Σάββατο, 24 Φεβρουαρίου 2018

Κάθε Σεπτέμβρη


    Το τραγούδι: Κάθε Σεπτέμβρη, του Φοίβου Δεληβοριά.
    https://www.youtube.com/watch?v=qUquP0udc58

    Η ζωγραφιά: Ανόμοιο μαύρισμα. Μολύβι, παστέλ, ακρυλικά σε Α4 πολυτελείας.

Ο κύριος Σπαρταλιάν (Όνειρο το απόγευμα της 9ης Ιανουαρίου 2018.)


Πάρκαρα την Σιτροέν δεξιά. Ήταν μια τραξιόν αβάν μαύρη, μοντέλο του 50.
Στην Εθνικής Αντιστάσεως περνάγαν πατημένοι όλοι, μονάχα τις ανταύγειες από τα φώτα απάνω στην βρεμένη άσφαλτο έβλεπες, και σβββουννν! περναγαν σα διαόλοι από μπροστά μας. Ψιλόβρεχε, κάτι παγωμένες στάλες να σου τρυπήσουνε το κεφάλι, όπου πέφτανε. Και νύχτα, έρεβος, Άδης, εντωμεταξύ.
Να περάσει δηλαδή απέναντι ο κύριος Σπαρταλιάν, ήταν ένα θέμα ζωής και θανάτου, ενενήντα χρονώ αυτός, έπινε, κάπνιζε, έτρωγε, γλεντζές, αλλά πήγαινε σα τη χελώνα, κοίτα να δεις είπα, που δε θα προλάβουμε να χωνέψουμε τον παστουρμά και τα ούζα, θα μας πατήσουνε σαν τις γάτες τα κωλοαυτοκίνητα στην Εθνικής Αντιστάσεως.
Ήμασταν δηλαδή ο κύριος Σπαρταλιάν, εγώ και ο Νικολάκης ο λεγόμενος κοντός, ο παλιός μπάρμαν του Χόμπο, αν έχετε ακουστά, στο Χαλάντρι ήταν αυτό το Χόμπο.
Από Αθήνα δεν έρχόταν τίποτα, άντε φτάσαμε κάποια στιγμή στη μέση του δρόμου. Αλλά από την άλλη, ερχόταν το κακό συναπάντημα, σβββουννν! σβββουννν! κολλήσαμε εκεί στη μέση, κούναγα τα χέρια μου να σταματήσουν, τίποτα αυτοί, σβββουννν! σβββουννν! και μονάχα τις ανταύγειες από τα φώτα στην βρεμένη άσφαλτο έβλεπες.
Σταμάτησε τελικώς ένας χριστιανός και περάσαμε, κειπέρα ήταν η βίλλα με τη δεξίωση. Τι τον είχε πιάσει τον γέρο, βρε παιδιά μια στάση μονάχα, να πάρω το αδιάβροχό μου, μας έφαγε το συκώτι. Είχε ξεχάσει το αδιάβροχό του, ή τόχε κρύψει, στον κήπο, λέει. Άντε το βρήκε τελικώς, το φόρεσε και την κουκούλα μαζί, να μην βρέχεται, και κυρίως να μην τον αναγνωρίσουν δηλαδή, και ειδοποιήσουν τους ρώσους, οπότε ζήτω που καήκαμε, θα μας βρίσκανε στο πιτσφυτίλι, αλλά τι να μην τον αναγνωρίσουν δηλαδή, που προεξείχε η μύτη του, και βρεχόταν και φαινόταν, τέτοια μύτη σα βαπόρι!
Διασχίσαμε ξανά την Εθνικής Αντιστάσεως μετά πολλών βασάνων και κινδύνων.
Και δυστυχώς, τον είχαν αναγνωρίσει στη βίλλα, τον Σπαρταλιάν, διότι το αυτοκίνητο με τους ρώσους μας περίμενε, παρκαρισμένο πίσω από την Σιτροέν.


Μουσικούλα: Chet Baker - Almost blue


Ζωγραφιά: Ανταύγειες στην άσφαλτο. πενάκι, παστέλ, ακρυλικά σε Α4 πολυτελείας.

Όνειρο τα χαράματα της 30ης Ιανουαρίου 2018



Είμαι σ' ένα νησί, μπορεί στη Σέριφο.

Είναι ένας δρόμος παραλλήλως της παραλίας, άσφαλτος. Κι' ένας χωματόδρομος καθέτως, ανεβαίνει στη Χώρα αυτός.

Κάθομαι στην συμβολή των δρόμων. Βανάκια τρέχουν με εξωφρενική ταχύτητα, σβιν, σβιν, υποτίθεται ανεβάζουν τον κόσμο απάνω, που έχει πανηγύρι. Αλλά δεν σταματάνε, σβιν, σβιν...

Είναι και ο Μπουλαλάκης μαζί, προσπαθεί να μου βρει ένα μέσο ν' ανέβω στη χώρα, αλλά εις μάτην, δεν σταματάνε. Είμαστε πολύ νέοι, εντωμεταξύ.

Με τα πολλά, πλησιάζει ένα παλιό φορκσβάγκεν πουλμανάκι. Πάει με το πάσο του.

-Α, να, θα πας με την Πόπη, λέει ο Μπουλαλάκης.

Κατεβαίνει η Πόπη χαμογελαστή χαμογελαστή.

-Βρε, χρόνια και ζαμάνια! λέει.

Εντός ολίγου πετάμε στον ουρανό, χάριν ενός παρεό ή σεντονιού πολύχρωμου, όλο τέτοια φόραγε η Πόπη από πάντα.

Τώρα εγώ κρατάω μια γωνία του παρεό και μια γωνία η Πόπη, και τραβάω λίγο τη γωνία, και πέρνουμε ύψος.

-Σιγά, λέει η Πόπη, όχι πολύ ψηλά, φοβάμαι.

Οπότε κατεβαίνω λίγο, και κόβουμε βόλτες πάνω από το νησί, στρίβω το σεντόνι, υπακούει.

Από κάτω, όλα υπέροχα και ανθηρά, ίσως να είναι Πάσχα, ή λίγο αργότερα, του Αγίου Πνεύματος.




Η ζωγραφιά: Η Πτήσις, παστέλ και ακρυλικά σε Α4 πολυτελείας.