Σάββατο, 27 Μαΐου 2017

III. Jean-Jacques Messie, Psychanalyste, Philosophe, Prophète. (Ο Εικονολήπτης, συνέχεια.)

Ζαν Ζακ Μεσσί, Λιονέλ Μέσσι.

Το 1995, ο Λιονέλ Μέσσι είναι οκτώ ετών. Έχει διαγνωστεί για ανεπάρκεια αυξητικής ορμόνης, αλλά κάνει θεραπεία, η οποία θα πάει καλά. Είναι ένας ταλαντούχος πιτσιρικάς, παίζει στα τσικό της Κλούμπ Ατλέτικο Νιουγέλς Ολ Μπόις του Ροζάριο, η οποία ιδρύθηκε το 1903 από έναν άγγλο μετανάστη και παίζει στην πρώτη εθνική της Αργεντινής από το 1939. Η Κλούμπ Ατλέτικο Νιουγέλς Ολ Μπόις, όχι ο Λιονέλ. Ο Λιονέλ δεν είναι ακόμα διάσημος. Διότι δεν είναι ακόμη γεννημένος, το 1939.
Τα παγκόσμια πρωτεία διασημότητος ατόμων με το επώνυμο Μέσσι τα κατέχει ακόμη ο Ζανζάκ Μεσσί, γάλλος ψυχαναλυτής και φιλόσοφος, φίλος του Σαρτρ, του Λεβί Στρώς και του Μπατάιγ, ιδρυτή της Ψυχαναλυτικής Εταιρείας του Παιδικού Τρικύκλου, που έρχεται κάθε χρόνο στο νησί με τους μαθητές του και τους οπαδούς του, κάνει μπάνιο στο Κλεισίδι, δίνει δημόσιες διαλέξεις όπου νάναι, και παίρνει πρωινό και απεριτίφ στης Μαργαρίτας. Ο Ζανζάκ Μεσσί φοράει φανταιζί πουκάμισα με μακριά μανίκια, καπνίζει χοντρά κορόνας, είναι πολύ αδύνατος και μοιάζει με σκαντζόχοιρο, μόνο που ο σκαντζόχοιρος έχει πολύ γλυκά μάτια και σοβαρούς λόγους να φοβάται τα αυτοκίνητα.
-Δεν ήξερα πως είναι και προφήτης, είπα στην Μαργαρίτα. Είχαμε τελειώσει τα καλωσορίσματα, κι ήθελα να την πειράξω λίγο. "Αυτός σ' έβαλε να τον διαφημίσεις στον τοίχο σου; Μέχρι τα καράβια που περνάνε για Κρήτη τον διαβάζουνε." Κακακα τα γέλια, η Μαργαρίτα, "καλέ τι λες εκεί, κάποιος από τους δικούς του ήρθε και τόγραψε". Σοβάρεψε κάπως. "Τσαντίστηκε μετά ο Ζανζάκ, μόλις τόδε, πω πω, ρεζίλι τον έκανε τον άνθρωπο, εδώ απόξω είμασταν, στην βεράντα, μπρος σ' όλο τον κόσμο, έλληνες, ξένοι, φώναζε, τον έδιωξε κακήν κακώς, από προχτές έχουμε να τον δούμε, ίσως και νάφυγε με το καράβι. Τι θα κάνω τώρα, που να κάθομαι να ξαναβάφω τον τοίχο, πνιγόμαστε στη δουλειά, από τις έξι το πρωΐ μέχρι τις μία τη νύχτα! Αλλά να τον αφήσω έτσι, μια αηδία είναι."
-Να μην βάψεις τίποτα, της είπα. "Έχει πλάκα." Και βάλθηκα να της εξηγώ γιατί είχε  γίνει τούρκος ο Ζανζάκ με την επιγραφή στον τοίχο της. "Πρώτον, διότι οι γάλλοι έχουν ένα ρητό που λέει πως τ' όνομα του τρελλού είναι γραμμένο παντού, κι' εντωμεταξύ ο Ζανζάκ είναι ψυχαναλυτής, οπότε καταλαβαίνεις το φαιδρόν του πράγματος. Δεύτερον, καπάκι με τον ψυχαναλυτή και τον φιλόσοφο, ο όποιος τον έγραψε τον έκανε και προφήτη, πούχει όλους αυτούς τους οπαδούς που κουβαλιώνται κάθε χρόνο να κρέμονται από το στόμα του. Τρίτον, το όνομα του Ζανζάκ γράφεται Messi, έχει ιταλικές ρίζες. Αυτός τόγραψε Messie επίτηδες, που προφέρεται μεν το ίδιο, αλλά θα πει Μεσσίας. Κατάλαβες τι τούκανε; Ο τυπάκος είναι πολύ έξυπνος, δεν τον ξέρω, αλλά είναι πολύ έξυπνος, κι' αυτό είναι που τσαντίζει πιο πολύ τον Ζανζάκ, που είναι πιο έξυπνος απ' αυτόν. Διότι ο Ζανζάκ θεωρεί τον εαυτό του μεγαλοφυία στα λογοπαίγνια, κι' αυτός τον σαρκάζει με ένα έξοχο λογοπαίγνιο, που ο Ζανζάκ δεν θα μπορούσε να σκεφτεί τόσο έξυπνο."  
Η Μαργαρίτα ήταν σκεπτική. Ήθελε να βάλει τα γέλια, αλλά διαισθανόταν πως είχε πρόβλημα με τον τοίχο. Δεν ήθελε να χάσει τον Ζανζάκ από πελάτη. Έφερνε κόσμο. Εκτός από αυτόν και τους μαθητές του, δεκάδες ακόμη συνέρρεαν στο μαγαζί να τον ακούσουν να μιλάει. Κι΄ ήταν διαφήμιση και για του χρόνου και για τ' αντίχρονου. Το νησί δούλευε πολύ με γάλλους που έρχονταν ν' ακούσουν τον Ζανζάκ.
-Κάτσε να σου φέρω την ομελετίτσα σου, είπε τελικά.
Ήταν ακόμα νωρίς, το μαγαζί ήταν άδειο, μόνο ο Χανς έπινε την μπύρα του στον ήλιο. Ευτυχώς φοράει το τζιν του όταν έρχεται εδώ, είπα μέσα μου και γέλασα. Η Μαργαρίτα έφερε την ομελετίτσα μου -την σπέσιαλ Μαργαρίτα- και κάθισε.
-Ξέρεις τι σκέφτομαι, είπε. "Άμα τον βάψω ίσως ο Ζανζάκ να τσαντιστεί χειρότερα. Γιατί θα καταλάβει πως κατάλαβα τι λέει η επιγραφή. Ενώ αν κάνω το κορόιδο, τρέχα γύρευε. Εκτός από τους δικούς του που τους τραβάει από τη μύτη, όσοι ξέρουν γαλλικά θα νομίζουν πως είναι πλάκα του Ζανζάκ στον εαυτό του. Ε, μετά, γερμανοί, ολλανδοί, σκανδιναυοί, πέρα βρέχει, δεν καταλαβαίνουν Χριστό, που να καταλάβουν Μεσσία..."
Πελάτες άρχισαν να πιάνουν τα τραπεζάκια της βεράντας. Η Μαργαρίτα σηκώθηκε να πάει στην κουζίνα της.
Εμφανίστηκε ένας νεαρός γίγας. Είχε μαύρα μαλλιά που του πέφταν στον σβέρκο, φόραγε μαύρο τισέρτ, και μαύρο βρακί από κείνα που κατεβαίνουν μέχρι λίγο κάτω από το γόνατο κι έχουνε τσέπες παντού,  και αθλητικά παπούτσια ολοκαίνουργα, κι' ένα μικρό σακίδιο. Έβγαλε ένα μάτσο χαρτιά, κι άρχισε να τα μοιράζει γύρω στα τραπεζάκια. Είχε τα μάτια του προσηλωμένα στα χαρτιά, ούτε χαιρέτησε, ούτε χαμογέλασε ούτε κοίταξε κάποιον στα μάτια. Μούδωσε κι' εμένα ένα:

ΚΑΤΑΖΗΤΕΙΤΑΙ
JEAΝ JACQUES MESSI

PARCE QUE IL TROMPE LE PASSIENT ET LA COMMUNAUTE PSI GENERALEMENT QUAND IL DIT QUE L' HOMME SE COMPOSE DE TROIS STADES, "LE BIOPULSIONNEL, L' AUTRESOI ET LE LANGUESTITUTIONNEL" ET IL DIT QUE "LE BIOPULSIONNEL EST IMPOSSIBLE" ET QUE LE PHALLUS N' EXISTE PAS, QUI SE REPRESENTE AVEC LE NUMERO IMAGINAIRE RACINE DE MOINS UN, QUE N' EXISTE PAS. VOUS PRETENDEZ QUE L' AUTRESOI CA COMMENCE PAR LE BEBE QUI SE REGARDE DANS LE MIRROIR ET SE CROIT UN AUTRE BEBE AU DEBUT, MAIS APRES COMPREND BIEN SUR QUE C' EST LUI. D' OU CA VIENT CA? VOUS CROYEZ QUE  LE LANGUESTITUTIONNEL EST QUAND L' ENFANT COMMENCE A PARLER, ALORS IL COMPREND LE ROLE PATERNEL QUI EST LE POUVOIR EN GENERAL, ET L' OPPRESSION EN PARTICULIER, L' INSTITUTEUR, L' ARMEE, LES FLICS, LOI, EGLISE, TOUBIB, ETC, ET LE BIOPULSIONNEL, QUI EST NOTRE ETAT NATUREL, N' EST ACCESSIBLE QUE VIA LE LANGUESTITUTIONNEL, DONC ON PEUT PAS SE REVOLTER.   QUAND JE FAISAIS DES SEANCES AVEC VOUS, AU BOUT DE 10-20 MINUTES VOUS ME DISIEZ DE PARTIR, MAIS VOUS DEMANDEZ TOUT L' ARGENT, ET J' ATTENDAIS EN VAIN, PAS D' AMELIORATION. ET QUAND JE VOUS AI DIT QUI J' ETAIS VRAIMENT, VOUS M' AVEZ DIT DE ARRETER LES SEANCES, ET DEPUIS VOUS ME PERSECUTEZ, A PARIS, DANS L' ILE, LA MERE EGEE, CAR JE SAIS QUI VOUS ETES ET DANS QUEL BUT, LA RESTAURATION DU DUCHE LATIN DE L' ARCHIPEL, VU QUE VOTRE BAC C' ETAIT CHEZ LES JESUITES. CAR SI JE PARLE, CA SERA POUR VOUS LA PERCLUSION A VIE PAR LA SOCIETE PSI ET PAS SEULEUMENT, CAR IL Y A AUSSI RESPONSABILITE PENALE ET CIVILE.

ΔΙΟΤΙ ΕΞΑΠΑΤΑ ΤΟΥΣ ΑΣΘΕΝΕΙΣ ΚΑΙ ΤΗΝ ΔΙΕΘΝΗ ΚΟΙΝΟΤΗΤΑ Ψ ΛΕΓΟΝΤΑΣ ΠΩΣ Η ΨΥΧΗ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ ΑΠΟΤΕΛΕΙΤΑΙ ΑΠΟ ΤΡΙΑ ΣΤΑΔΙΑ, "ΤΟ ΒΙΟΡΜΗΤΙΚΟ, ΤΟ ΑΛΛΑΥΤΟ ΚΑΙ ΤΟ ΓΛΩΣΣΟΘΕΣΜΙΚΟ," ΚΑΙ ΛΕΤΕ ΠΩΣ "ΤΟ ΒΙΟΡΜΗΤΙΚΟ ΕΙΝΑΙ ΑΔΥΝΑΤΟΝ," ΚΑΙ ΠΩΣ "Ο ΦΑΛΛΟΣ ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΕΙ," Ο ΟΠΟΙΟΣ ΑΝΑΠΑΡΙΣΤΑΤΑΙ ΜΕ ΤΟΝ ΦΑΝΤΑΣΤΙΚΟ ΑΡΙΘΜΟ ΡΙΖΑ ΤΟΥ ΜΕΙΟΝ ΕΝΑ. ΛΕΤΕ ΠΩΣ ΤΟ ΕΙΚΟΝΕΑΥΤΟ ΞΕΚΙΝΑΕΙ ΜΕ ΤΟ ΜΩΡΟ ΠΟΥ ΚΟΙΤΑΕΙ ΤΟΝ ΕΑΥΤΟ ΤΟΥ ΣΤΟΝ ΚΑΘΡΕΦΤΗ ΚΑΙ ΝΟΜΙΖΕΙ ΠΩΣ ΕΙΝΑΙ ΑΛΛΟ ΜΩΡΟ. ΑΠΟ ΠΟΥ ΣΥΜΠΑΙΡΕΝΕΤΑΙ ΑΥΤΟ, ΤΟ ΡΩΤΗΣΑΤΕ;  ΛΕΤΕ ΠΩΣ ΤΟ ΓΛΩΣΣΟΘΕΣΜΙΚΟ ΑΡΧΙΖΕΙ ΟΤΑΝ ΑΡΧΙΖΕΙ ΤΟ ΠΑΙΔΙ ΝΑ ΜΙΛΑΕΙ, ΚΑΤΑΛΑΒΑΙΝΕΙ ΤΟΝ ΡΟΛΟ ΤΟΥ ΠΑΤΕΡΑ, ΤΟ ΟΠΟΙΟ ΕΙΝΑΙ ΓΕΝΙΚΟΤΕΡΑ Η ΕΞΟΥΣΙΑ ΚΑΙ ΕΙΔΙΚΟΤΕΡΑ ΚΑΤΑΠΙΕΣΗ, Ο ΔΑΣΚΑΛΟΣ, Ο ΣΤΡΑΤΟΣ, ΜΠΑΤΣΟΙ, ΝΟΜΟΣ, ΕΚΚΛΗΣΙΑ, ΤΡΕΛΛΟΓΙΑΤΡΟΙ ΚΛΠ. ΤΟ ΒΙΟΡΜΗΤΙΚΟ ΠΟΥ ΕΙΝΑΙ Η ΦΥΣΙΚΗ ΜΑΣ ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ, ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΠΡΟΣΒΑΣΙΜΟ ΠΑΡΑ ΜΟΝΟ ΜΕΣΩ ΑΠΟ ΤΟ ΓΛΩΣΣΟΘΕΣΜΙΚΟ, ΑΡΑ ΔΕΝ ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΥΠΑΡΧΕΙ ΕΞΕΓΕΡΣΗ.  ΟΤΑΝ ΕΚΑΝΑ ΣΥΝΕΔΡΙΕΣ ΜΑΖΙ ΣΑΣ ΣΤΟ ΠΑΡΙΣΙ, ΣΤΑ 10-15 ΛΕΠΤΑ ΜΕ ΔΙΩΧΝΑΤΕ, ΑΛΛΑ ΤΑ ΛΕΦΤΑ ΤΑ ΘΕΛΑΤΕ ΟΛΑ, ΚΑΙ ΕΓΩ ΠΕΡΙΜΕΝΑ ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ, ΑΛΛΑ ΦΥΣΙΚΑ ΤΙΠΟΤΑ. ΚΙ ΑΜΑ ΣΑΣ ΕΙΠΑ ΠΟΙΟΣ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΑ ΕΙΜΑΙ, ΕΙΠΑΤΕ ΝΑ ΣΤΑΜΑΤΗΣΟΥΜΕ ΤΙΣ ΣΥΝΕΔΡΙΕΣ ΕΝΤΕΛΩΣ. ΑΠΟ ΤΟΤΕ ΜΕ ΚΑΤΑΔΙΩΚΕΤΕ ΚΑΙ ΣΤΟ ΠΑΡΙΣΙ ΚΑΙ ΣΤΟ ΝΗΣΙ ΚΑΙ Σ΄ ΟΛΟ ΤΟ ΑΙΓΑΙΟ, ΔΙΟΤΙ ΞΕΡΩ ΠΟΙΟΣ ΕΙΣΑΣΤΕ ΚΑΙ ΤΙ ΣΚΟΠΟ ΕΧΕΤΕ, ΤΗΝ ΕΠΑΝΙΔΡΥΣΗ ΤΟΥ ΛΑΤΙΝΙΚΟΥ ΔΟΥΚΑΤΟΥ ΤΟΥ ΑΡΧΙΠΕΛΑΓΟΥΣ. ΕΙΝΑΙ ΓΝΩΣΤΟ ΠΩΣ ΤΕΛΕΙΩΣΑΤΕ ΛΥΚΕΙΟ ΣΤΟΥΣ ΙΗΣΟΥΙΤΕΣ. ΑΝ ΜΙΛΗΣΩ, ΘΑ ΥΠΑΡΞΕΙ ΙΣΟΒΙΟΣ ΑΠΟΚΛΕΙΣΜΟΣ ΣΑΣ ΑΠΟ ΤΗΝ ΚΟΙΝΟΤΗΤΑ Ψ, ΚΑΙ ΟΧΙ ΜΟΝΟΝ, ΥΠΕΧΕΤΕ ΠΟΙΝΙΚΕΣ ΚΑΙ ΑΣΤΙΚΕΣ ΚΗΡΩΣΕΙΣ.  

                                                                       GIOVANNI DE LO CAVO
                                                                GRAND DUC DE LA MARINE BYZANTINE

Κοίταζα τα τραπεζάκια να δω τις αντιδράσεις των άλλων παραληπτών του τρακτ. Το φαν κλαμπ του Ζανζάκ. Αρχίσαν να 'ρχονται από νωρίς, όπου νάναι θα εμφανιστεί κι' αυτός, σκέφτηκα. Έπαιρναν το χαρτί, θα νόμιζαν πως ήταν διαφημιστικό κάποιας θαλάσσιας εκδρομής με καΐκι και πικνίκ στον Τσικουδόχοιρο, μα όταν καταλάβαιναν το απέφευγαν σαν κηδειόχαρτο με τ' όνομά τους. Άλλά ούτε το πέταγαν στον παρακείμενο σκουπιδοντενεκέ, ούτε φτιάχναν σαΐτες. Φοβώνται το γιγάντιο παιδί, σκέφτηκα. Για δες, το αφήνουν στο τραπέζι, και κάνουν πως δεν υπάρχει πια, δεν υπάρχει κι' ο γίγας που το μοιράζει. Τον φοβώνται...Κι΄ εντωμεταξύ όλο συνέρρεαν πλήθος οι πρωϊνοί θαμώνες στης Μαργαρίτας, έμπαιναν παρέες παρέες, στριμώχνονταν στα τραπεζάκια, στους πάγκους, στα σκαλάκια, ακούμπαγαν όρθιοι στους τοίχους, χαιρετιόνταν, μίλαγαν, γέλαγαν, όλοι γνωρίζονταν μεταξύ τους. Ευτυχώς που δεν ξέρω κανέναν τους, είπα. Δεν θα κάτσουν εδώ να με στριμώξουν. Κοίταγα την αδειανή καρέκλα που καθόταν πιο πριν η Μαργαρίτα. Ο Χανς κοίταγε την θάλασσα. Αυτός δεν είχε αδειανή καρέκλα στο τραπεζάκι του. Η συνείδηση του Χανς ήταν ολάκερη στραμμένη στην θάλασσα.
-Μπορώ να καθήσω μαζί σας; με ρώτησε στα γαλλικά. "Δεν έχει ελεύθερο τραπεζάκι."

Μπορώ να καθήσω μαζί σας;

- Ασφαλώς, της είπα, και πήρα πιο δω το άδειο πιάτο μου και τον καφέ μου.
Τουλάχιστον αυτή το διαβάζει, σκέφτηκα. Κι' ήταν και όμορφη, και κομψή, με καστανά μάτια και φράντζες και σέξι ζυγωματικά. Την κοίταζα καθώς διάβαζε. Τέλειωσε, κι' έβαλε κάτι μαύρα γυαλιά.
-Βγάλατε άκρη; ρώτησα. "Γιατί εγώ δεν κατάλαβα και πολλά."
-Τον ξέρετε τον Ζανζάκ; ρώτησε κι' εκείνη. "Δεν είσαστε του χώρου;"
-Τον βλέπω κάθε χρόνο στο νησί. Ξέρω πως είναι ψυχαναλυτής και φιλόσοφος και προφήτης, το γράφει στον τοίχο.
-Α, βέβαια, το γράφει. (Χαμογέλασε πίσω από τα γυαλιά, μου φάνηκε.) "Δεν ξέρω πως το πήρατε εσείς,  όπως και νάχει η αλήθεια είναι πάντα μοιρασμένη."
-Και το χαρτί του παιδοβούβαλου που διαβάσατε;
-Α, μεγάλη ιστορία και πικρή! Κοιτάξτε, ο Μεσσί δεν είναι ντενεκές. Ας μην ξεγελιόμαστε από τον ναρκισσισμό του, την μεγαλομανία, την περιφρόνησή του για τους άλλους, την εξάρτησή του από τους αυλοκόλακες, κι' εν τέλει για την καταστροφική του μανία για την ίδια του την δουλειά, την δική του θεωρία, την προσφορά...
-Φωτίστε με.
Έκατσε πίσω στην καρέκλα της.
-Αφού θέλετε! (Τώρα χαμογελούσε, σίγουρα.) "Θα σας τα πω με δικά μου λόγια, δεν μπορώ αλλιώς. Γεννιόμαστε, είναι απλό. Δεν μιλάμε, δεν αναγνωρίζουμε ούτε πρόσωπα, ούτε πράγματα, δεν διαφέρουμε από ένα κουτάβι ή ένα γατάκι, είμαστε τα προϊόντα της βιολογικής ένωσης δύο ομοειδών θηλαστικών. Τα βράχια, η θάλασσα, το φως του ήλιου, η μαμά μας, εμείς οι ίδιοι ως ζωντανά όντα, όλα αυτά είναι ένα κουβάρι μέσα στο μυαλό μας, ή μάλλον δεν υπάρχουν καν, άρα με την έννοια αυτή κι' εμείς δεν υπάρχουμε γιατί δεν είμαστε ικανοί να σκεφτούμε πως υπάρχουμε. Ωστόσο, κάτι που θα μπορούσαμε να το πούμε ένστικτο ή ορμή για ζωή ή αυτοσυντήρηση ή όλα αυτά μαζί ή κάτι τέτοιο, μας κάνει να ειδοποιούμε πως πεινάμε: βάζουμε τις φωνές και τα κλάματα. Λοιπόν, αυτή την κατάσταση την αμέσως μετά την γέννηση, ο Μεσσί την είπε "Το Βιορμητικό".
-Κατάλαβα, είπα κι' εγώ.
-Αρχίζουμε λοιπόν να μεγαλώνουμε. Όπως είπαμε, όταν πεινάμε κλαίμε για να μας ταΐσει η μαμά μας. Έτσι, σιγά σιγά αντιλαμβανόμαστε την ύπαρξη της μαμάς μας πιο ολοκληρωμένα, μαθαίνουμε να ξεχωρίζουμε την εικόνα της. Ξεκινώντας από την μαμά, αρχίζουμε να μαθαίνουμε πως και τ' άλλα πρόσωπα ή πράγματα γύρω μας, ο ουρανός, ο μπαμπάς, το κρεβατάκι μας, η γιαγιά, ο ήλιος, ένα άλλο παιδάκι, είναι κάτι τι ξεχωριστό, είναι διαφορετικές εικόνες και γενικότερα αισθήσεις, άλλοτε ευχάριστες, άλλοτε δυσάρεστες, πάντως διαφορετικές. Ωστόσο, εκείνο που δεν ξέρουμε ακόμη είναι η ίδια μας η εικόνα. Αυτήν θα την μάθουμε όταν δούμε τον εαυτό μας στον καθρέφτη για πρώτη φορά. Στην αρχή νομίζουμε πως πρόκειται για ένα άλλο παιδάκι. Ώσπου στο τέλος καταλαβαίνουμε πως αυτό το άλλο παιδάκι είμαστε εμείς. Γινόμαστε ένα ξεχωριστό πρόσωπο στον κόσμο από την στιγμή που το ξέρουμε εντελώς και το βλέπουμε, κι' όλα τ' άλλα πράγματα και πρόσωπα έχουν ξεχωρίσει κι' αυτά κάπως στο μυαλό μας. Αυτή την κατάσταση του ξεχωρίσματος ο Μεσσί την είπε "Το Εικονεαυτό."
-Ναι, είπα. "Ενδιαφέρουσα σκέψη."
-Συνεχίζουμε συνεπώς να μεγαλώνουμε. Και τώρα αρχίζουμε να μιλάμε. Όσα μέχρι τώρα ήταν εικόνες κι' αισθήσεις και ανάγκες, γίνονται λέξεις. "Μαμά" είναι συνήθως η πρώτη λέξη που μαθαίνουμε, μετά μαθαίνουμε και τον "μπαμπά". Σιγά-σιγά, ο μπαμπάς παίρνει κάποιο νόημα, διότι όταν ήμασταν στο στάδιο που λέγαμε Βιορμητικό ο μπαμπάς ήταν εξ αντικειμένου κάποιος που είχε συμβάλει στην δημιουργία μας, αλλά αν δούμε τον κόσμο όπως τον βλέπει ένα βρέφος, ο μπαμπάς είναι κάποιος εντελώς ανύπαρκτος. καθότι το βρέφος δεν έχει την παραμικρή ιδέα περί της διαδικασίας της συλλήψεώς του. Όμως στο νέο στάδιο, ο ανύπαρκτος βιολογικός μπαμπάς ντύνεται με το όνομα "μπαμπάς," και γίνεται ένα νέο πράγμα, όπου το όνομα "μπαμπάς" έχει καταβροχθίσει τον βιολογικό μπαμπά, όπου και οι δύο μπαμπάδες είναι ένα πράγμα αξεχώριστο, σκεφτείτε ένα πιροσκί, από μέσα είναι κιμάς κι' από έξω ζυμάρι, αλλά δεν είναι ούτε κιμάς ούτε ζυμάρι, είναι πιροσκί. Κι' ωστόσο είναι πολύ ξεχωριστό, αυτό το πιροσκί. Ξεχωριστό διότι  ο μπαμπάς κατέχει πολύ σημαντική θέση στην ζωή του παιδιού και της μαμάς του. Τώρα είναι τρείς, κι' οι τρείς είναι μια μινιατούρα κοινωνίας, και μια κοινωνία χρειάζεται γλώσσα για να μπορεί να συνεννοείται, έτσι ώστε να οριστούν κάποιοι κανόνες συμβίωσης. Ο βασικός κανόνας λέει πως ο μπαμπάς θα είναι ο αρχηγός, γιατί από πολύ παλιά ήταν αυτός που είχε την μεγαλύτερη μυϊκή δύναμη και μπορούσε να κυνηγάει, να ταΐζει και να προστατεύει μάνα και παιδί. Έτσι, στους περισσότερους πολιτισμούς, η βιολογική τσουτσούνα του μπαμπά έγινε "φαλλός," σύμβολο αυτής της δύναμης και της εξουσίας του. Αυτό το στάδιο ο  Μεσσί το είπε "Το Γλωσσοθεσμικό".
-Καλά όλα αυτά, ξαναείπα, "αλλά λίγο πολύ γνωστά κι' από πιο παλιά."
-Ναι, αν εξαιρέσετε την σημασία της γλώσσας. Το βιορμητικό όργανο αναπαραγωγής που έγινε φαλλός ντύνεται εν συνεχεία με μια τεράστια ποικιλία από λέξεις και γίνεται ένα άπειρο πλήθος μπαμπάδων και δύναμης, ας πούμε θεός ή εθνάρχης, δάσκαλος, λοχίας, ιδρυτής, αφέντης, εφευρέτης, συγγραφέας, νόμος, τιμωρός, ποταμός που ποτίζει και κατάρτι που ταξιδεύει, γίνεται το ιερό τύμπανο που ο βασιλιάς κρεμάει τα πέη και τ' αρχίδια των ηττημένων αποξηραμένα, τα πέη και τ' αρχίδια όσων τους πήρε την ζωή και το βασίλειο και την ερωτική ορμή. Και μένει πάντα Ο Φαλλός, το ίδιο βιολογικό πέος που έλιωσε μέσα σε καινούργιες λέξεις, πλάστηκε σε νέες έννοιες, όπως το αλεύρι γίνεται πιροσκί, ψωμί, κουλουράκια, παξιμάδια, μακαρόνια, αλλά προς θεού! το σκέτο πρωταρχικό αλεύρι είναι αδύνατο να το φάμε, θα κάνουμε εμετό. Αυτό θέλει να πει ο Μεσσί όταν λέει πως το Βιορμητικό είναι αδύνατο, και πως ο Φαλλός δεν υπάρχει, ή πως Φαλλός είναι ο φανταστικός αριθμός γιώτα ίσον ρίζα του μείον ένα.
-Και η Ψυχαναλυτική Εταιρεία του Παιδικού Τρικύκλου, τι ακριβώς είναι; ρώτησα.
-Να, βλέπετε, μου εξήγησε, το τρίκυκλο είναι το παιδικό ποδηλατάκι, έχει λοιπόν τρείς ρόδες, το Βιορμητικό, το Εικονεαυτό και το Γλωσσοθεσμικό. Αν μία ρόδα σπάσει, το παιδάκι τσακίζεται και σπάει το κεφάλι του. Θέλω να πω ότι αν κάποιο από τα τρία στάδια δεν αναπτυχθεί ομαλά, ε, αυτό γίνεται ψυχική νόσος, σοβαρή ή λιγότερο σοβαρή, εξαρτάται.
Μου εξηγούσε σαν να ήταν η μαμά μου, που ποτέ δεν είχα τέτοια μαμά. Γιατί αυτή η μανούλα μιλούσε σαν παιδί. Και άλλοτε πάλι μιλούσε σαν τσουλί, και άλλοτε σαν αναστενάρισσα που χορεύει στα κάρβουνα του Αη Γιάννη. Είχα μείνει άπνους και άφωνος, κι' έψαχνα κάτι να πω ώστε να μην της φαίνομαι εντελώς κόπανος.
-Χωρίς τις δικές σας εξηγήσεις, αυτά που λέει ο Μεσσί είναι παραδοξολογίες για ντιντήδες, είπα κι' έδειξα με το πηγούνι τα τραπεζάκια. Περίμενα να δω αν θα θυμώσει. Χαμογέλασε.
-Του αρέσει να γοητεύει, είπε. "Μα του αρέσει να γοητεύεται, επίσης. Από τους φιλοσόφους, τους ανθρωπολόγους, τους μαθηματικούς, τους καλλιτέχνες. Ερωτεύεται τις ιδέες τους, τις αποπλανεί, τις κάνει δικές του."
-Τις ιδέες τους;
-Ναι.
-Ωραία, κι ο παίδαρος με τα τρακτ; ρώτησα ξανά.
-Ω! Ας πούμε πως η μαμά του έκαψε στον φούρνο τα πιροσκί με τον μπαμπά. Ο μικρός πήρε τον κακό δρόμο, τον έπιασαν να τα σπάει  στην επέτειο του Πολυτεχνείου σας, πάνε κάτι χρόνια, είχε εθιστεί και στην ηρωΐνη. Ύστερα έφυγε να σπουδάσει ψυχολογία στην Σορβόννη, αλλά δεν είχε την αναγκαία συγκρότηση όπως θα καταλάβατε από το κείμενο που μοίρασε. Ωστόσο παρακολούθησε λίγο τα σεμινάρια του Ζανζάκ, τα καλοκαίρια ερχόταν εδώ να τον ακούσει, μετά άρχισε ανάλυση μαζί του. Όμως όταν του αποκάλυψε πως ήταν ο Τζιοβάννι ντε λο Κάβο μετεμψυχωμένος, δηλαδή όταν ο Ζανζάκ κατάλαβε πως ο μικρός δεν είχε επαφή με την πραγματικότητα, καταλαβαίνετε πως η ανάλυση δεν μπορούσε να συνεχιστεί άλλο. Χρειαζόταν νοσηλεία και φαρμακευτική αγωγή.  
-Και ποιός ήταν ο πραγματικός Τζιοβάννι ντε λο Κάβο που λέει το τρακτ;
Τζιοβάννι ντε λο Κάβο
-Παιδί του νησιού. Γεννήθηκε εδώ από γονείς γενοβέζους. Ριψοκίνδυνος πειρατής, αρμένιζε στις Σποράδες και την Εύβοια, ενίοτε και στο Ιόνιο. Είχε αδυναμία στα εμπορικά πλοία της Γαληνοτάτης. Έπειτα μπήκε στην υπηρεσία του Μιχαήλ Παλαιολόγου, τον βοήθησε να ξαναπάρει τις Κυκλάδες από τους Λατίνους. Κι' αυτός τον έκανε Μέγα Δούκα, κάτι σαν αρχιναύαρχο. Καταλαβαίνετε που έμπλεξε ο δόλιος ο παίδαρος...
-Γνωρίζετε πολλά, κι' ακόμα περισσότερα για την ιστορία του νησιού, είπα.
-Ευχαριστώ, ευγενικό εκ μέρους σας, ξεγλύστρησε. Και δεν μου είπε άλλα για την ίδια.
Ώσπου ο Ζανζάκ Μεσσί, ο ταχυδακτυλουργός του Λόγου, ο ποιητής των ψυχών, κατέφθασε με πούρο και βυσινί εμπριμέ πουκάμισο, χαιρετώντας και καρκινοβατών σαν κάβουρας. Το πλήθος χαιρέτησε την άφιξή του με ένα θερμό χειροκρότημα, ένα τραπεζάκι στρώθηκε στο κέντρο της βεράντας, ένα πλαστικό μπουκάλι εμφιαλωμένο νερό μ' ένα ποτήρι τον υποδέχθηκαν δροσερά, κι' ένα μικρόφωνο μικροφώνησε διάπλατα να αγκαλιάσει την φωνή του.  Κάποιος μας ενημέρωσε πως ο δάσκαλος δεν είχε προκαθορίσει το θέμα της διάλεξης, που δεν ήταν διάλεξη άλλωστε.
-Ακούτε όλοι; ήταν η πρώτη του ευλογία στους συγκεντρωμένους.
-Ακούμε, είπαν εκείνοι.
-Οι ερωτήσεις με ενδιαφέρουν... είπε ξανά ο Ζανζάκ Μεσσί, κι' έκανε μια μεγάλη παύση. "Με ενδιαφέρουν πολύ... Με ενδιαφέρουν πολύ με την έννοια ότι κάθε ερώτηση...(κι' άλλη μεγάλη παύση)...δεν εδράζεται παρά μόνον σε μίαν απάντηση...(κι' άλλη μεγάλη παύση)...Είναι βέβαιον...(κι' άλλη μεγάλη παύση)...πως κάνουμε ερωτήσεις μόνον...(παύση)...καλημέρα (χαμογέλασε σε μία ωραία κοπέλλα που άκουγε πάρα πολύ  απορροφημένη, η οποία ταράχτηκε)...όταν υπάρχουν απαντήσεις...(κι' άλλη μεγάλη παύση)...Γεγονός που φαίνεται να  περιορίζει πολύ...(κι' άλλη μεγάλη παύση)...την εμβέλεια των ερωτήσεων..."  Έτσι μίλαγε, με μεγάλες παύσεις, κι' έχανα τον ειρμό των όσων έλεγε. Όμως οι άλλοι τον άκουγαν με μεγάλη προσήλωση. Θα τον είχαν συνηθίσει να μιλάει έτσι, και δεν θα τους δυσκόλευε στην κατανόηση.
-Η μεταβίβαση είναι αγάπη...είπε κι' έκανε άλλη μια μεγάλη παύση. "Αναρωτιέμαι όμως..." ξανάρχισε θλιμμένα. Και ξαφνικά έβγαλε μιαν τρομακτική τσιρίδα: "...γιατί να αγαπάμε ένα τέτοιο ον!...(κι' άλλη μεγάλη παύση, και μετά ήρεμα)...Ας αφήσουμε προς το παρόν την ερώτηση να αιωρείται...(κι' άλλη μεγάλη παύση)...να διατυπώσω κάπως αυτή την, σχετικά με την μεταβίβαση για την οποία ομιλούσα...(κι' άλλη μεγάλη παύση)...με όρους που δεν είναι...(κι' άλλη μεγάλη παύση)...παρά μόνον παγίδες...(κι' άλλη μεγάλη παύση)...ως συνήθως, όπως σε οτιδήποτε λέω...(κι' άλλη μεγάλη παύση, και μετά με οργισμένες τσιρίδες)...γιατί άραγε να έλεγα κάτι διαφορετικό από εκείνο για το οποίο πραγματικά πρόκειται;...(κι' άλλη μεγάλη παύση)...ακριβώς...(κι' άλλη μεγάλη παύση)...όταν πρόκειται για το ασυνείδητο...(κι' άλλη μεγάλη παύση)...Δεδομένου του ότι η γλώσσα ουδέποτε επιτρέπει, ουδέποτε δίδει...(καμωνόταν τώρα μιαν λεπτή και μειλίχια φωνή ψεύτικου κοντρατενόρου)...παρά πράγματα που έχουν τρία, πέντε, εικοσιπέντε νοήματα...(κι' άλλη μεγάλη παύση)...το θέμα που υποτίθεται πως γνωρίζουμε".
Καταλάβαινα τι εννοούσα πως εννοούσε, δηλαδή πως η γλώσσα είχε μάλλον πολλά νοήματα, τα οποία εγώ δεν τάπιανα, και τα οποία ήταν βαθειά ριζωμένα στην ψυχή μου. Ειδικώς η μητρική γλώσσα. Αλλά αυτός γιατί μπερδευόταν σε τέτοιον βαθμό και θύμωνε και παραφερόταν; Θα παραληρεί τώρα αυτός, σκέφτηκα, ή διασκεδάζει λέγοντας ασυναρτησίες στις οποίες οι άλλοι προσθέτουν καλή τη πίστει κάποιο νόημα, όπως ο αρχαιολόγος ανασυνθέτει λίγο πολύ αυθαιρέτως ένα κατεστραμμένο ψηφιδωτό από τα ελάχιστα πετραδάκια που άφησε ο χρόνος στην θέση τους. Πάντως ήταν ικανοποιημένος απ΄ όσα είχε πει, γιατί ξανάναψε το πούρο του επιμελώς, και ρούφηξε και μια γερή, και καθόταν και μας κοίταγε.
Τόση ώρα, ο Χανς καθόταν στο τραπεζάκι του και ατένιζε τα νησάκια απέναντι. Ήταν δύο ξερονήσια μια σταλιά, δύο μίλια ανοιχτά. Ξαφνικά σηκώθηκε όρθιος, και με την παλάμη δείχνοντας προς τα κει άρχισε να απαγγέλει:

