Δευτέρα, 29 Μαΐου 2017

IV. Francis Thucydides Beauregard (Ο Εικονολήπτης, συνέχεια.)

Εγώ κι' ο Μπόρεγκαρντ, στην Πάνω Μερά.

Ξύπνησα νωρίς, ο ήλιος δεν είχε σκάσει ακόμη στην παραλία. Έριξα μια βουτιά να ξυπνήσω και πήρα το μονοπάτι που πάει προς την Χώρα, και πιοπριν στρίβει προς την στάνη του Θύμιου, στην Πάνω Μερά. Ήθελα να δω τι ζωγράφιζε τελευταίως, και να του μιλήσω για το Άλμπατρος.
Ο Φράνσις Τ. Μπόρεγκαρντ με περίμενε σε μια πεζούλα με λιόδεντρα, εκεί που κάνει φουρκέτα το μονοπάτι για να πάρει μετά τον ανήφορο. Είχε φτιάξει καφέ και με περίμενε. Φορούσε το ίδιο γαλανογκρί χιτώνιο με τον κίτρινο ξεθωριασμένο πέτο, τα κεντήματα στα μανίκια και τα αγυάλιστα μπρούτζινα κουμπιά. Ίδιος όπως τον είχα πρωτοσυναντήσει, ακούρευτος κι αξύριστος, ένα κεχριμπαρένιο κουβάρι μαλλιά και γένια, δεν είχε ασπρίσει. Είχε το ίδιο ανέκφραστο γαλανογκρί βλέμμα, δύο τόνους λιγότερο ξεβαμμένο από το χιτώνιο του στρατού της Συνομοσπονδίας. Φόραγε τις ίδιες πεταλωμένες μπότες με τα σπιρούνια. Πιο κει κούναγαν την ουρά τους δύο άλογα. Στην  σέλα του ενός κρεμόταν η σπάθα του η κυρτή του ιππικού, το κολτ και η καραμπίνα του, μια Σαρπς μοντέλο 1859.
-Μπονζούρ μον αμί, είπε και μούδωσε το τσίγκινο μαστραπαδάκι με τον καφέ.
Μου τον είχαν κάνει δώρο στα γενέθλιά μου, τον Φράνσις Τ. Μπόρεγκαρντ, όταν ήμουν δέκα χρονών. Κι' είχε ενταχθεί στον ετερόκλητο προσωπικό στρατό μου, αποτελούμενο από μία ντουζίνα τσολιάδες, μία ντουζίνα φρουρούς του Μπάκιγκχαμ, δεκατέσσερις λοκατζήδες με άσπρους επενδύτες καλοκαιριάτικα, άλλη μία ντουζίνα σκωτσέζους με κιλτ, δύο ναύτες, τρεις αρχαίους με δόρατα και ασπίδες και περικεφαλαία, εικοσιένα φαντάρους με χακί στολές καλοκαιρινές και κράνη (ο ένας αξιωματικός, κι' άλλος ένας νοσοκόμος,) δυο τρείς οπλίτες της αεροπορίας με μπερέ, τρείς ημίγυμνους μαύρους με ακόντια, δύο αξιωματικούς με πηλίκιο και επίσημη στολή της Αεροπορίας, ο ένας καλοκαιρινή, και κάτι άλλους που δεν τους θυμάμαι. Αυτοί πολεμούσαν στον κήπο εναντίον με κάτι μονόχρωμες φιγούρες που μοίραζε το κλιν ή κάποιο άλλο απορρυπαντικό, πραγματικά καθίκια που πάντα σκοτώνονταν και ανασταίνονταν μετά, γιατί ήταν ηλίθιοι, κι' η ηλιθιότης είναι ανίκητη, και ευτυχώς, διότι χωρίς ηλίθιοι σταματάει και το παιχνίδι. Γενικώς ήταν ύπουλοι και επικίνδυνοι ηλίθιοι, και ο Φράνσις Τ. Μπόρεγκαρντ ήταν εθελοντής στις πιο επικίνδυνες αποστολές εναντίον τους. Ποτέ δεν ζήτησε προαγωγή ή κάποια διοίκηση. Απλώς τον άκουγαν όλοι, ακόμη και οι αξιωματικοί της Αεροπορίας που ήταν οι γενικοί διοικητές (επιεικείς και καλοπροαίρετοι.) Δεν φώναζε. Δεν διεκδικούσε. Δεν ήταν κακός. Δεν φοβόταν. Δεν ήταν ενθουσιώδης. Δεν ήταν ηγέτης. Ήταν.
Τέλος πάντων, όλο αυτό το συνοθύλευμα, ξύπνιοι μαζί και χαζοί, εξαφανίστηκε σε μία απέλπιδα προσπάθεια του πατέρα μου να ωριμάσω και να κοιτάω τα μαθήματά μου. Ο Φράνσις Τ. Μπόρεγκαρντ υπήρξε κι' εκείνος θύμα της φριχτής αυτής εκκαθάρισης, που με στέρησε από ένα σημαντικό μέρος του παρελθόντος μου.
Την πραγματική ιστορία του την ολοκλήρωσα πολύ αργότερα καθώς, σε εφηβική πια ηλικία, το ενδιαφέρον μου για τον αμερικανικό Εμφύλιο αναζωπυρώθηκε. Είχα δει τον Καλό, τον Κακό και τον Άσχημο, εκείνη την εποχή.
Ο Φράνσις Τ. Μπόρεγκαρντ ήταν γνήσιο τέκνο της Λουϊζιάνας, με γαλλικές, ιταλικές, ισπανικές και ουαλικές ρίζες. Μεγάλωσε σε μιαν έπαυλη, μέσα σε μια φυτεία ζαχαροκάλαμου με μαύρους σκλάβους. Στο σπίτι περνούσαν υπέροχα, μίλαγαν γαλλικά, ήταν η μητρική τους γλώσσα αναντάν μπαμπαντάν, διάβαζαν και γαλλικά περιοδικά, είχαν γαλλίδες γκουβερνάντες και δασκάλες και μαύρες σκλάβες και κηπουρούς κι' απ' όλα. Έτσι, ο μικρός Φράνσις Τ. Μπόρεγκαρντ έμαθε άπταιστα κρεολικά, που ήταν κάτι γαλλικά περίεργα, που τα μιλούσαν οι μαύροι. Στην Λουϊζιάνα υπήρχαν αρκετοί μαύροι και μιγάδες, κατά το μάλλον ή ήττον λευκόμαυροι, αλλά είχε και άσπροι μιγάδες, οι οποίοι μιλούσαν είτε γαλλικά, είτε κρεολικά, είτε και τα δύο, και αρκετοί απ' αυτούς ήταν ελεύθεροι, κι' άλλοι πάλι όχι. Δηλαδή μπορεί να ήσουν εντελώς άσπρος και να είσαι σκλάβος, δεν είχε πολλή σημασία. Ψιθυριζόταν πως κάποιοι απ' όλους αυτούς τους καφεολέ ήταν συγγενείς του Φράνσις Τ. Μπόρεγκαρντ, ξαδέλφια του, ή ακόμη και αδέλφια του. Γιατί ο πατέρας του -όπως και πολλοί λευκοί δουλοκτήτες- γαμούσε τις σκλάβες του με το στανιό. Αλλά και μιαν ξαδέλφη του Φράνσις, άσπρη αυτή, την πιάσαν να ρουφάει τον χυμό από το ζαχαροκάλαμο ενός μαύρου της φυτείας, που τον ήξερε ο Φράνσις. Είδαν και πάθαν να καλύψουν το σκάνδαλο. Ο μαύρος, που τον λέγαν Ιωνά, το έσκασε γιατί θα τον κρεμάγανε, τον συνάντησε αργότερα ο Φράνσις να ντουφεκάει τις περιπόλους των Νοτίων στο Μπαγιού. Το Μπαγιού είναι το Δέλτα του Μισσισσιπή, έλη, κάτι κορκόδειλοι πους τους λένε αλειγάτωρες, τέτοια. "Εσύ εδώ, Ιωνά!" είπε ο ένας. "Εσύ εδώ, μικρέ αφέντη Φράνσις!" είπε κι' ο άλλος. Και γελάγανε όλο έκπληξη.
Ο Μπόρεγκαρντ στο Μπαγιού
Αλλά υπήρχαν και άλλου είδους γαλλικά στην Λουϊζιάνα, τα καζούν. Αυτά τα μίλαγαν απόγονοι των ακκάδιων, που τους έδιωξαν παλιότερα από τον Καναδά οι άγγλοι. Οι άσπροι κρεολοί δεν τους ήθελαν στην αρχή τους ακκάδιους, γιατί ήταν πρόσφυγες, μπατιράκια. Μετά όμως, που κάπως αποκαταστάθηκαν, άρχισαν να παντρεύονται ακκάδιοι και ντόπιοι μεταξύ τους. Ο Φράνσις Τ. Μπόρεγκαρντ τάμαθε και τα καζούν. Κι' επειδή μερικοί ακκάδιοι αναμιχθήκανε με τους ινδιάνους τους τσοκτώου, ε, φτιάχτηκε και μία άλλη διάλεκτος, καζούν με πολλές ινδιάνικες λέξεις. Τα τσοκτώου θα τα μάθαινε ο Φράνσις αργότερα, στον καιρό του Εμφυλίου. Γενικώς ο Φράνσις Τ. Μπόρεγκαρντ ήταν πολύ κοινωνικός. Άλλωστε κι' αυτός κρεολός ήταν. Διότι κρεολοί ελέγοντο όλοι οι ντόπιοι, ήγουν όσων οι πρόγονοι είχαν έρθει από αλλού, αλλά αυτοί οι ίδιοι είχαν γεννηθεί στην Λουϊζιάνα. Δηλαδή άσπροι, μαύροι, ανάμικτοι, όλοι κρεολοί ήταν.  Αλλά άμα ερχόσουν από τη Βαλτιμόρη, να πούμε, ή το Σικάγο, δεν ήσουν κρεολός. Ούτε μίλαγες όλες αυτές τις γλώσσες, γιατί δεν τις ήξερες, μίλαγες εγγλέζικα άμα ερχόσουν από τη Βαλτιμόρη. Κατανοητό; Ε, λοιπόν, τον Φράνσις Τ. Μπόρεγκαρντ ποσώς τον ενδιέφεραν όλα αυτά, άσπροι μαύροι, μιγάδες, ινδιάνοι, αφού όλες τις γλώσσες τις μίλαγε απταίστως, ανεξαρτήτως συγγενείας. Γιατί τους συγγενείς σου δεν τους διαλέγεις, αλλά άμα μιλάς πολλές γλώσσες γνωρίζεις κόσμο. Και οι γκόμενες είναι όλες ωραίες.
Εν πάσει περιπτώσει, δεκατεσσάρων ετών τον έβαλαν εσωτερικό σε ένα σχολείο στην Νέα Υόρκη. Έτσι και αγγλικά έμαθε, και τα τσιλιμπουρδίσματα με τις μελαχρινές έως βαθύ μελαχρινές του τα σταματήσαν. Ύστερα σπούδασε πολιτικός μηχανικός στο Γουέστ Πόιντ, που είναι η Σχολή Ευελπίδων της Αμερικής, αλλά τότε έβγαζε και πολιτικούς μηχανικούς να φτιάχνουν φρούρια, ναυστάθμους, γέφυρες, τέτοια. Από κει βγήκε ανθυπολοχαγός του μηχανικού. Με την απόσχιση της Λουϊζιάνας, που έγινε κι' ο Εμφύλιος μετά, παραιτήθηκε από τον ομοσπονδιακό στρατό και κατατάχθηκε στο ιππικό της Συνομοσπονδίας. Αυτό επέβαλε η πατριωτική του τιμή ως λουϊζιανιανός, αλλά και λόγω η αριστοκρατική του καταγωγή ως Μπόρεγκαρντ. Άλλωστε, είχε κι' έναν θείο, τον μετέπειτα διάσημο Pierre Gustave Toutant Beauregard, ο οποίος είχε επίσης σπουδάσει στο Γουέστ Πόιντ μηχανικός, και ο οποίος παραιτήθηκε επίσης από τον ομοσπονδιακό στρατό, και έγινε τελικώς στρατηγός των Νοτίων. Οι Νότιοι ήταν η Συνομοσπονδία και οι Βόρειοι η Ομοσπονδία, να μην μακρηγορώ. Αυτός ο θείος έμεινε στην ιστορία επειδή έδωσε το "πυρ" κι έπεσε η πρώτη κανονιά, κι άρχισε ο πόλεμος Βορείων και Νοτίων. Δηλαδή Ομοσπονδιακών και Συνομοσπονδιακών.  Αλλά και να μην το έδινε αυτός το "πυρ", κάποιος άλλος θα το έδινε. Και για να μην νομίζετε πως όλα αυτά τα κατεβάζω από την γκλάβα μου, γκουγκλάρετε "Pierre Gustave Toutant Beauregard" να δείτε πως ό,τι λέω εδώ είναι εκατό τοις εκατό αυθεντικό.
 Όμως ο Φράνσις ήταν βαθιά ενωτικός, και ένθερμος οπαδός της κατάργησης της δουλείας. Μπροστά από την τιμή της οικογενείας έβαζε την συνείδησή του, αυτή που τον έκανε Άνθρωπο, αυτό που τον ξεχώριζε από τους άλλους ανθρώπους και τα ανθρωπάκια, ακόμη πιο πολύ κι' απ' το όνομά του. Και η συνείδησή του έλεγε πως δεν μπορεί να παρατηρεί παθητικά την δυστυχία των μαύρων, και συγχρόνως να κουβεντιάζουνε, φιλαράκια και δεν τρέχει κάστανο. Άσε τις τρέλλες με τις μαυρούλες, που δεν μπορούσε την υποκρισία. Εδώ, αν τους αφήνανε όλους αμολυτούς, σε λίγα χρόνια όλα τα παιδάκια ανεξαιρέτως θα ήταν από καφέ σκέτο μέχρι καφεολέ ανοιχτό, σκεφτόταν.  Αυτή την κατάσταση, να μην επιτρέπεται τόνα και τάλλο, την αισθανόταν σαν αναπηρία τρόπον τινά. Οπότε είπε αει σιχτίρ στον Νότο. Και πήγε με τους Βόρειους. Ώστε να αποκατασταθεί η φυσική τάξη της ποικιλότητος, η οποία προάγει την εξέλιξη των ειδών. Αυτό το κατάλαβε ο  Φράνσις πριν εφευρεθεί ο Δαρβίνος.
Λιποτάκτησε, λοιπόν. Έγινε διαβόητος στην Λουϊζιάνα, στον Μισσισιπή, στο Τέξας, ως την Βόρειο Καρολίνα. Ήτανε κατάσκοπος και σαμποτέρ, ανατίναξε τραίνα και γέφυρες, έκοψε την αλυσίδα που έκλεινε τον Μισισσιπή προς την Νέα Ορλεάνη, βύθισε το θωρηκτό που το λέγαν Μανάσσας, οργάνωσε εξεγέρσεις, θέρισε πληροφορίες και έσπειρε παραπλάνηση, κι' αναμφίβολα πρόδωσε πατρίδα και στολή, αυτή την γκριθαλασσί με το κίτρινο πέτο και τα αγυάλιστα κουμπιά και το μικρό πηλίκιο με τον μαύρο τετράγωνο γείσο, που συνέχιζε να φοράει για να ξεγελάει τους δικούς του τους Νότιους, αυτός που ήταν πια με τους Βόρειους.
Είχαμε τώρα βγει στην Άνω Μερά, στα βορεινά πλατώματα του νησιού, μέσα στα χωράφια, τα θερισμένα ή τα χέρσα. Τ' άχυρο του σταριού λίγο ξεχώριζε χρωματικώς από τ΄ αγριόχορτο, ο ήλιος είχε σηκωθεί, κι' όλα σάλευαν στο μελτέμι και στο τρικυμισμένο μυαλό του Βαν Γκόγκ. Μόνο τ' άλογα περπατούσαν αργά σε κείνο το χρυσαφένιο χαλί που όλο λικνιζόταν στο φως. Πότε πότε χλιμιντράγανε.
-Αναρωτήθηκες ποτέ τι είναι το Τ ανάμεσα στο όνομα και το επίθετό μου; με ρώτησε. "Δεν είναι Toutant όπως του θείου Pierre Gustave. Ω! Ο φτωχός ο θείος, ένας ήρωας με ανιψιό προδότη!" κάγχασε. "Το μεσαίο μου όνομα είναι Thucydides. Μόνος μου αποφάσισα να το αλλάξω."
-Πως κι' έτσι; ρώτησα.
-Βίοι παράλληλοι, βάλθηκε να μου εξηγεί. "Και οι δύο πολεμήσαμε για την δημοκρατία, γνωρίζοντας πως συγχρόνως πολεμούσαμε και για τον ιμπεριαλισμό. Εκείνος για την Αθήνα, εγώ για τις Ηνωμένες Πολιτείες. Αν δεις το θέμα με ιστορικούς όρους, κάπως αφηρημένους, βέβαια."
-Άσε τις μαλακίες, Μπόρεγκαρντ, είπα. "Πολέμησες για την κατάργηση της δουλείας, ναι ή όχι;"
-Ναι, απάντησε χωρίς ίχνος δισταγμού. "Πολέμησα εναντίον της κοινωνικής μου τάξης, μιας αντιπαραγωγικής οικονομικής ελίτ γαιοκτημόνων που πλούτιζε μόνο μέσα από την εξαθλίωση όλων των άλλων, μαύρων, λευκών, μιγάδων, ινδιάνων και μεταναστών. Διότι πρέπει να ξέρεις πως ελάχιστοι λευκοί είχαν δούλους. Στην πραγματικότητα, οι μικροί κτηματίες δεν άντεχαν στον ανταγωνισμό, και στο τέλος έχαναν και την φυτεία και τους δούλους, φαλίριζαν. Δηλαδή οι πλούσιοι γίνονταν ολοένα και πλουσιώτεροι, αλλά συγχρόνως ολοένα και λιγοτεροι. Και οι φτωχοί όλο και πιο φτωχοί, και όλο και περισσότεροι, μαύροι και άσπροι ανάκατα. Πολέμησα τουτέστιν ένα αντιδραστικό οικονομικό και πολιτικό σύστημα, που θα κατέρρεε έτσι κι' αλλιώς, όπως πήγαινε. Πολέμησα για την ελευθερία, για την ισότητα και την Δημοκρατία. Πολέμησα για την πρόοδο, την ανάπτυξη, την τεχνολογία, την γενική ευημερία. Μα συγχρόνως πολέμησα για κάτι που δεν το θέλησα, για τον καπιταλισμό, για τους βιομήχανους και τους τραπεζίτες του Βορρά, για τους βαρόνους των σιδηροδρόμων, για τους σφαγείς των ερυθροδέρμων, πολέμησα για τους μεγαλοεκδότες και τους διεφθαρμένους πολιτικούς της Ουώσινγκτον. Πολέμησα για τις μελλοντικές Ηνωμένες Πολιτείες, την αλαζονική υπερδύναμη που επιβλήθηκε στα δύο τρίτα του πλανήτη με πραξικοπήματα και βία όλον τον επόμενο αιώνα και τον μεθεπόμενο. Και ξέρεις τι είναι το πιο παράξενο; Δημοκρατία και ιμπεριαλισμός γεννήθηκαν μαζί, οι δημοκρατίες έβαλαν τα θεμέλια του ιμπεριαλισμού. Αυτό είναι κατ' εξοχήν αντίφαση, δεν είναι; Αλλά δεν υπάρχει τρόπος να ζήσεις την εποχή σου χωρίς να αποδέχεσαι αυτήν την αντίφαση ως πραγματικότητα. Αυτό μας διδάσκει ο Θουκυδίδης. Στο χέρι μας όμως είναι να βρούμε την λύση της. Αυτό μας το έμαθε  ο Μαρξ και ο Έγκελς."
-Σε θαύμαζα, είπα. "Γιατί δεν γύρισες πιο νωρίς;"
-Επειδή με θαύμαζες, είπε όλο αυτοπεποίθηση ο Φράνσις Τ. Μπόρεγκαρντ. "Δεν ήθελα να γίνεις σαν εμένα. Ήμουν ξοφλημένος, με είχαν συνθλίψει οι Συμπληγάδες της Ιστορίας. Άκου, ο πόλεμος δεν άφησε τίποτε όρθιο, ούτε στην Λουϊζιάνα, ούτε στην φυτεία της οικογένειάς μου. Οι Μπόρεγκαρντς χρεωκόπησαν, με τον πόλεμο τα χάσαμε όλα. Δεν είχα που την κεφαλή κλίναι. Η Ουώσιγκτον έστειλε στην Λουϊζιάνα μια συμμορία αγύρτες και κερδοσκόπους, που αντί να την ανοικοδομήσουν κοιτάγανε να την σοδομήσουν, να βάλουν στη τζέπη τους τα λεφτά της ανοικοδόμησης. Και δεν έφτανε αυτό, οι εξαθλιωμένοι λευκοί, ταπεινωμένοι και ηλίθιοι -να φανταστείς, αποκαλούσαν εαυτούς Ιππότες της Λευκής Καμέλιας- δολοφονούσαν τους απελεύθερους μαύρους που πήγαιναν οι άμοιροι να για πρώτη φορά στην ζωή τους να ψηφίσουν. Κοντολογής, η Δημοκρατία είχε έρθει στον Νότο θριαμβεύτρια μετά βαΐων και κλάδων, πλην όμως σακατεμένη και μισότρελη, πιο πολύ κι' από τα ηττημένα παλικάρια του Ρόμπερτ Λή. Δεν είχα θέση σ' αυτήν την πατρίδα εγώ. Είχα πολεμήσει με τους νικητές και είχα βρεθεί με τους νικημένους. Έφυγα στην Γαλλία, ήθελα να πάψω να είμαι αμερικανός, ήθελα να είμαι γάλλος, καρμπονάρος και αριστοκράτης, όπως ο Ναπολέων ο Μικρός όταν ήταν μικρός. Γιατί αυτό λεγόταν για τον Ναπολέοντα τον Μικρό πριν γίνει αυτοκράτορας, πως ήταν καρμπονάρος. Όμως έπεσα πάνω στον πόλεμο του 1870, βρέθηκα πετσοκομμένος στο σφαγείο του Σεντάν, ύστερα στα οδοφράγματα της Κομμούνας, απελπισμένος σαν άδειο ντουφέκι και σαν ήρωας του Εμίλ Ζολά. Στον Τοίχο των Ομοσπόνδων παρίσταινα το πτώμα ανάμεσα στα πτώματα των εκτελεσθέντων. Κι' απ' την Μαδρίτη ως το Μπιρ Χακεΐμ, νάρκες και συρματόπλεγμα, λεγεωνάριοι και σενεγαλέζοι φαντάροι, εμείς που σώσαμε την Ευρώπη και την Οικουμένη, κατακάθια, καμμένο πετρέλαιο και κορδίτης αντί για λιβάνι, ποιός τους θυμάται; Καταλαβαίνεις τώρα γιατί δεν γύρισα τόσον καιρό; Ένας χαμένος ήμουν στην Ιστορία του Κόσμου, ένας Κολασμένος της Γης. Δεν είμαι ο ήρωας που νόμιζες μικρός...
-Καλά, και τώρα γιατί γύρισες; είπα. Με τσάντιζε αυτή η όλα μαζί ευπατρίδικη, αλλά και επαναστατική, όλο ριζοσπαστική διαύγεια σκέψη του, που συγχρόνως την αναιρούσε ο πεσιμισμός του, η μοιρολατρεία του, και η μελοδραματική του πόζα.
-Γιατί τώρα μπορείς επιτέλους να καταλάβεις, απάντησε ο Μπόρεγκαρντ. "Από την Αφρική δεν γύρισες κι' εσύ; Ένας Κολασμένος είσαι επίσης. Έγινες δηλαδή ο εαυτός σου, χωρίς δανεικές εξιδανικεύσεις. Έζησες τον δικό σου κίνδυνο, γνώρισες την δική σου ήττα, αυτήν που την έφτιαξες μόνος σου, την κέρδισες, αυτή είναι η νίκη σου. Εγώ δεν είμαι παρά ένα κομμάτι από το παρελθόν σου. Στην πραγματικότητα, εσύ έφτιαξες τον Φράνσις Τ. Μπόρεγκαρντ. Ήμουν  αυτός που ήθελες να είσαι, ένας εξεγερμένος τυχοδιώκτης και γαμιάς, ήμουν συγχρόνως και κάτι που φοβόσουν να μην είσαι, ένας πτυχιούχος μηχανικός, ένας σκεπτόμενος ορθολογιστής σαν τον πατέρα σου, και ακόμη καλύτερος. Όλα αυτά σου είναι άχρηστα, τώρα πια που βρήκες τον δικό σου τρόπο να υπάρξεις."
-Και λοιπόν; είπα.
-Λοιπόν, γύρισα για να μπω στο Μουσείο σου.
Ο Θύμιος μας κοίταζε καθώς πλησιάζαμε στην στάνη. 
Ο Θύμιος, βοσκός και ζωγράφος
Ώσπου φτάσαμε. Κοίταζε μια εμένα μια τον Φράνσις. Πως θα του εξηγούσα την παρουσία αυτού του σαρδανάπαλου στο οροπέδιο με τους Αη-Γιώργηδες και τις κατσίκες; Πως θα του εξηγούσα πως πρόκειται για το Ιδανικό Εγώ μου, το οποίο και με παράτησε γιατί ήθελε το καλό μου, και γύρισε για να μπει στο Μουσείο μου;
Από μακριά ακούστηκε θόρυβος από μηχανάκι, κι' ένα σύννεφο σκόνης ανέβηκε. Ευτυχώς, διότι με έβγαλε από την δύσκολη θέση. Πάνω στην ώρα ερχόταν ο σώγαμπρος χωροφύλακας, ταχύς και μοχθηρός. Θα του είχαν κάνει πάλι παράπονα για τις ζωγραφιές του Θύμιου, κι' ερχόταν να τον ψάλει.
Ο Μπάτσος του Νησιού

Τωόντι, ο χωροφύλακας είχε έρθει για τον Θύμιο, αλλά μόλις είδε τον Φράνσις Τ. Μπόρεγκαρντ, η επίσκεψή του άλλαξε σκοπό. Είχε πάρει περιττά κιλά τελευταίως, δεν τον είχα δει έτσι χοντρό.
-Εσύ ποιός είσαι; τον ρώτησε άγρια.
-Τι λέει αυτός ο κρετίνος; ρώτησε γαλλικά ο Φράνσις χωρίς να τον κοιτάξει. Περιττό να σας πω, ο χωροφύλαξ δεν ήξερε καθόλου γαλλικά.
-Άκου, είπα εγώ στον χωροφύλακα, "γυρίζουμε μια ταινία, τα όπλα είναι ψεύτικα, του θεάτρου, γυρίζουμε γουέστερν."
-Για φέρε να τα δω, είπε το όργανο, κι' έκανε να πάρει την σπάθα του Φράνσις.
-Αφού σου είπα είναι ψεύτικο, τι επιμένεις; μπήκα στη μέση εγώ. "Γυρίζουμε έργο, διαφημιστικό του ΟΗΕ για τους πρόσφυγες, να ορίστε," είπα και τούδωσα την δημοσιογραφική μου ταυτότητα. Την είχα κρατήσει, από τότε που γύρισα την είχα μαζί μου, έτσι από συνήθεια.
-Κι' εσύ κι' αυτός θαρθείτε μαζί μου στο τμήμα, είπε ο χωροφύλακας. "Συλλαμβάνεστε για οπλοφορία και αντίσταση. Για φέρε τα κουμπούρια, μη σου γαμήσω τίποτα, ρε μουνόπανο," φοβέρισε τον Φράνσις.
-Τι λέει; ξαναρώτησε πάλι ο Φράνσις.
-Καλά, κάνεις πως δεν ακούς, ρε αρχίδι; ξανάρχισε ο άλλος και έκανε να βγάλει το υπερεσιακό. " Πέσε κάτω ρε, ακίνητος!" φώναξε άγρια.
Όμως ο Φράνσις ήταν πιο γρήγορος. Είχε βγάλει το κολτ και του τόχε κολλήσει στη μούρη, εκείνου του αντιπαθέστατου, που έβγαλε μια θηλυπρεπή στριγκλιά ο πλαδαρός και πισοπάτησε κι'  έπεσε ανάσκελα πίσω με τα μάτια κλειστά και τα πόδια ανοιχτά. Ήταν ανάσκελα, ακίνητος.
-Λιποθύμησε από τον φόβο του, είπε ο Φράνσις. "Τι θα κάνουμε τώρα;"
Καθόμασταν και κοιτούσαμε τον αναίσθητο χωροφύλακα, έως ότου ο Θύμιος έφερε ένα ποτήρι κρύο νερό από το ψυγείο, -από αφρολέξ, με πάγο, το ψυγείο- και του τόβαλε στο στόμα. "Βρωμάει" είπε μετά, "νομίζω πως κατουρήθηκε, πω ρε μπόχα!" Ο υπενωμοτάρχης πήρε να συνέρχεται. Σηκώθηκε, και αγκομαχώντας πήγε στο μηχανάκι. Ήταν από τα παλιά, τα ζούνταπ, με την μανιβέλλα. Μία, δύο, δεν έπαιρνε μπροστά. Ο Θύμιος του είπε "άσε ρε Κώστα να δοκιμάσω εγώ, εσύ κουράστηκες", οπότε θυμήθηκα που τον λέγαν Κώστα τον χωροφύλακα, κι' είχε ένα μουστάκι που κρεμόταν αξιοθρήνητο προς τα κάτω, κι' έβαλε τα κλάματα ο Κώστας, και είπα "χύσε Κώστα να κάνουμε κομπόστα", δεν ξέρω πως μούρθε, και είπε ο Κώστας κλαψουρίζοντας με παράπονο σα βουνό "άει γαμηθείτε κι' οι τρείς σας, ρε κωλοπαίδια", και τότε πήρε μπροστά το ζούνταπ, και το καβάλησε κι έφυγε.
Ακούγαμε κείνον τον ντενεκέ  το μηχανάκι ν' αλλάζει ταχύτητες και ν' απομακρύνεται όσο πιο γρήγορα μπορούσε. Έκοψε μετά να πάρει την στροφή, και φάνηκε μια σκούρα φιγούρα πάνω στον μεσημεριάτικο γαλανό ουρανό, απέναντι στην πλαγιά, διακόσια μέτρα πέρα. Κάτι έγινε όμως, και το ζούνταπ έσβυσε.
-Τον πετυχαίνεις από δω, τον χέστη; ρώτησα.
Ο Φράνσις δεν είπε τίποτα. Πήρε την καραμπίνα από τη σέλα, έβγαλε ένα χάρτινο φουσέκι από τον σάκκο πούχε κρεμασμένο στον ώμο του, τόβαλε στην θαλάμη και την έκλεισε. Ύστερα έβγαλε ένα καψούλι από δεν ξέρω από που και το έβαλε κι' αυτό κάτω από τον κόκκορα. Άφησε το όπλο πάνω στην ξερολιθιά και περίμενε τον υπενωμοτάρχη να βάλει μπροστά το ζούνταπ. Δεν ήθελε να τον πετύχει ακίνητο, δεν καταδεχόταν. Τον ακούγαμε, λοιπόν, τον σαπιοκοιλιά, που έβριζε και έκλαιγε, μέχρι που ξαναπήρε μπροστά το ζούνταπ. Οπότε ξεκίνησε με φόντο το ξεπλυμένο θαλασσί του μεσημεριού. Το μεσημεριανό θαλασσί έμοιαζε με την στολή του Μπόρεγκαρντ, σκέφτηκα.
Η καραμπίνα έκανε έναν ξερό κρότο που γύρναγε βόλτα μετά τις ξερολιθιές και γέμισε καπνούς τον αέρα. Προσπαθούσαμε να δούμε το ζούνταπ, αλλά είχε χαθεί πίσω από κείνους τους καπνούς. Το ακούγαμε πάντως που λύσσαγε. Σκόρπισε σε λίγο ο καπνός, αλλά το μηχανάκι είχε χαθεί, μαζί κι' ο Κώστας ο χωροφύλακας, είχε πάρει την στροφή για κάτω, προς την Χώρα.
Έκοψε, κατέβαζε ταχύτητες. Άλλη μια γκαζιά μετά. Και στο τέλος πάλι η νεκρική σιγή του οροπεδίου.
-Σιγά να μην τον πέτυχες, είπα του Φράνσις Τ. Μπόρεγκαρντ.
-Δεν ήθελα να πετύχω αυτόν, είπε ο Φράνσις. "Ήθελα να πετύχω τις πουτσότριχές του, με φάλτσο προς τα δεξιά κόντρα."
Πήγαμε κάτω από την καλαμωτή του Θύμιου. Ο ήλιος πέρναγε ανάμεσα και μας έδειχνε πολύ γελοίους, σαν να φοράγαμε παντού πιτζάμες, ακόμα και στην μούρη. Έπιασα να μιλήσω του Θύμιου για το θέμα που ανέβηκα να τον δω.
-Που λες, Θύμιο, ήρθα να σου πω για ένα αερόπλοιο, που έχει έλικες κι' είναι μεγάλο σα βαπόρι, και πετάει σε μεγάλες αποστάσεις, Αμερική, να πούμε, Αφρική, κι' έχει πλήρωμα εκατό άνδρες, προμήθειες, καύσιμα, τα πάντα, να βλέπεις την ανατολή στον Ειρηνικό και την δύση στον Ατλαντικό, να πλέει μέσα στα χρώματα, ρόδινα, μπλε βαθιά νυχτερινά ως κυανά σχεδόν λευκά, γκρι φοβερά και πυκνά, κίτρινα που κελαϊδάν σαν καναρίνια, πορτοκαλιά σαν μανδαρίνοι επιφανείς που τρων πάπιες ψητές με πορτοκάλια γελώντας, κόκκινα σαν τα φιλιά της Λολομπρίτζιτας, πορφυρά σαν τήβεννος του Πλίνιου, κεραμιδένια σαν κυνηγοί φασιανών, χρυσά, μαύρα, αργυρά, ίδια η συμφωνική ορχήστρα της Βοστόνης, οι μεγαλύτεροι ζωγράφοι είναι τα νέφη, απ' όπου κι' αν τα δεις δεν φείδονται χρωμάτων, ζωγραφίζουν ουρανούς, ερήμους και ζούγκλες, άγρια ζώα και νέες χώρες, να περνάνε στα ταξίδια μας συνεχώς, πάνε, φεύγουν, χάνονται, θες να τα ρουφήξεις, να αφομοιωθείς μ' αυτά, μα ξέρεις πως είναι αδύνατον. Το αερόπλοιο αυτό είναι ο αδελφός των νεφών, το δοξάζουν οι μοναχοί στο Θιβέτ, το πυροβολάνε οι βεδουίνοι στο Τιμπουχτού, τα φλαμίνγκος το θεωρούν μητέρα τους, μα αυτό πλανάται αγέρωχο και αρμενίζει στους ατμούς της Οικουμένης. Το λένε Άλμπατρος το αερόπλοιο αυτό, και κυβερνήτης του είναι ο Ροβύρος ο Κατακτητής, σπουδαίο μυαλό, πρωτοπόρο, αλλά τι τα θες, εντελώς πυροβολημένος ο άνθρωπος, περιμένει την Συνείδηση του Ανθρώπου να διασταλεί  ορθάνοιχτη στο Σύμπαν, ώστε να πάρει σάρκα και οστά η τεχνολογία, μήτηρ των πάντων. Μ' αυτό το αερόπλοιο μια μέρα, Θύμιο, θα φύγουμε, θα πετάξουμε μακριά και ψηλά, θα γίνουμε αέρηδες...
Ο Άλμπατρος στο Τιμπουχτού, με τον Θύμιο κι' εμένα μέσα, δίπλα ο Ροβύρος.
Μια έλικα πλατάγισε στην ατμόσφαιρα κάπου δυτικά. Μα καθώς είχαμε τον ήλιο κόντρα, δεν βλέπαμε αν ήταν το ελικόπτερο του ΕΚΑΒ ή αν κάποιος πλούσιος και επώνυμος έφτασε στο νησί.
Με τα πολλά, γυρίσαμε το βραδάκι.
Δεν είπα τίποτα για τον μπάτσο στον Αλφαδύο, αλλά τον ρώτησα τι ήταν το ελικόπτερο που κατέβηκε στο ελικοδρόμιο.
-Ο χωροφύλακας, δεν τόμαθες; είπε ο Αλφαδύο. "Ανέβηκε στην Πάνω Μερά κι' όπως κατέβαινε να πα να σερβίρει στην ταβέρνα βιαζότανε φαίνεται κι' έφαγε μια σούπα με το μηχανάκι πούτανε όλη δική του μπήκε ένα παλούκι από περίφραξη στον κώλο του, και κάταγμα στο ισχύο, χεσεμέσα, ήρθε το ΕΚΑΒ τον πήραν με το παλούκι μαζί να του το βγάλουν στην Αθήνα, τι να δούνε, εφηβαίον, τα αρχίδια, το πέος, ξουρισμένα κόντρα, μάλλον βάρεσε και το κεφάλι του, έπαθε παραλήρημα, έλεγε πως τούριξε ένας καμπόης με ντουφέκι, παραλίγο να τον φάει ο καμπόης, ό,τι νάναι τσαμπούναγε ο μπασκίνας, μπούρδες, μόνος του ξουρίστηκε έτσι ο κωλοφασίστας, τρίχες λέει, έχει παραλήρημα από την πτώση, θα είναι αδερφή και το ξυρίζει, κι' έπαθε αμνησία με το ατύχημα, αλλαντάλλων, θα του κάνουν μαγνητική στο κεφάλι, έπαθε παραλήρημα και εγκεφαλική διάσειση. Δεν ξανάρχεται για καλοκαίρι, μάλλον ξεμπερδέψαμε για φέτος."
Αυτό το έλεγε γιατί όποτε παραπονιόταν ο πάσα ένας για σκηνές, για γυμνισμό, για ναρκωτικά, ο χωροφύλακας ήταν υποχρεωμένος να κατέβει στην παραλία να ερευνήσει, και να μας διώξει. Αυτουνού δεν του άρεσε που ξεβολευόταν, οπότε κατέβαινε τσαντισμένος, ταύρος εν υαλοπωλείω. Έριχνε και σφαλιάρες, άμα λάχει, στους σκηνίτες. Ξεστήνανε οι σκηνίτες, έφευγε αυτός, ξαναστήνανε αυτοί, δώστου από την αρχή.


Σάββατο, 27 Μαΐου 2017

III. Jean-Jacques Messie, Psychanalyste, Philosophe, Prophète. (Ο Εικονολήπτης, συνέχεια.)

Ζαν Ζακ Μεσσί, Λιονέλ Μέσσι.

Το 1995, ο Λιονέλ Μέσσι είναι οκτώ ετών. Έχει διαγνωστεί για ανεπάρκεια αυξητικής ορμόνης, αλλά κάνει θεραπεία, η οποία θα πάει καλά. Είναι ένας ταλαντούχος πιτσιρικάς, παίζει στα τσικό της Κλούμπ Ατλέτικο Νιουγέλς Ολ Μπόις του Ροζάριο, η οποία ιδρύθηκε το 1903 από έναν άγγλο μετανάστη και παίζει στην πρώτη εθνική της Αργεντινής από το 1939. Η Κλούμπ Ατλέτικο Νιουγέλς Ολ Μπόις, όχι ο Λιονέλ. Ο Λιονέλ δεν είναι ακόμα διάσημος. Διότι δεν είναι ακόμη γεννημένος, το 1939.
Τα παγκόσμια πρωτεία διασημότητος ατόμων με το επώνυμο Μέσσι τα κατέχει ακόμη ο Ζανζάκ Μεσσί, γάλλος ψυχαναλυτής και φιλόσοφος, φίλος του Σαρτρ, του Λεβί Στρώς και του Μπατάιγ, ιδρυτή της Ψυχαναλυτικής Εταιρείας του Παιδικού Τρικύκλου, που έρχεται κάθε χρόνο στο νησί με τους μαθητές του και τους οπαδούς του, κάνει μπάνιο στο Κλεισίδι, δίνει δημόσιες διαλέξεις όπου νάναι, και παίρνει πρωινό και απεριτίφ στης Μαργαρίτας. Ο Ζανζάκ Μεσσί φοράει φανταιζί πουκάμισα με μακριά μανίκια, καπνίζει χοντρά κορόνας, είναι πολύ αδύνατος και μοιάζει με σκαντζόχοιρο, μόνο που ο σκαντζόχοιρος έχει πολύ γλυκά μάτια και σοβαρούς λόγους να φοβάται τα αυτοκίνητα.
-Δεν ήξερα πως είναι και προφήτης, είπα στην Μαργαρίτα. Είχαμε τελειώσει τα καλωσορίσματα, κι ήθελα να την πειράξω λίγο. "Αυτός σ' έβαλε να τον διαφημίσεις στον τοίχο σου; Μέχρι τα καράβια που περνάνε για Κρήτη τον διαβάζουνε." Κακακα τα γέλια, η Μαργαρίτα, "καλέ τι λες εκεί, κάποιος από τους δικούς του ήρθε και τόγραψε". Σοβάρεψε κάπως. "Τσαντίστηκε μετά ο Ζανζάκ, μόλις τόδε, πω πω, ρεζίλι τον έκανε τον άνθρωπο, εδώ απόξω είμασταν, στην βεράντα, μπρος σ' όλο τον κόσμο, έλληνες, ξένοι, φώναζε, τον έδιωξε κακήν κακώς, από προχτές έχουμε να τον δούμε, ίσως και νάφυγε με το καράβι. Τι θα κάνω τώρα, που να κάθομαι να ξαναβάφω τον τοίχο, πνιγόμαστε στη δουλειά, από τις έξι το πρωΐ μέχρι τις μία τη νύχτα! Αλλά να τον αφήσω έτσι, μια αηδία είναι."
-Να μην βάψεις τίποτα, της είπα. "Έχει πλάκα." Και βάλθηκα να της εξηγώ γιατί είχε  γίνει τούρκος ο Ζανζάκ με την επιγραφή στον τοίχο της. "Πρώτον, διότι οι γάλλοι έχουν ένα ρητό που λέει πως τ' όνομα του τρελλού είναι γραμμένο παντού, κι' εντωμεταξύ ο Ζανζάκ είναι ψυχαναλυτής, οπότε καταλαβαίνεις το φαιδρόν του πράγματος. Δεύτερον, καπάκι με τον ψυχαναλυτή και τον φιλόσοφο, ο όποιος τον έγραψε τον έκανε και προφήτη, πούχει όλους αυτούς τους οπαδούς που κουβαλιώνται κάθε χρόνο να κρέμονται από το στόμα του. Τρίτον, το όνομα του Ζανζάκ γράφεται Messi, έχει ιταλικές ρίζες. Αυτός τόγραψε Messie επίτηδες, που προφέρεται μεν το ίδιο, αλλά θα πει Μεσσίας. Κατάλαβες τι τούκανε; Ο τυπάκος είναι πολύ έξυπνος, δεν τον ξέρω, αλλά είναι πολύ έξυπνος, κι' αυτό είναι που τσαντίζει πιο πολύ τον Ζανζάκ, που είναι πιο έξυπνος απ' αυτόν. Διότι ο Ζανζάκ θεωρεί τον εαυτό του μεγαλοφυία στα λογοπαίγνια, κι' αυτός τον σαρκάζει με ένα έξοχο λογοπαίγνιο, που ο Ζανζάκ δεν θα μπορούσε να σκεφτεί τόσο έξυπνο."  
Η Μαργαρίτα ήταν σκεπτική. Ήθελε να βάλει τα γέλια, αλλά διαισθανόταν πως είχε πρόβλημα με τον τοίχο. Δεν ήθελε να χάσει τον Ζανζάκ από πελάτη. Έφερνε κόσμο. Εκτός από αυτόν και τους μαθητές του, δεκάδες ακόμη συνέρρεαν στο μαγαζί να τον ακούσουν να μιλάει. Κι΄ ήταν διαφήμιση και για του χρόνου και για τ' αντίχρονου. Το νησί δούλευε πολύ με γάλλους που έρχονταν ν' ακούσουν τον Ζανζάκ.
-Κάτσε να σου φέρω την ομελετίτσα σου, είπε τελικά.
Ήταν ακόμα νωρίς, το μαγαζί ήταν άδειο, μόνο ο Χανς έπινε την μπύρα του στον ήλιο. Ευτυχώς φοράει το τζιν του όταν έρχεται εδώ, είπα μέσα μου και γέλασα. Η Μαργαρίτα έφερε την ομελετίτσα μου -την σπέσιαλ Μαργαρίτα- και κάθισε.
-Ξέρεις τι σκέφτομαι, είπε. "Άμα τον βάψω ίσως ο Ζανζάκ να τσαντιστεί χειρότερα. Γιατί θα καταλάβει πως κατάλαβα τι λέει η επιγραφή. Ενώ αν κάνω το κορόιδο, τρέχα γύρευε. Εκτός από τους δικούς του που τους τραβάει από τη μύτη, όσοι ξέρουν γαλλικά θα νομίζουν πως είναι πλάκα του Ζανζάκ στον εαυτό του. Ε, μετά, γερμανοί, ολλανδοί, σκανδιναυοί, πέρα βρέχει, δεν καταλαβαίνουν Χριστό, που να καταλάβουν Μεσσία..."
Πελάτες άρχισαν να πιάνουν τα τραπεζάκια της βεράντας. Η Μαργαρίτα σηκώθηκε να πάει στην κουζίνα της.
Εμφανίστηκε ένας νεαρός γίγας. Είχε μαύρα μαλλιά που του πέφταν στον σβέρκο, φόραγε μαύρο τισέρτ, και μαύρο βρακί από κείνα που κατεβαίνουν μέχρι λίγο κάτω από το γόνατο κι έχουνε τσέπες παντού,  και αθλητικά παπούτσια ολοκαίνουργα, κι' ένα μικρό σακίδιο. Έβγαλε ένα μάτσο χαρτιά, κι άρχισε να τα μοιράζει γύρω στα τραπεζάκια. Είχε τα μάτια του προσηλωμένα στα χαρτιά, ούτε χαιρέτησε, ούτε χαμογέλασε ούτε κοίταξε κάποιον στα μάτια. Μούδωσε κι' εμένα ένα:

ΚΑΤΑΖΗΤΕΙΤΑΙ
JEAΝ JACQUES MESSI

PARCE QUE IL TROMPE LE PASSIENT ET LA COMMUNAUTE PSI GENERALEMENT QUAND IL DIT QUE L' HOMME SE COMPOSE DE TROIS STADES, "LE BIOPULSIONNEL, L' AUTRESOI ET LE LANGUESTITUTIONNEL" ET IL DIT QUE "LE BIOPULSIONNEL EST IMPOSSIBLE" ET QUE LE PHALLUS N' EXISTE PAS, QUI SE REPRESENTE AVEC LE NUMERO IMAGINAIRE RACINE DE MOINS UN, QUE N' EXISTE PAS. VOUS PRETENDEZ QUE L' AUTRESOI CA COMMENCE PAR LE BEBE QUI SE REGARDE DANS LE MIRROIR ET SE CROIT UN AUTRE BEBE AU DEBUT, MAIS APRES COMPREND BIEN SUR QUE C' EST LUI. D' OU CA VIENT CA? VOUS CROYEZ QUE  LE LANGUESTITUTIONNEL EST QUAND L' ENFANT COMMENCE A PARLER, ALORS IL COMPREND LE ROLE PATERNEL QUI EST LE POUVOIR EN GENERAL, ET L' OPPRESSION EN PARTICULIER, L' INSTITUTEUR, L' ARMEE, LES FLICS, LOI, EGLISE, TOUBIB, ETC, ET LE BIOPULSIONNEL, QUI EST NOTRE ETAT NATUREL, N' EST ACCESSIBLE QUE VIA LE LANGUESTITUTIONNEL, DONC ON PEUT PAS SE REVOLTER.   QUAND JE FAISAIS DES SEANCES AVEC VOUS, AU BOUT DE 10-20 MINUTES VOUS ME DISIEZ DE PARTIR, MAIS VOUS DEMANDEZ TOUT L' ARGENT, ET J' ATTENDAIS EN VAIN, PAS D' AMELIORATION. ET QUAND JE VOUS AI DIT QUI J' ETAIS VRAIMENT, VOUS M' AVEZ DIT DE ARRETER LES SEANCES, ET DEPUIS VOUS ME PERSECUTEZ, A PARIS, DANS L' ILE, LA MERE EGEE, CAR JE SAIS QUI VOUS ETES ET DANS QUEL BUT, LA RESTAURATION DU DUCHE LATIN DE L' ARCHIPEL, VU QUE VOTRE BAC C' ETAIT CHEZ LES JESUITES. CAR SI JE PARLE, CA SERA POUR VOUS LA PERCLUSION A VIE PAR LA SOCIETE PSI ET PAS SEULEUMENT, CAR IL Y A AUSSI RESPONSABILITE PENALE ET CIVILE.

ΔΙΟΤΙ ΕΞΑΠΑΤΑ ΤΟΥΣ ΑΣΘΕΝΕΙΣ ΚΑΙ ΤΗΝ ΔΙΕΘΝΗ ΚΟΙΝΟΤΗΤΑ Ψ ΛΕΓΟΝΤΑΣ ΠΩΣ Η ΨΥΧΗ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ ΑΠΟΤΕΛΕΙΤΑΙ ΑΠΟ ΤΡΙΑ ΣΤΑΔΙΑ, "ΤΟ ΒΙΟΡΜΗΤΙΚΟ, ΤΟ ΑΛΛΑΥΤΟ ΚΑΙ ΤΟ ΓΛΩΣΣΟΘΕΣΜΙΚΟ," ΚΑΙ ΛΕΤΕ ΠΩΣ "ΤΟ ΒΙΟΡΜΗΤΙΚΟ ΕΙΝΑΙ ΑΔΥΝΑΤΟΝ," ΚΑΙ ΠΩΣ "Ο ΦΑΛΛΟΣ ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΕΙ," Ο ΟΠΟΙΟΣ ΑΝΑΠΑΡΙΣΤΑΤΑΙ ΜΕ ΤΟΝ ΦΑΝΤΑΣΤΙΚΟ ΑΡΙΘΜΟ ΡΙΖΑ ΤΟΥ ΜΕΙΟΝ ΕΝΑ. ΛΕΤΕ ΠΩΣ ΤΟ ΕΙΚΟΝΕΑΥΤΟ ΞΕΚΙΝΑΕΙ ΜΕ ΤΟ ΜΩΡΟ ΠΟΥ ΚΟΙΤΑΕΙ ΤΟΝ ΕΑΥΤΟ ΤΟΥ ΣΤΟΝ ΚΑΘΡΕΦΤΗ ΚΑΙ ΝΟΜΙΖΕΙ ΠΩΣ ΕΙΝΑΙ ΑΛΛΟ ΜΩΡΟ. ΑΠΟ ΠΟΥ ΣΥΜΠΑΙΡΕΝΕΤΑΙ ΑΥΤΟ, ΤΟ ΡΩΤΗΣΑΤΕ;  ΛΕΤΕ ΠΩΣ ΤΟ ΓΛΩΣΣΟΘΕΣΜΙΚΟ ΑΡΧΙΖΕΙ ΟΤΑΝ ΑΡΧΙΖΕΙ ΤΟ ΠΑΙΔΙ ΝΑ ΜΙΛΑΕΙ, ΚΑΤΑΛΑΒΑΙΝΕΙ ΤΟΝ ΡΟΛΟ ΤΟΥ ΠΑΤΕΡΑ, ΤΟ ΟΠΟΙΟ ΕΙΝΑΙ ΓΕΝΙΚΟΤΕΡΑ Η ΕΞΟΥΣΙΑ ΚΑΙ ΕΙΔΙΚΟΤΕΡΑ ΚΑΤΑΠΙΕΣΗ, Ο ΔΑΣΚΑΛΟΣ, Ο ΣΤΡΑΤΟΣ, ΜΠΑΤΣΟΙ, ΝΟΜΟΣ, ΕΚΚΛΗΣΙΑ, ΤΡΕΛΛΟΓΙΑΤΡΟΙ ΚΛΠ. ΤΟ ΒΙΟΡΜΗΤΙΚΟ ΠΟΥ ΕΙΝΑΙ Η ΦΥΣΙΚΗ ΜΑΣ ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ, ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΠΡΟΣΒΑΣΙΜΟ ΠΑΡΑ ΜΟΝΟ ΜΕΣΩ ΑΠΟ ΤΟ ΓΛΩΣΣΟΘΕΣΜΙΚΟ, ΑΡΑ ΔΕΝ ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΥΠΑΡΧΕΙ ΕΞΕΓΕΡΣΗ.  ΟΤΑΝ ΕΚΑΝΑ ΣΥΝΕΔΡΙΕΣ ΜΑΖΙ ΣΑΣ ΣΤΟ ΠΑΡΙΣΙ, ΣΤΑ 10-15 ΛΕΠΤΑ ΜΕ ΔΙΩΧΝΑΤΕ, ΑΛΛΑ ΤΑ ΛΕΦΤΑ ΤΑ ΘΕΛΑΤΕ ΟΛΑ, ΚΑΙ ΕΓΩ ΠΕΡΙΜΕΝΑ ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ, ΑΛΛΑ ΦΥΣΙΚΑ ΤΙΠΟΤΑ. ΚΙ ΑΜΑ ΣΑΣ ΕΙΠΑ ΠΟΙΟΣ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΑ ΕΙΜΑΙ, ΕΙΠΑΤΕ ΝΑ ΣΤΑΜΑΤΗΣΟΥΜΕ ΤΙΣ ΣΥΝΕΔΡΙΕΣ ΕΝΤΕΛΩΣ. ΑΠΟ ΤΟΤΕ ΜΕ ΚΑΤΑΔΙΩΚΕΤΕ ΚΑΙ ΣΤΟ ΠΑΡΙΣΙ ΚΑΙ ΣΤΟ ΝΗΣΙ ΚΑΙ Σ΄ ΟΛΟ ΤΟ ΑΙΓΑΙΟ, ΔΙΟΤΙ ΞΕΡΩ ΠΟΙΟΣ ΕΙΣΑΣΤΕ ΚΑΙ ΤΙ ΣΚΟΠΟ ΕΧΕΤΕ, ΤΗΝ ΕΠΑΝΙΔΡΥΣΗ ΤΟΥ ΛΑΤΙΝΙΚΟΥ ΔΟΥΚΑΤΟΥ ΤΟΥ ΑΡΧΙΠΕΛΑΓΟΥΣ. ΕΙΝΑΙ ΓΝΩΣΤΟ ΠΩΣ ΤΕΛΕΙΩΣΑΤΕ ΛΥΚΕΙΟ ΣΤΟΥΣ ΙΗΣΟΥΙΤΕΣ. ΑΝ ΜΙΛΗΣΩ, ΘΑ ΥΠΑΡΞΕΙ ΙΣΟΒΙΟΣ ΑΠΟΚΛΕΙΣΜΟΣ ΣΑΣ ΑΠΟ ΤΗΝ ΚΟΙΝΟΤΗΤΑ Ψ, ΚΑΙ ΟΧΙ ΜΟΝΟΝ, ΥΠΕΧΕΤΕ ΠΟΙΝΙΚΕΣ ΚΑΙ ΑΣΤΙΚΕΣ ΚΗΡΩΣΕΙΣ.  

                                                                       GIOVANNI DE LO CAVO
                                                                GRAND DUC DE LA MARINE BYZANTINE

Κοίταζα τα τραπεζάκια να δω τις αντιδράσεις των άλλων παραληπτών του τρακτ. Το φαν κλαμπ του Ζανζάκ. Αρχίσαν να 'ρχονται από νωρίς, όπου νάναι θα εμφανιστεί κι' αυτός, σκέφτηκα. Έπαιρναν το χαρτί, θα νόμιζαν πως ήταν διαφημιστικό κάποιας θαλάσσιας εκδρομής με καΐκι και πικνίκ στον Τσικουδόχοιρο, μα όταν καταλάβαιναν το απέφευγαν σαν κηδειόχαρτο με τ' όνομά τους. Άλλά ούτε το πέταγαν στον παρακείμενο σκουπιδοντενεκέ, ούτε φτιάχναν σαΐτες. Φοβώνται το γιγάντιο παιδί, σκέφτηκα. Για δες, το αφήνουν στο τραπέζι, και κάνουν πως δεν υπάρχει πια, δεν υπάρχει κι' ο γίγας που το μοιράζει. Τον φοβώνται...Κι΄ εντωμεταξύ όλο συνέρρεαν πλήθος οι πρωϊνοί θαμώνες στης Μαργαρίτας, έμπαιναν παρέες παρέες, στριμώχνονταν στα τραπεζάκια, στους πάγκους, στα σκαλάκια, ακούμπαγαν όρθιοι στους τοίχους, χαιρετιόνταν, μίλαγαν, γέλαγαν, όλοι γνωρίζονταν μεταξύ τους. Ευτυχώς που δεν ξέρω κανέναν τους, είπα. Δεν θα κάτσουν εδώ να με στριμώξουν. Κοίταγα την αδειανή καρέκλα που καθόταν πιο πριν η Μαργαρίτα. Ο Χανς κοίταγε την θάλασσα. Αυτός δεν είχε αδειανή καρέκλα στο τραπεζάκι του. Η συνείδηση του Χανς ήταν ολάκερη στραμμένη στην θάλασσα.
-Μπορώ να καθήσω μαζί σας; με ρώτησε στα γαλλικά. "Δεν έχει ελεύθερο τραπεζάκι."

Μπορώ να καθήσω μαζί σας;

- Ασφαλώς, της είπα, και πήρα πιο δω το άδειο πιάτο μου και τον καφέ μου.
Τουλάχιστον αυτή το διαβάζει, σκέφτηκα. Κι' ήταν και όμορφη, και κομψή, με καστανά μάτια και φράντζες και σέξι ζυγωματικά. Την κοίταζα καθώς διάβαζε. Τέλειωσε, κι' έβαλε κάτι μαύρα γυαλιά.
-Βγάλατε άκρη; ρώτησα. "Γιατί εγώ δεν κατάλαβα και πολλά."
-Τον ξέρετε τον Ζανζάκ; ρώτησε κι' εκείνη. "Δεν είσαστε του χώρου;"
-Τον βλέπω κάθε χρόνο στο νησί. Ξέρω πως είναι ψυχαναλυτής και φιλόσοφος και προφήτης, το γράφει στον τοίχο.
-Α, βέβαια, το γράφει. (Χαμογέλασε πίσω από τα γυαλιά, μου φάνηκε.) "Δεν ξέρω πως το πήρατε εσείς,  όπως και νάχει η αλήθεια είναι πάντα μοιρασμένη."
-Και το χαρτί του παιδοβούβαλου που διαβάσατε;
-Α, μεγάλη ιστορία και πικρή! Κοιτάξτε, ο Μεσσί δεν είναι ντενεκές. Ας μην ξεγελιόμαστε από τον ναρκισσισμό του, την μεγαλομανία, την περιφρόνησή του για τους άλλους, την εξάρτησή του από τους αυλοκόλακες, κι' εν τέλει για την καταστροφική του μανία για την ίδια του την δουλειά, την δική του θεωρία, την προσφορά...
-Φωτίστε με.
Έκατσε πίσω στην καρέκλα της.
-Αφού θέλετε! (Τώρα χαμογελούσε, σίγουρα.) "Θα σας τα πω με δικά μου λόγια, δεν μπορώ αλλιώς. Γεννιόμαστε, είναι απλό. Δεν μιλάμε, δεν αναγνωρίζουμε ούτε πρόσωπα, ούτε πράγματα, δεν διαφέρουμε από ένα κουτάβι ή ένα γατάκι, είμαστε τα προϊόντα της βιολογικής ένωσης δύο ομοειδών θηλαστικών. Τα βράχια, η θάλασσα, το φως του ήλιου, η μαμά μας, εμείς οι ίδιοι ως ζωντανά όντα, όλα αυτά είναι ένα κουβάρι μέσα στο μυαλό μας, ή μάλλον δεν υπάρχουν καν, άρα με την έννοια αυτή κι' εμείς δεν υπάρχουμε γιατί δεν είμαστε ικανοί να σκεφτούμε πως υπάρχουμε. Ωστόσο, κάτι που θα μπορούσαμε να το πούμε ένστικτο ή ορμή για ζωή ή αυτοσυντήρηση ή όλα αυτά μαζί ή κάτι τέτοιο, μας κάνει να ειδοποιούμε πως πεινάμε: βάζουμε τις φωνές και τα κλάματα. Λοιπόν, αυτή την κατάσταση την αμέσως μετά την γέννηση, ο Μεσσί την είπε "Το Βιορμητικό".
-Κατάλαβα, είπα κι' εγώ.
-Αρχίζουμε λοιπόν να μεγαλώνουμε. Όπως είπαμε, όταν πεινάμε κλαίμε για να μας ταΐσει η μαμά μας. Έτσι, σιγά σιγά αντιλαμβανόμαστε την ύπαρξη της μαμάς μας πιο ολοκληρωμένα, μαθαίνουμε να ξεχωρίζουμε την εικόνα της. Ξεκινώντας από την μαμά, αρχίζουμε να μαθαίνουμε πως και τ' άλλα πρόσωπα ή πράγματα γύρω μας, ο ουρανός, ο μπαμπάς, το κρεβατάκι μας, η γιαγιά, ο ήλιος, ένα άλλο παιδάκι, είναι κάτι τι ξεχωριστό, είναι διαφορετικές εικόνες και γενικότερα αισθήσεις, άλλοτε ευχάριστες, άλλοτε δυσάρεστες, πάντως διαφορετικές. Ωστόσο, εκείνο που δεν ξέρουμε ακόμη είναι η ίδια μας η εικόνα. Αυτήν θα την μάθουμε όταν δούμε τον εαυτό μας στον καθρέφτη για πρώτη φορά. Στην αρχή νομίζουμε πως πρόκειται για ένα άλλο παιδάκι. Ώσπου στο τέλος καταλαβαίνουμε πως αυτό το άλλο παιδάκι είμαστε εμείς. Γινόμαστε ένα ξεχωριστό πρόσωπο στον κόσμο από την στιγμή που το ξέρουμε εντελώς και το βλέπουμε, κι' όλα τ' άλλα πράγματα και πρόσωπα έχουν ξεχωρίσει κι' αυτά κάπως στο μυαλό μας. Αυτή την κατάσταση του ξεχωρίσματος ο Μεσσί την είπε "Το Εικονεαυτό."
-Ναι, είπα. "Ενδιαφέρουσα σκέψη."
-Συνεχίζουμε συνεπώς να μεγαλώνουμε. Και τώρα αρχίζουμε να μιλάμε. Όσα μέχρι τώρα ήταν εικόνες κι' αισθήσεις και ανάγκες, γίνονται λέξεις. "Μαμά" είναι συνήθως η πρώτη λέξη που μαθαίνουμε, μετά μαθαίνουμε και τον "μπαμπά". Σιγά-σιγά, ο μπαμπάς παίρνει κάποιο νόημα, διότι όταν ήμασταν στο στάδιο που λέγαμε Βιορμητικό ο μπαμπάς ήταν εξ αντικειμένου κάποιος που είχε συμβάλει στην δημιουργία μας, αλλά αν δούμε τον κόσμο όπως τον βλέπει ένα βρέφος, ο μπαμπάς είναι κάποιος εντελώς ανύπαρκτος. καθότι το βρέφος δεν έχει την παραμικρή ιδέα περί της διαδικασίας της συλλήψεώς του. Όμως στο νέο στάδιο, ο ανύπαρκτος βιολογικός μπαμπάς ντύνεται με το όνομα "μπαμπάς," και γίνεται ένα νέο πράγμα, όπου το όνομα "μπαμπάς" έχει καταβροχθίσει τον βιολογικό μπαμπά, όπου και οι δύο μπαμπάδες είναι ένα πράγμα αξεχώριστο, σκεφτείτε ένα πιροσκί, από μέσα είναι κιμάς κι' από έξω ζυμάρι, αλλά δεν είναι ούτε κιμάς ούτε ζυμάρι, είναι πιροσκί. Κι' ωστόσο είναι πολύ ξεχωριστό, αυτό το πιροσκί. Ξεχωριστό διότι  ο μπαμπάς κατέχει πολύ σημαντική θέση στην ζωή του παιδιού και της μαμάς του. Τώρα είναι τρείς, κι' οι τρείς είναι μια μινιατούρα κοινωνίας, και μια κοινωνία χρειάζεται γλώσσα για να μπορεί να συνεννοείται, έτσι ώστε να οριστούν κάποιοι κανόνες συμβίωσης. Ο βασικός κανόνας λέει πως ο μπαμπάς θα είναι ο αρχηγός, γιατί από πολύ παλιά ήταν αυτός που είχε την μεγαλύτερη μυϊκή δύναμη και μπορούσε να κυνηγάει, να ταΐζει και να προστατεύει μάνα και παιδί. Έτσι, στους περισσότερους πολιτισμούς, η βιολογική τσουτσούνα του μπαμπά έγινε "φαλλός," σύμβολο αυτής της δύναμης και της εξουσίας του. Αυτό το στάδιο ο  Μεσσί το είπε "Το Γλωσσοθεσμικό".
-Καλά όλα αυτά, ξαναείπα, "αλλά λίγο πολύ γνωστά κι' από πιο παλιά."
-Ναι, αν εξαιρέσετε την σημασία της γλώσσας. Το βιορμητικό όργανο αναπαραγωγής που έγινε φαλλός ντύνεται εν συνεχεία με μια τεράστια ποικιλία από λέξεις και γίνεται ένα άπειρο πλήθος μπαμπάδων και δύναμης, ας πούμε θεός ή εθνάρχης, δάσκαλος, λοχίας, ιδρυτής, αφέντης, εφευρέτης, συγγραφέας, νόμος, τιμωρός, ποταμός που ποτίζει και κατάρτι που ταξιδεύει, γίνεται το ιερό τύμπανο που ο βασιλιάς κρεμάει τα πέη και τ' αρχίδια των ηττημένων αποξηραμένα, τα πέη και τ' αρχίδια όσων τους πήρε την ζωή και το βασίλειο και την ερωτική ορμή. Και μένει πάντα Ο Φαλλός, το ίδιο βιολογικό πέος που έλιωσε μέσα σε καινούργιες λέξεις, πλάστηκε σε νέες έννοιες, όπως το αλεύρι γίνεται πιροσκί, ψωμί, κουλουράκια, παξιμάδια, μακαρόνια, αλλά προς θεού! το σκέτο πρωταρχικό αλεύρι είναι αδύνατο να το φάμε, θα κάνουμε εμετό. Αυτό θέλει να πει ο Μεσσί όταν λέει πως το Βιορμητικό είναι αδύνατο, και πως ο Φαλλός δεν υπάρχει, ή πως Φαλλός είναι ο φανταστικός αριθμός γιώτα ίσον ρίζα του μείον ένα.
-Και η Ψυχαναλυτική Εταιρεία του Παιδικού Τρικύκλου, τι ακριβώς είναι; ρώτησα.
-Να, βλέπετε, μου εξήγησε, το τρίκυκλο είναι το παιδικό ποδηλατάκι, έχει λοιπόν τρείς ρόδες, το Βιορμητικό, το Εικονεαυτό και το Γλωσσοθεσμικό. Αν μία ρόδα σπάσει, το παιδάκι τσακίζεται και σπάει το κεφάλι του. Θέλω να πω ότι αν κάποιο από τα τρία στάδια δεν αναπτυχθεί ομαλά, ε, αυτό γίνεται ψυχική νόσος, σοβαρή ή λιγότερο σοβαρή, εξαρτάται.
Μου εξηγούσε σαν να ήταν η μαμά μου, που ποτέ δεν είχα τέτοια μαμά. Γιατί αυτή η μανούλα μιλούσε σαν παιδί. Και άλλοτε πάλι μιλούσε σαν τσουλί, και άλλοτε σαν αναστενάρισσα που χορεύει στα κάρβουνα του Αη Γιάννη. Είχα μείνει άπνους και άφωνος, κι' έψαχνα κάτι να πω ώστε να μην της φαίνομαι εντελώς κόπανος.
-Χωρίς τις δικές σας εξηγήσεις, αυτά που λέει ο Μεσσί είναι παραδοξολογίες για ντιντήδες, είπα κι' έδειξα με το πηγούνι τα τραπεζάκια. Περίμενα να δω αν θα θυμώσει. Χαμογέλασε.
-Του αρέσει να γοητεύει, είπε. "Μα του αρέσει να γοητεύεται, επίσης. Από τους φιλοσόφους, τους ανθρωπολόγους, τους μαθηματικούς, τους καλλιτέχνες. Ερωτεύεται τις ιδέες τους, τις αποπλανεί, τις κάνει δικές του."
-Τις ιδέες τους;
-Ναι.
-Ωραία, κι ο παίδαρος με τα τρακτ; ρώτησα ξανά.
-Ω! Ας πούμε πως η μαμά του έκαψε στον φούρνο τα πιροσκί με τον μπαμπά. Ο μικρός πήρε τον κακό δρόμο, τον έπιασαν να τα σπάει  στην επέτειο του Πολυτεχνείου σας, πάνε κάτι χρόνια, είχε εθιστεί και στην ηρωΐνη. Ύστερα έφυγε να σπουδάσει ψυχολογία στην Σορβόννη, αλλά δεν είχε την αναγκαία συγκρότηση όπως θα καταλάβατε από το κείμενο που μοίρασε. Ωστόσο παρακολούθησε λίγο τα σεμινάρια του Ζανζάκ, τα καλοκαίρια ερχόταν εδώ να τον ακούσει, μετά άρχισε ανάλυση μαζί του. Όμως όταν του αποκάλυψε πως ήταν ο Τζιοβάννι ντε λο Κάβο μετεμψυχωμένος, δηλαδή όταν ο Ζανζάκ κατάλαβε πως ο μικρός δεν είχε επαφή με την πραγματικότητα, καταλαβαίνετε πως η ανάλυση δεν μπορούσε να συνεχιστεί άλλο. Χρειαζόταν νοσηλεία και φαρμακευτική αγωγή.  
-Και ποιός ήταν ο πραγματικός Τζιοβάννι ντε λο Κάβο που λέει το τρακτ;
Τζιοβάννι ντε λο Κάβο
-Παιδί του νησιού. Γεννήθηκε εδώ από γονείς γενοβέζους. Ριψοκίνδυνος πειρατής, αρμένιζε στις Σποράδες και την Εύβοια, ενίοτε και στο Ιόνιο. Είχε αδυναμία στα εμπορικά πλοία της Γαληνοτάτης. Έπειτα μπήκε στην υπηρεσία του Μιχαήλ Παλαιολόγου, τον βοήθησε να ξαναπάρει τις Κυκλάδες από τους Λατίνους. Κι' αυτός τον έκανε Μέγα Δούκα, κάτι σαν αρχιναύαρχο. Καταλαβαίνετε που έμπλεξε ο δόλιος ο παίδαρος...
-Γνωρίζετε πολλά, κι' ακόμα περισσότερα για την ιστορία του νησιού, είπα.
-Ευχαριστώ, ευγενικό εκ μέρους σας, ξεγλύστρησε. Και δεν μου είπε άλλα για την ίδια.
Ώσπου ο Ζανζάκ Μεσσί, ο ταχυδακτυλουργός του Λόγου, ο ποιητής των ψυχών, κατέφθασε με πούρο και βυσινί εμπριμέ πουκάμισο, χαιρετώντας και καρκινοβατών σαν κάβουρας. Το πλήθος χαιρέτησε την άφιξή του με ένα θερμό χειροκρότημα, ένα τραπεζάκι στρώθηκε στο κέντρο της βεράντας, ένα πλαστικό μπουκάλι εμφιαλωμένο νερό μ' ένα ποτήρι τον υποδέχθηκαν δροσερά, κι' ένα μικρόφωνο μικροφώνησε διάπλατα να αγκαλιάσει την φωνή του.  Κάποιος μας ενημέρωσε πως ο δάσκαλος δεν είχε προκαθορίσει το θέμα της διάλεξης, που δεν ήταν διάλεξη άλλωστε.
-Ακούτε όλοι; ήταν η πρώτη του ευλογία στους συγκεντρωμένους.
-Ακούμε, είπαν εκείνοι.
-Οι ερωτήσεις με ενδιαφέρουν... είπε ξανά ο Ζανζάκ Μεσσί, κι' έκανε μια μεγάλη παύση. "Με ενδιαφέρουν πολύ... Με ενδιαφέρουν πολύ με την έννοια ότι κάθε ερώτηση...(κι' άλλη μεγάλη παύση)...δεν εδράζεται παρά μόνον σε μίαν απάντηση...(κι' άλλη μεγάλη παύση)...Είναι βέβαιον...(κι' άλλη μεγάλη παύση)...πως κάνουμε ερωτήσεις μόνον...(παύση)...καλημέρα (χαμογέλασε σε μία ωραία κοπέλλα που άκουγε πάρα πολύ  απορροφημένη, η οποία ταράχτηκε)...όταν υπάρχουν απαντήσεις...(κι' άλλη μεγάλη παύση)...Γεγονός που φαίνεται να  περιορίζει πολύ...(κι' άλλη μεγάλη παύση)...την εμβέλεια των ερωτήσεων..."  Έτσι μίλαγε, με μεγάλες παύσεις, κι' έχανα τον ειρμό των όσων έλεγε. Όμως οι άλλοι τον άκουγαν με μεγάλη προσήλωση. Θα τον είχαν συνηθίσει να μιλάει έτσι, και δεν θα τους δυσκόλευε στην κατανόηση.
-Η μεταβίβαση είναι αγάπη...είπε κι' έκανε άλλη μια μεγάλη παύση. "Αναρωτιέμαι όμως..." ξανάρχισε θλιμμένα. Και ξαφνικά έβγαλε μιαν τρομακτική τσιρίδα: "...γιατί να αγαπάμε ένα τέτοιο ον!...(κι' άλλη μεγάλη παύση, και μετά ήρεμα)...Ας αφήσουμε προς το παρόν την ερώτηση να αιωρείται...(κι' άλλη μεγάλη παύση)...να διατυπώσω κάπως αυτή την, σχετικά με την μεταβίβαση για την οποία ομιλούσα...(κι' άλλη μεγάλη παύση)...με όρους που δεν είναι...(κι' άλλη μεγάλη παύση)...παρά μόνον παγίδες...(κι' άλλη μεγάλη παύση)...ως συνήθως, όπως σε οτιδήποτε λέω...(κι' άλλη μεγάλη παύση, και μετά με οργισμένες τσιρίδες)...γιατί άραγε να έλεγα κάτι διαφορετικό από εκείνο για το οποίο πραγματικά πρόκειται;...(κι' άλλη μεγάλη παύση)...ακριβώς...(κι' άλλη μεγάλη παύση)...όταν πρόκειται για το ασυνείδητο...(κι' άλλη μεγάλη παύση)...Δεδομένου του ότι η γλώσσα ουδέποτε επιτρέπει, ουδέποτε δίδει...(καμωνόταν τώρα μιαν λεπτή και μειλίχια φωνή ψεύτικου κοντρατενόρου)...παρά πράγματα που έχουν τρία, πέντε, εικοσιπέντε νοήματα...(κι' άλλη μεγάλη παύση)...το θέμα που υποτίθεται πως γνωρίζουμε".
Καταλάβαινα τι εννοούσα πως εννοούσε, δηλαδή πως η γλώσσα είχε μάλλον πολλά νοήματα, τα οποία εγώ δεν τάπιανα, και τα οποία ήταν βαθειά ριζωμένα στην ψυχή μου. Ειδικώς η μητρική γλώσσα. Αλλά αυτός γιατί μπερδευόταν σε τέτοιον βαθμό και θύμωνε και παραφερόταν; Θα παραληρεί τώρα αυτός, σκέφτηκα, ή διασκεδάζει λέγοντας ασυναρτησίες στις οποίες οι άλλοι προσθέτουν καλή τη πίστει κάποιο νόημα, όπως ο αρχαιολόγος ανασυνθέτει λίγο πολύ αυθαιρέτως ένα κατεστραμμένο ψηφιδωτό από τα ελάχιστα πετραδάκια που άφησε ο χρόνος στην θέση τους. Πάντως ήταν ικανοποιημένος απ΄ όσα είχε πει, γιατί ξανάναψε το πούρο του επιμελώς, και ρούφηξε και μια γερή, και καθόταν και μας κοίταγε.
Τόση ώρα, ο Χανς καθόταν στο τραπεζάκι του και ατένιζε τα νησάκια απέναντι. Ήταν δύο ξερονήσια μια σταλιά, δύο μίλια ανοιχτά. Ξαφνικά σηκώθηκε όρθιος, και με την παλάμη δείχνοντας προς τα κει άρχισε να απαγγέλει:

Στάιν, Μέερ, Ζόννε, Μόντε
Ιχ Σίκε τσού ντίρ Φώιερ, Ντιάνα, τσού ντίρ Φώιερ Ιχ σίκε
νταμίτ ντου μπρινγκέστ μιτ βάσσερ, αμ μόργκεν βάσσερ νταμίτ ντου μπρινγκέστ μιτ
Ιχ, ντράι τάγκεν. Φένιξ, Ιχ κόμμε τσουρούκ, άιν νώιγκεμπόρενες*

-Για αρκετό καιρό, συνέχισε ο Ζανζάκ Μεσσί μετά από μια μεγάλη παύση, "ίσως πιστεύαμε πως οι ψυχαναλυταί ήξεραν κάτι τις...(κι' άλλη μεγάλη παύση)...αυτό δεν απαντάται πια συχνά...(αυτό το είπε πολύ ειρωνικά, κι' έκανε κι' άλλη μεγάλη παύση να γελάσει το κοινό)...(οργισμένος τώρα) το άκρον άωτον είναι πως δεν πιστεύουν ούτε οι ίδιοι...(κι' άλλη μεγάλη παύση)...και αυτό ακριβώς είναι το σφάλμα τους...(κι' άλλη μεγάλη παύση)...είναι ακριβώς όπως το ασυνείδητο στον πραγματικό του ορισμό...(κι' άλλη μεγάλη παύση, και μετά πάλι οργισμένος) δεν ξέρουν ότι ξέρουν...
Κι' άλλη μεγάλη παύση, αλλά δεν πρόλαβε να πει άλλα. Ο μούργος με τ' όνομα Τζιοβάννι ντε λο Κάβο είχε πλησιάσει με γατίσια βήματα στο τραπεζάκι του Ζανζάκ. Κανείς δεν πρόλαβε να κάνει κάτι. Αλλά και ποιός να τολμούσε; Οι διαστάσεις του νεαρού ήταν αποτρεπτικές.
Έπιασε το μπουκάλι κι' άρχισε να χύνει το περιεχόμενό του στο τραπεζάκι. Ο Ζανζάκ τον κοίταζε με ενδιαφέρον, έτσι μου φαινόταν τουλάχιστον. Ύστερα, ο γίγας άρπαξε το τραπεζάκι, το σήκωσε σαν πούπουλο και το εκσφενδόνισε κάτω από την βεράντα. Το τραπεζάκι έκανε την δέουσα φασαρία.

εκσφενδόνισε το τραπεζάκι
-Ποιός πούστης πετάει τραπεζάκια από πάνω; ακούστηκε μια φωνή από το μονοπάτι.
-Έχω κι' εγώ δικαίωμα να εκφραστώ, είπε στον Ζανζάκ ο πελώριος μούργος. "'Όπως έχετε εσείς το δικαίωμα να εκφραστείτε, έτσι έχω και εγώ το δικαίωμα να εκφραστώ."
-Το κάνατε. Που θέλετε να καταλήξετε, είπε ο Ζανζάκ Μεσσί.
-Πως δεν είσαστε ούτε Μεσσίας, ούτε προφήτης, απάντησε ο γιγαντάκος ελληνικά. "Εγώ αγωνίζομαι να ελευθερώσω τα νησιά μας από τον λατινικό ζυγό, εσείς μας απασχολείτε με ένα σωρό ανοησίες που δεν τις σκεφτόσαστε που τις ξεφουρνίζετε, και μετά καθόσαστε και γελάτε με όλα αυτά τα κορόιδα που μαζεύονται και σας ακούνε με τα ναρκισσιστικά σας φληναφήματα. Με σκοπό ποιόν άλλο; το κέρδος. Έχω λοιπόν χρέος να χτυπάω με όποιο μέσο έχω στην διάθεσή μου το επαίσχυντο εμπόριο το οποίο διεξάγετε στο Αιγαίο, και να απαλλοτριώνω τα κέρδη σας όπως και όποτε μπορώ, αυτός είναι ο ιερός αγώνας μου εδώ και έξι αιώνες, ζήτω η Ανατολική Ρωμαϊκή και Ελληνική Αυτοκρατορία, προσδοκώ παλινόρθωση του Κράτους του Κωνσταντίνου Παλαιολόγου Δραγάση, που είναι μαρμαρωμένος στην μορφή των Κούρων της Νάξου, και όπου νάναι θα σηκωθεί, τέσσερα μέτρα θηρίο, να πάρει πίσω ά δεδικαίωται, την πόλη πόχει τ' όνομά του και την κυριαρχία του Μάρε Νόστρουμ, η Διαρκής Επανάσταση θα επικρατήσει, και να σας στείλει όλους στον αγύριστο. Αει σιχτίρ! Από τον καθένα σύμφωνα με τις δυνάμεις του, στον καθένα σύμφωνα με τις ανάγκες του, δώσε μου φράγκα ρε!"
Όλα αυτά είχαν ειπωθεί σε μία παράξενη ηρεμία, χωρίς έξαρση, με στεντόρεια όμως φωνή, επίσημη, αν και κάπως ανέκφραστη. Με το που τέλειωσε, γύρισε την πλάτη του και κατευθύνθηκε στην κουζίνα της Μαργαρίτας. Κάποια ντροπαλά γελάκια πήγαν να ακουστούν στο ακροατήριο.
-Όπως φαίνεται, είπε ο Ζανζάκ Μεσσί, "η Βυζαντινή Αυτοκρατορία και η Δικτατορία του Προλεταριάτου κατόρθωσαν να συνευρεθούν, και ο καρπός του έρωτος..."
Δεν πρόλαβε να σώσει την φράση του, κι' από τα ηχεία του καφεμπάρ ξεχύθηκε μία ένρινη, διαπεραστική, βραχνή και όμως αγγελικά παράξενη και βαθύτατα ευγενική φωνή:
                                   Ω πριγκηπομαστούρηδες κι' αλητοβασιλιάδες
                                   ανάφτε τους λουλάδες να μαστουριάσωμε μαζί
                                   κι' απάνω στα ντουζένια μου να πάω με την έννοια μου
                                   μέχρι την Γιοκοχάμα...
                                   Να κάνω χαρακίρι με μια ασημένια κάμα...


Κι' εκείνη η συγκινητική αταξία έπαιρνε την μορφή χιονοστιβάδας, καθώς ακούστηκε πάλι η φωνή του Χανς:

Στάιν, Μέερ, Ζόννε, Μόντε
Ιχ Σίκε τσού ντίρ Φώιερ, Ντιάνα, τσού ντίρ Φώιερ Ιχ σίκε


...ανακατεμένη με την φωνή των ηχείων:

Ω πριγκηπομαστούρηδες κι αλητοβασιλιάδες
γουστάρω μπαγλαμάδες και τσιγαράκι γεμιστό
και μέσα στον τεκέ της ψεύτρας της ζωής μας
όπου δεν έχει μπέσα...
Να πιω και να γεννώ μια αλητοπριγκιπέσσα...

-Θα ήθελα να σας μιλούσα γι' αυτό το τραγούδι, γύρισα να πω στην άγνωστη συνομιλήτριά μου. "Αυτό το τραγούδι μας μεταμορφώνει σε βασιλιάδες του μηδενός, θέλουμε να πάψουμε να υπάρχουμε, να γίνουμε γυναίκες, χανόμαστε χωρίς όρια, η γεωγραφία εξαφανίζεται, αυτοκτονούμε για την πλάκα μας στην Ιαπωνία, και..."
Μα διαπίστωσα πως δεν ήταν πια εκεί, οπότε σταμάτησα τις εξηγήσεις. Πήγα να κατουρήσω στην τουαλέττα, πίσω από την βουκαμβίλια που ανέβαινε πορφυρή να ντύσει το καφεμπάρ σαν μανδύας τον αυτοκράτορα τοίχο του καφεμπάρ της Μαργαρίτας. Ένας παρατρεχάμενος του Ζανζάκ μετρούσε κει πίσω στον νεαρό γίγαντα μερικά κατοστάρικα, τα ξεχώριζες από το κόκκινο χρώμα, σαν μπαρμπούνια ήταν. Ήταν πολύ απορροφημένοι, δεν με είδαν.
Το πλήθος διαλυόταν τώρα, οι  οπαδοί του Ζανζάκ Μεσσί κατέβαιναν στην παραλία για να πάρουν το μπάνιο τους, κι' ο Ζανζάκ Μεσσί πήγαινε εμπρός από κείνη την λιτανεία, με το πούρο ανάμεσα στα δόντια να δείχνει το μονοπάτι, μ' έναν παρατρεχάμενο να κουβαλάει το πολύχρωμο παρασόλι, την πολύχρωμη πετσέτα και τον δερμάτινο χαρτοφύλακα του Ζανζάκ Μεσσί.
Ήταν κι' ένα ξυπόλυτο αγόρι που ζωγράφιζε αμέριμνο πιρουέτες στην άμμο με μια μπάλα. Φορούσε μια φανέλλα με φαρδιές γαλάζιες και λευκές ρίγες, και στην πλάτη είχε τον αριθμό δέκα, και το επώνυμο του δασκάλου με μαύρα γράμματα.






* Μπορεί να μην τα είπε κι' έτσι ακριβώς, δεν παίρνω όρκο, αλλά πάνω κάτω έτσι τα είπε. Δεν έχει και πολύ σημασία, γιατί παραθέτω και την ελληνική μετάφραση:

   Πέτρα, Θάλασσα, Ήλιος, Σελήνη
  Φωτιά σου στέλνω Άρτεμις, φωτιά νύχτα σου στέλνω
  Νερό να φέρεις Άρτεμις, νερό πρωΐ να φέρεις
 Εγώ τρεις μέρες. Φοίνικας, ένα μωρό γυρίζω...