Τρίτη, 5 Νοεμβρίου 2019

Εκδρομή Στην Βεργίνα.




Ξεκινήσανε οι γραίες να πάνε εκδρομή στην Βεργίνα.
Θα περνάγανε το πούλμαν και από την Νάουσα.
Ειδοποιήθηκε ο Δήμος, ο οποίος έχει πρώτη προτεραιότητα την ανάπτυξη του Τουρισμού.
Και έστησαν αστραπιαίως ένα χάπενινγκ, να τους υποδεχθεί στην πόλη ο Μεγαλέξαντρος, που θα πηγαίνανε προσκύνημα το πούλμαν στον τάφο του πατέρα του.
Έτσι γίναν τα πράματα, κύριε Πρόεδρε, και τ' άλλα που μάθατε εσείς στην Αθήνα είναι συκοφαντίες.

Η ζωγραφιά: Γαλήνιο δειλινό του Νοέμβρη, κάπου στην Κεντρική Μακεδονία. Ακρυλικά και παστέλ στο μπλοκ του Γιατρού, 31Χ25 cm. Από μία φωτό του Ταξιδευτή και Επιστροφέα Βασίλη Τουμαζάτου, κλικ εδώ για την φωτό

Δευτέρα, 4 Νοεμβρίου 2019

Παρασκευή, 1 Νοεμβρίου 2019

U-1206. (Η διαφορά του γέρου από το υποβρύχιο.)

Kapitänleutnant Karl-Adolf Schlitt
Ξέρετε τι διαφορά έχει ο γέρος και το υποβρύχιο;
Η διαφορά είναι πως ο γέρος μπορεί να πάει και από πέσιμο, ενώ το υποβρύχιο όχι. Όπερ έστι μεθερμηνευόμενον πως το υποβρύχιον μπορεί να πάει από χέσιμο όπως ο γέρος.
Εξηγούμαι για να μην παρεξηγούμαι.
Ήτανε ένα υποβρύχιο γερμανικόν ονόματι U-1206, πολύ σπέσιαλ ολοκαίνουργιο, ούτε έγερνε ούτε τίποτα, ηυξημένη αυτονομία είχε, κι' ένα σύστημα με σουλήνα σαν αναπνευστήρα ξερωγώ, να βυθίζει στα ρηχά και να μπορεί να δουλεύει τις ντήζελ* να πηγαίνει. Είχε κι' ένα σύστημα σα Τζηπηές, τον παππού του Τζηπηές δηλαδή, γιατί είμαστε Απρίλιο του 1945, και ο πόλεμος δεν είχε τελειώσει ακόμα.
Ξεκίνησε λοιπόν το υποβρύχιον από την Νορβηγία, να πάει παρθενικό ταξίδι δια τας ακτάς της Σκωτίας, περιπολία να βρει καμιά εφοδιοπομπή να τορπιλίσει. Με το που ήτανε μέσα στον Ωκεανό, του χαλάει η μία ντήζελ. Δεν πειράζει, λέει ο κυβερνήτης, ο καπετάνιος δηλαδή, ο οποίος ήταν και νεαρός υποπλοίαρχος, ναυτόκαβλος, Καρλ-Άντολφ Σλίτ ονόματι, έχουμε την άλλη την ντήζελ, πάμε. Αλλά με το που φτάνουνε στη Σκωτία, έξω από το Αμπερντήν ήτανε, εκεί θα στήνανε καρτέρι, περνάγανε οι νηοπομπές, χαλάει και η άλλη ντήζελ. Εντωμεταξύ, η θάλασσα ήταν γεμάτη εγγλέζικα αντιτορπιλλικά, και περιπολικά, και ο ουρανός γεμάτος αεροπλάνα, τα οποία κυνηγούσανε τα υποβρύχια, που κυνηγούσανε τα φορτηγά με τα πολεμοφόδια.
Τι να κάνουνε; Δεν μπορούσανε να στήσουνε καρτέρι χωρίς τις ντήζελ. Καταδυθήκανε λοιπόν εξήντα μέτρα κάτω, να μην φαίνονται. Και πηγαίνανε με τις ηλεκτρομηχανές. Και πέσανε οι μηχανικοί με τα μούτρα να επισκευάσουνε τις ντήζελ.
Εκεί πάνω, του ήρθε του κυβερνήτου να κάνει το χοντρό του. Ήταν 14 Απριλίου, και σε δύο μέρες ο κυβερνήτης έκλεινε τα εικοσιεφτά και γινόταν εικοσιοχτώ ετών.
Το πολύ σπέσιαλ υποβρύχιο U-1206 είχε και μιαν άλλη επαναστατική καινοτομία: είχε και καμπινέ υπερπιέσεως, που λειτουργούσε με πεπιεσμένο αέρα, ώστε να μπορεί το πλήρωμα, (σαρανταοχτώ ψυχές όλοι μαζί) να ανακουφίζεται εν καταδύσει. Πλην όμως το σύστημα ήταν αρκούντως περίπλοκο, διότι το προϊόν δεν μπορούσε να πάει κατευθείαν στη θάλασσα επειδή η πίεσις στον βυθό ήταν μεγαλύτερη απ' ό,τι μέσα στο υποβρύχιο. Είχανε λοιπόν ένα σύστημα με βαλβίδες, όπου έκλεινες τη μια βαλβίδα, άνοιγες την άλλη, και πήγαινε η σκατούλα σ' ένα θάλαμο, και μετά είχε κι' άλλη βαλβίδα, κι' άλλη μετά, και πήγαινε σ' έναν άλλο θάλαμο, και τις ανοιγόκλεινες όλες με κάποια σειρά, και στο τέλος την έπαιρνε ο πεπιεσμένος αέρας και την εκτόξευε στη θάλασσα, όπως τις τορπίλες δηλαδή, κουραδοτορπίλη σα να λέμε. Αλλά είχε κι' έναν μηχανικό ειδικά εκπαιδευμένο στην λειτουργία του καμπινέ, διότι  οι βαλβίδες είχανε μία συγκεκριμένη σειρά, εξυπακούεται, δεν ήταν σα να τραβάς το καζανάκι και έληξες.
Τώρα, ο κυβερνήτης δεν φώναξε τον σκατομηχανικό. Νόμιζε πως ήξερε. Μπορεί και να ντρεπόταν. Κι' άρχισε να ανοιγοκλείνει τις βαλβίδες μόνος του. Αλλά το σκατό δεν προχωρούσε παραέξω. Είδε κι' απόειδε, έστειλε να φωνάξουν τον ειδικό.
Έρχεται ο ειδικός. Αλλά δεν του είπε ο καπετάνιος που είχε πειράξει τις βαλβίδες και δεν ήξερε ποιές ήταν ανοιχτές και ποιές κλειστές. Κι' ούτε κι' ο άλλος ρώτησε τον καπετάνιο, ντρεπόταν, δεν τούκοψε, ήταν τρελαμένος, που προσπαθούσε με τους άλλους μηχανικούς να φτιάξουν τις ντήζελ, ποιός ξέρει. Η κακιά η ώρα, που λένε.
Εκεί λοιπόν που πιάνει να ανοιγοκλείσει τις βαλβίδες, κάνει ένα μπράφ ο απόπατος και τον κάνει τον κυβερνήτη τον Καρλ-Άντολφ Σλίτ σύσκατο, μαζί και τον μηχανικό. Και αυτό ήταν το λιγότερο, έμπαινε η θάλασσα ασταμάτητα, δεν μπορούσανε να κλείσουνε τις βαλβίδες, άρχισε να πλημμυρίζει το σκάφος! Δίπλα ακριβώς από τον καμπινέ εντωμεταξύ ήταν οι μπαταρίες των ηλεκτρομηχανών. Πλημμυρίζει το υπόφραγμα με τις μπαταρίες, κάνει ένωση το θαλασσόνερο με τα υγρά των μπαταριών, και βγάζει ένα αέριο πολύ δηλητηριώδες, διοξείδιο του χλωρίου ονόματι. Πανικός! Τι να κάνει ο κυβερνήτης, διέταξε ανάδυση να μην σκάσουν!
Έλα όμως που χαλάει και η αντλία των μπάλλαστ! Είχανε πλημμυρίσει κι' απ' τον καμπινέ, το U-1206 έβαλε τη μουσούδα προς τα κάτω κι' άρχισε να βυθίζεται κι' άλλο προς τον πάτο! Και να σκάνε από το διοξείδιο του χλωρίου εντωμεταξύ. Κόλαση! Είδανε και πάθανε να αδειάσουν τα μπάλλαστ με πεπιεσμένο αέρα, αμολήσανε και τις τορπίλλες στον γάμο του καραγκιόζη να ελαφρύνουνε, ανεδύθη το σκάφος.
Αλλά ήταν μέρα. Και τους είδε ένα εγγλέζικο αεροπλάνο, και τους ρίχνει μία μπόμπα, νταν, αχρηστεύθηκε το υποβρύχιο U-1206.
Τι να κάνει ο Καρλ-Άντολφ, είπε να καταστρέψουν την συσκευή της κρυπτογράφησης, το "Αίνιγμα" που λέγανε το περίφημο, να φουντάρουνε και τους κωδικούς, να βουλιάξουνε και το υποβρύχιο, και να μπούνε στις λαστιχένιες βάρκες να σωθούνε.
Τέσσερις πνιγήκανε, τους έριξε η φουρτούνα στα βράχια. Τους άλλους, τους μάζεψε ένα αλιευτικό που τόχαν μετατρέψει οι άγγλοι σε περιπολικό, και σωθήκανε.
Μετά από μερικές μέρες, ο Χίτλερ αυτοκτόνησε και τέλειωσε κι' ο πόλεμος.
Ο Καρλ-Άντολφ Σλίτ επέστρεψε στην Γερμανία το 1948. Στη δίκη της Νυρεμβέργης κατέθεσε υπέρ του ναυάρχου Ντένιτζ, και την σκαπούλαρε ο ναύαρχος, έφαγε μόνο δέκα χρόνια. Ο Καρλ-Άντολφ μπήκε στην πολιτική, και μετά και στις εφημερίδες. Πέθανε το 2009. Από πέσιμο ή χέσιμο, δεν ξέρουμε.
   

*Για όσους και όσες δεν ενδιαφέρονται τα πολεμικά αφηγήματα δράσεως και δεν ξέρουν τα σχετικά με τα υποβρύχια, να διευκρινήσω:  Το γερμανικόν αυτό υποβρύχιον, όταν αναδύεται στην επιφάνεια είχε δύο μηχανές ντήζελ και πήγαινε γρήγορα και μακριά. Όταν όμως καταδύεται, δεν είχε αέρα να δουλέψει τις ντήζελ. Τι κάνει τότε; Είχε και δύο ηλεκτρομηχανές με μπαταρίες, και τις έβαζε μπροστά και πήγαινε. Κι' άμα ανέβαινε ξανά, τις ξαναφόρτιζε από τις ντήζελ, είχε μια γεννήτρια και τις ξαναφόρτιζε. Αλλά με τις ηλεκτρομηχανές δεν μπορεί να πάει γρήγορα, δεν δίνουνε ισχύ στις προπέλες. Οπότε το σχέδιο ήταν το εξής, τη νύχτα που δεν τους βλέπανε ανεβαίνανε στην επιφάνεια, γεμίζανε τις μπαταρίες, αερίζανε το σκάφος, κάνανε την ανάγκη τους, κι' άμα βλέπανε κανά κομβόι πλησιάζανε, βυθίζανε να μην φαίνονται, αμολάγανε τις τορπίλλες, καταδύονταν, κι' απομακρύνονταν σιγά-σιγά με τις ηλεκτρομηχανές, να μην τους βρούνε τα  αντιτορπιλλικά. Την μέρα, ήτανε συνεχώς σε κατάδυση. Ελπίζω να ήμουν κατατοπιστικός.

Δευτέρα, 21 Οκτωβρίου 2019

Θεωρίαι Συνωμοσίας (Το αληθές πρόσωπο του Τζόκερ δεν υπάρχει.)





Θα τα μάθατε στις ειδήσεις, αλλά θα σας τα πω εγώ πως γίνανε τα πράματα, διότι έχω προσωπική εμπειρία.
Προχτές είχα πάει με την σύζυγό μου να δούμε τον Τζόκερ στην Αελλώ. Όπως έχετε διαπιστώσει όλοι, είμαι μπέημπηφέης, δηλαδή δεν με κάνεις πάνω από δεκαπέντε, άντε σκάρτα δεκάξι. Εκεί που καθόμασταν στην ουρά να βγάλουμε εισιτήριο, νάσου η αστυνομία, λέει στην σύζυγό μου να φύγουμε διότι είμαι ανήλικος. Βρε καλέ μου, βρε κακέ μου, μάλλιασε η γλώσσα της αυτηνής να τους εξηγεί, τίποτα οι αστυνομικοί, αμετάπειστοι, ο ανήλικος έξω. Να δείξω ταυτότητα, λέει. Αλλά δεν την είχα μαζί μου.
Να μη σας πολυλογώ, ήτανε και δύο κυρίες που κοιτάγανε μαζί με τους περίεργους που μαζευτήκανε. Και δεν μιλάγανε. Εμένα μου έκαναν εντύπωση, διότι φόραγαν κάτι καμπαρτίνες δερμάτινες, μαύρες, τι διάλο είπα, με τέτοια ζέστη, αλλά δεν έδωσα σημασία. Οπότε πλησιάσανε αυτές, και λένε της συζύγου να τις ακολουθήσουμε δια εξακρίβωσην στοιχείων διότι υπάρχει και παραμέλησις ανηλίκου (εγώ είμαι αυτός.)
Και τι είσαστε εσείς; ρωτάει η σύζυγος.
-Διεύθυνσις Συγχρόνου Πολιτισμού, κυρία μου, είπε η μία, που είχε μια φάτσα σκέτο ξίδι που δώσανε στο Χριστό.
Εγώ δεν είπα τίποτα, διότι κατά βάθος το διασκέδαζα, που με πήρανε για τεκνάκι, διότι η άλλη με την μαύρη καμπαρτίνα -όχι η ξινή, η άλλη- ήτανε πολύ θελκτική, έμοιαζε την Κριστίν Κήλλερ, κι' εγώ δεν μίλαγα, διότι φανταζόμουν πως αποκάτω από την καμπαρτίνα θα ήταν μάλλον γυμνή, και θα με αποπλάναγε ως ανήλικο. Τα συνηθίζουνε κάτι τέτοια μυστήρια, στο Πολιτισμού, αν θυμόσαστε τον Ζαχόπουλο, επί Κωστάκη Καραμανλή, αν καταλάβατε τι εννοώ. Με την βασική διαφορά που τώρα αντί Ζαχοπούλου είχαμε την Κριστίν Κήλλερ. Και αυτή η Κριστίν Κήλλερ ήταν πολύ μοιραία γυναίκα, γυναίκα της καταστροφής που λένε, εξώλης και προώλης, ένανε υπουργό αμύνης παλιότερα, τον Προφιούμο, τόνε κατέστρεψε την καριέρα, στην Αγγλία, διότι αυτή τα είχε και με έναν ρώσο κατάσκοπο της Γκεπεού, κι' άλλα πολλά ακατονόμαστα είχε κάνει, είχε κι' άλλους πολλούς εραστάς, συγχρόνως με τον υπουργό και τον ρώσο είχε έναν αλάνη, έναν τζαμαϊκανό τραγουδιστή, μετά έναν άλλο από τας Δυτικάς Ινδίας, πολύ μόρτη επίσης, λίγο ντήλερ, λίγο νταβαντζής αυτός, ο οποίος δούλευε κι' ένα άθλιο μπαρ της συφοράς, παράνομο. Το λοιπό τσακωθήκανε αυτοί οι δύο αναμεταξύ τους, ο από τας Δυτικάς Ινδίας παρολίγο να σφάξει τον άλλονε, δεκαεφτά ράμματα στη μούρη του κάνανε στο νοσοκομείο, του τζαμαϊκανού.  Αυτά εξάπτουνε την φαντασία ενός ανηλίκου, όπως και να το κάνουμε. Τέλος πάντων, να μην μακρηγορώ, άλλο είναι το θέμα μου.
Κριστίν Κήλλερ

Άντε λοιπόν, μπροστά τα Δέρτα με τσι μηχανές, πίσω εμείς στο περιπολικό, να πάμε δια την εξακρίβωσην. Αμ δε! Αντί να στρίψωμε Αλεξάνδρας για τα Χρυσοχοϊδέικα τραβάμε ίσα Πατησίων, στρίβουμε ακριβώς πίσω από το Μουσείο, στη Μπουμπουλίνας! Μου κοπήκανε τα ήπατα, θες τώρα να ξανανοίξανε το παλιό παράρτημα και νάχουμε άλλες μπελλέτζες!
Ευτυχώς δεν μας πηγαίνανε εκεί που φοβόμουνα. Μας πηγαίνανε δίπλα ακριβώς, στο Υπουργείο Πολιτισμού. Μπαίνουμε μέσα, ανεβαίνουμε, ήτανε μια πόρτα που έλεγε Αξιωματικός Υπερεσίας, μπαίνουμε ξανά μέσα. Ήτανε μία υπεύθυνη σ' ένα γραφείο, ούτε που μας κοίταξε. Έπεσε μια αμηχανία στην ατμόσφαιρα.
-Αγόρι, θες μία πορτοκαλλάδα; είπε τότε η Κριστίν Κήλλερ.
-Ευχαριστώ, μία Καραντάνη μπλε με χωρίς ανθρακικό, είπα εγώ και της χαμογέλασα. Αλλά δεν πρόλαβα να πω να βάλει και δυο δάχτυλα Στόλι, διότι εκεί πάνω ξύπνησε η Αξιωματικός Υπερεσίας, και της έριξε μια ματιά της Κριστίν σαν τον μαύρο θάνατο, και της είπε σε παρακαλώ ξεκουμπήσου και φύγε από δω αμέσως, και δαγκώθηκε, η Κριστίν, κι' έφυγε.
Γύρισε ύστερα στη σύζυγο. "Δε ντρεπόσαστε που πήγατε τον γιό σας στο Τζόκερ; της λέει άγρια.
Οπότε εγώ όπως καταλαβαίνετε τα πήρα στο κρανίο διπλά, πρώτον διότι μίλαγε άσκημα στη σύζυγο, και δεύτερον και κυριώτερον μούκανε χαλάστρα με την Κριστίν. Η κάργια. Οπότε άφησα κατά μέρος τα σκέρτσα και βγήκα στην αντεπίθεση με τη μία.
-Κι' εσείς τι αρμοδιότητα έχετε να κάνετε ελέγχους ανηλίκων στα σινεμά; την λέω.
-Διαταγή της Προϊσταμένης αρχής, μου λέει με θρασύτητα εξουσίας. (Αλλά εγώ την είχα πάρει χαμπάρι πως κώλωσε. Έτσι είναι η φάρα της.)
-Πρώτον, εδώ δεν έχετε διαταγές. Διαταγές έχει η Αστυνομία. Εσείς έχετε εγκυκλίους, της ξαναλέω.
-Κι' εσείς τι είσαστε, δικηγόρος; με ρωτάει.
-Ναι, της ξαναλέω. Έχετε εγκύκλιο να λέει πως μπορείτε να καλείτε την αστυνομία και να ζητάτε ταυτότητες;
-Έχουμε προφορική εγκύκλιο της Προϊσταμένης Αρχής, μου ξαναλέει.
-Ακούστε, της ξαναλέω εμπιστευτικώς και με πολύ καλή προαίρεση. "Πρώτον προφορική εγκύκλιος δεν υπάρχει τέτοιο πράμα στο Δημόσιο. Και δεύτερον όταν λέμε προϊσταμένη αρχή, τι εννοούμε; Ή τον Διευθυντή, τον κύριο Κωστάκη, ή τον Γενικό Γραμματέα, τον κύριο Γιατρομανωλάκη ή την Υπουργό, την κυρία Μενδώνη. Οπότε, να την πάρετε αμέσως τηλέφωνο, την προϊσταμένη αρχή, διότι θέλω να μάθω ποιός έδωσε το πράσινο να μπαίνετε παράνομα στα σινεμά με την αστυνομία να παρενοχλείτε τους ανήλικους."
Πήρε ένα τηλέφωνο κειπέρα, κάτι έλεγε ψιθυριστά να μην ακούμε, τόκλεισε μετά.
-Αύριο θα τοποθετηθεί η κυρία Υπουργός, είπε μετά. "Θα γίνει ΕΔΕ για το ζήτημα."
-Μάλιστα, είπα.
-Να φύγουμε; είπε η σύζυγος.
Δεν είπε τίποτα, οπότε γυρίσαμε να φύγουμε. Αλλά στην πόρτα μ' έπιασε μία έκλαμψη. Γύρισα αργά προς το μέρος της.
-Η ΕΔΕ δεν θα βγάλει τίποτα, της είπα. "Κατάλαβα τι έχει συμβεί! Ο Τζόκερ! Αυτός τα έκανε όλα!
-Ο Τζόκερ! μου λέει η Αξωματικός Υπερεσίας. "Τι εννοείτε;"
Ξαφνικά είχα ενηλικιωθεί στα μάτια της. Είχα ωριμάσει.
-Ο Τζόκερ! Το αληθές του πρόσωπο δεν υπάρχει. Ο Τζόκερ δεν έχει πρόσωπο, έχει μόνο προσωπεία! Εμφανίζεται μπροστά σας, άλλοτε με το προσωπείο του κυρίου Κωστάκη, του Διευθυντού σας, ή με εκείνο του κυρίου Γιατρομανωλάκη, του Γενικού, ή και της Υπουργού ακόμη, της κυρίας Μενδώνη! Και σας δίνει διαταγές παράλογες και γελοίες, να κάνετε ελέγχους στους σινεμάδες, ώστε να γίνει η υπερεσία και το υπουργείο ρεντίκολο, να εκτεθεί ανεπανόρθωτα, να καταρρακωθεί ο Πολιτισμός μας στα μάτια του κόσμου! Όπως εκείνος ο σατανικός Φαντομάς, που πότε γινόταν ο Ζαν Μαρέ, ο δημοσιογράφος, πότε ο Λουή Ντε Φυνές, ο αστυνομικός που τον κυνηγούσε αδιάκοπα! Αλλά εις μάτην! Πάντοτε ο Φαντομάς νικούσε, πάντοτε παρέμενε ασύλληπτος, πάντοτε εμφανιζόταν με άλλην μάσκα, πάντα εξαφανιζόταν θεαματικά, πάντοτε ο διώκτης του γινόταν καταγέλαστος στις οθόνες των σινεμάδων όλης της Υφηλίου! Όπως και ο Τζόκερ! Πάντα ο Τζόκερ θα νικά! Πάντα ο Πολιτισμός μας θα ηττάται! Θα συντρίβεται υπό το βάρος των γελώτων και των καγχασμών των ανηλίκων παιδιών, των παιδιών της γαλαρίας που τρυπώσαν τζαμπέ στο Αυστηρώς Ακατάλληλον δι' ανηλίκους, και όσων ακόμη έμειναν παιδιά στην ψυχή, ατίθασοι στο μυαλό, και Έρωτες στα ήσυχα δειλινά στ' ακρογιάλι, ή στα μαύρα νερά του σκοτεινού τους πόθου! Γειά σας, και φιλιά στο κορίτσι με την μαύρη καμπαρτίνα, η εξουσία την χαλά, και μου χρωστά μίαν πορτοκαλλάδα με στόλι να της πείτε!
Βγήκαμε στην Πατησίων. Δεν προλαβαίναμε. Θα παίζεται όμως για κάμποσο ακόμα. Είπαμε να πάμε να πιούμε κάτι.

Η ζωγραφιά: Τζόκερ. Μολύβι, παστέλ, ακρυλικά στο μπλοκάκι, 14Χ13 cm.

Η μουζική: Το φινάλε από το 8 1/2, του Φελίνι και του Ρότα:
https://www.youtube.com/watch?v=1CqfEJyMjVM

Εδώ, για την Κριστίν Κήλλερ:
Εδώ, οι μεταμορφώσεις του Φαντομά:

Τρίτη, 24 Σεπτεμβρίου 2019

Ημερολόγιο δρόμου (Ιούνιος 2019.)



Ξεκίνησα να πάω όχι από την Εθνική, αλλά από τους παράδρομους. Πέρασα πρώτα από τον Ασπρόπυργο, αλλά δεν λέει και πολλά ως μέρος. Πέρασα Ελευσίνα, Μάνδρα, και πήρα τον παλιό δρόμο των Θηβών. Πέρασα την Αγιά Σωτήρα που είχε ο πατέρας μου πέντε στρέμματα δασικό, δηλαδή όταν το αγόρασε το 1965 ήταν κοτρώνες, αλλά  έκτοτε δασώθηκε, να μην μακρηγορώ, την υπόθεση την έχασα στο Συμβούλιο της Επικρατείας. Εκεί στην Αγιά Σωτήρα έφαγα μια τυρόπιττα, μόλις τις βγάζαν από το φούρνο. Συνέχισα από Δομοκό, που σταματήσανε οι τούρκοι το 1897, γιατί αν συνεχίζανε θα μπαίνανε στην Αθήνα, αλλά οι Δυνάμεις τους είπανε όχι, ως εδώ και μη παρέκει.

Πήγαινα, πήγαινα, σα νάχα νέφτη στον κώλο.
Ο κάμπος της Άμφισσας. Στο βάθος, η Ιτέα.
 
Η γαλλική γέφυρα στον Ληθαίο

 
Ο Τσιτσάνης κι' εγώ 4 χρονών, του 1959
Πέρασα από Αράχοβα, αποκάτω ήταν ο κάμπος της Άμφισσας, μια θάλασσα ελιές, και μετά η θάλασσα η κανονική. Τον διέσχισα, και ανέβηκα στο Μπράλλο, μετά μπήκα κατά λάθος σε μια αουτοστράντα καινούργια, κι' έφτασα στα Τρίκαλα. Είναι πολύ ωραία, έχει ένα ποτάμι κατάφυτο και μια γέφυρα σιδερένια, του 1888, την φτιάξανε οι γάλλοι, που φτιάξανε και τις γέφυρες στο Σηκουάνα. Πήγα στο Μουσείο Τσιτσάνη κι' έβγαλα φωτογραφίες με τον Τσιτσάνη και τη Νίνου, παλιές μαυρόασπρες. Έβγαλα και το μπουζούκι του (ένα από αυτά, είχε αρκετά.) Είχε και μία πλούσια συλλογή με δισκάκια των 45 ψηφιοποιημένα, κι' ακούς όποιο θες, εγώ άκουσα το Μάμπο. Πέραν τούτου, δεν έχει άλλα εκθέματα, αλλά θα βάλουνε, λέει.

Την άλλη μέρα έφυγα, πήγα Καλαμπάκα. Αυτά τα βράχια τα βλέπεις και λες όταν τα έφτιαχνε ο Θεός έπαιρνε ναρκωτικά οπωσδήποτε. Έχει τουρίστες, χαμός γίνεται, βαριόμουνα να επισκεφθώ τα μοναστήρια με τόσο κόσμο, τρωγόμουνα να φτάσω Γιάννενα. Διότι ήθελα να δω τον Αμίν, είχα να τον δω εικοσιδύο χρόνια.
Μετέωρα
Μονή Βαρλαάμ


Πέρασα πάνω από τα βουνά, έφτασα Κατάρα. Αυτό το μέρος το θυμόμουν γιατί το λέγαν οι δικοί μου, τότε που είχαμε πάει με το φιατάκι, το 1958. Επίσης θυμόμουν που έκανε ψύχρα και συννεφιά (ήταν Σεπτέμβρης,) και σταματήσαμε εκεί, σ' ένα πολύ φτωχό χωριό. Και μαζεύτηκαν παιδάκια, και ο πατέρας μου τους έδωσε ένα κουτί με σοκολατάκια μαργαρίτες και μπισκότα πτι μπερ, που εγώ δεν τάτρωγα, ήμουνα μίζερος στο θέμα του φαγητού. Αυτά τα παιδάκια κάναν γιορτή, κι' εγώ είχα ενοχές που αυτά δεν έχουνε κι' εμείς έχουμε και δεν το εχτιμάμε. Όλο έτσι μου λέγανε. Και  τα σοκολατάκια τα δώσανε για να έχουνε την ευκαιρία να μου το πούνε δια μία εισέτι φορά. Και η μάνα μου πήγε να κατουρήσει.
Στα ορεινά, από Καλαμπάκα προς Γιάννενα.
 
Γιάννενα

Μετά την Κατάρα, άντε πάλι, άλλη αουτοστράντα, έχουνε γεμίσει τον τόπο αουτοστράντες και τούνελ, δεν φχαριστιέσαι πια ταξίδι. Κι' έχουνε σοκολατάκια όλοι. Που λέει ο λόγος.

Φτάνω στα Γιάννενα. Ρωτάω εκεί που είναι τα μαγαζιά (κάτι σαν Ψυρρή ή Λαδάδικα Ιωαννίνων,) δεν τον ξέρανε, ούτε το μαγαζί που φτιάχνει έθνικ μεζέδες ξέρανε. Με τα πολλά, τον βρήκε μια πιτσιρίκα με τατουάζ και δαχτυλίδια στη μύτη, στο κινητό τον βρήκε. Πάω στο μαγαζί, κλειστό. Ρωτάω στο δίπλα, ήταν καφετέρια, πάνω στην ώρα λένε, να η κόρη του, ήρθε ν' ανοίξει.

Γυρνάω, τι να δω! Μια κοπελλάρα δύο μέτρα πολύ βαθύ μελαχρινό, σαν τα κρύα τα νερά! Δηλαδή η Ναόμι  Κάμπελ πλάι της μοιάζει κάπως σαρακοστιανή, να καταλάβετε. Είμαι φίλος του μπαμπά σου από πριν να γεννηθείς, της συστήνομαι, και νάσου και η Σταματία, η μάνα της. Βάζει τις φωνές που με βλέπει, από τον γάμο τους είχα να την δω, παίρνει τηλέφωνο τον Αμίν, που τούχανε δώσει άδεια. Ήτανε στο χωριό, μου λέει να κατέβει, κάτσε κει του λέω, έρχομαι.

Το χωριό λέγεται Ροδοτόπι Ιωαννίνων, αν έχετε ακουστά, Δεκατέσσερα χιλιόμετρα είναι, αλλά έχει πολλές αγελάδες. Κάθε πρωΐ έρχεται η Δωδώνη και γεμίζει γάλα το βυτίο. Τέλος πάντων, έψαχνα το σπίτι, σ' έναν ανήφορο. Βγαίνει κι' ο Αμίν έξω και μούδινε οδηγίες από το κινητό, βλέπω τα μαλλιά του, μπαμπάκι. Συγκινήθηκα, και αγκαλιαστήκαμε και του χάϊδευα τα μαλάκια, γιατί τράβηξε πολλά τότε, και δεν μπορούσα να βοηθήσω, κανένας δεν μπορούσε, μούπε μετά. Τέλος πάντων, με είδε που παρ' ολίγον να με πάρουν τα ζουμιά, δεν κοιτάς ρε μαλάκα, μου λέει, που δεν σούμεινε τρίχα στο κρανίο, εμένα λες που άσπρισα.

Να μην μακρηγορώ, με τον Αμίν είχαμε στήσει τις Ατασθαλίες στο σπίτι του, με ένα τετρακάναλο φοστεξάκι της κασέτας, την ηρωϊκή εποχή των αναλογικών ηχογραφήσεων. Μαγειρεύαμε μύδια καφτερά, πίναμε ρακή και γράφαμε, και μετά πήγαμε στο στούντιο του Μακρή το Συν Ένα, και γράψαμε τις βάσεις, μετά μπήκαν τα άλλα όργανα, και τ' ακούτε τώρα στο γιουτιούμπ. Διότι ο Αμίν είναι σπουδαίος μουσικός. Μάλιστα, ο δαίμων του τυπογραφείου -τον καιρό εκείνο της πρέσας και της στοιχειοθεσίας- αντί να γράψει "ο σουδανός βιρτουόζος των κρουστών" είχε γράψει "ο σουηδός βιρτουόζος των κρουστών," και τούμεινε το παρατσούκλι, ο σουηδός βιρτουόζος, του Αμίν.

Μετά πήγαμε στο καφενείο για μπύρες και σουβλάκια, είχανε κι' ένα κατσικάκι μούρλια. Μάλιστα το καφενείο είχε πελούζα με γκαζόν παρακαλώ, ήτανε σαν δεξίωση σε αφρικανική πρωτεύουσα, στη Ναϊρόμπη ξερωγώ. Μούρθε να σας κάνω πλάκα πως πήγα στη Ναϊρόμπη ναπούμε, αλλά όχι, Ροδοτόπι Ιωαννίνων είμαστε στη φωτογραφία.
Ο Αμίν


Κοίτα ρε συ, μου λέει σε κάποια φάση ο Αμίν, πως τα φέρνει άμα έχει κέφια! Πήγες εσύ από την Ελλάδα στην Αφρική να νταραβεριστείς με τους πρόσφυγες, και τώρα εγώ που ήρθα από την Αφρική να νταλαβερίζομαι με πρόσφυγες στην Ελλάδα. Διότι στα Γιάννενα έχει πολλές δομές υποδοχής, και ο Αμίν είναι διερμηνέας από την αραβικήν στην ελληνικήν. Που χρειάζονται διερμηνέα από το να πάνε στον γιατρό μέχρι να κάνουν αίτηση για άσυλο, για να καταλάβετε.
Φλού αρτιστίκ στο ηπειρώτικο δείλι


Την άλλη μέρα έφυγα από τα Γιάννενα, εν πάση περιπτώσει έχω μία παλιότερη ανάρτηση για τα Γιάννενα, τάχω ξαναπεί, εντωμεταξύ με τρώγανε και τα πόδια μου για τον δρόμο. Έφτασα Κόνιτσα, και έπιασα την κοίτη του Αώου. Και δικαίως λέγεται Αώος, διότι η κοίτη του είναι από το Α ως το Ω, έχει πολύ φάρδος. Πλην όμως από νερό είχε μόνο ένα ρυάκι ανοιχτό τυρκουάζ στη μέση, που κυλούσε ήρεμα, πολύ ωραίο χρώμα στα άσπρα βότσαλα της κοίτης. Πολύ γουέστερν. Μετά έπιασα ν' ανέβω υψομετρικώς προς Καστοριά. Έκανε ζέστη, είχα κορακιάσει. Ήταν ένα χωριό, Χρυσή ονομάζεται. Είχε μία βρύση με τρεχούμενο νερό, ήταν κι' ένας που φόρτωνε ένα ημιφορτηγάκι μαζί με την κυρά του, ΥΛΟΤΟΜΙΚΟΝ έγραφε το αμάξι απάνω. Πίνεται; τον ρωτάω. Μόνο πίνεται; μου λέει. Πίνω λοιπόν, κρύσταλλο ήταν, ήπια, ήπια, έπλυνα και το κεφάλι μου, χόρτασα δροσιά.
Κόνιτσα
 
Αώος

Πήρα πάλι τον δρόμο μου. Και μετά από λίγο βρήκα την ταμπέλα ΠΑΡΚΟ ΕΘΝΙΚΗΣ ΣΥΜΦΙΛΙΩΣΗΣ, δηλαδή ήμουνα στον Γράμμο, εκεί που γίνανε οι μάχες. Τώρα να σας πω την αμαρτία μου, να με πας στο Βατερλώ στο Βέλγιο, θα κάνω ξενάγηση του ξεναγού. Τόσο πωρωμένος με τις μάχες. Στο σπίτι μου, έχω τον Δεκέμβρη του 44 στα πόδια μου, και υπερηφανεύομαι πως ξέρω άριστα τι συνέβη σε κάθε γωνιά της πόλεως των Αθηνών, Πειραιώς και περιχώρων, να σας ξεναγήσω καλύτερα κι' από τον Μενέλαο Χαραλαμπίδη. Αλλά στον Γράμμο, είμαι αδαής. Ήξερα πως είχε μουσείο, ξεναγήσεις και ξενώνα. Πήρα λοιπόν τον χωματόδρομο μέσα στο θαυμάσιο δάσος. Ο ξενώνας ωραίος, το Μουσείο, όλα. Μόνο που δεν είχε ψυχή ζώσα, όλα κλειδωμένα. Και σκεφτόμουνα πως δεδομένου που το αυτοκίνητό μου ήτανε ρώσικο, ήμουνα η βοήθεια που ζήταγε διακαώς ο Ζαχαριάδης να του στείλουνε οι ρώσοι, έφτασε λοιπόν τώρα επί Πούτιν, αν και καθυστερημένη και μη αναμενόμενη πλέον, λαο ως εκ τούτου δεν με περίμενε κανένας. Τι να κάμω, συνέχισα τον χωματόδρομο, είχε κάτι καλώδια της ΔΕΗ αποπάνω, κάπου θα βγάζει είπα, τα καλώδια, και πήγαινα με τα καλώδια. 


Γράμμος


Πήγα, πήγα, το τοπίο επιβλητικό, ένα απότομο φαράγγι ανάμεσα στα έλατα, βουνά πελώρια. Αλλά ούτε αμπριά, ούτε χαρακώματα, ούτε το μνημείο του ΔΣΕ που φωτογράφισε η φίλη μου η Ίρμα Αμοργίνα βρήκα. Έκανα καμιά δεκαπενταριά χιλιόμετρα μέσα στην πυκνή ορεινή βλάστηση, απέναντι έχασκαν μεγαλοπρεπείς άγριοι γκρεμοί στεφανωμένοι από σιωπηλά σύννεφα, οι ψυχές των σκοτωμένων, ωραιότατα είπα, η Εθνική μας Συμφιλίωσις κρύβει τα μυστικά της στην πυκνή ορεινή βλάστηση, στους ανελέητους γκρεμούς και τα σιωπηλά σύννεφα, και ξαναβγήκα στην άσφαλτο για Καστοριά. Θυμήθηκα το τραγούδι του Τσιτσάνη, Κάποια μάνα αναστενάζει, λέγεται πως το τραγουδούσαν τις νύχτες οι κυβερνητικοί, κι' απέναντι οι άλλοι τους φώναζαν να το ξαναπούνε, να το μάθουνε κι' εκείνοι. Ως εκ τούτου, το απαγόρευσαν να παίζεται από τα ραδιόφωνα, δια να μην υπονομεύεται το ηθικόν λαού και στρατού. Μόνο στην Θεσσαλονίκη επιτρεπόταν, λέγεται, γιατί αστυνομικός διευθυντής ήταν ο Μουσχουντής, Αυτός ο Μουσχουντής ήταν κουμουνιστοφάγος και κανίβαλος, ήτανε αυτός μάλιστα ο οποίος είχε στήσει όλη την σκευωρία στη δολοφονία του Πολκ, που τα φορτώσανε στον φουκαρά τον Στακτόπουλο. Κι' από την άλλη, ήτανε λάτρης του ρεμπέτικου, ο Μουσχουντής, είχε λέει συλλογή από 5.000 πλάκες, και ήταν και κουμπάρος του Τσιτσάνη. Τράβα γύρευε τι είχε μέσα στο κρανίο του, ο Μουσχουντής. Και ο Τσιτσάνης.

Θα ξαναπάω στον Γράμμο.
Καστοριά


Από το πρώτο ταξίδι -εκείνο του 1958 ή του 1959- έχω μόνο συγκεχυμένες εικόνες μιας λίμνης, που μάλλον είναι δύο τελικώς, των Ιωαννίνων και της Καστοριάς. δηλαδή μείναμε και στις δύο πόλεις, θέλω να πω ήμουνα πολύ μικρός. Τέλος πάντων, την παλιά συνοικία της Καστοριάς την λένε  Ντολτσό, και ρώτησα την κυρία στη  ρεσεπσιόν τι θα πει Ντολτσό, και μου λέει η περιοχή έχει μικροκλίμα, και επειδή ήτανε  πιο ζεστό από την άλλη πόλη που είχε ψόφο, τη βγάλανε έτσι, θα πει  στα ιταλικά γλυκό, ντόλτσε. Παραξενεύτηκα εγώ, και λέω πότε είχε εδώ ιταλούς και δεν το ξέρω, και μου λέει αυτή πολύ παλιά, επί Ιουστινιανού, και συμπέρανα πως ήταν τότε που η επίσημη γλώσσα της αυτοκρατορίας ήταν τα λατινικά, και επί Ιουστινιανού βγάλανε νομοθεσία τας Νεαράς, που ήταν στα ελληνικά. Και θυμήθηκα επίσης που στους παλιούς λεγεωνάριους, τους δίνανε χτήματα στην επαρχία, να φυλάνε και τον τόπο ευκαιρίας δοθείσης, κι’ αυτοί μιλάγανε τα λαϊκά λατινικά, απ’ όπου προκύψανε τα βλάχικα, τα γαλλικά, τα ιταλικά, τα ισπανικά, τα ρουμάνικα, εξ ου και ντολτσό, που θα πει γλυκό, όπως είπαμε, από το κλίμα που έκανε ζέστη και γύρω γύρω ψόφο.
Καστοριά και σύννεφα πανωκάτω


Εκεί στο Ντολτσό έφαγα κι΄ένα εξαιρετικό μοσχάρι με πουρέ μελιντζάνας, που το λέμε χουνκιάρ μπεγιεντί στα ελληνικά. Που θα πει Ο Ηγεμών Ηυαρεστήθη. Και πως προέκυψε αυτό; Είναι επειδή ήταν ένας σουλτάνος, ο Μουράτ, πολύ σκατόψυχος και ιδιότροπος, ελληνικής καταγωγής ήτανε αυτός. Δηλαδή η μάνα του ήταν ελληνίδα από την Μύκονο, την είχαν πιάσει σκλάβα, διότι η Μύκονος ήταν βενετσάνικη τότε, και ήταν σε πόλεμο οι βενετσάνοι με τους οθωμανούς, και οι οθωμανοί κάνανε ντου και την πήρανε. Αλλά αυτή ανερριχήθη σε όλα τα αξιώματα του χαρεμιού, και έγινε σουλτάνα. Έτσι εξηγούνται όλα, που ήταν κακομαθημένος αυτός λόγω μάνας. Λοιπόν ο Μουράτ είχε βαρεθεί όλα τα πολυτελή εδέσματα που του ετοιμάζανε, και είπε στους μαγείρους του να κόψουν το κεφάλι τους να του φτιάσουν κάτι το πρωτότυπο, αλλιώς θα τους τόκοβε ο μπόγιας, το κεφάλι τους. Έπεσε ένας πανικός στην κουζίνα του σαραγιού -όπως καταλαβαίνετε- κι ένας σκέβηκε να κάψουν τη μελιντζάνα και να την ανακατέψουν με μπεσαμέλ, που είχε έρθει η συνταγή από τας κουζίνας του Λουδοβίκου του Δεκατουτετάρτου στας Βερσαλλίας, που τον είχανε στα ώπα ώπα οι οθωμανοί, κείνο τον καιρό τον Δεκατοτέταρτο. Κι’ άμα τόφαγε ο Μουράτ φχαριστήθηκε, κι’όλα καλά με τα κεφάλια των σεφ. Να προσθέσω  επίσης που εκεί στην Μακεδονία μας στο κοκκινιστό βάζουνε μπαχάρι, δεν βάζουνε κανέλλα όπως στο ρυζόγαλο, και είναι πιο ωραίο με το μπαχάρι. Διότι στον νότο οι περισσότεροι βάζουνε κανέλλα παντού, εκτός από τον χαλβά του μπακάλη, ούτε λεμόνι βάζουνε του χαλβά, που κανονικά θάπρεπε να βάζουν και κανέλλα και λεμόνι. Είναι και μερικοί δωχάμω που ούτε στη μπουγάτσα την γλυκιά βάζουν κανέλλα, μονάχα τα λαδερά, μέχρι  και τις μπάμιες, τις ταράζουν στην κανέλλα.
F.Y.R.O.M και σύννεφα


Έφυγα την άλλη μέρα από Καστοριά και πήγαινα προς Φλώρινα από τον παλιό δρόμο, αλλά κάποια στιγμή βγήκα εκ λάθους μου πάλι στην αουτοστράντα, και τι διαπιστώνω, οι πινακίδες όλες γράφανε FYROM,  και ΠΔΓΜ, οπότε επειδή οι Πρέσπες λένε πως αν οι όροι περί ονομασίας της γείτονος δεν τηρηθούν, ακυρώνεται η συμφωνία, πέρασα καρφί μέσα από την Φλώρινα κι έφυγα για Πρέσπες, να ειδοποιήσω να τις αλλάξουν, τις πινακίδες. Ξανά βουνά και δάση. Στο Πισοδέρι συνάντησα πολλή αστυνομία με τζήπ, αλλά υπέθεσα πως θα τις είχαν δει κι’ αυτοί τις πινακίδες, οπότε ήταν εκ περισσού να τους το πω, κι’ έκατσα και ήπια έναν καφέ. Διότι -σκέφτηκα- καλώς κάνουν και εφησυχάζονται η αστυνομία, τα προβλήματα δεν έχουν σχέση με τις διεθνείς συμβάσεις και τα ονόματα και τις ταμπέλες ανθρώπων και δρόμων, αλλά από πού περνάει ο αγωγός με το πετρέλαιο, και ποιανού είναι το πετρέλαιο και ποιος κονομάει και κάνει κουμάντο γεωπολιτικώς. Κι’ άμα θέλουμε να αντιστεκώμεθα εθνικώς με τις ταμπέλες, να αντιστεκώμεθα όσο θέλουμε ελεύθερα, κανένας δεν κόπτεται, μόνον με το πετρελαιϊκόν να μην έχωμε τίποτα ματσαράγκες, διότι τότε -και μόνον τότε- θα γίνουν οι ταμπέλες των ανθρώπων μείζον ζήτημα, και δεν θάχουμε πάρει χαμπάρι πως και γιατί μπλέξαμε με τα μειονοτικά και τα τοιαύτα. 
Προς Πισοδέρι, στο βάθος η Φλώρινα
 
Καταυλισμός μονίμων εξοχικών τροχοσπίτων στο Πισοδέρι

 
Οι Πρέσπες από πάνω
Έφτασα στις Πρέσπες, πήγα να δω τον Άγιο Αχίλλειο, ερείπια. Έχει κάτι μικρές αγελάδες εκεί, πολύ νόστιμες, δηλαδή ήταν χαριτωμένες, ζωντανές, όχι μπριζόλες. Καλαμιές, πλάβες, τα Μυστικά του Βάλτου, ξερωγώ. Αυτά ήταν στα Γιαννιτσά, αλλά εκεί την αποξηράνανε, τη λίμνη.
Πλάβα και αγελάδες

Άγιος Αχίλλειος

  Ήτανε και μεσημέρι, ζέστη, υγρασία, λέω δεν κάθομαι να φάω καμιά πέστροφα, που είναι και το τοπικό πιάτο, βάζουνε μάλιστα και μπούκοβο. Έφαγα, ήπια και δύο μπύρες και σαλάτα λάχανο, πήρα δρόμο κι’ έφτασα σε μία εκκλησία, Αγία Παρασκευή, είχε καταπληκτικό τέμπλο ξυλόγλυπτο, και αγιογραφίες μακεδονικής σχολής, του 1912 η εκκλησία. Εκεί δίπλα είχε κι’ ένα μνημείο. Διότι εκεί είχε γίνει η συνέλευση των γυναικών του ΔΣΕ, πριν περάσουν οι αντάρτες στην Αλβανία να σωθούν. Αλλά μετά περάσανε και κάτι αεκτζήδες αντιφασίστες, βάλανε ένα αυτοκόλλητο αποκάτω, και απέτισαν τιμάς και στις γυναίκες και στον ΔΣΕ, καλά νάναι τα παιδιά. 
Αγία Παρασκευή
 
Το τέμπλο
Το μνημείο της συνδιάσκεψης
 
Κάτω από το σήμα του ΔΣΕ, αποτίει τιμή ο Δικέφαλος

Τέλος πάντων, πάρα κάτω βρίσκω ένα χωριό, Βροντερό λέγεται. Είχε μία στάνη, αυτή λες και έμεινε από τον 19ο αιώνα, την πήρα φωτογραφία, και επίσης πολλά τρακτέρ και αγροτικά. Περιπλανήθηκα στη φύση, μέχρι την αλβανική μεθόριο, αλλά έφυγα μετά, επισκέφθηκα και άλλα χωριά, μίλησα με τουρίστες και άλλους κατοίκους.
 
Βροντερό. Πέτρινο κτίσμα με καλαμωτή για στέγη. Μάλλον στάνη.

Έψαχνα ένα κατάλυμα για τη νύχτα, φτάνω σ' ένα χωριό που δεν θα το αναφέρω, βλέπω ένα ξενοδοχείο. Κλειστό, κι' είχε ένα χαρτί ΓΙΑ ΔΩΜΑΤΙΟ ΠΑΡΤΕ ΤΗΛ, κι' είχε ένα κινητό. Ήρθε με τα πολλά μια κυρία μου άνοιξε. Την ρωτάω που να φάω, μου λέει στην πλατεία, εκεί. Πάω, είχε μόνο καλαμάκια. Μπαγιάτικα, της εβδομάδος. Νηστικός έμεινα.  Μου χάλασε η διάθεση. Την άλλη μέρα έφυγα πρωΐ-πρωΐ. Με σκοτεινές και μπερδεμένες σκέψεις. Έφυγα για την Έδεσσα ντουγρού, δεν έμεινα Φλώρινα καθόλου, φοβόμουνα μη βγει ο Καντιώτης από τον τάφο και με κυνηγάει. Κι' έπειτα, την Φλώρινα την έχουμε συνδυάσει με χειμώνα, λόγω Αγγελόπουλου κυρίως.

Εκεί κοντά στο Πισοδέρι είναι το χωριό του καπετάν Κώττα. Ο καπετάν Κώττας άλλοτε λεγόταν Κωνσταντίνος Χρήστου και άλλοτε Κότε Χρίστοφ. Ήρωας του Μακεδονικού Αγώνα. Και δεν μίλαγε ελληνικά ντιπ. Κι' όταν τον κρέμασαν οι τούρκοι Ντα ζίβε γκρτσκι, ζητωκραύγασε και κλώτσησε μόνος του το σκαμνί. Άγριες εποχές, ποιός είναι τι και ποιός είναι με ποιόνε, μία ομίχλη τυλίγει το Βάλτο, εδώ είναι Βαλκάνια, δεν είναι παίξε γέλασε, που λέει κι' ο άλλος. Υπάρχει μία ιστορία, προφορική. Ήταν κάτι χωρικοί, γυρίζανε νύχτα από την πανήγυρη, είχανε πάει να πουλήσουν τα προϊόντα τους, όπου πετάγονται από κάτι δέντρα κάτι αθρώποι σαν τους βρυκόλακες, με τα μαχαίρια, τις ξιφολόγχες, τους πετσοκόψανε μέχρις ενός. Μόνο δύο παιδάκια γλυτώσανε, ήταν απάνω στ' άλογο, ταράχτηκε αυτό κι' άρχισε έναν καλπασμό ακατάσχετο, και γλυτώσανε. Πέρασε πάνω από μισός αιώνας και βάλε, τρία τέταρτα, το παιδάκι ήταν γέρος πια, κι' είχε παιδιά κι' εγγόνια. Πάει λοιπόν στο σχολείο που θα κάνανε γιορτή τα εγγόνια με τη δασκάλα για τον Μακεδονικό Αγώνα, και κοίταζε στον τοίχο τις ζωγραφιές, που είχανε τον Παύλο Μελά, τον Τέλλο Άγρα, τον Καραβαγγέλη και άλλους, κι' είχαν και τον Κώττα. Με τον που τον βλέπει ο γέρος, έγινε μπλαβής από την ταραχή του! Αυτός ήτανε ο βρυκόλακας με τα μαχαίρια! Τώρα, ήτανε, δεν ήτανε, του φάνηκε πως ήτανε, παιδί για, κι' είχαν περάσει κι' εβδομήντα χρόνια, τράβα γύρευε. Εν πάση περιπτώσει, και να μην το έκανε το συγκεκριμένο ο Κώττας, έκανε άλλα, δεν ήταν κανάς όσιος. Αλλά είπαμε, εδώ είναι Βαλκάνια. 
Ο καπετάν Κώττας


Η προφορική ιστορία είναι ψίθυροι, υπονοούμενα και τελικώς ποίηση. Χώνεται κάτω από τη γη, στο συλλογικό μας ασυνείδητο, για να φυτρώσει όχι βεβαίως ως μνησικακία, παρά μόνο ως αλήθεια, έχει ράμματα για τη γούνα μας, η αλήθεια, και η ποίηση παίζει κρυφτό, έτσι και έβγαινε φόρα παρτίδα, πάει τζάμπα και το κρυφτό και η ποίηση, η αλήθεια περιμένει εσένανε να πας να την βρεις, η αλήθεια δεν υπάρχει, μαθαίνεις όμως πολλά ψάχνοντάς την, κι' η ποίηση σου φέγγει σαν φωσάκι τον δρόμο, και σου εξάπτει την περιέργεια, αν έχεις, και την ανάγκη σου να βρεις ένα νόημα στην τραγωδία, και περιμένει να περάσει η τωρινή η τρικυμία που τηνε πνίγει, όπως το κοριτσάκι, περιμένει να πέσει ο καιρός, "όταν απλώσουν τα κύματα θα μπω να κολυμπήσω"*, είπε, και μιαν άλλη φορά με ρώτησε "εσείς τι είσαστε, πρόσφυγας ή ντόπιος;"

Ξέρω πολύ κόσμο στην Έδεσσα, κει που πήγαινα στην αουτοστράντα -πάλι κατά λάθος- με τηλεφώνησαν μόλις φτάσω να πάω κατευθείαν για καφέ, και πιο πριν στην Καστοριά με είχαν ειδοποιήσει να μου φτιάξουν μουσακά, και μούφτιαξε η διάθεση, τα βράδια βγαίναμε σ' έναν καφενέ που έχει εξαιρετικά κεφτεδάκια πολύ μικρά, και καφτερές πιπεριές, και γλυκές, και διάφορους άλλους ωραίους μεζέδες, και τσίπουρα, και μαζευόμαστε και γίνεται πολλή πλάκα, και λέμε και τα τοπικά εκεί. Είχα κι' ένα θεματάκι, άναβε ένα λαμπάκι στο καντράν, με στείλανε σ' ένα συνεργείο ΝΙΚΟΛΑΙΔΗΣ, συνονόματος, στην έξοδο προς Σκύδρα ήταν, πήγα το άλλο πρωί, ειδικός στα Νίβα, το τσέκαρε στο κομπιούτερ, είχε το πρόγραμμα, είχε καεί κάποιος αισθητήρας στην εξάτμιση, ήγουν τίποτα. Τι χρωστάω, ρωτάω, την αγάπη σου, μου λέει, κουρεμένος κλαρινογαμπρός ο μάστορας εντωμεταξύ.

Στην Έδεσσα έμενα πεντέξι μέρες, ξέρω πολύ κόσμο. Σε λίγο θα κλείσουμε μισό αιώνα γνωριμίας. Κάθομαι και κοιτάω τους καταρράκτες, και λέω πόσα κιλά νερό νάχουν πέσει από κειπάνω τόσα χρόνια.
Πόσα κιλά νερό, τόσα χρόνια.

Έδεσσα, η θέα στον κάμπο από τους καταρράκτες




*Δανεισμένο από το Όταν απλώσουν τα κύματα, στο Chiaroscuro του Βασίλη Παπά, εκδόσεις Κίχλη.

Σάββατο, 8 Ιουνίου 2019

Marseille





ὡς οὐχ ὑπέρφευ θνητὸν ὄντα χρὴ φρονεῖν.
ὕβρις γὰρ ἐξανθοῦσ᾽ ἐκάρπωσεν στάχυν
ἄτης, ὅθεν πάγκλαυτον ἐξαμᾷ θέρος.

Αισχύλου, Πέρσες, 820-822


Που θα πει πως του θνητού δεν του πρέπει η έπαρσις. Διότι η ύβρις ανθίζοντας καρπώνει το στάχυ της άτης, και πολύκλαυτη θερίζει την σοδειά.
Αδελφοί Γκερινί. Πενία και των γονέων. Καθ' ότι ο πατήρ καρβουνιάρης, και τα τέκνα οκτώ. Παιδιά τέσσερα, κορίτσια δύο. Το χωρίον ονόματι Καλενζάνα, κοντά στο Κάλβι, εάν έχετε ακουστά.
Στην Κορσική, τα πρώτα χρόνια του 20ου αιώνα.
Να τα πιάσουμε όλα από την αρχή.
Καράβια πάνε κι' έρχονται. Από τότε που ήρθαν οι έλληνες από την Φώκαια να κάνουνε εμπόριο. Έκτοτε, μια ζωή επιδρομές, λιμοί, λουπαναριά, παρανομία, έρωτας, βία, αταξία, ναρκωτικά, προβλήτες, γερανοί, εργοστάσια, ναυπηγεία, φυγάδες, πρόσφυγες, όλες οι φυλές, εξεγέρσεις, απεργίες, εκτελέσεις, δολοφονίες, φτωχογειτονιές, κι' ένας ήλιος μεσογειακός να χαμογελάς χωρίς να θες, και μια θάλασσα να χορταίνει η ψυχή το μπλε να ξεπλένεται, και μια προφορά τραγουδιστή, φιλόξενη στα φωνήεντα, μια κουβέντα σου λένε και φτιάνεις συκώτι από τα γέλια.
***
 Με την εκβιομηχάνιση ήρθαν πολλοί μετανάστες, ιταλοί, κορσικανοί, αλγερινοί. Είχανε έναν δήμαρχο σοσιαλιστή, γιατρός ήτανε αυτός. Επί δημαρχίας του ήρθανε και οι αρμένηδες, όσοι γλυτώσανε δηλαδή, το 1923. Πιάνει λοιπόν και γράφει ο σοσιαλιστής δήμαρχος του νομάρχη πως έρχονται σαράντα χιλιάδες μετανάστες, "υστερημένοι των πάντων, ανυπότακτοι εις τα δυτικά ήθη, στασιασταί κατά παντός μέτρου υγιεινής, ακινητούντες εν τη απαθεία των, την παρητημένην, την παθητικήν, την προγονικήν..." και να τους στείλει πίσω στην πατρίδα τους, "αυτήν την θλιβεράν ανθρωπίνην αγέλην,"  διότι είναι κίνδυνος -άκουσον!- δια το έθνος να μας κολλήσουνε ασθένειες.
Τότε οι εκλογές ήταν πολύ δυναμικές, έπεφτε ξύλο, πέφτανε και μπιστολιές, σκοτωνόταν και κανένας πότε πότε. Οι υποψήφιοι στρατολογούσανε μπράβους από τον υπόκοσμο να κάνουν τη δουλειά τους. Ο γιατρός δεν γνώριζε από τέτοια. Οπότε είχε ανάγκη κάποιονε να ξέρει την πιάτσα να κάνει κουμάντο. Κι' αυτός ήταν ένας κορσικανός ονόματι Σιμόν Σαμπιανί. Που τον έκανε αντιδήμαρχο. Πολύ μυστήρια περίπτωση, αυτός ο Σαμπιανί. Παρασημοφορηθείς τρίς επ' ανδραγαθία εις το πεδίον της τιμής στον Πρώτο Πόλεμο, είχε χάσει ένα μάτι και τρείς αδελφούς στας εχθροπραξίας. 'Εκανε λοιπόν μετά καριέρα στην πολιτική ως ήρως, είχε τους δικούς του από το νησί να βοηθάνε στις εκλογές, βγήκε και βουλευτής, ήτανε αρχικώς στους σοσιαλιστάς, πιο μετά πήγε στους κουμμουνιστάς, κι' όπου έβρισκε χωνότανε. Να μην μακρηγορώ, είχε φτιάξει μια πελατεία προσωπική, ο Σαμπιανί, τον υπολογίζανε στην τοπική πολιτική σκηνή, είχε επιρροή.
Το 1931 πέθανε ο γιατρός, κι' ανέλαβε στον δήμο ένας άλλος, όχι τους σοσιαλιστικού κόμματος, της κεντροαριστεράς αυτός, των ριζοσπαστών, αλλά πιο ταραμάς. Ο Σαμπιανί εκεί, βράχος, αντιδήμαρχος. Με αναβαθμισμένες αρμοδιότητες μάλιστα, προσλάμβανε, ανέθετε, διόριζε, έδωνε άδειες λειτουργίας καταστήματος, έδερνε, όλα που κάνει ο δήμαρχος, τελοσπάντων, αυτός ήτανε γενικός δερβέναγας. Έκανε τον δήμο μπάχαλο, μην μακρηγορώ, μέχρι και την πυροσβεστική με τις αντλίες τις προπολεμικές την είχε αφήσει. Έπιασε ένα πολυκατάστημα φωτιά, καήκανε εβδομήντα άνθρωποι.
***
Ήτανε κι' ένας άλλος, κορσικανός πάλι, ο Πωλ Καρμπόν.  Αυτός πρώτα ήταν ένας μορτάκος, μεγάλωσε στις φτωχογειτονιές της πόλεως, στο Παλιό Λιμάνι. Το δεκατέσσερα πήγε φαντάρος, αλλά πλάκωσε κάποιον στο ξύλο, οπότε τον ξεφορτωθήκανε στα πειθαρχικά τάγματα που ήτανε στην Αφρική, μέσα στην έρημο, στην κόλαση. Τότε ακριβώς κηρύχθηκε ο πόλεμος, ο Μεγάλος που λέγαμε, και τα πειθαρχικά τα στείλανε πρώτα-πρώτα στο Δυτικό Μέτωπον, ήγουν στην μηχανή του κιμά κατευθείαν, τέσσερα χρόνια χαρακώματα, συρματοπλέγματα, αέρια και θάνατος. Μετά έπιασε δουλειά σε μία ναυτιλιακή, ένας κολοσσός ήτανε η ναυτιλιακή αυτή. Και ταξίδευε, Ινδοκίνα, Μέση Ανατολή, Αφρική, παντού στις αποικίες. Εντωμεταξύ, κορσικανοί είχε όπου Γης, αστυνομικοί, τελωνειακοί, στρατιωτικοί, εμπόροι, τυχοδιώχτες, προαγωγοί, έβρισκε άκρες παντού, άμα ήσουν κορσικανός. Κι' έφερνε όπιον, κονόμαγε.
Μια φορά στο Κάιρο ερωτεύτηκε μια πουτάνα, και την πήρε να φύγουνε κρυφά. Αλλά τον πιάσανε οι αγαπητικοί και τον θάψανε στην έρημο πασαλειμμένο μέλι να τον φάνε τα μερμήγκια. Φύγανε αυτοί, μετά. Εκεί πάνω εμφανίστηκε από μηχανής μία γνωριμία του που είχε κάνει κειπέρα στο Κάιρο, ιταλός αυτός, αλλά γεννημένος στη Μασσαλία, ονόματι Φρανσουά Σπιριτό. Αυτός τον έσωσε. Και γίνανε αδέρφια έως τέλους, και συνεταίροι.
Τότε ήτανε που ο Μουσολίνη κήρυξε τον πόλεμο στην Αβησσυνία, κι' είχανε βάλει την Ιταλία στο εμπάργκο, η Κοινωνία των Εθνών που ήταν τότε. Εντωμεταξύ, στη Μασσαλία οι μισοί ήτανε ιταλοί μετανάστες, στενάζανε, είχε έλλειψη, μακαρόνια, αλλαντικά, τυριά, θέλανε τα δικά τους, τα γαλλικά δεν φτουράγανε. Οπότε τι σκαρφιστήκανε ο Καρμπόν με τον ιταλό, φορτώνουνε ένα καράβι παρμεζάνα να το φέρουνε λαθραίο. Τους καρφώσανε όμως, και πάει, κατεσχέθη το έκνομον φορτίον. Ευτυχώς υπήρχε ένας νόμος, επειδή το εμπόρευμα ήτο ευαίσθητο να χαλάσει, το βγάλανε μάνι-μάνι στη δημοπρασία. Πάνε κι' αυτοί λοιπόν, πιάνανε τους πλειοδότας, να σου πω του λέγανε, του δείχνανε το κουμπούρι πούχανε απομέσα από το σακάκι, τι να πλειοδοτήσει μετά αυτός, του κοβότανε τα ήπατα, όπου φύγει-φύγει. Την πήρανε πίσω μπιρ παρά την παρμεζάνα, και την πουλήσανε νόμιμα, ούτε εμπάργκο, ούτε εκτελωνισμοί, ούτε φόροι, ούτε να κρύβονται, ούτε τίποτα. Πουλήσανε στον κοσμάκη, να βάζει στα μακαρόνια. Ήρωες γίνανε στη Μασσαλία.
Τώρα ο Καρμπόν τον ήξερε τον Σαμπιανί, είχανε υπηρετήσει μαζί στο μέτωπο, σε μίαν αιματηρότατη μάχη. Οπότε του ζήτησε του παλαιού συμπολεμιστού και συμπατριώτου ένα ρουσφετάκι, ν' ανοίξει ένα μπαρ στην Μασσαλία, να βάλει και κορίτσια, να σπρώχνει και το όπιο. Και δεν του χάλασε το χατήρι, ο συμπολεμιστής. Τόνα χέρι νίβει τ' άλλο, σου λέει, αυτόν τον χρειάζομαι και για τις εκλογές, και για διάφορα άλλα. Να μην μακρηγορώ, καλά πήγαινε το μαγαζί, αλλά ο Καρμπόν με τον Σπιριτό δεν είχανε ησυχία, ήθελαν να δημιουργηθούνε κι' άλλο. Πήγαν κι' άνοιξαν κερχανατζίδικο στο Κάιρο. Μαζί, αχώριστοι. Έφερναν κορίτσια από την Γαλλία για τους μπέηδες, κι' άλλες τις πουλάγανε σ' όλη τη Μέση Ανατολή, τότε δεν είχε νομοθεσία τράφικινγκ και τέτοια, κονομάγανε καλά.
Σιμόν Σαμπιανί (αρ,) Πωλ Καρμπόν (κέντρο,) και Φρανσουά Σπιριτό (όρθιος,) στην Μασσαλία, 1934
***
Οι κορσικάνοι, οι ιταλοί, οι ρώσοι, πολωνοί, όλοι, άμα μεταναστεύανε στη Γαλλία τονίζονται το επώνυμον στην λήγουσα. Στην Κορσική σε λένε Σαμπιάνι, φερ' ειπείν. Περνάς απέναντι, σε λένε Σαμπιανί. Και το μικρό στα γαλλικά. Ο Φραντσέσκο Φρανσουά, ο Σεργκέι Σερζ, ο Αντουάν, ο Μπαρτελεμύ, και ούτω καθεξής.
Αδελφοί Γκερινί, πενία και των γονέων. Πρώτος έφυγε ο δευτερότοκος, ο Μπερτελεμί, ο επιλεγόμενος χαϊδευτικώς Μεμέ, δεκατριών χρονών ήτο, μη γνωρίζων γραφήν και ανάγνωσιν. Μόνον κορσικάνικα μίλαγε, γαλλικά ντιπ. Τάμαθε στο Μπορντώ, γνώρισε και μία χαρτορίχτρα, τον έμαθε κι' άλλα γαλλικά αυτή, έκανε κάτι θελήματα για τον υπόκοσμο, είχε κορσικανούς και στο Μπορντώ, μπήκε στο νόημα της ζωής.
Ο πρωτότοκος, ο Αντουάν, έφυγε λίγο αργότερα. Αυτός κατέληξε στη Μασσαλία και έγινε πρώτα γκαρσόνι και εν συνεχεία νταβατζής. Πήγε ο μικρός να τον βρει, μπήκε κι' αυτός στη δουλειά. Αρχικώς εξέδιδε την χαρτορίχτρα. Αλλά γρήγορα οι δουλειές αυγάτισαν, καθ' ότι οι αδελφοί Γκερινί απεδείχθησαν ζόρικα παιδιά και εκτόπισαν κάτι αλγερινούς προαγωγούς από την πιάτσα.
Ο Σαμπιανί, ο Καρμπόν, ο Σπιριτό δεν ανησυχήσανε, τους είχανε για υπεργολάβους ξερωγώ, υποστηρίζανε το ριζοσπαστικόν κόμμα, της κεντροαριστεράς δηλαδή, δέρνανε μαζί στις εκλογές τους δεξιούς, αυτοί ήταν οι πολιτικοί αντίπαλοι τότε.
***
Εκείνη την εποχή -στα 1934 είμαστε- ο Χίτλερ και ο Μουσολίνι ήταν στην εξουσία, κι' ο Φράνκο έκανε πρόβα τζενεράλε το πραξικόπημα με κάτι απεργούς μεταλλωρύχους στας Αστουρίας.  Στην Γαλλία κυβέρναγε η κεντροαριστερά, όμως η ακροδεξιά είχε πάρει κι' εκεί αέρα. Γινότανε και το έλα να δεις με τα οικονομικά σκάνδαλα. Ήταν ένας ουκρανικής καταγωγής, ο Αλεξάντρ Σταβισκί. Ο ωραίος Σασά τον αποκαλούσαν. Αυτός ήταν μεγαλοαπατεώνας ολκής, πολύ ταλέντο. Για να σας δώσω να καταλάβετε, ο πατέρας του ήταν οδοντίατρος, επιτυχημένος. Όταν λοιπόν ο Σασά πήγαινε σχολείο, βούτηξε τις μασέλες του πατέρα του και τις πούλησε σε κάτι κλεπταποδόχους. Αργότερα είχε πολλές επιτυχίες στην απάτη, είχε και άνωθεν προστασία, τα κατάφερνε και γλύτωνε πάντα. Μέχρι που τον στριμώξανε, είχε στήσει μια πυραμίδα με ακάλυπτα ομόλογα του Δημοσίου, εξακόσια εκατομμύρια φράγκα έφαγε. Δηλαδή έβγαζε καινούργια ομόλογα και πλήρωνε τα προηγούμενα, και κράταγε τη μίζα του. Ώσπου έσκασε το κανόνι στο τέλος, πάει, έχασε ο κοσμάκης τα λεφτά του. Ξεσηκωθήκανε και οι πέτρες κατά του κοινοβουλευτισμού που ήταν σάπιος και υπέθαλπε τον Σταβισκί και άλλα λαμόγια, πολιτικοί, σκουλήκια. Οπότε δεν πήγαινε άλλο, έπρεπε να προσαχθεί ο ωραίος Σασά στην Δικαιοσύνη. Πήγε η αστυνομία στο σαλέ του στο Σαμονί να τον πιάσει, αλλά υπήρχε ένα θέμα, άμα τον μπουζουριάζανε αυτός θα ξέρναγε ποιός και ποιός ήταν στο κόλπο με τα ομόλογα. Οπότε, αντί να τον συλλάβουν τον φάγανε λάχανο. Και είπανε πως αυτοκτόνησε. Με δύο σφαίρες από τα τρία μέτρα. Και βγήκε το ανέκδοτο που ήταν πολύ μακρυχέρης, ο Σταβισκί, κι' αυτοκτόνησε από τα τρία μέτρα με δύο σφαίρες. Έγινε μεγάλο σκάνδαλο, έτσι απροκάλυπτη η συγκάλυψη, πέφτει ο πρωθυπουργός, ανεβαίνει ένας άλλος, πάλι της κεντροαριστεράς πλειοψηφίας.
Ο Ωραίος Σασά, το μουστάκι ήταν για παραπλάνηση.
Κατεβήκανε τότε συλλαλητήριο οι φασίστες κατά της κεντροαριστεράς, που ήταν διάφορα κόμματα οι φασίστες, η νέα μόδα στην πολιτική. Παρ' ολίγον να μπούνε μέσα στη Βουλή να τα κάνουνε γης μαδιάμ, οπότε η αστυνομία έριξε στο ψαχνό, φάγανε δεκαπέντε εκ των διαδηλωτών. Άλλο σκάνδαλο, ξαναπέφτει η κυβέρνησις. Δηλαδή έπεσαν μέσα σε λίγες μέρες δύο κυβερνήσεις κεντροαριστεράς, κι' ανέβηκε στο τέλος ένας της δεξιάς, της παραδοσιακής. Όμως αυτό έφερε και το άλλο επακόλουθο, οι κουμμουνισταί και το σοσιαλιστικό κόμμα σου λέει εδώ πάμε να γίνουμε Βαϊμάρη, συσπειρωθήκανε, έρχονταν και εκλογές οσονούπω.
Ανέλαβε μετά ένας δικαστής να διελευκάνει το σκάνδαλο των ομολόγων μαζί και την αυτοκτονία του ωραίου Σασά, τίμιος, ακούμπησε αυτός υπουργούς, βουλευτάς, διευθυντάς, δημάρχους, δικαστάς, εφημερίδας. Του τηλεφωνάνε λοιπόν κάτι άγνωστοι να πάει στη Ντιζόν, αρρώστησε η μάνα σου, λέει. Ξεκινάει να πάει στη μάνα του ο δικαστής. Και ω! του θαύματος, δεν έφτασε ποτέ στην Ντιζόν, τον βρήκανε κομμάτια, δεμένο στις γραμμές του τραίνου, κι' αυτός αυτοκτόνησε είπανε. Ο δε φάκελος της υποθέσεως εξηφανίσθη ως δια μαγείας! Άλλο σκάνδαλο, πολύ χοντρό κι' αυτό. Έπρεπε λοιπόν να βρούνε ενόχους, ποιός έδεσε τον δικαστή στις γραμμές και ποιός εξαφάνισε τα στοιχεία. Και πιάσανε τον Καρμπόν με τον Σπιριτό πως είχαν κάνει τη δουλειά, αλλά μετά δεν βρήκαν κάτι, τους αφήσανε. Γυρίσανε στη Μασσαλία θριαμβευταί, ο Σαμπιανί τους περίμενε με ανοιχτές αγκάλες. Ποιός έφαγε τον δικαστή, δεν μάθαμε ποτέ. Στην δίκη για το σκάνδαλο καθαυτό, πολιτικοί, διευθυνταί, η σύζυγός του ωραίου Σασά, πραγματικώς ωραιοτάτη και αυτή, μοντέλο της Κοκό Σανέλ της διάσημης μοδίστρας, όλοι οι κατηγορούμενοι πέσανε στα μαλακά.
 Αρλέτ, σύζυγος Αλεξάντρ Σταβισκί
***
Μ' αυτά και με κείνα, ήρθανε οι δημοτικές εκλογές του 1935. Ο Σαμπιανί υποστήριζε τον κεντροαριστερό, τον ταραμά που ξανακατέβαινε. Όμως οι σοσιαλισταί κατεβάσανε δικό τους υποψήφιο στη Μασσαλία, γερή υποψηφιότητα, τον υποστήριζε και το κουμμουνιστικόν κόμμα, διότι είχε επέλθει η προσέγγισις που είπαμε. Οι αδελφοί Γκερινί λοιπόν προσφέρανε τις υπηρεσίας τους στον σοσιαλιστή. Με τον γνωστό δυναμισμό τους, εξυπακούεται. Και ο σοσιαλιστής κέρδισε. Και ώφειλε να ανταποδώσει στους Γκερινί την εξυπηρέτηση, έτσι πάν αυτά. Όπερ έστι μεθερμηνευόμενον, με τις πλάτες του δημάρχου την υποσκελίσανε την συμμορία του Σαμπιανί, που την είχαν άμεσο ανταγωνιστή στην πουτανιά και τις προστασίες και τα μαγαζιά. Τον άλλο χρόνο, είχε και τις βουλευτικές. Σοσιαλιστές, κουμμουνιστές και κεντροαριστεροί κατεβήκανε μαζί, κερδίσανε, γίνεται η κυβέρνηση Λαϊκού Μετώπου. Είναι τότε που εθεσπίσθη στην Γαλλία το οκτάωρο στην εργασία, το εξαήμερο, και οι θερινές διακοπές να τις πλερώνει ο εργοδότης.
Μ' αυτά και με κείνα, βρεθήκανε οι Γκερινί στα πράματα, παρέα με τον σοσιαλισμό και το οχτάωρο. Κι' άρχισαν να επεκτείνονται και εκτός Μασσαλίας. Ανοίγουν μπουρδέλο στο Αλγέρι -τότε ήταν Γαλλία, η Αλγερία-, μετά άλλο μπουρδέλο στην Τουλούζη, μετά κι' άλλα μπουρδέλα σε άλλες πόλεις, φέραν και τα υπόλοιπα αδέλφια από την Κορσική να τους βοηθάνε στις δουλειές. Εγκέφαλος της οικογενείας ήταν ο Αντουάν, ο στρατηγός να πούμε. Ψυχρός και συγκρατημένος, αλλά τον τρέμανε οι πάντες. Διότι άμα τον έπιανε το γλυκύ του, η Παναγία να σε φυλάει, αδίσταχτος. Ο μικρότερος, ο Μεμέ, ήταν άλλο πράμα, πάρα πολύ δημοσιοσχεσίτης, έκανε παρέα με τραγουδιστάς, ηθοποιούς, πολιτικούς, επιχειρηματίες, του άρεσε η διασημότης, ήταν πάντα λεζάντα, ξερωγώ. Φτιάξανε κι' ένα ξενοδοχείο πολυτελείας, Γκραν Οτέλ Μεντιτερανέ, ήταν το διαμάντι των επιχειρήσεων Γκερινί, εκεί είχε την έδρα του ο Μεμέ, ο Αντουάν ήταν πολύ εσωστρεφής δεν εμφανιζόταν συχνά.
 Ήταν επίσης ακριβοδίκαιος που λένε, τον είχανε μεσολαβητή μέσα στον υπόκοσμο να λύνει τας διενέξεις, λόγω και του κύρους που είχε. Άμα προέκυπτε κανένα θέμα, στον Μεμέ πηγαίνανε να επιλύσει την διαφορά, ο λόγος του υπείχε θέση δικαστικής αποφάσεως, ήτανε άνθρωπος των ισορροπιών, όχι σαν τον άλλονε, τον μεγαλύτερο.
Αντουάν και Μεμέ Γκερινί (φωτό της Ασφαλείας.)
Ο δε Σαμπιανί και οι δικοί του, κάνανε τη νίλα τους γαργάρα, και δεν είχαμε τίποτα πόλεμο συμμοριών, που βλέπουμε στον Νονό. Όμως με τις πολιτικές ανακατατάξεις, έπρεπε να βρουν πολιτικά ερείσματα εκτός ευρύτερης αριστεράς, διότι την αριστερά την είχανε καπαρωμένη οι Γκερινί. Προσχωρήσανε λοιπόν σ' ένα φασιστικό κόμμα -ανάμεσα στα πολλά που είχαν ξεφυτρώσει μέσα στην μεσοπολεμική αναμπουμπούλα- ο Σαμπιανί, ο Καρμπόν με τον ιταλό τον Σπιριτό, μαζί και οι μπράβοι τους.
***
Το 1939 είχαμε τον Δεύτερο Πόλεμο. Και όπως γνωρίζουμε όλοι, τον χάσανε οι γάλλοι. Και η μισή Γαλλία με το Παρίσι είχε Κατοχή, και η άλλη μισή λεγόταν Ελευθέρα Ζώνη, με πρωτεύουσα το Βισύ, και είχε αρχηγό τον στρατάρχη Πετέν, που λίγο ήταν ουδέτερος και πολύ συνεργαζόταν με τους γερμανούς.
Η Μασσαλία ήταν στην Ελευθέρα Ζώνη. Και καθ' ότι διεθνής λιμήν, ήτανε μπάτε σκύλοι αλέστε κι' αλεστικά μη δίνετε, κατάσκοποι, φυγάδες, αντιστασιακοί, πολιτικοί πρόσφυγες, εβραίοι, ισπανοί δημοκρατικοί, όλοι από την Μασσαλία περνάγανε, να πάνε Αργεντινή, Μεξικό, ΗΠΑ, όπου δεν είχε ακόμα πόλεμο.
 Ήταν τώρα κι' ένας αστυνομικός επιθεωρητής ονόματι Ρομπέρ Μπλεμάν. Ο Μεσιέ Ρομπέρ, έτσι απεκαλείτο στον υπόκοσμο. Αυτός είχε έρθει μετάθεση στη Μασσαλία πριν τον πόλεμο, επικεφαλής μιας ειδικής υπηρεσίας αντικατασκοπίας. Είχε πολεμήσει τους γερμανούς το δεκατέσσερα, δεν μπορούσε ούτε να τους μυρίσει. Αλλά γούσταρε την παρανομία, είχε μία έφεση, τους έκανε παρέα, πήγαινε στα μπαρ τους, φόραγε κάτι κουστουμιές μέγκλα όπως αυτοί, ήτανε βαρύς, δεν φερόταν ως δημόσιος υπάλληλος κανονικός. Αυτός ο Μεσιέ Ρομπέρ μπήκε λοιπόν στην Αντίσταση, είχε επαφή με τους ανθρώπους του Ντε Γκωλ στο Λονδίνο. Μάλιστα σκέφτηκε κάτι πρωτοποριακό, να βάλει τον υπόκοσμο στην υπηρεσία του αντιναζιστικού αγώνα. Και στρατολόγησε μεταξύ άλλων τον Μεμέ Γκερινί. Κι' αυτός έφερε και τους υπόλοιπους της οικογενείας.
Στέλνανε λοιπόν οι γερμανοί κατασκόπους στη Μασσαλία, είχανε η Αντίστασις τις πληροφορίες της που ελέγχανε την πόλη με τους μαφιόζους, τους πιάνανε τους γερμανούς οι μαφιόζοι, τους δίνανε στην αστυνομία του Βισύ, τους απελαύνανε αυτοί πίσω στην Κατεχόμενη Ζώνη, άντε και να μην το ξανακάνετε. Αλλά όχι όλους. Όχι. Είχανε μια βίλλα, και τους πιο επικίνδυνους τους πηγαίνανε ζούλα εκεί. Και τους περιλάβαιναν που λες οι μαφιόζοι, οπού οι γερμανοί ξερνάγανε το γάλα της μάνας τους. Μετά εξαφανίζονταν δια μαγείας, και κανένας δεν τους ξανάβλεπε, ούτε ζωντανούς, ούτε πεθαμένους. Ίσαμε πενήντα κατασκόπους της Άμπβερ ξεκάνανε έτσι, οι αντιστασιακοί γκάγκστερ. Δε πα να διαμαρτυρόταν η γερμανική διοίκησις από το Παρίσι στην κυβέρνηση του στρατάρχου Πετέν στο Βισύ, τι γίνανε αυτοί, τίποτα. Άνοιξε η γη και τους κατάπιε, τι να σας κάνωμε, μάιν χέρεν, έχει και άγγλοι κατάσκοποι η πόλις, δεν στέλνετε μόνον εσείς τους δικούς σας. Διότι η Μασσαλία είχε τους δικούς της νόμους και κανόνες, και μην ψάχνετε να βρείτε πως και διατί.
Δουλεύανε και ασύρματο, και στέλνανε τις πληροφορίες στο Λονδίνο.
Εντωμεταξύ, ο Σαμπιανί, ο Καρμπόν και ο Σπιριτό δουλεύανε για τους γερμανούς, την Γκεστάπω. Αυτοί δεν ξέρανε πως ο Μπλεμάν ήταν του Ντε Γκωλ. Ή το ξέρανε, αλλά δεν ήθελαν να συγκρουστούν, απολύτως λογικό αυτό, διότι η Γκεστάπω ήταν κι' αυτή μπίζνες, δεν ήταν και πολύ ιδεολόγοι. Πάντως προσπαθήσανε να τον στρατολογήσουνε. Ο Μεσιέ Ρομπέρ δεν μάσησε όμως. Κάποια στιγμή όμως εξετέθη πάρα πολύ, συνέλαβε έναν υψηλόβαθμο αξιωματούχο του Πετέν, λύσσιαξαν στο Βισύ οι ανώτεροι, οπότε χρειάστηκε να την κοπανήσει από τη Μασσαλία.
Την κοπάνησε λοιπόν στο Αλγέρι, ο επιθεωρητής Μπλεμάν, όπου ήδη είχαν αποβιβαστεί οι αμερικάνοι, και μαζί τους ήταν ο Ντε Γκωλ, και οι Ελεύθεροι Γάλλοι. Που οι περισσότεροι ήταν άραβες και αφρικανοί από τας αποικίας. Να τα λέμε κι' αυτά.
Ρομπέρ Μπλεμάν
Τον Καρμπόν τον γκεσταπίτη τον έφαγε η Αντίσταση. Όχι επίτηδες, τυχαία. Επέστρεφε από το Παρίσι με το τραίνο, που ήταν γεμάτο γερμανούς, και το ανατινάξανε. Του Καρμπόν του κοπήκανε τα πόδια, πέθανε από την αιμορραγία. Πριν πεθάνει ζήτησε ένα τσιγάρο, και είπε "c' est la vie." Στην κηδεία του ήταν ο Τινό Ροσσί ο τραγουδιστής, που ήτανε κορσικανός επίσης. Κι' η Μιστενγκέτ, ηθοποιός και τραγουδίστρια, κι' άλλοι διάσημοι, υπόκοσμος, γκεσταπίτες, όλοι πήγανε.
***
Και πολύ ορθώς έπραξε ο Μπλεμάν που έφυγε, διότι λίγο μετά οι γερμανοί μπουκάρανε και κατέλαβαν την Ελευθέρα Ζώνη, να προλάβουνε τους συμμάχους που σχεδίαζαν απόβαση και στην Ριβιέρα.
Κατέφθασαν λοιπόν τα στρατά των γερμανών στην Μασσαλία με τα τανκς και τα κανόνια. Κι' από κοντά η Γκεστάπω, το κυνηγητό των αντιστασιακών, το μάζεμα των εβραίων. Με το που φτάσανε, ανατινάξανε το Παλιό Λιμάνι, τις συνοικίες που ήταν μόνο οι φτωχοί, το μαγειρείο της αντίστασης, το ιστορικό κέντρο της πόλεως, τα καντούνια της αμαρτίας...
Η ραχοκοκαλιά της Αντιστάσεως ήταν οι σοσιαλισταί και οι κουμμουνισταί, και αρχηγός της στην Μασσαλία ήταν ο Γκαστόν Ντεφέρ, δικηγόρος, πολύ καλής οικογενείας, πολύ σοσιαλιστής. Αυτός συνεργάζεται με τον Μπλεμάν και με τους αδελφούς Γκερινί. Διότι ο Αντουάν μπορεί να δεξιωνόταν τους γερμαναραίους στα μαγαζιά του, και διάφοροι τον στραβοκοιτάγανε για δοσίλογο, αλλά συγχρόνως έκρυβε αντιστασιακούς και εβραίους, τα κωλάδικα ήσαν η καλύτερη κάλυψις για τέτοιες δραστηριότητες. Ένας άλλος αδελφός, ο Πασκάλ, ήταν επί των δικτύων διαφυγής, έβρισκε πλαστά χαρτιά, διαβατήρια, και τα ρέστα. Ο δε δευτερότοκος, ο Μεμέ, ρίχνεται μέσα στη φωτιά. Λένε πως έσωσε τον Γκαστόν Ντεφέρ δύο φορές. Και πως έστηνε ενέδρες στους γερμανούς μέσα στα στενά. Πως έκοψε το κεφάλι ενός δοσίλογου. Πως χτύπησε ένα κομβόι γερμανούς να απελευθερώσει μια εβραιοπούλα. Πως επιτέθηκε σ' ένα γερμανικό τανκς στη Μασσαλία μέσα στο κέντρο. Και πολλές άλλες ανδραγαθίες. Κι' επίσης ότι ταξίδεψε στην Κορσική να κλέψει το αμόρε του, που δεν τον θέλανε οι δικοί της. Αλλά το πλοίο το βύθισε ένα γερμανικό υποβρύχιο, πάει, πνίγηκε η μικρή μπροστά στα μάτια του.
***
Έγινε τελικώς η συμμαχική απόβασις, βομβαρδισμοί, χιλιάδες σκοτωθήκανε, κινητοποιήθηκε η Αντίστασις να βοηθήσει τους αμερικάνους και τους Ελεύθερους Γάλλους. Παραδόθηκαν μετά από μερικές μέρες μαχών οι γερμανοί, η Μασσαλία απηλευθερώθη συγχρόνως με το Παρίσι, έγινε και δοξολογία στην Νοτρ Νταμ ντε λα Γκαρντ, ψηλά στον λόφο.
 Δυνάμεις της Αντίστασης στο Παλιό Λιμάνι, στην Απελευθέρωση.
Μαροκινοί των Ελευθέρων Γάλλων, πάλι στο Παλιό Λιμάνι.
Μετά την Απελευθέρωση, ο Γκαστόν Ντεφέρ εξελέγη βουλευτής, ήταν πλέον μεγαλοπαράγων της Μασσαλίας. Ο Αντουάν απέκτησε με τον Γκαστόν κι' άλλα σοβαρά ερείσματα στους σοσιαλιστάς, και συνέχισε να επεκτείνει τις επιχειρήσεις του, πουτάνες, μαγαζιά, προστασίες, τέτοια. Ο Μεμέ παρασημοφορήθηκε με τον Πολεμικό Σταυρό, και συνέχισε να διάγει βίον λαμπερόν και πολυτελή, παρέα με τους διασήμους, τους πλουσίους και τις φίρμες της σώου μπιζνές και του θεάματος.
Ο Σαμπιανί έφαγε ερήμην εις θάνατον. Εξηφανίσθη στην Αργεντινή, και μετά εγκαταστάθηκε στην Ισπανία με ξένο όνομα, επί Φράνκο τότε. Εκεί πέθανε. Ο Σπιριτό κατέληξε στην Αμερική, αργότερα καταδικάστηκε για ναρκωτικά. Επέστρεψε, λένε, κάποτε, είχε ένα ρεστωράν στην Τουλών, πέθανε γέρος.
Γύρισε βεβαίως και ο Μπλεμάν, ο αστυνομικός επιθεωρητής που συμπαθούσε τους Γκερινί. Αυτός ξέπλυνε τον Αντουάν από τα παρεδώσε του με τους γερμανούς. Κι' ότι φακέλους είχε η υπηρεσία μέσα στον υπόκοσμο, ποιός συνεργάστηκε, ποιός κατέδωσε, ποιός βασάνισε, ποιός εκτέλεσε, ποιός δούλεψε με την Γκεστάπω, τάδωσε όλα του Αντουάν, χαρτί και καλαμάρι. Οπότε οι Γκερινί κάνανε μια προσφορά στους δοσιλόγους που δεν μπορούσαν να την αρνηθούν -που έλεγε ο Μάικλ Κορλεόνε- ήγουν ή μας τα αφήνετε όλα και φεύγετε ή σας στέλνουμε στο εδώλιο και στο απόσπασμα, τους πήραν τοιουτοτρόπως όλες της δουλειές, όχι μόνο Μασσαλία, Παρίσι, Νίκαια, παντού όπου είχε πορνεία, προστασία, μαγαζιά, τους διώχνανε. Και μείνανε οι Γκερινί ηγεμόνες μέσα στη νύχτα, μετά τον πόλεμο.
***
Τώρα, πως έμπλεξε ο Λάκη Λουτσιάνο με τους Γκερινί, έχει πολύ μεγάλο ενδιαφέρον. Διότι προπολεμικώς ο Λουτσιάνο ήταν ο νονός του οργανωμένου εγκλήματος στην Αμερική, αλλά τον μπαγλαρώσανε για φοροδιαφυγή, τριάντα χρόνια έφαγε. Το σαρανταένα που μπήκε και η Αμερική στον πόλεμο, οι Πληροφορίες του Ναυτικού φοβότανε μην έρθουνε κατάσκοποι γερμανοί, γιαπωνέζοι ξερωγώ, στο λιμάνι στην Νέα Υόρκη και κάνουν δολιοφθορές. Και πήρε επαφή το Ναυτικό με τη μαφία, που αυτοί ελέγχανε τα συνδικάτα τους ντοκέρηδες, για συνεργασία. Κι' αυτοί οι μαφιόζοι το σφυρίξανε του Λάκη, που ήτανε μέσα. Κι' αυτός έβαλε κάτι δικούς του και μπατάρανε ένα υπερωκεάνιο μέσα στο λιμάνι. Και είπε στους ναυταίους εδώ, κύριοι, εγώ θα κανονίσω για πάρτη σας με τους αθλίους γερμανούς που αρχίσαν τις δολιοφθορές, αλλά κανονίστε κι' εσείς μια μεταγωγή, γιατί εδώ που είμαι είναι απαίσια. Και τον αλλάξανε φυλακή.
Και δημιουργήθη μία σχέσις, ξερωγώ, με το Ναυτικό. Οπότε, όταν ήταν να γίνει η απόβασις στη Σικελία, τον προσεγγίσανε πάλι οι ναυταίοι, τον Λάκη Λουτσιάνο, να κανονίσει με την σικελική μαφία για πληροφορίες, σαμποτάζ, παρενόχληση, και κανόνισε ο Λάκη, μέχρι και γυναίκες βάλανε να τους απομονώσουνε τους γερμανούς, στρατηγούς, ταξιάρχους, συνταγματαρχαίους, τις θέσεις κλειδιά που λέμε, να μην είναι στο πόστο τους την ώρα της αποβάσεως, να αργήσουν να κινηθούν οι αμυνόμενοι. Και σε αντάλλαγμα, ο Λάκη απελάθηκε με το που τέλειωσε ο πόλεμος, δηλαδή τον αμολήσανε και πήγε στην Ιταλία, ούτε γάτα ούτε ζημιά.
Τώρα, στην Ιταλία πήγε με τα λεφτά μάτσο, να κάνει μπίζνες με τη Καμόρα, τη Ντραγκέτα, τη Μαφία. Λαθρεμπόριο τσιγάρα αμερικάνικα, μάλμπορο, κάμελ, λακηστράικ, νάιλον κάλτσες, καπότες, δίψαγε η φουκαριάρα η Ευρώπη για είδη πολυτελείας, ακόμα ρημαδιό ήταν. Τώρα, αυτά τα λαθραία τα περνάγανε κάτι κορσικανοί καπεταναίοι, καλοί ναυτικοί, αλλά ψιλικατζήδες, χωρίς όραμα να δημιουργήσουνε. Και λέει ο Λάκη Λουτσιάνο δεν τους οργανώνω αυτουνούς, να κόψουμε μονέδα; Όπερ και τα συμφωνήσανε. Ερχόταν λοιπόν το εμπόρευμα στο Μαρόκο, στην Ταγγέρη συγκεκριμένως, ήτο Διεθνή Ζώνη, αδασμολόγητη. Από κει τα παίρνανε τα τσιγάρα οι κορσικανοί και τα βγάζανε στη Μασσαλία, που κάνανε κουμάντο οι Γκερινί να το διοχετεύσουν στην αγορά. Διότι τα ξανθά βιρτζίνια τα αρωματικά, πούναι πιο γλυκόπιοτα, οι γάλλοι τότε τα είχανε περί πολλού, μια ποικιλία μελαχροινή καπνίζανε μόνο ο λαός, γκωλουάζ, ζητάν, στούκας.
***
Εντωμεταξύ, στη Μασσαλία τρέχανε οι εξελίξεις. Λόρδα, πληθωρισμός, όλη η Γαλλία ήταν στο δελτίο. Οι κουμμουνισταί ήταν αμέσως μετά τον πόλεμο πρώτο κόμμα σε ψήφους, μπήκε στην κυβέρνηση ενότητος, μαζί με τους γκωλικούς και τους σοσιαλιστάς, βγάλανε και δήμαρχο κουμμουνιστή στη Μασσαλία. Αλλά τους διώξανε μετά από τον συνασπισμό, και κάνανε κυβέρνηση μόνο η δεξιά με τους σοσιαλιστάς. Χάσανε και τον δήμο. Αλλά είχαν ακόμα δύναμη, κρατάγανε, είχανε τα συνδικάτα τους, τους λιμενεργάτας, κατεβήκανε σε απεργία, το 1947 αυτά. Υποτίθεται για τις αυξήσεις στο εισιτήριο του τραμ. Αλλά οι πραγματικοί λόγοι είναι που θα ερχόταν το σχέδιο Μάρσαλ, και θα ξεφόρτωνε στη Μασσαλία, και θέλανε να το μπλοκάρουνε το σχέδιο Μάρσαλ, από τη Μόσχα έπεσε η γραμμή. Είχαμε Ψυχρό Πόλεμο. Οπότε στείλανε απεργοσπάστες και μπράβους, ο Μπλεμάν και οι Γκερινί, να σπάσουν την απεργία. Εκεί πάνω χόντρυνε το πράμα, γιατί κάνανε ντου οι λιμενεργάτες στην πόλη, και σπάσανε τα μπουρδέλα, τα κωλάδικα, τα μαγαζιά της οικογενείας. Βγήκανε τα μπιστόλια, τα μαχαίρια, τα λοστάρια, όλα. Εκεί πάνω σκοτώθηκε κι' ένα παληκάρι, τον πυροβολήσανε πάνω στο ντου στα μαγαζιά που είπαμε πριν, οι μάρτυρες κατέθεσαν πως ήταν ο Μεμέ Γκερινί που έριξε, ο αντιστασιακός. Έγινε αργότερα δικαστήριο, κατηγορούμενοι ο Μεμέ και ο Αντουάν και άλλοι του σιναφιού, αλλά στο ακροατήριο όλοι είχαν πάθει αμνησία. Αθώοι.
Οι απεργίες στην Μασσαλία είχαν εντωμεταξύ επεκταθεί σ' όλη τη χώρα. Κι' αυτό ανησύχησε του αμερικάνους, που θέλανε να σπρώξουν το σχέδιο Μάρσαλ χωρίς προβλήματα. Στείλανε, λοιπόν έναν Ίρβινγκ Μπράουν, ήταν συνδικαλιστής πρώτα αυτός, μετά έγινε πράχτορας της CIA, και είχε διασπάσει πιο παλιά τα συνδικάτα των ντοκέρηδων στη Νέα Υόρκη, ήξερε. Και χώσανε και πολλά δολάρια, με τη σέσουλα. Και τα καταφέρανε να διασπάσουνε το κουμμουνιστικό συνδικάτο, την Γενική Συνομοσπονδία Εργασίας που ελέγετο, σα να λέμε το ΠΑΜΕ, και αποσπάστηκε ένα μέρος λεγόμενο Εργατική Δύναμις, μη κομμουνιστικόν, της CIA, ώστε να αποσοβηθεί ο ερυθρός κίνδυνος.
Το 1950 είχε άλλες φασαρίες, οι λιμενεργάτες δεν εξυπηρετούσαν τα καράβια που φεύγανε για την Ινδοκίνα, φορτώνανε πολεμικό υλικό και φαντάρους να πολεμήσουνε τους Βιετμίνχ. Γίνανε απολύσεις στο λιμάνι, οπότε το συνδικάτο απάντησε με γενική απεργία. Ξαναστείλανε οι Γκερινί τους μπράβους τους, και αυτό ήταν το τελικό χτύπημα για τους κουμμουνιστάς. Βοηθήσανε μετά και τον Γκαστόν Ντεφέρ, τον αντιστασιακό δικηγόρο, τον κολλητό τους τον σοσιαλιστή να πάρει και την δημαρχία, και θρονιάστηκε ο Γκαστόν μόνιμος δήμαρχος από το 1953 μέχρι το 1986 που πέθανε αδιαλείπτως, εξ ου και η Μασσαλία έχει σοσιαλιστική παράδοση. Και βεβαίως η βοήθεια με το αζημίωτο, διότι ουδέποτε ενοχλήθησαν οι Γκερινί υπό του νόμου, που μπάζανε τις καραβιές τα λαθραία, που δουλεύανε τα πορνεία, και δεν δίδανε λογαριασμό σε κανένα. 
Ο Γκαστόν Ντεφέρ με τον Φρανσουά Μιτεράν
Πάντως ο Ντεφέρ τόλεγε η ψυχή του. Κάποτε έβρισε έναν δεξιό στη βουλή, πάψε ζώον του λέει, κι' αυτός τον προκάλεσε σε μονομαχία. Κι' έγινε η μονομαχία με σπαθί, παρακαλώ, και ο Γκαστόν απαίτησε να είναι ακονισμένα κανονικά. Και τον μάτωσε τον άλλον, κανονικά, αλλά όχι να πεθάνει, και κέρδισε ο Γκαστόν.
 Η μονομαχία του Γκαστόν, το 1967.
***
Οπότε ο Λάκη Λουτσιάνο από την Νάπολη που διήγε υπό την επιτήρησιν της ιταλικής αστυνομίας να παρουσιάζεται στο τμήμα, αλλά νταραβεριζόταν χωρίς να φαίνεται και με τις ηρωίνες, σκέβηκε κάτι πρωτοποριακό. Αντί να μπάζουμε μάλμπορα και κάμελ από την Αμερική στη Μασσαλία, πιο καλύτερα να βγάζουμε πρέζα από τη Μασσαλία στην Αμερική, πιο επικερδές είναι. Πολύ πιο επικερδές.
Έτσι λοιπόν στήθηκε το Φρεντς Κονέξιον το λεγόμενο, τέλη δεκαετίας πενήντα, αρχές εξήντα. Αρχικώς μέσω του δικτύου λαθερεμπορίου τσιγάρων, που ήταν στημένο, έτοιμο. Φέρνανε από την Τουρκία, Μέση Ανατολή, τη παπαρούνα το γάλα, είχανε τα εργαστήρια σε κάτι βίλλες απομονωμένες στας εξοχάς της Προβηγκίας, οι Γκερινί και οι συνεργαζόμενοι. Διότι οι κορσικάνοι πήραν τη δουλειά της επεξεργασίας από τους σικελούς, καθ' ότι οι σικελοί τσακώνονταν συνέχεια, δεν ήταν σωστοί επαγγελματίαι να τα βρούνε, όλο φόνους μεταξύ τους κάνανε. Οπότε ο Λουτσιάνο έδωσε τη δουλειά στους Γκερινί. Και βγάζανε αυτοί 98% καθαρή ηρωΐνη, πήγαινε στην Αμερική διαμάντι, την κόβανε εκεί, στην παραλαβή. Τεράστιος τζίρος, διεθνής μπίζνα η πρέζα, ένα δίκτυο με χίλια παρακλάδια, μέχρι και ο πρεσβευτής της Γουατεμάλας τον πιάσανε να έχει ηρωΐνη στον διπλωματικό σάκο, υπολογίζεται μέχρι διακόσια κιλά να διακίνησε, ο πρεσβευτής συνολικά, όχι σε ένα ταξίδι, βεβαίως, μέσα σ' ένα χρόνο αυτή η ποσότης. Ένας άλλος ήταν παρουσιαστής της γαλλικής τηλεοράσεως, πολύ διάσημος. Αυτόν τον πιάσανε με μια κάντιλλακ ηρωΐνη στη Γαλλία να την πάει στην Αμερική. Αλλά όσους και να πιάνανε, το Φρεντς Κονέξιον δούλευε ρολόι, και τους αρχηγούς δεν τους αγγίξανε ποτέ. Ήταν τόσο τεράστιες οι μπίζνες των Γκερινί με την πρέζα, που είχαν και υπεργολάβους κάτι άλλες οικογένειες, πήγαινε πυραμιδωτώς η ιεραρχία, οι Φρανσισί, οι Βεντουρί, οι Ορσινί, από το όνομα του αρχηγού της ονομαζόταν η κάθε συμμορία. Αυτός μάλιστα ο Ορσινί, ήταν γκεσταπίτης επί Κατοχής. Ο Φρανσισί αντιθέτως, είχε λάβει μέρος και αυτός στην Αντίσταση. Περασμένα-ξεχασμένα.
***
Κάποια στιγμή ο Ρομπέρ Μπλεμάν ο επιθεωρητής, ο Μεσιέ Ρομπέρ, μετά που έσπασε τις απεργίες στους ντόκους, αποφάσισε να παραιτηθεί από την υπηρεσία και να μπει στις μπίζνες. Το ατού του ήταν οι μυστικές υπηρεσίες, που είχε άριστες επαφές. Άνοιξε, λοιπόν κι' αυτός κάτι μαγαζιά στη Μασσαλία, προσέλαβε κι' έναν νεαρό, τον Τάνη Ζάμπα, τον έβαλε γενικό διαχειριστή στη Μασσαλία, ανοίχτηκε μετά στην Αφρική, κι' ήθελε να επεκταθεί και στο παίγνιο, να ανοίξει καζίνα στο Παρίσι. Που είχε μία νομοθεσία τότε να επιτρέπεται ποντάρισμα άνευ ορίου. Πολλά λεφτά, και ιδανικό πλυντήριο των κερδών από την πρέζα.
Αυτό δεν άρεσε του Αντουάν Γκερινί, για τρεις λόγους. Πρώτον, διότι ο Μεσιέ Ρομπέρ είχε τις δικές του άκρες με την εξουσία και τις μυστικές υπηρεσίες, γεγονός που τον καθιστούσε ανεξάρτητο, ήγουν επικίνδυνο. Δεύτερον, ο Μεσιέ Ρομπέρ δεν ήτο κορσικανός. Τρίτον και κύριώτερον, γιατί ο Αντουάν ήταν αλαζών και υπερμέτρως φιλοκερδής, είχε πολλή απληστία μέσα του. Δεν τον φτάναν τα αμύθητα κέρδη που είχε βγάλει από την πρέζα που είχε το μονοπώλιο της επεξεργασίας και μεταφοράς, ήθελε να επεκταθεί στα παίγνια, που ήταν εκτός των χωρικών υδάτων, ούτως ειπείν.  Λύσσιαξε, το λοιπόν, να μην αφήσει τον Μπλεμάν να εξελιχθεί μόνος του. Ώσπου με τα πολλά, τα βρήκανε και μπήκε συνεταίρος. Αλλά τότε συνέβη κάτι παράξενο, μπήκανε ληστές μέσα στο καζίνο εν ώρα λειτουργίας, τα κάναν όλα ρημαδιό, πήρανε όλα τα λεφτά, γδύσανε και την ερίτιμον πελατεία, τιμαλφή, κοσμήματα, ρολόγια, όλα, και γίνανε της Αναλήψεως. Ο Αντουάν φαγώθηκε πως ήταν δουλειά του Μπλεμάν, για να ανακτήσει τον έλεγχο του καζίνου, και ήθελε να τον φάει. Όμως κανένας δεν ψήθηκε στην πιάτσα από τα σαθρά επιχειρήματα του Αντουάν.
Έγινε το λοιπόν συνέλευσις των οικογενειών στην βίλλα του Αντουάν, τους λέει εγώ τις αποφάσεις μου τις πήρα, το γουρούνι τον μπάτσο που μας πρόδωσε θα τον φάω ούτως ή άλλως, αλλά θέλω και την γνώμη σας διότι σας αγαπάω όλους. Πέφτει παγωμάρα στην συνέλευση. Διότι είχε βάλει η αδελφή του και μία καλαθούνα με μπίλιες, οι μισές όνυχα, οι μισές ελεφαντοστούν, να ψηφίσουν. Όπως στον Νονό, στον Κόπολα. Εκεί πάνω ο Μεμέ εξανίσταται, δεν έχουμε ανάγκη να τον φάμε τον μπάτσο, αντιθέτως θα φάμε το κεφάλι μας μ' αυτό που πας να κάνεις, διότι θα άνοιγαν οι ασκοί του Αιόλου, αυτό άμα άρχιζε δεν θα τέλειωνε ποτέ. Καλά τούλεγε, δηλαδή. Τίποτα ο Αντουάν. Παράφορος από πάντα, παρά τα πλούτη και την ισχύ που είχε, αγροίκος είχε μείνει, ένας ισχυρογνώμων χωρικός πολύ θερμόαιμος και ασυγκράτητος.
Εκεί λοιπόν που πήγαινε στο εξοχικό του έξω από τη Μασσαλία ο Μεσιέ Ρομπέρ με την σύζυγό του, απογεματάκι ήτανε, Μάιος του 1965, τον διπλαρώνει μία άλλη κούρσα, τρεις ήταν μέσα, ο οδηγός κι' άλλοι δύο με αυτόματα, και τον γαζώσανε, τον κάναν κόσκινο, πάει ο Ρομπέρ Μπλεμάν. Η γυναίκα δίπλα, δεν έπαθε τίποτα, της έξυσε το αυτί μία σφαίρα.
Ο Μεμέ έμαθε τα νέα πριν σκοτεινιάσει, ήτανε στο μπαρ του Γκραν Οτέλ Μεντιτερανέ, το στολίδι των επιχειρήσεων της οικογενείας, εκεί πήγαινε ο Αλαίν Ντελόν, ο Τζώνη Χαλινταίη, και όλοι οι διάσημοι φίλοι του Μεμέ. Κι' άρχισε αυτός να καταριέται στα κορσικάνικα, θα μας σκοτώσουν τώρα όλους, φώναζε. Έτσι ήταν, όπως τάλεγε ο Μεμέ, κι' αυτό φάνηκε αμέσως. Στην κηδεία του Μεσιέ Ρομπέρ μαζεύτηκε πολλή παρανομία από παντού, από Μασσαλία, Νίκαια, Παρίσι, Βρυξέλλες, ακόμη και άνθρωποι της φρατρίας Γκερινί πήγανε, που ήταν στην σύσκεψη στη βίλλα. Οπότε γίνεται πιο κατανοητόν το μέγεθος της μαλακίας του Αντουάν. Διότι ο Μπλεμάν απεδείχθη πως δεν ήτο κανάς παρακατιανός που νόμιζε ο Αντουάν, κι' όλοι ψαχνόντουσαν, σου λέει θες νάμαι εγώ ο επόμενος; Το πράμα πήρε ταχέως διαστάσεις, οι φίλοι του Μπλεμάν πιάσαν έναν άνθρωπο των Γκερινί, τον κλείσανε στο υπόγειο ενός μπαρ και τον βασανίζανε ανηλεώς, κι' αυτός τα ξέρασε όλα. Μετά τον εκτελέσανε, βέβαια. Επιβεβαιώθη πέραν πάσης αμφιβολίας πως εντολεύς της δολοφονίας του Μπλεμάν ήταν ο Αντουάν Γκερινί, μέσω ενός Αντρεανί, της φρατρίας του αυτός, ο οποίος προσέλαβε τους τρεις εκτελεστάς. Και ανάμεσα στους τρεις εκτελεστάς ήταν και ο Ρενέ Μοντολονί. Αυτός ο Μοντολονί ποιός ήταν; Ήταν ο νόθος γιός του Μεμέ, τον είχε κάνει με τη σύζυγο ενός άλλου της συμμορίας. Κι' όσο μπόι του έλειπε -ήταν ένα εξήντα- τόσο μοβόρος και αδίσταχτος ήταν.
Ο δήμαρχος ο Γκαστόν Ντεφέρ αποστασιοποιήθηκε άρον-άρον, σου λέει η φιλία φιλία, αμοιβαία στήριξις ναι, αλλά με τον τρελό δεν θέλω παρτίδες. Κι' απέσυρε την πολιτική του στήριξη. Το αυτό συνέβη και με τις οικογένειες που ήταν συνεταίροι στην πρέζα, είπανε αυτός υπερέβη τα εσκαμμένα, στο τέλος θα φάει κι' εμάς. Και κάνανε πέρα τους Γκερινί, αρχίσανε να μην τους πληρώνουν και το μερτικό τους  στα καζίνα. Αυτό που συνέβη δηλαδή είναι πως ο Αντουάν, στην μανία του να κρατήσει τον έλεγχο της καταστάσεως, είχε προκαλέσει την απώλειά του χωρίς να το καταλάβει. Εντωμεταξύ, ο Τάνη Ζάμπα, ο διαχειριστής του Μπλεμάν, βρήκε κενό χώρο που εδημιουργήθη με την κρίση, και μπήκε δυναμικά να το γεμίσει, εδραίωνε τη θέση του στη Μασσαλία. Αλλά κι' άλλοι αυτοδημιούργητοι ενεφανίσθησαν, φρέσκο αίμα στην πιάτσα. Αυτοί οι νεοείσακτοι σκοτώνονταν για το παραμικρό, ούτε μπέσα είχανε, ούτε ισορροπίες, ούτε σεβασμό, ούτε τίποτα. Ούτε τους ένοιαζε και οι παράπλευρες απώλειες, να κάθεται ο άλλος δίπλα να πίνει το ποτό του και να τρώει μια αδέσποτη, τέρμα τα δίδραχμα, γράψε λάθος, να η νέα γενιά. Έγινε η Μασσαλία ένα διηνεκές μακελειό.  
Α, τον ένα εκτελεστή του Μεσιέ Ρομπέρ τον φάγανε λάχανο στο αεροδρόμιο του Αζατσιό, το 1966.
***
Περάσανε δυο χρόνια από το φόνο του Μπλεμάν. Το 1967 είμαστε, συγκεκριμένα, Ιούνιος. Κι' εκεί που ο Αντουάν έβαζε βενζίνη στη μερσεντές, σε μία Σελλ μέσα στη Μασσαλία, τον διπλαρώνει μία μεγάλου κυβισμού με δύο κρανοφόρους απάνω, κατεβαίνει ο ένας με δύο μπιστόλια, μπαμ, μπαμ, μπαμ μπαμ από το παράθυρο, ανοίγει την πόρτα, μπαμ, μπαμ, μπαμ, μπαμ μπαμ, μπαμ, μπαμ, έντεκα σφαίρες σύνολον, πάει ο Αντουάν. Ήταν κι' ο γιός του μέσα στη μερσεντές, δεκαοχτώ χρονών, δεν τον πειράξανε. Τώρα, αν ήταν ο Ζάμπα πίσω από τη δολοφονία, ή οι φίλοι του Μπλεμάν, ή άλλοι ανερχόμενοι κακοποιοί, ή παλιοί συνεταίροι στην πρέζα, δεν μαθεύτηκε παρά εικασίες μόνον.
Λίγη ώρα μετά από την δολοφονία του Αντουάν Γκερινί
Έγινε η κηδεία του Αντουάν με όλες τις τιμές στην Κορσική, στο χωριό των Γκερινί, την Καλενζάνα. Προσγειώνονταν τόνα μετά το άλλο τα τσάρτερ με τους προσκεκλημένους, μεσίστια η σημαία, λουλούδια, στέφανα, σκοτεινά βλέμματα οι άντρες, στα μαύρα οι γυναίκες του χωριού, όλα κομπλέ. Την ίδια ώρα, στην βίλλα του θανόντος στη Μασσαλία μπουκάρανε δύο μαλακισμένα, και βουτήξανε 180.000 φράγκα και τα κοσμήματα της χήρας, κοσμήματα πολύτιμα, μεγάλης αξίας.
Όπου ο Μεμέ που ήταν ο μετριοπαθής και ο εχέφρων, έγινε τούρκος ανεξέλεγκτος, παράνοια έπαθε. Του είχε κολλήσει πως η δολοφονία του Αντουάν ήταν δουλειά των μπουκαδόρων. Εντωμεταξύ, τα δύο χαζά πήγανε να σπρώξουν κάτι χρυσαφικά σ' έναν κλεπταποδόχο, ονόματι ο Κουτσός. Βλέπει αυτός πάνω σ' ένα δαχτυλίδι τα αρχικά της χήρας, AG, Αλίς Γκερινί, τον ζώσαν τα φίδια, λέει στους διαρρήκτας να το σκεφτώ και θα σας πω. Και πάει στους αδελφούς Γκερινί, το και το τους λέει, αυτοί το κάνανε, ήταν γνωστοί στην πιάτσα. Ο ένας εντωμεταξύ έδωσε πίσω το μερίδιό του και εξηφανίσθη από προσώπου γης, στην Ισπανία. Ο άλλος ήταν πιο χαλβάς, δεν ήταν από την Μασσαλία. Αυτός είχε ήδη σπρώξει τα μισά από το μερτικό του. Έδωσε πίσω τα υπόλοιπα, αλλά δεν έφυγε, έκλεισε ραντεβού με τον Μεμέ, να ζητήσει συγγνώμη, ξερωγώ. Στο Μπαρ τον Φίλων, σε κεντρική λεωφόρο, ουδέν κρυπτόν. Ήπιανε κάτι, και του λέει ο Μεμέ πάμε μια βόλτα με τη μερσεντές -όλοι μερσεντές είχανε- να κουβεντιάσουμε. Κι' ήτανε κι' ο άλλος αδελφός, ο Πασκάλ, και δύο μπράβοι. Και τον βρήκαν τον μικρό πεταμένο σ' ένα γκρεμό πάνω από τη θάλασσα, κόσκινο από τις σφαίρες, καταξεσκισμένο από τα μαρτύρια.
***
Τώρα προσπαθώ να φανταστώ τι συμβαίνει μέσα στη γκλάβα του Μεμέ. Διότι απ' όλα τα αδέρφια ήταν ο μόνος που προσπαθούσε να συνεφέρει τον Αντουάν, ο οποίος είχε καβαλήσει το καλάμι. Όλοι οι υπόλοιποι, κότες. Τάλεγε αυτός, σα την Κασσάντρα, και τώρα ποιό το αποτέλεσμα; Ο Αντουάν στο χώμα, κι' όλοι οι άλλοι αποδιοπομπαίοι. Ας ήρθανε στην κηδεία. Ο Μεμέ τόξερε, δεν είχε τόπο να σταθούνε πια.
Κι' εκεί απάνω έρχεται η έσχατη προσβολή, η προσβολή στον νεκρό. Κι' εκεί είναι που τρελαίνεται εντελώς και ο Μεμέ. Κι' όλα ένας πύργος τραπουλόχαρτα, κι' ο Μεμέ τα φυσάει, και σκορπάνε όλα.
Διότι τους είδανε, στο Μπαρ τον Φίλων, που τα λέγανε με τον μικρό, και φύγανε μετά. Έσπασε ο ιδιοκτήτης, και έδωσε κατάθεση. Σιγά σιγά εκτυλίχθηκε το κουβάρι της ερεύνης. Και τώρα που δεν έχουνε τις αρχές και τους πολιτικούς δικούς τους, δεν συμμαζεύεται η κατάστασις επ' ουδενί. Όπως παλιά, με τον πιτσιρικά τον ντοκέρη. Και κατέφθασε η Δίωξις  Οργανωμένου Εγκλήματος στο Γκραν Οτέλ Μεντιτερανέ, το στολίδι των επιχειρήσεων Γκερινί, αν θυμάστε που το ξανάπα. Εκεί που ερχόταν ο Αλαίν Ντελόν και ο Τζώνη Χαλινταίη με την Συλβή Βαρτάν, και άλλοι πολλοί διάσημοι πελάτες και συνδαιτυμόνες του. Που τον Τζώνη Χαλινταίη τον απόλυτο ροκ σταρ τον αποκαλούσε ο Μεμέ Ζοζό. Που αυτό τον ενοχλούσε κάπως, τον Τζώνη, τον χαμήλωνε. Αλλά δεν τολμάς να κάνεις παρατηρήσεις στον κύριο Γκερινί, όπως θέλει σε λέει, και εσύ δεν επιτρέπεται να τον λες Μεμέ, τον λες κύριο Γκερινί, και το κάνεις γαργάρα, το Ζοζό.
Κι' ούτε να σκεφτούνε προλάβανε να βγάλουνε τα κουμπούρια. Και τους περάσαν τα βραχιόλια. Του Μεμέ, κι' άλλους πέντε. Και το μόνο που βρήκε να πει ο Μεμέ του επιθεωρητού της Διώξεως Οργανωμένου Εγκλήματος ήταν "μικρέ, μόλις έκανες μια μεγάλη μαλακία." 
Ο "Μεμέ" Γκερινί και η συμμορία του συλλαμβάνονται κατά την διάρκεια πολεμικού συμβουλίου, ο τίτλος της έγκριτης εφημερίδος (κυριακάτικη έκδοση της 6.8.67.)
Αλλά μπορεί και να τόλεγε στον εαυτό του.
Ο νόθος γιός, ο Ρενέ, είχε ένα ατύχημα με το αμάξι, νοσηλευόταν σε μία κλινική στις Κάννες. Μπήκανε μέσα και τον σφάξαν στο κρεβάτι του. Μ' ένα μαχαίρι που σφάζουν στην Κορσική τα γουρούνια.
Αυτό έγινε καθώς δικάζαν τον Μεμέ, τον αδελφό του τον Πασκάλ, και τους δύο μπράβους για τον φόνο του λωποδυτάκου. Έφαγε ο Μεμέ εικοσιπέντε, ο Πασκάλ και οι δύο μπράβοι από δεκαπέντε.
Ο Μεμέ αποφυλακίστηκε το 1978 υπό όρους, έπασχε από καρκίνο. Αποσύρθηκε στο Μονπελιέ, και πέθανε σε μία κλινική. Λίγο πριν πεθάνει είπε "δεν θα ξαναπάω στη Μασσαλία."
***
Δεν ήξερα με τι τραγούδι να κλείσω αυτή την ιστορία.
Με τον Αντουάν στο χώμα και τον Μεμέ στη φυλακή, σκέφτηκα του Τσιτσάνη, το Ξημερώνει και βραδιάζει. Αλλά μετά το άφησα, προφανώς και δεν ήταν εκεί ο άξων της ιστορίας, στην απεγνωσμένη προσπάθεια του Μεμέ να αποτρέψει τον αδελφό του τον κόπανο από το να τα κάνει όλα ρημαδιό.
Σκέφτηκα καλύτερα το C'est un mauvais garçon, που το τραγούδαγε ο θείος μου ο Τάκης, και που μ' αρέσει πολύ, επιτυχία του '31, που λέει για τα μαγκάκια, τους λαϊκούς γκόμενους της εποχής που είχαν συνεχώς το ζουνάρι τους λυμένο για καυγά, και λιώνανε οι δεσποινίδες για πάρτη τους. Δηλαδή αυτό που ήταν ο Μεμέ, ο Αντουάν, ο Καρμπόν, ο Σπιριτό, ή για την ακρίβεια σ' αυτό που υπήρξαν πριν χάσουν την αθωότητά τους στο νταβατζιλίκι, την πολιτική και το εμπόριο ναρκωτικών. Αλλά και πάλι, η ιστορία άρχιζε από την απώλεια αυτής της αθωότητας. 
Η οικογένεια Γκερινί έσβησε από το Λιμπροντόρο της παρανομίας. Ακολούθησε ένας αμείλικτος πόλεμος για τον έλεγχο της πρέζας, πολύ αίμα χύθηκε, και κανένας δεν επικράτησε, μόνο η αναρχία. Ο Λάκη Λουτσιάνο είχε πεθάνει κάτω από μυστηριώδεις συνθήκες, το 1962. Ύστερα οι αμερικάνοι στριμώξανε τους τούρκους, και η τούρκικια κυβέρνηση είπε πως θα απαγορεύσει την καλλιέργεια της παπαρούνας που βγάζει την ηρωΐνη από το 1971 και μετά. Εκείνα τα χρόνια περίπου, οι αμερικάνοι στριμώξανε παραλλήλως και τους γάλλους να ενεργηθούνε περισσότερο, και τελικώς οι γάλλοι φάνηκαν πιο συνεργάσιμοι, δίναν πληροφορίες στους αμερικάνους, γέμισαν οι αποθήκες της αστυνομίας στην Νέα Υόρκη τόνους κατασχεμένη πρέζα.
Μέχρι που κάποιος παρετήρησε πως μαζεύονταν τα ποντίκια και έτρωγαν την ηρωΐνη με μεγάλη όρεξη. Την κάνανε χημική ανάλυση. Και ήτανε αλεύρι.
Κατέληξα στην Αμαπόλα. Μία ρούμπα του 1920, την έγραψε ένας ισπανός που έφυγε πρώτα στην Κούβα και μετά στην Αμερική. Την τραγουδήσανε στα ισπανικά και στα αγγλικά. Στα γαλλικά την τραγούδησε ο Τίνο Ρόσσι, φίλος του Καρμπόν αλλά και του Μεμέ Γκερινί, και ήτανε επίσης κορσικανός. Και στα ελληνικά, την Αμαπόλα την είπε η Δανάη, και μετά ο Γούναρης. Ώσπου την έβαλε και ο Έννιο Μορικόνε στο σάουντρακ του Ήταν μια φορά στην Αμερική, του Σέρτζιο Λεόνε, το 1984. Αλλά δεν είναι απλώς που είναι διεθνής και διαχρονική επιτυχία που το βάζω.
Πρέπει να σας πω πως Αμαπόλα στα ισπανικά είναι η παπαρούνα.
(Αμαπόλα, Αμαπόλα, ζωντανεύεις τα όνειρά μου όλα, έτσι λέει.)

Η ζωγραφιά: Marseille. Πενάκι, μολύβι, παστέλ και γκουάς στο καλό τετράδιο.
Το τραγούδι: Αμαπόλα, με την Δανάη. Σε μουζική του José María Lacalle και στίχους Πωλ Μενεστρέλ. Ηχογράφηση του 1933.