Στάιν, Μέερ, Ζόννε, Μόντε
Ιχ Σίκε τσού ντίρ Φώιερ, Ντιάνα, τσού ντίρ Φώιερ Ιχ σίκε
νταμίτ ντου μπρινγκέστ μιτ βάσσερ, αμ μόργκεν βάσσερ νταμίτ ντου μπρινγκέστ μιτ
Ιχ, ντράι τάγκεν. Φένιξ, Ιχ κόμμε τσουρούκ, άιν νώιγκεμπόρενες*

-Για αρκετό καιρό, συνέχισε ο Ζανζάκ Μεσσί μετά από μια μεγάλη παύση, "ίσως πιστεύαμε πως οι ψυχαναλυταί ήξεραν κάτι τις...(κι' άλλη μεγάλη παύση)...αυτό δεν απαντάται πια συχνά...(αυτό το είπε πολύ ειρωνικά, κι' έκανε κι' άλλη μεγάλη παύση να γελάσει το κοινό)...(οργισμένος τώρα) το άκρον άωτον είναι πως δεν πιστεύουν ούτε οι ίδιοι...(κι' άλλη μεγάλη παύση)...και αυτό ακριβώς είναι το σφάλμα τους...(κι' άλλη μεγάλη παύση)...είναι ακριβώς όπως το ασυνείδητο στον πραγματικό του ορισμό...(κι' άλλη μεγάλη παύση, και μετά πάλι οργισμένος) δεν ξέρουν ότι ξέρουν...
Κι' άλλη μεγάλη παύση, αλλά δεν πρόλαβε να πει άλλα. Ο μούργος με τ' όνομα Τζιοβάννι ντε λο Κάβο είχε πλησιάσει με γατίσια βήματα στο τραπεζάκι του Ζανζάκ. Κανείς δεν πρόλαβε να κάνει κάτι. Αλλά και ποιός να τολμούσε; Οι διαστάσεις του νεαρού ήταν αποτρεπτικές.
Έπιασε το μπουκάλι κι' άρχισε να χύνει το περιεχόμενό του στο τραπεζάκι. Ο Ζανζάκ τον κοίταζε με ενδιαφέρον, έτσι μου φαινόταν τουλάχιστον. Ύστερα, ο γίγας άρπαξε το τραπεζάκι, το σήκωσε σαν πούπουλο και το εκσφενδόνισε κάτω από την βεράντα. Το τραπεζάκι έκανε την δέουσα φασαρία.

εκσφενδόνισε το τραπεζάκι
-Ποιός πούστης πετάει τραπεζάκια από πάνω; ακούστηκε μια φωνή από το μονοπάτι.
-Έχω κι' εγώ δικαίωμα να εκφραστώ, είπε στον Ζανζάκ ο πελώριος μούργος. "'Όπως έχετε εσείς το δικαίωμα να εκφραστείτε, έτσι έχω και εγώ το δικαίωμα να εκφραστώ."
-Το κάνατε. Που θέλετε να καταλήξετε, είπε ο Ζανζάκ Μεσσί.
-Πως δεν είσαστε ούτε Μεσσίας, ούτε προφήτης, απάντησε ο γιγαντάκος ελληνικά. "Εγώ αγωνίζομαι να ελευθερώσω τα νησιά μας από τον λατινικό ζυγό, εσείς μας απασχολείτε με ένα σωρό ανοησίες που δεν τις σκεφτόσαστε που τις ξεφουρνίζετε, και μετά καθόσαστε και γελάτε με όλα αυτά τα κορόιδα που μαζεύονται και σας ακούνε με τα ναρκισσιστικά σας φληναφήματα. Με σκοπό ποιόν άλλο; το κέρδος. Έχω λοιπόν χρέος να χτυπάω με όποιο μέσο έχω στην διάθεσή μου το επαίσχυντο εμπόριο το οποίο διεξάγετε στο Αιγαίο, και να απαλλοτριώνω τα κέρδη σας όπως και όποτε μπορώ, αυτός είναι ο ιερός αγώνας μου εδώ και έξι αιώνες, ζήτω η Ανατολική Ρωμαϊκή και Ελληνική Αυτοκρατορία, προσδοκώ παλινόρθωση του Κράτους του Κωνσταντίνου Παλαιολόγου Δραγάση, που είναι μαρμαρωμένος στην μορφή των Κούρων της Νάξου, και όπου νάναι θα σηκωθεί, τέσσερα μέτρα θηρίο, να πάρει πίσω ά δεδικαίωται, την πόλη πόχει τ' όνομά του και την κυριαρχία του Μάρε Νόστρουμ, η Διαρκής Επανάσταση θα επικρατήσει, και να σας στείλει όλους στον αγύριστο. Αει σιχτίρ! Από τον καθένα σύμφωνα με τις δυνάμεις του, στον καθένα σύμφωνα με τις ανάγκες του, δώσε μου φράγκα ρε!"
Όλα αυτά είχαν ειπωθεί σε μία παράξενη ηρεμία, χωρίς έξαρση, με στεντόρεια όμως φωνή, επίσημη, αν και κάπως ανέκφραστη. Με το που τέλειωσε, γύρισε την πλάτη του και κατευθύνθηκε στην κουζίνα της Μαργαρίτας. Κάποια ντροπαλά γελάκια πήγαν να ακουστούν στο ακροατήριο.
-Όπως φαίνεται, είπε ο Ζανζάκ Μεσσί, "η Βυζαντινή Αυτοκρατορία και η Δικτατορία του Προλεταριάτου κατόρθωσαν να συνευρεθούν, και ο καρπός του έρωτος..."
Δεν πρόλαβε να σώσει την φράση του, κι' από τα ηχεία του καφεμπάρ ξεχύθηκε μία ένρινη, διαπεραστική, βραχνή και όμως αγγελικά παράξενη και βαθύτατα ευγενική φωνή:
                                   Ω πριγκηπομαστούρηδες κι' αλητοβασιλιάδες
                                   ανάφτε τους λουλάδες να μαστουριάσωμε μαζί
                                   κι' απάνω στα ντουζένια μου να πάω με την έννοια μου
                                   μέχρι την Γιοκοχάμα...
                                   Να κάνω χαρακίρι με μια ασημένια κάμα...


Κι' εκείνη η συγκινητική αταξία έπαιρνε την μορφή χιονοστιβάδας, καθώς ακούστηκε πάλι η φωνή του Χανς:

Στάιν, Μέερ, Ζόννε, Μόντε
Ιχ Σίκε τσού ντίρ Φώιερ, Ντιάνα, τσού ντίρ Φώιερ Ιχ σίκε


...ανακατεμένη με την φωνή των ηχείων:

Ω πριγκηπομαστούρηδες κι αλητοβασιλιάδες
γουστάρω μπαγλαμάδες και τσιγαράκι γεμιστό
και μέσα στον τεκέ της ψεύτρας της ζωής μας
όπου δεν έχει μπέσα...
Να πιω και να γεννώ μια αλητοπριγκιπέσσα...

-Θα ήθελα να σας μιλούσα γι' αυτό το τραγούδι, γύρισα να πω στην άγνωστη συνομιλήτριά μου. "Αυτό το τραγούδι μας μεταμορφώνει σε βασιλιάδες του μηδενός, θέλουμε να πάψουμε να υπάρχουμε, να γίνουμε γυναίκες, χανόμαστε χωρίς όρια, η γεωγραφία εξαφανίζεται, αυτοκτονούμε για την πλάκα μας στην Ιαπωνία, και..."
Μα διαπίστωσα πως δεν ήταν πια εκεί, οπότε σταμάτησα τις εξηγήσεις. Πήγα να κατουρήσω στην τουαλέττα, πίσω από την βουκαμβίλια που ανέβαινε πορφυρή να ντύσει το καφεμπάρ σαν μανδύας τον αυτοκράτορα τοίχο του καφεμπάρ της Μαργαρίτας. Ένας παρατρεχάμενος του Ζανζάκ μετρούσε κει πίσω στον νεαρό γίγαντα μερικά κατοστάρικα, τα ξεχώριζες από το κόκκινο χρώμα, σαν μπαρμπούνια ήταν. Ήταν πολύ απορροφημένοι, δεν με είδαν.
Το πλήθος διαλυόταν τώρα, οι  οπαδοί του Ζανζάκ Μεσσί κατέβαιναν στην παραλία για να πάρουν το μπάνιο τους, κι' ο Ζανζάκ Μεσσί πήγαινε εμπρός από κείνη την λιτανεία, με το πούρο ανάμεσα στα δόντια να δείχνει το μονοπάτι, μ' έναν παρατρεχάμενο να κουβαλάει το πολύχρωμο παρασόλι, την πολύχρωμη πετσέτα και τον δερμάτινο χαρτοφύλακα του Ζανζάκ Μεσσί.
Ήταν κι' ένα ξυπόλυτο αγόρι που ζωγράφιζε αμέριμνο πιρουέτες στην άμμο με μια μπάλα. Φορούσε μια φανέλλα με φαρδιές γαλάζιες και λευκές ρίγες, και στην πλάτη είχε τον αριθμό δέκα, και το επώνυμο του δασκάλου με μαύρα γράμματα.






* Μπορεί να μην τα είπε κι' έτσι ακριβώς, δεν παίρνω όρκο, αλλά πάνω κάτω έτσι τα είπε. Δεν έχει και πολύ σημασία, γιατί παραθέτω και την ελληνική μετάφραση:

   Πέτρα, Θάλασσα, Ήλιος, Σελήνη
  Φωτιά σου στέλνω Άρτεμις, φωτιά νύχτα σου στέλνω
  Νερό να φέρεις Άρτεμις, νερό πρωΐ να φέρεις
 Εγώ τρεις μέρες. Φοίνικας, ένα μωρό γυρίζω...

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου