει θα σου φτιάξω το εξώφυλλο για το δίσκο, και να τους πεις πως δεν θέλω λεφτά, γιατί τους ξέρω τι γύφτοι είναι στις εταιρείες δίσκων, αν συζητήσουμε για λεφτά θα τσακωθούμε. Κι' έφτιαξε και την μακέτα, τέτοια γραμματοσειρά, τάδε μέγεθος, μέχρι και τις αποχρώσεις στα μελάνια τους έβαλε, τόσο τοις εκατό αυτό, τόσο τοις εκατό εκείνο, γιατί είχε κάνει και στην διαφήμιση ένα φεγγάρι, ήξερε τα τεχνικά, και τι τσαπατσούληδες ήτανε οι γραφίστες. Και κοίτα, μου λέει, άμα τελειώσουνε μην σου φάνε το πρωτότυπο, να το πάρεις πίσω. Τελειώνει το εξώφυλλο, πάω μια μέρα στην εταιρεία να πάρω το σκίτσο, μου λέει λοιπόν ο Μάτσας μπορώ να το κρατήσω γιατί κάνω συλλογή από εξώφυλλα; Και του λέω πολύ ευχαρίστως να στο χαρίσω, αλλά είναι δώρο του ξαδέρφου μου, το δώρο δεν δωρίζεται.  Και το έβαλα σε κορνίζα και τόχω.
Ήτανε και καλοφαγάς, και πότης, είχαμε μία κοινή αδυναμία στην ταβέρνα. Ερχόταν στην Αθήνα δυο τρεις φορές τον χρόνο, βρισκόμασταν απαρεγκλίτως, πίναμε κανά κρασί. Και πιάναμε τις συζητήσεις επί παντός επιστητού. Και λέγαμε ιστορίες σαν κι' αυτές που σας διηγούμαι εδώ, η μυθολογία της οικογένειας. Που στο τέλος είχαμε μείνει μόνο εμείς οι δύο να τις λέμε, ίδιες κι' απαράλλαχτες, ξανά και ξανά. Α, κι' ο Σάββας Παυλίδης, του Ευαγγέλου και της Νοόμι, το γένος Έντιν. Αλλά όχι τόσο εμμονικά, ο Σάββας.
Ο Βαγγέλης, ο Σάββας, η Δώρα κι' εγώ, Νοέμβρης του 2016.
Σε κάτι παύσεις, τι του πέρναγε από τη γκλάβα του Βαγγέλη, άγνωστον, τραγούδαγε. Κάτι εντελώς απίθανα τραγούδια ενός λησμονημένου πλέον ελαφρού ρεπερτορίου. Ήτανε μία μόδα στα τέλη του Εμφυλίου, αρχές της δεκαετίας του πενήντα, που λέγανε για ονειρευτά νησιά, έρωτα, ρούμπες, σάμπες, μάμπο, καλύψο, τέτοια εξωτικά. Πιάνει μια φορά ένα,
στο Τσούμπο Τσάμπο χορεύουνε Μάμπο,
μάμπο χορεύουνε στο Τσούμπο-Τσάμπο
και με φιγούρες γυρνούν σαν τις σβούρες
με τρελλές μαράκες και μπόνγκο.
Δεν τόχα ξανακούσει. Τον κοίταγα. Τι είναι τώρα αυτό; τον ρωτάω. Σε τέτοιες περιπτώσεις έβγαζε ένα επιφώνημα μεταξύ ε και ωχ, όπερ μεθερμηνευόμενον δε βαριέσαι. Ή τι θες νάναι τώρα, δηλαδή; Ή σαχλαμάρες είναι, δεν ακούς; Ή κάτι ακαθόριστο, όλα αυτά μαζί. Κι' έκανε πάλι παύση. Τι του πέρασε ακριβώς από τη γκλάβα, άγνωστον.
-Τέτοια λέγανε, μπας και ξεφύγουν λιγάκι, να σκάσει το χείλι τους, είπε μετά. Και ξανάκανε μια παύση. Τι τραβήξανε κι' αυτοί οι ψημμένοι, ξανάπε. Και κούνησε το κεφάλι του. Και κοίταγε αφηρημένα τις άδειες καρέκλες στο διπλανό τραπεζάκι.
Εντωμεταξύ, όπως είπα προηγουμένως, οι ψημμένοι παίρνανε ένας ένας την άγουσα προς τους ουρανούς. Με το παράπονο που δεν πήγαινε να τους δει. Αλλά μια φορά είχαν έρθει σύμπαν το Παυλιδέϊκο από τη Ρόδο, πρέπει νάταν κι' ο Γιάγκος, ζούσε κι' η μάνα μου, κι' αρκετοί ακόμα από το σόι. Και μαζευτήκαμε στο Χαλάντρι, κι' είχαμε βάλει κι' ένα κατσικάκι στο φούρνο. Το θυμάμαι κείνο το τραπέζι σαν Ανάσταση.
Την τελευταία φορά που πήγαμε ταβέρνα ήταν στις 17 Νοέμβρη πέρυσι, το 2017. Και τον έπιασε πάλι να τραγουδάει.
Μέτρα τ' ἀστέρια σου οὐρανέ, σοῦ λείπει ἕνα ζευγάρι,
καὶ ρώτησέ με νὰ στὸ εἰπῶ ποιὰ κλέφτρα στό 'χει πάρει...

Που είναι μια αρέκια κεφαλλονίτικη αυτό, που εγώ στην οικογένεια δεν είχα ξανακούσει αρέκιες, ούτε καν από την νόννα μου και τ' αδέρφια της, διότι άλλο οι καντάδες κι' άλλο οι αρέκιες. Ούτε από τη Λούλα ή τη Βαρβάρα είχα ακούσει αρέκιες, εγώ τις έμαθα αργότερα, από άλλη πηγή. Καλά του λέω, αυτό από που το ξέρεις; Διότι ποτέ του δεν είχε πάει στην Κεφαλλονιά. Έκανε πάλι κείνο το επιφώνημα μεταξύ ε και ωχ. Όπερ μεθερμηνευόμενο που θες να θυμάμαι; Ή τ' άκουγα, το λέγανε. Ή τι ψάχνεις να βρεις;
Και υπολογίζω τώρα με το μυαλό μου, και λέω πως το Τσούμπο-Τσάμπο, η αρέκια, δεν μπορεί, ήταν τα τραγούδια της Ειρήνης και του Πέτρου.

Σημειώσεις
 *Περισσότερα για το κεφαλλονίτικο το σόι μας από γενεές πέντε πριν, εδώ:


**Ο Βαγγέλης είχε πάθος με την ιστορία της πόλης του, και πιο πολύ με την μεσαιωνική της περίοδο. Τα βιβλία του για τους ιππότες του Αη-Γιάννη της Ιερουσαλήμ πρέπει να πιάνουν ράφια ολόκληρα, από μερικές σπανιότατες εκδόσεις του τέλους του 19ου αιώνα, κειμήλια της οικογενείας, μέχρι βιβλία για τις στολές, τις πανοπλίες, τις οχυρώσεις, όλα. Κι' όλο τούτο το υλικό το έκανε μια συναρπαστική αφήγηση, εικονογραφημένη από την άφθαστη πένα του και πιστή στην παραμικρή της λεπτομέρεια, εδώ: https://www.ianos.gr/rodos-1306-1522-mia-istoria-0022319.html#tab-description Το 1992 μετέφρασα την αυτοβιογραφία του Αλόνσο ντε Κοντρέρας, ενός ισπανού κουρσάρου, που έδρασε στο Αιγαίο και σ' όλη την Μεσόγειο, για λογαριασμό των Ιπποτών του Αγίου Ιωάννη, περί τα τέλη του 16ου αιώνα, όταν το Τάγμα ήτανε πια στη Μάλτα. Το πρώτο πράγμα που έκανα μόλις τυπώθηκε, ήτανε να του το στείλω. Το χάρηκε, νομίζω.

Για τα τραγούδια: Το Τσούμπο Τσάμπο είναι ένα μάμπο του 1953, σε μουσική Λυκούργου Μαρκέα και στίχους των Οικονομίδη-Πρετεντέρη. Δεν το βρήκα στο διαδίκτυο, σας βάζω εδώ ένα άλλο, Στο Άλα Κάλα Κούμπα, με τη Ρένα Βλαχοπούλου, σε στίχους και μουσική του Γιώργου Μουζάκη, είναι του 1952.
https://www.youtube.com/watch?v=xnR0z4m0luY&t=20s

Τσι αρέκιες, χαρείτε τσι εδώ: 
https://www.youtube.com/watch?v=3A-G8k7ZJa8

Νοόμι και Χαρά, συγγνώμη που δεν είσαστε στη φωτό, αλλά να ερχόσασταν στην ταβέρνα.

Παρασκευή, 6 Απριλίου 2018

Περιπέτεια στη Νότιο Καρολίνα






Ο Νέγρος δεν υπάρχει. Όχι παραπάνω από τον Λευκό.
                                                            Φραντς Φανόν


Ήτανε μία εξώλης και προώλης. Που την έχανες που την έβρισκες, Φωκίωνος Νέγρη, Σελέκτ, Οριεντάλ, στην Κουίντα, που παίζανε μετά οι Φόρμινξ, τραβιότανε μ' ένανε, που ήτανε μετά στους Φόρμινξ, όχι τον Παπαθανασίου, ούτε τον Ντέμη Ρούσσο, έναν άλλον, ποδοσφαιρισταί, ηθοποιοί, μετά και με τον Μπάρκουλη, τότε είχε ξεκινήσει αυτός, είχε και αυτοκίνητο, και με ένα τεντημπόη μετά, αυτόν τον πιάσαν που έριχνε γιαούρτια, και τον κουρέψανε και τον βάλαν στην εφημερίδα. Κι' άλλους πολλούς είχε, εξώλης και προώλης. Από μικρή αυτά, μόλις είχε βγάλει το Γυμνάσιο.

Τέλος πάντων, απελπισμένοι οι γονείς της, καλοί άνθρωποι. Ο μπαμπάς της είχε υφάσματα στην Ερμού. Αλλά δεν είχε το εκτόπισμα να της επιβληθεί. Η μαμά της, μεγάλο μαράζι, μωρή βρες κανέναν να παντρευτείς τώρα που είναι νωρίς, τίποτα αυτή, φωνές, παντόφλα, ξύλο, χαμπάρι δεν έπαιρνε, της γέλαγε στα μούτρα της, δεν μαζευόταν.

Δεν είχε κάτι παθολογικό, δηλαδή, να είναι μητρομανής, ξερωγώ. Αλλά της άρεσε το τσουτσούνι, η αλητεία. Κι' εδώ που τα λέμε, ποιός την έπαιρνε, αυτή είχε γίνει διαβόητη σε όλη την Αθήνα, εκείνα τα χρόνια, καλύτερα να σου βγει το μάτι παρά το όνομα, φυλάγονταν τα κορίτσια.

Είδε κι' απόειδε η μάνα της, είχε μία αδερφή παντρεμένη στην Αμερική, στο Τσάρλεστον, Νότιος Καρολίνα. Είχανε μπακάλικο, καλά πήγαινε το μαγαζί. Της λέει αυτή η αδερφή δεν την στέλνεις εδώ κανά μήνα, έχει γαμπρούς να, με τη σέσουλα, καλές οικογένειες, ελληνοαμερικάνοι, ευκατάστατοι, θα της αρέσει. Πες πες, την έψησε, λοιπόν την μικρή να πάει στο Τσάρλεστον. Διακοπές. Έστειλε και μια φωτογραφία της, να προετοιμάσει η αδερφή της το έδαφος.

Πάει στο Τσάρλεστον, η λεγάμενη. Ήρθαν τα συμπεθέρια επίσκεψη, είχε κάνει ροζμπήφ η θεία. Ο γαμπρός εντωμεταξύ, λίγο αλλήθωρος. Αλλά είχε ο πατέρας του εστιατόριο, Ολύμπους Μάουνταιν λεγόταν, γερή επιχείρηση, όλη η Ομογένεια έτρωγε εκεί, την είχε πιάσει και την πιπίλιζε η θεία της, τι να πει αυτή η έρμη. Έλα όμως που ήτανε πολύ μελαχροινή, μαυροτσούκαλο. Στην φωτογραφία που στείλανε φαινόταν πιο άσπρη, δηλαδή. Και ξινίσανε τα συμπεθέρια, αυτή σου λέει σαν μαύρη είναι, τι θα πει ο κόσμος, γιατί εκεί στην Αμερική είχαν πρόβλημα οι έλληνες, οι αμερικάνοι δεν του είχανε για εντελώς άσπρους, τους έλληνες. Αναλόγως της περιπτώσεως, βέβαια. Οπότε αρχίσανε τις τσιριμόνιες, αυτά τα συμπεθέρια, να το σκεφτούμε λίγο, είναι και μικρά τα παιδιά, λέγανε. Και αραιώσανε τις επαφές.

Αυτή δεν το έφερε και πολύ βαρέως με τον αλλήθωρο, χέστηκε. Ε, είπε μια μέρα να πάει βόρτα στη μαρκέτα, να δει τα καταστήματα. Της είπανε το λεωφορείο, τάδε νούμερο, θα κατέβεις εκεί. Μπαίνει μέσα, άδειο το λεωφορείο, πάει και κάθεται μπροστά μπροστά. Την αγριεύει ο οδηγός, κάτι έλεγε στα αγγλικά, δεν καταλάβαινε αυτή γρυ. Σταματάει στον αστυνόμο, την τραβάνε στο τμήμα. Τους λέει αυτή το θείο της, το μπακάλικο, οδός, αριθμός, τηλέφωνο, τάχε γραμμένα μη χαθεί, ειδοποιάνε, έρχεται ο θείος άρον άρον. Του λένε αυτή είναι μαύρη, όχι να λέει αυτός, ελληνίδα είναι, να το διαβατήριο, να η βίζα, επίσκεψη ήρθε. Επίσκεψη, ξεεπίσκεψη, και οι έλληνες μαύροι είναι, να λέει ο αξωματικός, τι πήγε κι' έκατσε στους λευκούς; Ε, όχι και μαύροι οι έλληνες, να λέει ο θείος, που δώσαμε τα φώτα μας στην Οικουμένη, κι' ο Περικλής, και ο Αλκιβιάδης, ξερωγώ, πάνε στο δικαστή, να μην πολυλογώ, την άφησε αυτός, ξεμπέρδεψαν.

Αλλά είχε πάθει ψυχολογικό σοκ, το κορίτσι. Εντωμεταξύ τα μάθανε αυτά στην Ομογένεια, τους κάνανε πέρα λες κι' ήτανε λεπροί. Οπότε εξαφανίστηκαν οριστικώς και οι συμπεθέροι με τον αλλήθωρο. Αλλά κι' εκείνη δεν ήθελε να δει κανέναν, ούτε να πάει πουθενά, ούτε μόνη της, ούτε με τους θείους της. Καθόταν όλη τη μέρα στο μπακάλικο, και κοίταζε τους πελάτες που ψωνίζανε. Τώρα, στο μαγαζί πηγαίνανε πολλοί μαύροι. Είχανε κι' έναν μπακαλόγατο, υπάλληλο δηλαδή, κι' αυτόν μαύρο. Οπότε μια μέρα μπαίνει μέσα στο μαγαζί ένα μαυράκι, φόραγε κι' ένα καπέλο του μπαίηζμπολ, πολύ γούστο είχε, να ζητιανέψει καμιά καραμέλα. Έλειπε το αφεντικό, ο θείος δηλαδή, οπότε του δίνει ο μπακαλόγατος ένα παγωτό της μηχανής, είχανε και παγωτό μηχανής, βανίλια και σοκολάτα. Αλλά εκείνη την ώρα που τόγλυφε γυρνάει ο θείος, κάτι ξέχασε και γύρισε, προλαβαίνει όμως το μαυράκι, το βάζει το παγωτό στο κεφάλι του, βάζει και το καπέλο αποπάνω. Αλλά έκανε ζέστη, καλοκαίρι ήταν, κι' έλιωσε η βανίλια, κι' έτρεχαν τα ζουμιά πάνω στα μούτρα του. Την βλέπει την βανίλια ο θείος, αλλά δεν κατάλαβε, νόμιζε πως ήταν ιδρώτας, άντε τράβα από δω του λέει, μπουχός το μαυράκι.

Εκείνη την στιγμή κοιταχτήκανε αστραπιαίως στα μάτια, πολύ βαθιά όμως. Μετά, ρίχναν ματιές δήθεν αδιάφορα. Αυτός σκευότανε κοίτα να δεις, και όμορφη είναι, και καλή καρδιά έχει, που δεν με έδωσε στο αφεντικό, που πάει να πει πως με γουστάρει. Κι' αυτή σκεβότανε πολύ συμπαθής αυτός, τόσες μέρες ήταν Αμερική και άλλον έτσι συμπαθητικό άνθρωπο δεν είχε δει, να συμπονάει το παιδάκι. Ήταν και νόστιμος, ψηλός, μ' ένα κορμί σπαθί, κάτι καστανά μάτια βελούδο, την είχε φάει εντωμεταξύ η μοναξιά και η απελπισία, εκεί στο Τσάρλεστον της Νότιας Καρολίνας. Οπότε έφυγε τελικώς ο θείος να πάει στη δουλειά του. Κι' αυτοί βγάλαν τα μάτια τους πάνω σε κάτι σακιά ζάχαρη, στην αποθηκούλα. Μεσημέρι ήταν, ψυχή δεν πάταγε στο μαγαζί.

Φαίνεται πως είδε αστεράκια με τον μπακαλόγατο, αυτή. Και όχι μόνο σεξουαλικώς, διότι είχε πάει σχολείο αυτός, είχανε ξεχωριστά σχολεία οι μαύροι τότε, και ήθελε να φύγει, να πάει στη Νέα Υόρκη, Ιλλινόη, ξερωγώ, να σπουδάσει φιλοσοφία, υπαρξισμό. Και της εξηγούσε, μαύροι, άσπροι, κατά βάθος δεν υπάρχουν, όλα στο κεφάλι μας μέσα είναι, και της έφερνε παράδειγμα την περίπτωσή της, στην Ελλάδα είσαι άσπρη, εδώ είσαι μαύρη, παλαβομάρες. Γέλαγε αυτή, που δεν καταλάβαινε τι θα πει δεν υπάρχουν μαύροι και άσπροι. Κι' αυτός της είπε ξανά πως άσπροι μαύροι, γυναίκες, άντρες, αμερικάνοι, έλληνες, δεν έχει και πολύ σημασία, γιατί συνεχώς πρέπει να εφευρίσκουμε τον εαυτό μας, άμα θέλουμε να είμαστε άνθρωποι.

Τέλος πάντων, της εξήγησε και πως αυτό που κάνανε είναι πολύ επικίνδυνο, μπορεί να τους πιάνανε και να τους βάζαν φυλακή, οπότε μιλιά στο θείο και στη θεία, και το χειρότερο είχε και την Κλουκλουκλάν, οπότε έβαλε τα γέλια αυτή, ποιός κλάν; Κι' αυτός της έλεγε γέλα εσύ, εμένα θα πιάσουνε και θα μου τον κόψουνε και θα με κρεμάσουνε από το δέντρο. Κι' αυτή του λέει μα καλά, κι' εσύ μαύρος, κι' εγώ μαύρη, τι τους κόφτει τι κάνουμε; Κι' έβαλε πάλι τα γέλια. Και της λέει αυτός, αυτό ακριβώς σου λέω, όποτε τους συμφέρει είσαι μαύρη, κι' όποτε τους συμφέρει άσπρη, άρα δεν υπάρχουν άσπροι και μαύροι. Οπότε σοβάρεψε αυτή, ήτανε πολύ έξυπνος έτσι που της τα εξηγούσε απλά, αλλά που να το φανταστεί που γίνονται αυτά στην Νότιο Καρολίνα, και τελικώς ποιά ήταν κι' αυτή η ίδια, ούτε που ήξερε πια, ήταν ελληνίδα, ήταν μαύρη, αλλά πως γίνεται μαύρη ελληνίδα, άρα ήταν άσπρη, και δηλαδή τι θα πει ελληνίδα και άσπρη και μαύρη; Καλά της τάλεγε αυτός, είχε χάσει τον εαυτό της, κι' έπρεπε να τον εφεύρει από την αρχή, κι' αυτό την φόβιζε πιο πολύ απ' όλα, οπότε από τον φόβο τον άρπαξε, και δώστου ξανά, στενάξανε οι ζάχαρες.

Εντωμεταξύ, και οι θείοι δυσφορούσαν, διότι κινδύνευαν να γίνουν οι απόβλητοι της Ομογένειας, με το μαυροτσούκαλο. Που είχε διαταράξει την ζωή της κοινότητας. Και δεν έβλεπαν την ώρα να την γυρίσουν πίσω στην Ελλάδα. Οπότε δεν της έδιναν και πολλή σημασία, έβρισκε αυτή ευκαιρία, σουρτούκευε, έβγαινε, έβλεπε τον μπακαλόγατο, ε, προσέχανε και κάπως, πηγαίνανε στο δωματιάκι του, πάθος μεγάλο. Είχε βρει κι' ένα αγγλοελληνικό λεξικό αυτός, να συνεννοούνται καλύτερα.

Ώσπου έφτασε η ώρα της επιστροφής. Του έδωσε την διεύθυνσή της, στην Αθήνα, να έχουνε αλληλογραφία. Κι' έβαλε τα κλάματα.

Γύρισε Αθήνα, στα μαύρα πανιά η μάνα της κι' ο πατέρας της που δεν ευοδώθηκε το προξενιό, θ' αρχίσει πάλι τα ίδια λέγανε, χαθήκαμε. Αλλά αυτή είχε αλλάξει. Σελέκτ, Οριεντάλ, Φωκίωνος Νέγρη, πήγαινε. Αλλά δεν είχε εκείνη τη λύσσα την παλιά, σταυροκοπιόταν η μάνα της, Άγιε μου Γεράσιμε, μεγάλη σου η χάρη. Όχι πως είχε γίνει καμιά αγία, αλλά τους βαριόταν, αυτουνούς τους τζιτζιφιόγκους που τραβιόταν παλιά. Οπότε κι' αυτοί αμολήσανε καλούμπα. Βρήκε άλλες παρέες. Γι' άλλο λόγο είχε πάει στη Νότιο Καρολίνα, κι' άλλο πράγμα της συνέβη εκεί. Ήτανε τελικώς τόσο μεγάλος ο κόσμος. Ο κόσμος μέσα της, κυρίως. Της έγραψε αυτός κανά δυό γράμματα. Πήγε τελικώς στη Νέα Υόρκη και σπούδαζε φιλοσοφία. Της είπε να πάει να τον βρει. Το σκεφτότανε. Αλλά μετά χαθήκανε.

Έγραφε για χρόνια στον Ταχυδρόμο, και μετά σε άλλα περιοδικά, και εφημερίδες. Καλλιτεχνικά, βιβλία, μουσική, τέτοια. Δεν παντρεύτηκε.

Τώρα, πως γνώρισε τον Χατζιδάκι, δεν ξέρω ακριβώς. Ούτε κι' αν τον γνώρισε, διότι μπορεί την ιστορία να του την μετέφερε κάποιος τρίτος. Πάντως ο Χατζιδάκις θα διασκέδασε πολύ, αφού την έφτιαξε και τραγούδι. Μπορεί βέβαια και να τον γνώρισε μετά. Το τραγούδι το τραγούδησε η Βουγιούκλω, σε δισκάκι σαρανταπεντάρι, από μπροστά είχε το νιάου βρε γατούλα.






Το τραγούδι: η περιπέτεια στη Νότιο Καρολίνα, με την Αλίκη Βουγιουκλάκη. Του 1959.

Η ζωγραφιά: Le nègre n’est pas. Pas plus que le blanc. Παστέλ σε ακρυλικό, 7Χ10 cm.



Όνειρο με την Λ. (Χαράματα της 21ης Μαρτίου 2018.)




 Μία κοινή φίλη μου έλεγε τις προάλλες πως ήμασταν το πιο σουρρεαλιστικό ζευγάρι του 20ου αιώνα. Τέλος πάντων, ήταν αστή με κουλτούρα και ήμουν λέχρος, με κουλτούρα επίσης, αλλά δεν το έδειχνα. Την κουλτούρα δεν έδειχνα, θέλω να πω, όχι πως ήμουν λέχρος. Δεν μου φαινόταν, η κουλτούρα. Αλλά αυτή που είχε κουλτούρα επίσης, δεν της διέφυγε. Που είχα κουλτούρα, δηλαδή. Και δεν ήμουνα λιγούρης, ήμουνα πολύ αυθεντικό παιδί. Να μην μακρυγορώ όμως, το ζωτικό σημείο προσέγγισης ήταν άλλο. Έχω να την δω ίσως και τριάντα χρόνια.

 Ας έρθω στο όνειρο. Είμαστε στην στροφή της Αγίας Βαρβάρας, αλλά είναι δεκαετία του πενήντα. Εκεί που ήταν μία βίλλα κάτασπρη κάποτε. Η Λ. έχει κλείσει κάποια δωμάτια για μερικές μέρες, έχει άκρες παντού αυτή. Είναι κι' ένας επιστάτης εκεί, ο ιδιοκτήτης ζει στο εξωτερικό. Τον καλεί στο κινητό του, "κύριε Μίλτο, εντάξει, ήρθαν τα παιδιά, ναι, θα τα βάλω στο μεγάλο δωμάτιο, το δυτικό." Ύστερα μας έδειξε όλο το σπίτι, παντού μπαλκόνια, δωμάτια, σαλόνια, έφυγε ο επιστάτης, τρέχουμε πέρα δώθε, μυρίζει φρεσκολουστραρισμένο παρκέ.

 Γιατί είναι απόγευμα, και είναι Ιούνιος. Ο ήλιος μπαίνει από τις γρίλιες. Μυρίζει τριαντάφυλλα στον κήπο. Έχει ησυχία. Γελάμε καθώς αγγιζόμαστε με την γνωστή οικειότητα των παλιών εραστών.


 Το τραγούδι: Πατρίδα μας όλος ο Κόσμος, του ιταλού αναρχικού Πιέτρο Γκόρι, που τόγραψε το 1895. Όπως ακούγεται στη σκηνή που το παράξενο πλοίο μπαίνει στο λιμάνι, και τον ναύτη του Ποτέμκην, από το Σουήτ Μούβι του Ντούσαν Μακαβέγιεφ. Κλικ εδώ:


 Η ζωγραφιά: Ζευγάρι στον Χρόνο. Παστέλ και ακρυλικά σε Α4 πολυτελείας.


Όνειρο της 24ης Φεβρουαρίου 2018, αργά απόγευμα Σαββάτου.







Είμαστε στο πατρικό του εξαδέλφου μου, στο Χαλάνδρι, του επιλεγόμενου Γαργαντούα. Είναι βράδυ. Πολλοί συγγενείς μαζεμένοι, ακούω τις φωνές τους, είναι η ώρα να φύγουμε.

Η γιαγιά μου η Μαρία σπρώχνει την αδελφή της, την Αλεξάνδρα, που είναι σε καροτσάκι. Αυτή την θεία την Αλεξάνδρα, την λέγανε Γαρίδαινα, και μόνο η γιαγιά η Μαρία την έλεγε Αλεξάνδα. Γιατί ήταν παντρεμένη με τον Γαρίδη. Που τον λέγαν Γιώργο δηλαδή, αλλά όλοι τον φωνάζαν Γαρίδη, το επώνυμό του.

Πάω να βοηθήσω με προθυμία, σηκώνω στα χέρια το καροτσάκι με την Γαρίδαινα να το κατεβάσω από τα σκαλάκια της κουζίνας στον κήπο, πούπουλο εντωμεταξύ η Γαρίδαινα.

-Πρόσεχέ την, μου λέει η γιαγιά η Μαρία, "δεν την βλέπεις πως είναι, χάσκει ο κώλος της να βγει η ψυχή της, όπου νάναι θα πεθάνει!"

Οπότε γυρνάει και η Γαρίδαινα και της λέει "μπα, που κακό ψόφο νάχεις, κακούργα!"

Και κρυφογελάγανε.


Οι φωτό:  Η γιαγιά μου η Μαρία,  ο Γαργαντούας κι' εγώ. Γύρω στο 1954-55.

Όνειρο της 21ης Φεβρουαρίου 2018 (Ποιός Θόδωρος; Εγώ έπρεπε να κάνω σινεμά.)









Μπορεί και νάμαστε στη Λέσβο, χειμώνας, συννεφιά. Σε κάποιο ορεινό χωριό. Εκεί έχει τέτοια καφενεία. Με χρωματιστό πλακάκι, και θαλασσί λαδομπογιά, και απέραντο ψυγείο, νέον, και τζαμαρία μπροστά.

Γυρίζουνε μια ταινία, κι' είμαι ο πρωταγωνιστής. Υποδύομαι έναν πολιτικό πρόσφυγα, γυρνάει αυτός από την Τασκένδη, το 1976 περίπου, στο χωριό του. Μα οι συντοπίτες του δεν τον γουστάρουν, και κάνουν δικαστήριο στο καφενείο να τον απομακρύνουν. Πρόεδρος είναι ο κοινοτάρχης, γραμματέας ο γραμματέας της κοινότητος, εισαγγελέας ο εκπρόσωπος της νομαρχίας, μέλη ο δάσκαλος, ο παπάς, ο κομματάρχης, ο επίτροπος, κι' ένας δύο τοπικοί παράγοντες ακόμη. Το καφενείο είναι γεμάτο από ανθρώπους του χωριού, προσφέρθηκαν ανιδιοτελώς για τα γυρίσματα, έτσι κι' αλλιώς εκειπέρα την βγάζουν κάθε απόγευμα.

-Να, είναι απλό, μου λέει ο σκηνοθέτης, ο πρώην πασόκος και νυν σύριζα, ο με την κοιλίτσα, και ο που φοράει μπεζ πουλόβερ με σχέδια ρόμβοι καφέ-κεραμιδί, μπεζ παντελόνι και μπεζ μπουφάν. "Εσύ προχωράς μπροστά από τη τζαμαρία αργά, μπαίνεις μέσα στο καφενείο ήσυχα-ήσυχα, διασχίζεις την αίθουσα, σταματάς μπροστά στο δικαστήριο, δεν λες τίποτα, τους κοιτάς μόνο. Κι' αυτοί κοιτάνε εσένα που μπαίνεις, δεν μιλάνε. Άκρα του τάφου σιωπή, εσύ είσαι η τραγική φιγούρα του έργου. Γιατί αυτοί σε φοβώνται, τους ξυπνάς πολλά που θέλουν να ξεχάσουν, υποψιάζονται και πως θα διεκδικήσεις κάτι χωράφια που είχες εδώ, και τα καταπατήσανε. Γι' αυτό και θέλουν να σε διώξουν. Αλλά κατά βάθος σε σέβονται και σε εκτιμούν, ξέρουν τι πέρασες και τι άντεξες. Αυτό είναι το νόημα της ταινίας. Εντάξει;"

-Εντάξει, λέω. Κι' είμαι πολύ ευχαριστημένος, διότι σκέφτομαι τι ωραία εμπειρία είναι ο σινεμάς, σου αφήνει μπόλικη ελευθερία να πλάσεις τον ήρωά σου καθ' εικόνα και ομοίωσιν, που λένε. Εγώ, δηλαδή, πως τον αισθάνομαι, τον φόβο και την αντιπάθειά τους, και συγχρόνως τον σεβασμό τους που έχουν; Τους φοβάμαι κι' εγώ, αυτουνούς όλους; Τους μισώ; Τους περιφρονάω; Μ' έχουν κιόλας συντρίψει; Θα πέσω στο φινάλε στα γόνατα να ζητάω οίχτο; Ή θα σταθώ στο ύψος της δικής μου Οδύσσειας; Αν θέλουν, ας μ' ακούσουν. Αν δεν θέλουν, κακό της κεφαλής τους. Έτσι είναι οι άνθρωποι, τι να κάνουμε. Την πήρα την ζωή μου, που λένε οι ποιηταί, δεν τους κρατάω κακία. Φαρμακωμένος, ναι. Μνησίκακος, με τίποτα!

Φοράω έναν ναυτικό επενδύτη, και σκούρο πουλόβερ με γιακά, και μάλλινο παντελόνι μπλε μαρέν, και κάτι παπούτσες που γράφουνε ωραία στο πλακάκι και στον ήχο.

-Ησυχία! λέει ο σκηνοθέτης. "΄Έτοιμοι; Κάμερα, πάμε!"

Περπατάω αργά, σταθερά, κάτι μητέρες με τα παιδιά τους σηκώνονται και φεύγουν βιαστικά καθώς πλησιάζω στην πόρτα, από το καφενείο με κοιτάνε από την τζαμαρία, μπαίνω μέσα, διασχίζω τον χρόνο και το πλήθος και την σιωπή, κι' αυτοί με κοιτάνε, κι' εγώ τους παρατηρώ, άλλοι κατεβάζουν τα μάτια καθώς περνάω, αυτό χωρίς οδηγία από τον σκηνοθέτη, βιώνουν -αναρωτιέμαι- κι' αυτοί τον ρόλο τους, όπως κι' εγώ; Και στέκουν έτσι ακίνητοι όλοι, εκτός από εμένα και τον καπνό απ' τα τσιγάρα.

Και φτάνω μπροστά στο τραπεζάκι με τους δικαστάς, και στέκομαι και τους κοιτάω. Χωρίς έχθρα. Χωρίς θυμό. Χωρίς πρόκληση.

Οπού αυτός ο μαλάκας ο εισαγγελέας, τον οποίον τον έστειλε η νομαρχία, αυτός φοράει ένα γυφτοκαφετί κουστούμι ριγέ και παντελόνι καμπάνα με γραβάτα φανταιζί και πουκάμισο ροζ με μυτερούς γιακάδες και μανικετόκουμπα με ρουμπινάκι μόδα του '70, και δεν έχει βάλει γλώσσα μέσα, μιλάει με τον γραμματικό για το πως να κρατάει τα πραχτικά, και την εγκύκλιο του υπουργείου, και την κοινοποίηση στη νομαρχία, και πόσα αντίγραφα και πόσα καρμπόν να βάλουνε, και κάθομαι εγώ μπροστά του όρθιος σα χάνος, να περιμένω να δεήσει ν' αρχίσουμε. Κι' αυτός με έχει γραμμένο, δήθεν και καλά το θέμα το δικό μου δεν είναι και πολύ σημαντικό, η διαδικασία είναι το πολύ σημαντικό, ξερωγώ. Να μου σπάσει τον τσαμπουκά. Και τινάζει όλη τη σκηνή στον αέρα, ο θλιβερός αυτός ο χατζηαβάτης, ο κρατικός ο λειτουργός ο κομπλεξικός. Διότι είπαμε, άντε να κάνω τον τραγικό ήρωα, δηλαδή λούζερ, εντάξει, αλλά τώρα μ' έπιασε το γλυκύ μου, διότι αυτός ο τραγικός ήρωας είναι ιερός, είπαμε. Και είναι απαράδεκτο ο εν λόγω τραχανάς να γαμεί την τραγωδία και το σινεμά και το σενάριο και την τοπική κοινωνία και τη χώρα από άκρου εις άκρον. Με τον κρατικό ετσιθελισμό και την έπαρση της εξουσίας, ξερωγώ. Και άνευ λόγου δηλαδή, διότι άμα με διώχνανε, θα έφευγα ήσυχα-ήσυχα, ούτε τσιριμόνιες ούτε τίποτα. Αλλά με αξιοπρέπεια, όχι ρεζίλι των σκυλιώνε.

Γυρνάω και κοιτάω με νόημα τον σκηνοθέτη, ο οποίος ήταν κι' αυτός ανάμεσα στους θαμώνες -τους αληθινούς, που έκαναν τους κομπάρσους-, οπότε μου κάνει νόημα κι' αυτός στα μουλωχτά "μη λες τίποτα, κάνε μώκο, συνέχισε, συνέχισε, σιωπή!" Κι' έβαζε το δάχτυλο καθέτως στο στόμα του, και γούρλωνε τα μάτια του, οπότε τα παίρνω κι' άλλο στο κρανίο εγώ, με αυτή την αβελτηρία του και την κακομοιριά του.

-Κατ! βάζω μια φωνάρα που του πάγωσε το αίμα, τρίξανε μέχρι τα πεύκα στο βουνό αποπάνω. "Δε μου λες, εσύ είσαι ο σκηνοθέτης ή ο χλιμίτζουρας; Ποιός αποφασίζει για το έργο, ρε καρμίρη; Τι μούλεγες απόξω πούμασταν, άκρα του τάφου σιωπή και φούμαρα; Πες μου τι ρόλο βαράω εγώ εδώ, να σου πω, μπορώ να παίξω, δεν μπορώ! Να με δικάσουνε, ωραία. Να με εξοστρακίσουνε, ωραία. Αλλά να κάθομαι να με ξεφτιλίσει αυτός ο χιμπαντζής, δεν πετιέστε καλύτερα παρέα μέχρι την Καλλονή να φέρετε καμία παπαλίνα;"

Διότι καταλαβαίνετε, δεν είναι η σεζόν της παπαλίνας, κι' επιπλέον τον θυμήθηκα, αυτόν τον εισαγγελέα, μετριότατος θεατρίνος, αλλά συνδικαλιστής του ΣΕΗ και εκ του περισσού ήτανε, οπότε του ζήτησε του σκηνοθέτη να του μεγαλώσει τον ρόλο, κι' άλλαξε το σενάριο αυτός επιτόπου, ο ξεφτιλισμένος.

Γυρνάω και φεύγω, με το ίδιο το αργό το βήμα που μπήκα, το αταλάντευτο.

(Τελική σκηνή, αυτή την πρόσθεσα στον ξύπνιο μου.)

Σουρουπώνει, έπιασε ψιλή βροχή, ο φακός κάνει τράβελινγκ στη τζαμαρία του καφενείου, οι θαμώνες κοιτάνε κάτι έξω από το τζάμι και δεν μιλάνε. Ακούγεται βόις όβερ μια πόρτα αυτοκινήτου που ανοίγει. Κλείνει μετά. Η μηχανή βάζει μπροστά, ήχος αυτοκινήτου που ξεκινάει, κι' αλλάζει ταχύτητες.

Σ' έναν δασικό δρόμο, μέσα στα παύκα. Βρέχει καταρρακτωδώς, πλάνο μέσα από το παρμπρίζ ενός λάντα (παλιό μοντέλο.) Ο οδηγός είμαι εγώ. Ακούγεται μόνο ο ήχος της μηχανής, της βροχής πάνω στις λαμαρίνες, και των υαλοκαθαριστήρων.

Μακρινό, το αυτοκίνητο σ' ένα ξέφωτο συνεχίζει την πορεία του. Κάπου στον ορίζοντα, τα σύννεφα ανοίγουν να περάσει το λίγο φως του σούρουπου και λίγο μπλέ.  Εδώ μπαίνει το σάουντρακ της ταινίας (δες στις σημειώσεις.)

Πίσω στη βιτρίνα, έχει νυχτώσει, αλλά η βροχή συνεχίζει ακάθεκτη, πάλι τράβελινγκ η φωτισμένη τζαμαρία, τα μελαγχολικά πρόσωπα του καφενείου κοιτάνε έξω από το τζάμι σαν ταμπλώ βιβάν, συνεχίζεται το σάουντρακ. Η κάμερα απομακρύνεται για τίτλους τέλους.





Σημειώσεις

Το σάουντρακ: Δεν είναι Πιοβάνι, δεν είναι Καραΐνδρου, και θα ήθελα να προσθέσω πως η Μυτιλήνη συνδυάζει την μικρασιάτικη και νησιώτικη παράδοση ιδανικώς, και επίσης παλιά είχανε και χάλκινα μαζί με τα βιολιά, και όλα τ' άλλα όργανα, ανατολικά και δυτικά αχταρμά. Εγώ τις πρόλαβα αυτές τις μπάντες, στο Πλωμάρι, του Αγίου Χαραλάμπους, που χορεύουνε όρθιοι πάνω στα αλόγατα. Πέφτει και χαρτούρα, φυσικά. Οπότε ο μαέστρος ανήγγειλε από μικροφώνου να πάνε να πληρώσουν, αλλά το είπε διακριτικά: όποιο άλογο θέλει να χορέψει, να το δηλώσει στην ορχήστρα, είπε. Αλλά παίξανε μισή ώρα, άντε τρία τέταρτα, η μπάντα σχόλασε μετά, φύγανε και τα άλογα, ανέβηκαν τα μπουζούκια στο πάλκο και το ρίξανε στα σκυλάδικα. Εδώ βρήκα μια τέτοια μπάντα, παίζουν έναν συρτό που γυρνάει σε μπάλλο, από την περιοχή του Μανταμάδου. Δεν βρήκα ποιοί παίζουνε να τους βάλω.


Δεν ξέρω αν το προσέξατε, αλλά το όνειρο αυτό είναι μία εντελώς ρεαλιστική ιστορία: το απίθανο στην πραγματικότητα δήθεν δικαστήριο που περιγράφω, υπάρχει μόνο στο σενάριο μιας ταινίας που γυρίζεται σήμερα, από έναν μάλλον ατάλαντο και ανήθικο σκηνοθέτη. Αντιθέτως, ξανάδα πρόσφατα το Ταξίδι στα Κύθηρα, και με ενόχλησε η "απέλαση" του Κατράκη, ο οποίος υποτίθεται πως έχει ξαναπάρει την ελληνική ιθαγένεια (αλλιώς δεν θα μπορούσε να γυρίσει) και συνεπώς δεν μπορεί να απελαθεί. Κι' όσο ωραία αν είναι τα πλάνα στα χωράφια, δεν είναι μέρος που υπογράφονται συμβόλαια. Βέβαια, σινεμά είναι, ότι θέλει κάνει ο καθείς. Όμως υπάρχει κάποιου είδους ισορροπία ανάμεσα στο ρεαλιστικό και το υπερρεαλιστικό στοιχείο μιας -ας την πούμε έτσι- ονειρικής ιστορίας. Όσο πιο κοντά στην πραγματικότητα είναι το ρεαλιστικό κομμάτι της, τόσο ισχυρότερο και γίνεται το υπερρεαλιστικό.

Το όνειρο δεν είχε τόσες λεπτομέρειες όσες γράφω, συμπλήρωσα τους διαλόγους, είχε πλάκα και φώτιζαν το όνειρο. Την Λέσβο την έβαλα μετά, ήταν μία ευκαιρία να την ξαναεπισκεφθώ με την έννοια μου. Για τα καφενεία της, έχουν γραφτεί πολλά. Είναι περίεργα καφενεία. Σ' ένα, στην Μυτιλήνη, μπαίνεις και νομίζεις πως είσαι στο Παρίσι της Μπελ Επόκ, αυθεντικό, αστικό και παρακμάζον. Στη Βατούσα, έχει ένα με πόρτα Μπαουχάους. Εγώ βάζω μία φωτό του καφενείου της πλατείας του Μεσότοπου, με την μεγάλη τζαμαρία, και που την έκανα σκηνικό στο όνειρο. Είναι του Ιουλίου του 2012. Κι' απέναντι έχει έναν πλάτανο, ψήνει και θαυμάσια σουβλάκια. Κι' από δάση με πεύκα, χωματόδρομους και κορφές με θέα στη θάλασσα, άλλο τίποτα.

Η ζωγραφιά: στη βροχή. Πενάκι, παστέλ, ακρυλικά, σε Α4 πολυτελείας.

Στον πρόσφυγα που υποδύθηκα στον ύπνο μου, και σ' όλους τους άλλους που φτάσανε στη Λέσβο και αλλού. Ή δεν φτάσανε.