Παρασκευή, 27 Ιανουαρίου 2017

Ου παντός πλειν ες Κόρινθον



Είχανε οι αρχαίοι μια παροιμία που λέει ουκ παντός πλειν ες Κόρινθον, που πάει να πει δεν πάει ο πάσα ένας στην Κόρινθο. Διότι πλειν θα πει πληρώνειν. Και διότι είχε στην Κόρινθο μία εταίρα που την λέγαν Λαΐς. Αυτή η εταίρα ήταν σα να λέμε πουτάνα, αλλά με την καλή έννοια. Διότι άμα χρεώνεις τη νύχτα 3.000 € στον χώρο σου, ούτε βιζιτού λέγεσαι, ούτε έσκορτ, ούτε τίποτα. Λέγεσαι Υπεράνω.
Ήταν λίγο φραγκοφονιάς, η Λαΐς, αλλά μετά λόγου γνώσεως. Διότι για να βγάζεις τέτοια λεφτά με την τέχνη σου, παναπεί πως έχεις μεράκι. Δεν γίνεσαι Πικάσσο άμα δεν αγαπάς τη ζωγραφική. Ούτε Κάλας άμα δεν αγαπάς την όπερα, ούτε Μοσχολιού, ούτε Μίκη Θοδωράκης, ούτε Χουντίνι. Οπότε, δεν μπορεί, το πήγαινε το γραμματάκι, η Λαΐς. Καθότι ούτε Άξιον Εστί γράφεται για τα φράγκα, ούτε στο ποτάμι δεμένος με αλυσίδες μέσα σε κιβώτιο καρφωμένο και βαρίδια μέσα να πάει στο πάτο πέφτεις για τα φράγκα. Λέω εγώ τώρα, εσείς μπορεί να διαφωνείτε. Γιατί εγώ το πάθος και τη βουρλισία του αλλουνού το σέβομαι, κι' ας χεστεί στο τάλληρο, δεν πειράζει. Όχι όμως να γίνει πάθος το χέσιμο, αυτό δεν το θέλω. Διότι σου λέει ο άλλος δε μας χέζεις ρε ξερωγώ, ο δείνας, ο τάδε, πες ένα όνομα τυχαίως.
Πέραν του ότι το πήγαινε λοιπόν  το γραμματάκι, ήτανε και μορφωμένη κυριολεκτικώς. Είχε πελατάκια τον Απελλή, που την είχε και για μοντέλλο, τόσο εκπάγλου καλλονής ήταν. Και τον Ευριπίδη τον τραγικό, ομοίως. Ήταν κι' ένας φιλόσοφος, ο Αρίστιππος ο Κυρηναίος, αυτός είχε αναπτύξει μία θεωρία που λέει πως σκοπός υπέρτατος του ανθρώπου είναι να ηδονίζεται, αλλά προσοχή, να μην καταντάει δούλος και υποχείριο της ηδονής, να πούμε. Αυτόν λοιπόν τον Αρίστιππο τον είχε σπιτώσει η Λαΐς και τον απομυζούσε μετά φρενίτιδος. Διότι κι' αυτός έβγαζε από τα μαθήματα φιλοσοφίας πιο πολλά κι' από τον Ράμφο, και της τ' ακούμπαγε.
Τον δουλεύανε όλη η Κόρινθος ψιλό γαζί, τον Αρίστιππο. Τίποτα αυτός, εγώ έχω την Λαΐδα, δεν μ' έχει εκείνη, έλεγε. Μα καλά, και πως ζεις μαζί της, αυτή έχει πάρει όλη την Ελλάδα. Εσείς πως μπαίνετε στο καράβι κι' έχει κι' άλλους επιβάτες, έλεγε αυτός. Μα δε σ' αγαπάει. Και τα μπαρμπούνια δεν μ' αγαπάνε, αλλά τα τρώω, μούρλια είναι, έλεγε αυτός. Τέτοια έλεγε, ο φιλόσοφος.
Μόνο ένας δεν μάσαγε με τη σαγήνη της Λαΐδος. Ο Διογένης ο Κύων, δηλαδή ο Σκύλος. Αυτός ήταν πόντιος, από την Σινώπη. Δεν θα επεκταθώ επ' αυτού, διότι ήτο πασίγνωστος, με το πιθάρι, και το λυχνάρι, και που είπε του Μεγαλέξαντρου άντε τράβα πιο κει.
Αυτός ο Σκύλος δεν έδειχνε κανένα ενδιαφέρον για τα κάλλη της Λαΐδος, και αυτή ζωχαδιάστηκε. Οπότε του λέει έλα να περάσωμε μαζί μία βραδυά, θα περάσωμε πολύ ωραία, κι' από σένα δεν θέλω χρήματα, κερνάει το μαγαζί. Οπότε ο Σκύλος ο οποίος ζούσε από ελεημοσύνες είπε εντάξει, αφού είναι τζάμπα να έρθω.
Αλλά η Λαΐς τούκανε μια κασκαρίκα, διότι στο κρεβάτι της έβαλε μία δούλα της ίδια η Ταϋγέτη, κι' έσβυσε και το λυχνάρι. Οπότε πάει ο Διογένης, έγινε η πράξις, όλα καλά.
Την άλλη μέρα τόκανε βούκινο η Λαΐς, πως του την έσκασε του Σκύλου και γάμησε την Ταϋγέτη και νόμιζε πως ήταν αυτή, να τον κάνει ρεζίλι.
Οπότε είπε ο Διογένης το αμίμητο το Λυχνίας σβεσθείσης πάσα γυνή Λαΐς. Που το συζητάμε αν θέλετε, αλλά το γύρισε το ματς. Διότι κάθησε και το μελέτησε το θέμα πιο καλά, η Λαΐς, και σου λέει αυτός εδώ ο Σκύλος όπως πάει θα μου το κλείσει το μαγαζί, εγώ έχω επενδύσει τα μαλλιά της κεφαλής μου να χτίσω όνομα, άμα αυτός τους βάλει ιδέες, τι εγώ, τι Ταϋγέτη, ζήτω που καήκαμε.
Οπότε τον ξανακάλεσε, τον Σκύλο, κι' αυτή τη φορά είχε αναμμένο τον λύχνο, και αρώματα και αραχνοΰφαντα και σαμπάνιες και χαβιάρια και της Παναγιάς τα μάτια.
Κι' ο Διογένης που δεν ήταν ακατάδεχτος, πήγε.

Όπου και να τον φωνάζανε, εορτές, συμπόσια που κάναν οι αρχαίοι, γαμίσια, όργια, αυτός πήγαινε.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου