Όλες οι αναρτήσεις με την ημερομηνία τους και τον τίτλο

Τετάρτη, 24 Μαΐου 2017

Ο Εικονολήπτης. ΙΙ. Ο Κανδαύλης και δύο F-16


Ηρόδοτος Τσιρκινίδης
Απέναντι από την ΔΕΗ ήταν ο Κανδαύλης. Ο Κανδαύλης ήταν βασιλιάς της Λυδίας, κι είχε έναν δορυφόρο, τουτέστιν σωματοφύλακα, τον Γύγη. Αυτός λοιπόν ο Κανδαύλης είχε ένα χούι, καθόταν και εκθείαζε τις κρυφές χάρες της γυναίκας του, κι' έφερνε σε δύσκολη θέση τους ακροατές του, που ακούγανε τα όσα δεν λέγονται για την βασίλισσα. Τα ίδια έκανε ο Κανδαύλης και με τον Γύγη, κι' ο Γύγης ο κακόμοιρος δεν ήξερε που να χωθεί, φοβόταν μην πληρώσει αυτός την νύφη στο τέλος με τα βασιλικά καμώματα. Αλλά όσο προσπαθούσε να αποφύγει τον Κανδαύλη, τόσο αυτός αποχαλινωνόταν. Στο τέλος, λέει του Γύγη "τι, δεν με πιστεύεις; θα σε βάλω κρυφά την νύχτα, να την δεις που θα γδύνεται." Βρε καλέ μου, βρε κακέ μου, βρε σε πιστεύω, βρε τι πράματα άρρωστα ειν' αυτά, τίποτα ο Κανδαύλης, εκεί. Στο τέλος πείσθηκε ο Γύγης, μπας και ξεμπερδέψει με τα βασιλικά μεράκια. Τον έκρυψε λοιπόν ο άναξ στα ιδιαίτερα, και όταν ήρθε η ώρα έφθασε και το βασιλικό ζεύγος να κατακλιθεί. Πράγματι, η βασίλισσα τα έβγαλε όλα ένα ένα, και ο Γύγης ο καημένος κοίταγε καλά καλά, κρυμμένος πίσω από την πόρτα, χόρτασε το μάτι του με κάθε λεπτομέρεια. Καθώς όμως γύρισε να φύγει, κάνει έτσι η βασίλισσα και τον βλέπει. Πήγε να πεθάνει από ντροπή, η άνασσα, στους λυδούς ήταν μεγάλη ντροπή να σε δουν, γυναίκα γυμνή, άντρα γυμνό, κατάλαβε την ατιμία του συζύγου της, αλλά προς στιγμήν δεν είπε τίποτα. Την άλλη μέρα ζήτησε να δει τον Γύγη. Πάει κείνος ανυποψίαστος, και του ξηγιέται κείνη, "ή τρώς τον ξεφτιλισμένο τον άντρα μου και με παντρεύεσαι, ή βάζω και σε τρώνε εσένα ζωντανό." Οπότε τι να κάνει ο Γύγης έτσι που έμπλεξε, τον έκρυψε η βασίλισσα πάλι πίσω από την πόρτα, πάει τον έφαγε τον Κανδαύλη στον ύπνο του και έγινε βασιλιάς με το στανιό, ο Γύγης. Ο ιδρυτής της δυναστείας των Μερμνάδων, συγκεκριμένα.
Εγώ, την ιστορία του Γύγη, του Κανδαύλη και της βασίλισσας την πρωτάκουσα από τον Ηρόδοτο. Ηρόδοτος Τσιρκινίδης, Τσιρκίν στα τούρκικα είναι ο άσκημος. Βιρτουόζος  πιανίστας του ελληνικού και του διεθνούς ρεπερτορίου, ακκορντεονίστας ομοίως και πλανόδιος,   συγγραφέας, σκηνοθέτης, θεατρικός παραγωγός, φωτογράφος, πτυχιούχος γεωλόγος του Αριστοτελείου, περιηγητής, εραστής πολλών γυναικών και  ιδιοκτήτης  του Κανδαύλη, του πλέον καλτ πιανομπάρ υπαίθριο με μάντρα γύρω-γύρω της Μεσογείου. Ωστόσο, εδώ πρέπει να διευκρινήσω πως πρώτος ο Ηρόδοτος αναφέρει την εν λόγω ιστορία στις Ιστορίες του, την οποία ιστορία την είπε ο Νίκος Τσιφόρος στον πατέρα του Ηρόδοτου που ήταν φίλοι, κι' έτσι την άκουσε κι' ο Ηρόδοτος που ήταν μικρός τότε. Όταν μεγάλωσε, την έκανε θεατρικό σε τέσσερις πράξεις, αυτό που μούδωσε και διάβασα, το οποίο και ανέβασε ο Φοιτητικός Όμιλος Θεάτρου και Κινηματογράφου, ο Φοθκ που λέγαμε τότε, πρώτα στο αμφιθέατρο της Φουμουσού, στην Θεσσαλονίκη, τον Μάΐο του 1978, και έτσι έγινε ο σεισμός, και την επόμενη χρονιά στο Αιγίνιο και την Έδεσσα, επίσης με επιτυχία, η παράσταση διεκόπη από την χωροφυλακή. Από το 1985 και μετά, που ο Ηρόδοτος άνοιξε το μπαρ στο νησί, ανέβαζε εκεί τον Κανδαύλη του κάθε χρονιά, στα μέσα του Αυγούστου, πάντοτε με τεράστια προσέλευση. Μάλιστα, κάποιοι κάποτε ήρθαν από την Βοστόνη, ειδικά για την παράσταση. Ηθοποιούς βρίσκαμε μεταξύ των παραθεριστών, άλλοτε είχε επαγγελματίες, και μάλιστα επώνυμους και καταξιωμένους, αν βρίσκονταν πρόχειροι στο νησί, αλλά και με ερασιτέχνες. Κουστούμια επίσης, κάποιος σχετικός βρισκόταν να ράψει. Μουσική, σκηνικά, φωτισμοί, όλα τ' άλλα, εκ των ενόντων, ο συγγραφεύς, σκηνοθέτης και παραγωγός.
-Άκων ματάκιας ηγεμών, φιλοσόφησα κουβεντιάζοντας με τον Ηρόδοτο, φοιτητές όντες, τότε που μου έδωσε και διάβασα το θεατρικό του. Αλλά δεν μπορεί να είναι μοναχά ο Κανδαύλης ο ένοχος. Η ιστορία αυτή βρίθει ασυνειδήτων φαντασιώσεων -των ηρώων; δικών μας; καμία σημασία- που προσπαθούν να φανερωθούν μέσα από την αφήγηση. Ίσως η βασίλισσα, όταν κατάλαβε πως άθελά της γδυνόταν αργά-αργά μπροστά στον άμοιρο Γύγη, ένοιωσε λαγνεία, ένοχο πόθο, που δεν μπορούσε να τον ομολογήσει ούτε στον εαυτό της. Τέτοιο πόθο δεν τον άντεχε η συνείδησή της. Ταράχτηκε τόσο, τέτοια ενοχή ένοιωσε, που έβαλε τον Γύγη να σκοτώσει τον Κανδαύλη, εξιλαστήριο θύμα για τον έκνομο αυτόν πόθο της που δεν μπορούσε να παραδεχτεί πως πήγαζε από τα ίδιο της το είναι κι' από πουθενά αλλού. Όμως υπάρχει και άλλη διάσταση και ερμηνεία της στάσεώς της. Είναι πιθανό να είχε αντιληφθεί τον Γύγη από πριν καθώς γδυνόταν, και συνέχισε το γδύσιμο γιατί ξετρελαινόταν να τον προκαλεί και να τον καβλώνει. Της άρεσε από καιρό ο Γύγης φαίνεται, και τώρα σκεφτόταν πως της δινόταν η ευκαιρία να ξεφορτωθεί τον ανόητο Κανδαύλη και να χώσει στο κρεβάτι της και τον θρόνο τον όμορφο δορυφόρο. Αν τώρα δούμε τα πράγματα από την πλευρά του Κανδαύλη, ίσως κι' αυτός ποθούσε ασυνείδητα τον Γύγη, αλλά επειδή ο ανδρισμός του δεν την άντεχε αυτήν την έλξη, του προσέφερε την θέα της γυναίκας του γυμνής, ικανοποιώντας συμβολικά τον δικό του ανομολόγητο πόθο για τον Γύγη. Αλλά δεν αποκλείεται και η άλλη εκδοχή, ο Κανδαύλης να ηδονίζεται στην ιδέα της συμβίας του προσφερομένης γυμνής στα μάτια του Γύγη, και οργανώνει τα πράγματα αναλόγως, ελπίζοντας παράλληλα πως οι αναστολές του Γύγη, ερεθισμένου στα άκρα από το θέαμα, θα λύγιζαν κάποια στιγμή και ο σωματοφύλακας θα μουντάριζε την γυμνή βασίλισσα, οπότε ο Κανδαύλης, ο οποίος θα παρίστανε ως εκείνη την στιγμή τον κοιμισμένο, θα ξυπνούσε πνέων μένεα δήθεν προκειμένου να χαρεί συγχρόνως και την συμβία και τον δορυφόρο του με εκδικητική ορμή, με δυο λόγια να τους γαμήσει και τους δύο. Ο δε Γύγης, ασφαλώς θα ποθούσε -ασυνειδήτως ή μη- την βασίλισσα. Ή τον βασιλιά. Ή και τους δύο. Εν τοιαύτη περιπτώσει, αν στο τέλος το έργο έχει μία παρτούζα, ποιά αφηγηματική σύμβαση δικαιολογεί το φονικό; Άσε που από την άλλη υπάρχει και η άλλη διάσταση του έργου, η πολιτική. Θυμήσου τον Νικηφόρο Φωκά, τον ασκητή αυτοκράτορα, που τον δολοφόνησε ο ανηψιός και προστατευόμενός του, ο γοητευτικός Ιωάννης Τζιμισκής, και του πήρε την αυτοκρατορία με την αυτοκράτειρα μαζί, την έκδοτη Θεοφανώ, ερωμένη του και συναυτουργό στον ανόσιο φόνο! Πορφύρα και μουνί πάνε αντάμα, Ηρόδοτε! Εξουσία και Έρως, οι συμπληγάδες της ανθρώπινης τραγωδίας! Ας συνοψίσουμε τις μυθοπλαστικές μας επιλογές. Τι έχει το μενού; Φόνος ή όργιο για φινάλε; Το ένα δεν αποκλείει το άλλο, βεβαίως. Και τι κινεί τους ήρωες; Ασυνείδητη επιθυμία ή μασκαρεμένος πλήν συνειδητός πόθος; Αν το καλοσκεφθείς, όλα τα κίνητρα των ηρώων, ασύνειδες ορμές, ομολογημένα πάθη, πολιτικές σκοπιμότητες, μπορούν να συνυπάρξουν σε άπειρους συνδυασμούς, επιλογές αλά καρτ, που λένε. Και έπειτα, τι θα κάνουν οι ήρωες; Στραγγαλίζουν τον πόθο που τους καίει ή τον εκπληρώνουν; Παραδίδονται στην φλόγα του πάθους ή υποτάσσονται στην νομιμότητα της εξουσίας; Εκτός και αν το πάθος νομιμοποιεί την αλλαγή της εξουσίας. Αντιλαμβάνεσαι, ρε Ηρόδοτε, πως εδώ έχεις φτιάξει ένα θεατρικό πολυεργαλείο; Εδώ έχουμε την δυνατότητα...
Η βασίλισσα της Λυδίας πιάνει τον Γύγη να μπανίζει
-Δίκιο έχεις, είπε σκεπτικός ο Ηρόδοτος, και βάλθηκε να γράφει πυρετωδώς το έργο από την αρχή, με κείνη την καταιγιστική δημιουργικότητα που τον ανάσταινε καθημερινώς. Τελικώς, μετά από μία βδομάδα είχε γράψει καμιά τριανταριά διαφορετικά έργα, όλα εξαιρετικά, στην ίδια βασική ιστορία επάνω, αλλά με άλλη εξελιξη και φινάλε, και δεν μπορούσε να αποφασίσει ποιάν ήθελε πιο πολύ. Οπότε σε κάθε πρόβα παίζανε και άλλο κείμενο, για να δοκιμάσει. Οι ηθοποιοί, ερασιτέχνες φοιτητές κι' αυτοί όλοι τους, είχαν αγανακτήσει. Η κακομοίρα η βασίλισσα στο τέλος δεν μπορούσε να θυμηθεί ποιάν εκδοχή παίζανε, και πήγε κι' έκλαιγε σε μία γωνιά γοερά. Όταν συνήλθε, έπαιζε ένα ρόλο του κεφαλιού της. Ο Ηρόδοτος σκέφτηκε πως αυτό ίσως να ήταν καλή ιδέα, και είπε στους ηθοποιούς να παίζουν ότι ρόλο ήθελε ο καθένας τους, και μάλιστα χωρίς να έχουν ειδοποιήσει προηγουμένως τους υπόλοιπους.
Το αποτέλεσμα είχε πολύ περισσότερο ενδιαφέρον από ό,τι το κανονικό θέατρο, διότι τώρα γραφόταν επί σκηνής από τους ηθοποιούς, και μεις παρακολουθάγαμε με αγωνία τι θα γίνει. Διότι την μία φορά, ο Κανδαύλης και η βασίλισσα είχαν στήσει πλεχτάνη στον Γύγη, ο οποίος είχε γίνει απειλητικός για την εξουσία τους, και τον παρέσυραν στον βασιλικό κοιτώνα ώστε να τον δικάσουν μετά σε θάνατο. Όμως στην επόμενη παράσταση πρωταγωνιστούσε μια άλλη κοπέλα, -η προηγούμενη πρωταγωνίστρια ήταν γριπιασμένη με πυρετό-, η οποία στα μισά του έργου αποφάσισε να συνωμοτήσει με τον Γύγη για να φάνε τον Κανδαύλη. Έτσι ο Γύγης απεδείχθη ο πραγματικά μακιαβελικός ήρως του έργου, διότι αφού έφαγε τον Κανδαύλη με την συνεργία της βασίλισσας, μετά έφαγε και την βασίλισσα για να μείνει μόνος στην εξουσία, το μόνο αληθές αντικείμενο του ανθρώπινου πόθου, όπως εξήγησε στον αμλετικό μονόλογό του που είχε γράψει ο ίδιος, και καταχειροκροτήθηκε από το κοινό, αυτό δεν το περίμενε κανένας. Πάντως όλοι είχαν μπει στο νόημα του παιχνιδιού του Ηρόδοτου Τσιρκινίδη, όπου το θεατρικό αποτέλεσμα ανάβλυζε από τον αυτοσχεδιασμό, την παιδεία, την αισθαντικότητα, την φιλοσοφία ή την καύλα ηθοποιών και κοινού. Μερικοί βάζαιναν και στοιχήματα ποιός ή ποιοί θα επιζήσουν στο έργο.
Δεν έλπιζα να βρω τον Ηρόδοτο ξύπνιο τόσο πρωΐ που έφτανε το πλοίο.  Καθόμουν και κοίταζα την πινακίδα ΚΑΝΔΑΥΛΗΣ με κόκκινα γράμματα νέον που αναβόσβηναν ακόμη, κι' από κάτω με μπλε πιο μικρά ΠΙΑΝΟ ΜΠΑΡ. Έγραψα ένα σημείωμα με τα εξής: "Πόντιε, ήρθα. Πότε θα γίνει η παράσταση; Αν πάρει η μάνα μου, δωσ' της τηλ. της Μαργαρίτας, εγώ δεν τόχω."
Δίπλωσα το σημείωμα, το μάγκωσα στην πόρτα της μάντρας, και πήρα το μονοπάτι για το Κατσούνι. Πέρασα του σπίτι του δάσκαλου, έφτασα στο Κλεισίδι, εκεί που το μονοπάτι περνάει πάνω από την παραλία, ανάμεσα στα δύο μαγαζιά. Από κάτω, στην ταβέρνα τσιγάριζαν κρεμμύδια. Από πάνω, η Μαργαρίτα ήταν κλειστή, αλλά άκουσα φασαρία στην κουζίνα. Δεν σταμάτησα. Πέρασα την λιθιά με τα φραγκοστάφυλα, ανέβηκα την ράχη πούναι σαν πόδι προϊστορικού πτερόσαυρου με νύχια γαμψά μπηγμένα βαθιά στη θάλασσα, κι' ύστερα κατηφόρισα προς το Κατσούνι. Έφτασα και ξαπλώθηκα στην υγρή άμμο ακουμπώντας  την πλάτη μου στο σάκο. Είχε πολλές σκηνές, αλλά ψυχή τριγύρω. Όλοι ύπνωναν. Μια ελαφρότατη δυσοσμία σκατού πλανιόταν στην ατμόσφαιρα, κι' ανακατευόταν με την δική μου καραβίσια μπόχα. Μελτέμι δε φύσαγε. Σταματάει, λένε, προς τον Δεκαπενταύγουστο, αλλά ήταν νωρίς. Η θάλασσα ήταν γαλάζια και ροζ. Γδύθηκα και βούτηξα. Κολύμπησα λίγο. Βγήκα μετά έξω να στεγνώσω. Βαριόμουν να ψάξω την πετσέτα. Σκέψου να άφηνε η θάλασσα πάνω μας λίγες γαλάζιες και ροζ πρωϊνές ανταύγειες, σκέφτηκα. Μέχρι να σκάσει ο ήλιος από το βουνό. Πόση ώρα ακόμα; Δέκα λεφτά; Δεκαπέντε; Τότε βγήκε κάτω από τα ρείκια ο Γενναίος. Μπήκε αργά στη θάλασσα. Μόλις το νερό έφτασε στην μέση του σταμάτησε. Κοίταγε πότε αριστερά, τον μικρό μώλο με το παλάγκο, κάτω από την βίλλα του γιατρού που του χάρισε την εξωλέμβια για το καταμαράν, μια τα ξερονήσια μπροστά του, την Παχιά και την Μακριά, μια δεξιά, τον  βράχο που μπαίνει στη θάλασσα και χωρίζει το Κλεισίδι από το Κατσούνι. Ήταν το τρίτο δάχτυλο του πτερόσαυρου κείνος ο βράχος.  Σηκωνόταν απότομα πάνω από το νερό, θάχε ύψος ως δώδεκα μέτρα. Και στη μέση ένα κόψιμο, λες και τον σπάσαν με βαριοπούλα και καλέμι, ένα γιγάντιο καλέμι βέβαια. Θάχε πλάτος πεντέξι μέτρα, το σπάσιμο, και θάταν βαθύ άλλα πεντέξι. Παράξενος βράχος, μ' αυτό το ιδιότροπο σκάλισμα, σκέφτηκα πάλι. Ένας μαυροπετρίτης πήγε και ζυγιάστηκε πάνω του. Ύστερα πέταξε μακριά, χάθηκε χαμηλά πίσω από τον βράχο.
Πέρασαν λίγες στιγμές.
Προσπάθησε τώρα ν' ακούσεις μέσα σου τον ήχο που κάνει το κοπίδι που σκίζει το χαρτί. Βάλε τ' αυτί σου κοντά κει που σκίζει, μέχρι να το πετσοκόψεις. Ακούς;
Τώρα δυνάμωσε αυτόν τον ήχο. Δυνάμωσέ τον μέχρι να τρομάξεις, μέχρι να σου κοπούν τα ήπατα. Ξαφνικά. Σαν αστροπελέκι. Να πεις Θεέ μου, χάθηκα.
Δυό F-16 πέρασαν. Χάθηκαν.
Βγήκε ο Γενναίος από την θάλασσα. "Κεί που κατούραγα", είπε. "Στα πόσα μέτρα πέταγαν; Είκοσι; Μπορεί και χαμηλότερα. Είδα τα κεφάλια τους, εσύ τάδες; Υποηχητικά πέταγε, αλλά όχι πολύ. Γιατί ακούσαμε τον ήχο και μετά μισό δευτερόλεπτο περάσανε, γκέγκε; Με χίλια την ώρα πήγαιναν, άντε εννιακόσια. Οχτακόσια θες; Ξυστά..."
Καθόμασταν και κοιτάζαμε την πορεία των αεροπλάνων, από κάπου πίσω απ' του γιατρού, μετά παράλληλα με τη παραλία, λίγο πάνω από τον βράχο, και λίγο πιο ανοιχτά. Βγήκανε δυο αγουροξυπνημένοι από τις τέντες, ρωτάγαν τι έγινε, ήταν κι' άλλοι πεντέξι πούχαν έρθει από το πλοίο με τα μπαγκάζια τους, ξεφορτώνανε, και στα καλά του καθουμένου εκεί που στήνανε, στήλη άλατος. Ο ήχος από τις τουρμπίνες έσβυνε, πολύ μακριά.
Πάλι το αστροπελέκι.
Αυτή τη φορά πέρασαν πιο χαμηλά. Ο ένας δηλαδή, ήταν πολύ χαμηλά, πήγαινε ακριβώς να καρφωθεί στον βράχο. Κι' εκεί μπροστά στα μάτια μας έκανε το αδιανόητο. Πλάγιασε το αεροπλάνο και πέρασε την φτερούγα του μέσα στο σπάσιμο του βράχου. Ύστερα το ίσιωσε, και χάθηκε προς το λιμάνι.
Τα δύο F-16
-Α ρε τον πούστη! είπε ο Γενναίος καθισμένος στις φτέρνες του πάνω στην άμμο. "Και πως δεν έπεσε πάνω στον άλλο βράχο, στο Κλεισίδι;"
 -Στοιχήματα βάζουνε μεταξύ τους, διευκρίνισε ο Λιμπούντας. "Έτσι πάνε και σκοτώνονται." 
Προσπαθούσα να φανταστώ. Το πως αποφάσισε να το κάνει, γιατί το έκανε, τι υπολόγισε για να το κάνει. Προσπαθούσα να τα φανταστώ αυτά, διότι για τα λίγα κλάσματα του δευτερολέπτου, λίγο πριν η φτερούγα περάσει μέσα από το κόψιμο εκείνο πάνω στον βράχο, και λίγο μετά, ε, λοιπόν ορίστε, το μυαλό του πιλότου τα λίγα κλάσματα του δευτερολέπτου είναι εντελώς άδειο! Δεν υπάρχει συγκροτημένη συνείδηση, θέλω να πω, όταν είμαστε εκεί μπροστά στην ανυπαρξία. Σώμα και νόηση μαζί, κοντολογής αυτό το όργανό μας για να αντιλαμβανόμαστε τον κόσμο, αυτό το όργανο που κείνη την στιγμή βρισκόταν μέσα σ' ένα  μαχητικό, τάχε όλα μπερδεμένα αυτό το όργανο, αγωνία, φόβο, φτερό, πέτρα, ουρανό, γη, πιλότο, όλα ένα, δεν υπάρχει πια συνείδηση, δεν υπάρχει αυτός, ο πιλότος, το ξέρω αυτό γιατί τόζησα όταν υπηρετούσα στο Ναυτικό, το 1981. Ήμουνα έξω από το ΑΒΑΚ (την αποβατική άκατο, ντε, παντόφλα που την λέγαμε, είκοσι τόνους σκάφος) έτοιμος να πηδήσω στην κλίμακα της Ναυκρατούσας, οχτώ χιλιάδες τόνοι, η οποία ήταν αρόδου. Είχε μπόζι εν τω μεταξύ, κι' ο καλαμπόρτζης δεν ήξερε να το κουμαντάρει το ΑΒΑΚ, εκεί λοιπόν που πλησίαζε τη σκάλα του δίνει μια γκαζιά και το χώνει αποκάτω από τη Ναυκρατούσα με την μπάντα, πήγε να με λιώσει -εμένα- κάτω από οχτώ χιλιάδες τόνους, μου κόπηκε η ανάσα, τα κόκκαλα του στήθους μου άρχισαν να λυγίζουν, θα σπάσουν σκέφτηκα, θα μπουν στα πλεμόνια μου, στην καρδιά, ένας πίδακας αίμα θα τιναχτεί από το στόμα μου, μετά, μόλις τα δυο πλοία ξεχωρίσουν θα πέσω μια άμορφη μάζα στη θάλασσα, θ' αρχίσω να βυθίζομαι μέσα στα αίματα... Ε, από εκεί και πέρα ο κόσμος σταμάτησε να υπάρχει. Ξαναφτιάχτηκε όμως λίγο μετά, ένα δευτερόλεπτο μετά, ή και λιγότερο, ο καλαμπόρτζης έκανε πίσω τις μηχανές, κι' εγώ έσπρωχνα οχτώ χιλιάδες τόνους καράβι να το χωρίσω από τους είκοσι τόνους ΑΒΑΚ. Ασυνειδήτως. Διότι δεν γίνεται να σπρώξεις οχτώ χιλιάδες τόνους από τη μια και είκοσι τόνους από την άλλη να πάνε πέρα. Ενστικτωδώς αντιδράς στον αφανισμό. Ο λαγός τρέχει.
Αυτό το απρόσιτο κενό στο μυαλό του πιλότου την ώρα που το φτερό έσκιζε τον γαλάζιο ουρανό ανάμεσα στην πέτρα, έπρεπε να το γεμίσω οπωσδήποτε. Διότι είναι τρέλλα, αυτό το κενό. Και το μόνο υλικό που είχα στα χέρια μου εκείνη την στιγμή ήταν ο Κανδαύλης. Και η Τζίνα.
Η Τζίνα ήταν διαβόητη εκείνα τα χρόνια στην Θεσσαλονίκη για την θεατρική της επιτηδειότητα. Σε κάποιαν παράσταση είχε υποδυθεί την σύζυγο του Ιουστινιανού, την Θεοδώρα, η οποία ήταν θηριοδαμάστρια και εταίρα, κι' εξημέρωνε πετεινά του ουρανού να τσιμπούν σπόρους σιτάρι από το αιδοίο της, κερδίζοντας έτσι φήμη και χρήμα, αλλά αυτό πριν στεφθεί αυτοκράτειρα. Επίσης είχε εμφανιστεί και στον αποκριάτικο χορό της Αρχιτεκτονικής με ένα παλτό μόδα του πενήντα, από κείνα με κάτι κουμπιά σαν πιατάκια του γλυκού, όμως από μέσα ήταν θεόγυμνη, με πολύχρωμα στράς κολλημένα στο κορμί της που έπεφταν καθώς περνούσε, χαράζοντας στο διάβα της ένα λαμπερό μονοπάτι από άστρα της νυκτός. Κάποτε είχε παίξει και στην παράσταση του Ηρόδοτου, εδώ στο νησί. Είχαν έλθει απ' όλη την Ελλάδα να την δουν. Όλοι στοιχημάτιζαν αν θα παντρευτεί τον Γύγη, αν θα μείνει με τον Κανδαύλη. Ο Ηρόδοτος ήταν εξαίσιος στο πιάνο εκείνη την νύχτα, και είκοσι τσικουδοχοιρινοί έπαιζαν καλάμια και τα νταούλια μαυλιστικά. Η Τζίνα γδύθηκε, και μετά βάλθηκε να πασαλείβει λάδι αρωματισμένο με σάνδαλο το κορμί του Γύγη, μετά τον πασάλειψε άχνη ζάχαρη και τον έκανε άγαλμα, μετά έκανε άγαλμα και τον Κανδαύλη, κανένας δεν πέθανε, και κάλεσε το κοινό να εκθειάσει τα κάλλη της, μια νεαρή φιλόλογος με διεσταλμένη της όλη την ύπαρξη ανέβηκε στην σκηνή να απαγγείλει την ελεγεία της Τζίνας, τα βυζιά, τον κώλο, το ξυρισμένο μουνάκι της, τα σπαστά καστανά της μαλλιά που έτρεχαν στον λαιμό της, το λεπτό της στόμα, τα μάτια τα μελιά, κι' εκείνη μελαγχολική τυλίχτηκε σε μιαν μεταξωτή κινέζικη ρόμπα, κι' έκατσε στην πολυθρόνα για το φινάλε ήσυχα ήσυχα, που η Θεσσαλονίκη είχε βουίξει με τις ατασθαλίες της...
Η Τζίνα τώρα λιαζόταν ολόγυμνη στην αμμουδιά, με μαύρες γόβες και δικτυωτές κάλτσες και ένα τεράστιο μαύρο ψάθινο καπέλο με πλαστικά πολύχρωμα φρούτα μινιατούρες και μια πορτοκαλί κορδέλλα. Ο Λιμπούντας είπε πως δεν είναι αμφίεση παραλίας αυτή. Η Τζίνα απολογήθηκε, κρέμασε τις γόβες και τις δικτυωτές κάλτσες σ' ένα καλάμι να κουνιώνται στο μελτέμι, μαζί με το κλουβί που είχε το καναρίνι της. Ύστερα πήγε και ξάπλωσε πάλι ολόγυμνη στον ήλιο, μόνο με το καπέλο της. Ο ήχος από τις τουρμπίνες των δύο μαχητικών μια δυνάμωνε, μια αδυνάτιζε. Ώσπου χάθηκε εντελώς από τ' αυτιά μας.
 -Ελληνικά ήταν, είπε πάλι ο Λιμπούντας. "Είδα τις βούλες εκεί που τόστριψε, αλλά και πριν, την πρώτη φορά που πέρασαν, φαινόταν καθαρά, μπλε κι' άσπρο."

-Να σας πω, είπε η Τζίνα, εμένα μ' αρέσει να γαμιέμαι και να κάνω τσιμπούκια και να τα δείχνω όλα δημοσίως, είμαι πολύ ταλαντούχα σ' αυτό το πράγμα, εξ ου και βγάζω και τόσα λεφτά, προπάντων στο εξωτερικό. Ο πατέρας μου με έβαλε στα κόλπα, αυτός με ξεπαρθένεψε, κι' εγώ ξεπαρθένεψα τον αδελφούλη μου, σιγά να μην τον άφηνα σε καμιά καριόλα. Αλλά θα τρελαινόμουνα μ' όλα αυτά, οπότε είπα καλύτερα πλούσια παρά τρελή, και ξέκοψα με την οικογένεια και άρχισα επαγγελματικώς το πορνοσταριλίκι, εσείς τώρα τι ζόρι τραβάτε, ούτε ξέρω, ούτε με νοιάζει...
Η Τζίνα

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου