Σάββατο, 17 Δεκεμβρίου 2016

Χρονικό του Δεκέμβρη Δ' (18-22 Δεκεμβρίου.)

Δευτέρα, 18 Δεκεμβρίου 1944. Καλλιθέα, Νέα Σμύρνη, Αβέρωφ, Κηφισσιά...

 Αρδηττός και Μετς, υπό τα πυρά.
Με τα χαράματα, ένα εγγλέζικο τάγμα επιτέθηκε από τον Άγιο Σώστη στον Λόφο Σικελίας, έναν βράχο νοτίως του Φιλοπάππου, πάνω απ' το Ελ Πάσο, το τωρινό γήπεδο της Καλλιθέας. Ήταν εκεί ένα αποδεκατισμένο τάγμα του ΕΛΑΣ, δεν μπορούσε να αντισταθεί. Κι' έχασε ο ΕΛΑΣ ένα καλό σημείο, με εποπτεία της Συγγρού και του Ταύρου, από την άλλη μεριά. Το άλλο τάγμα που ήταν στον Αη Σώστη κατέλαβε του Φιξ, που ήταν ένα πολυβολείο του ΕΛΑΣ. Κι' ένα τρίτο τάγμα, μετά από μικροσυμπλοκές προχώρησε ως την Δράκου, στην άλλη άκρη του Φίξ. Εκεί, ενώθηκε με τους αλεξιπτωτιστές που επιχειρούσαν στην Γαργαρέτα, γύρω από του Μακρυγιάννη.
Συγχρόνως, οι αγγλικές δυνάμεις της Αθήνας χτύπησαν στον λόφο του Αρδηττού και το Μετς, στο Καλλιμάρμαρο, καθώς και στην Καισαριανή. Έτσι απέκλεισαν την δυνατότητα του ΕΛΑΣ να στείλει ενισχύσεις προς την Νέα Σμύρνη, το Κουκάκι ή την Καλλιθέα. Επιπροσθέτως, αν έβαζε ο ΕΛΑΣ όλμους στον Αρδηττό, χτύπαγε το Σύνταγμα, τα Ανάκτορα, όλα.
***
Ο Αρδηττός άλλαξε τρεις φορές χέρια, εκείνη την μέρα. Τον χτύπαγαν τα σπιτφάιρ, έκαναν έφοδο οι αλεξιπτωτιστές, τον πήραν. Μόλις έφυγαν τα σπιτφάιρ, δώστου έφοδο ο ΕΛΑΣ, καθηλώθηκαν οι αλεξιπτωτιστές. Στείλαν μετά τανκς να ρίχνει μέσα από το Στάδιο, τους ξεμπλέξανε. Στο τέλος, δεν τον πήρε κανένας, τον Αρδηττό. Έγινε νεκρή ζώνη.
***
Στην Καισαριανή έπιασαν τον ΕΛΑΣ εξ απήνης, γιατί η Ορεινή μαζί με τα αγγλικά τανκς κατέβηκαν από τον Άγιο Ιωάννη, πέρασαν μέσα από το νεκροταφείο, και επιτέθηκαν στην Άνω Καισαριανή. Ο ΕΛΑΣ είχε ναρκοθετήσει την περιοχή, αλλά είχε αφήσει διόδους που ανακάλυψαν οι άγγλοι, και έτσι πέρασαν. Οι ελασίτες πανικοβλήθηκαν, πετούσαν τα όπλα τους και τρεχάτε ποδαράκια μου. Προσπάθησε ο καπετάνιος του προτύπου τάγματος Καισαριανής, ο Παναγιώτης Αρώνης, είκοσι χρονών τότε, να τους σταματήσει. Με το μπιστόλι στο χέρι. "Ευτυχώς δεν το χρησιμοποίησα," είπε χρόνια μετά. "Ξέρεις τι θα πει να κατεβαίνουνε τα τανκς, όχι ένα, όχι δύο, να έχει γεμίσει η λεωφόρος με τανκς." Με τα πολλά, κατάφεραν να φτιάξουν οδοφράγματα στην τωρινή Εθνικής Αντιστάσεως. Ήρθαν και ενισχύσεις, ένα τάγμα από τον Βύρωνα, κατάφεραν να απωθήσουν τους ριμινίτες. Καθώς έπαιρναν πίσω την Άνω Καισαριανή, συναντούσαν εστίες εγκλωβισμένων ελασιτών. Ένας ονόματι Νίκος είχε ξεμοναχιαστεί σ' ένα μπαλκόνι, μ' ένα οπλοπολυβόλο, κ' έριχνε στο τανκ. Του ρίχνει μια κανονιά το τανκ, γκρεμίζει το μπαλκόνι και τον όροφο μαζί. Πάει τον σκότωσε, λένε οι άλλοι. Όπου βγαίνει αυτός ο Νίκος στο ισόγειο, και τους φωνάζει "να περάσω! να περάσω!" Κι' έριχνε ένας άλλος μ' ένα αυτόματο στο τανκ, να τον καλύψει να περάσει. Ευτυχώς ήρθαν δύο άλλοι με καπνογόνες χειροβομβίδες, τις ρίξανε, πρόλαβε ο Νίκος να φύγει από το σπίτι. Και πήγε κάπου αλλού, κι' έριχνε πάλι στο τανκς...
Έτσι σώθηκε η Καισαριανή εκείνη τη μέρα. Αν και οι άγγλοι δεν ήθελαν την Καισαριανή, αντιπερισπασμό ήθελαν να κάνουν, και ο αντιπερισπασμός είχε πετύχει. Διότι την ίδια ώρα, τρία αγγλικά τάγματα με καμιά πενηνταριά τανκς μπήκαν στην Καλλιθέα, και βρίσκοντας ελάχιστη αντίσταση είχαν πάρει το τετράγωνο μεταξύ Θησέως, Δαβάκη -Δήμητρος, τον καιρό εκείνο- και Συγγρού. Κι' άλλο ένα τάγμα, είχε φτάσει στην πλατεία της Νέας Σμύρνης. Εκεί που ο νεοσμυρνιώτικος ΕΛΑΣ θα έδινε την μάχη της ζωής του τις επόμενες μέρες.
***
Στην Ομόνοια, στην Αθηνάς, Σωκράτους, Πειραιώς, Μενάνδρου, πάλι χαμός. Οι άγγλοι προσπάθησαν μα διώξουν τον ΕΛΑΣ πέρα από κείνη την περιοχή. Πάλι με υποστήριξη τανκς, και πυροβολικό. Κι' αμύνονταν οι άλλοι ανατινάζοντας κτίρια, γκρεμίζοντας τοίχους να περνάνε στα διπλανά. Περάσαν δύο διμοιρίες αγγλοι στην απέναντι μεριά της Ομόνοιας, πιάσαν του Μπακάκου, πάνω στην πλατεία. ΄Ητανε κι΄ένας νοτιοφρικανός μαζί τους, Στόφμπεργκ τον λέγαν, δηλαδή μπόερ. Τρώει μια ριπή στον καβάλο, γίνεται γκρι από τον τρόμο του. Μέχρι να δούνε πως το κλέος της αρείας φυλής ήταν σώον και αβλαβές, μετά ξανάγινε ροζ. Πίσω από το Δημαρχείο, οδός Κλεισθένους είχε ένα σινεμά, Αθηναϊκόν το λέγανε. Εκεί αποπάνω είναι τώρα ίσαμε πενήντα ελασίτες, είχαν γκρεμίσει τις μεσοτοιχίες να κινούνται ελεύθερα, ουτωσώστε να "έχουν έξοδον εις τον οίκον ανοχής, Σωκράτους 42." Έτσι γινόταν ο πόλεμος στην Ομόνοια, έτσι γράφανε στο Δελτίον της Στρατιωτικής Διοικήσεως Αττικής εκείνες τις μέρες. Κι' έτσι τράβηξε η κατάσταση στο κέντρο μέχρι το τέλος του μηνός. Μέσα από μαγαζιά, σινεμάδες και μπουρδέλα.
***
Ήταν φανερό, ο ΕΛΑΣ δεν μπορούσε να κρατήσει την Αθήνα. Ωστόσο, δεν ήταν όλα ανθηρά για τους άγγλους και τους κυβερνητικούς, εκείνη την μέρα. Διότι βορειότερα, έγιναν δύο άλλα πράγματα.
***
Την ίδια ώρα που οι άγγλοι έπαιρναν τον Λόφο Σικελίας, ο ΕΛΑΣ χτυπούσε τις φυλακές Αβέρωφ, εκεί ακριβώς που είναι ο Άρειος Πάγος σήμερα, στην Αλεξάνδρας. Στις φυλακές Αβέρωφ ήταν κρατούμενοι ο Ράλλης, ο Τσολάκογλου, ο διαβήτος Μπουραντάς, και πεντακόσιοι ακόμα κατηγορούμενοι για δοσιλογισμό. Ήταν ακόμα στου Αβέρωφ φρουρά εκατόν είκοσι χωροφύλακες οπλισμένοι, και ένα μικρό απόσπασμα άγγλοι.
Η κεντρική πύλη των φυλακών, μετά την μάχη.
Κατά τις εννιά το πρωί ο ΕΛΑΣ ανατίναξε την μάντρα της φυλακής από την μεριά της Κάλβου, και μπήκε μέσα. Οι φρουρά με τους κρατούμενους υποχώρησε προς την Αλεξάνδρας. Προσπάθησε ο Μπουραντάς με κάτι άλλους να το σκάσουνε, αλλά ο ΕΛΑΣ είχε πιάσει τα διπλανά κτίρια, και γαζώνανε την Αλεξάνδρας, οπότε γύρισαν μέσα. Και θα τους έπιαναν όλους μαζί, αν δεν έστελναν από το εγγλέζικο στρατηγείο ένα τάγμα εθνοφυλακής να τους βοηθήσει, μαζί με τανκς. Αλλά τους περίμεναν οι ελασίτες στις προσφυγικές πολυκατοικίες, άφησε εκεί η εθνοφυλακή πέντε νεκρούς. Τελικώς καθάρισαν τα τανκς, ως συνήθως, και κατάφεραν να μπουν στου Αβέρωφ και να σώσουν τον Τσολάκογλου, τον Ράλλη, τον Μπουραντά, και άλλους διακόσιους κρατούμενους. Τους υπόλοιπους τους έπιασαν. Πενήντα από αυτούς, που ήταν στα Τάγματα Ασφαλείας και την Ειδική Ασφάλεια, τους πήρε η Πολιτοφυλακή, και τους εκτέλεσε την ίδια νύχτα, σε μια χαράδρα πίσω από του Γκύζη. Όσους μείναν τους κλείσαν σ' ένα κτίριο στην Κυψέλη. Εκεί τους ρώταγαν ποιοί ήταν στα Τάγματα Ασφαλείας να το πουν, και θα δικαστούν  τίμια. Σαράντα ομολόγησαν. Τους πήραν κι' αυτούς και τους εκτέλεσαν. Τους υπόλοιπους, τους κράτησαν όμηρους. Και οι εγγλέζοι συλλάμβαναν όποιον νάναι, αλλά μετά τους έστειλαν όλους αυτούς στην Αίγυπτο, σ' ένα στρατόπεδο μέσα στην έρημο, στην Ελ Ντάμπα. Δεν έκαναν μαζικές εκτελέσεις. Μόνο βομβαρδίζανε.
***
Η αεροπορία των εγγλέζων τώρα, είχε το στρατηγείο της στην Κηφισσιά, στο ξενοδοχείο Σεσίλ. Οι αξιωματικοί έτρωγαν στο Πεντελικόν. Και οι άλλες υπηρεσίες, στου Απέργη. Όλοι μαζί, κοντά επτακόσιοι, ιπτάμενοι, πληρώματα εδάφους, διοικητικοί, μαγείροι. Εντωμεταξύ, δεν μπορούσαν να πάνε στην Αθήνα ή στο Ελληνικό οδικώς, ήταν αποκομμένοι. Μια φορά, ο διοικητής τους πήγε στο Τατόι, από κει πέταξε με αεροπλάνο στο Ελληνικό, κι' από εκεί πήγε με τεθωρακισμένο στο Σύνταγμα, που είχε σύσκεψη με τους άλλους. Τέτοιο σουρεαλιστικό έργο ανέβαζε η Αθήνα τον Δεκέμβρη.
Όπως στου Αβέρωφ, έτσι και στην Κηφισιά: η επίθεση άρχισε αξημέρωτα, από μία δύναμη χιλίων περίπου ελασιτών. Με βολές όλμων, και οβίδες από ένα κανόνι. Εκεί λοιπόν που η άμυνα άρχισε να σπάει, ξημέρωσε και ήρθαν τα σπιτφάιρ, ανέκοψαν τους ελασίτες. Γύρω στις τρεις το μεσημέρι έγινε γνωστό πως δεν μπορούσαν να έρθουν ενισχύσεις από την Αθήνα πριν την επομένη. Κλονίστηκαν, οι πολιορκημένοι. Και το απόγευμα, άρχισαν πάλι οι όλμοι. Κι' όταν νύχτωσε, στριμώχτηκαν ακόμη παραπάνω. Είχε χαμηλή νέφωση, και δεν ήρθαν τα αεροπλάνα να ρίξουν φωτοβολίδες. Κατάφερε λοιπόν ο ΕΛΑΣ να πλησιάσει ακόμα πιο κοντά.
Μεσάνυχτα άρχισε η τελική επίθεση του ΕΛΑΣ. Πρώτα έπεσε του Απέργη. Ύστερα, ένας ανθυπολοχαγός, ο Κυριάκος Σφέτσας, σύρθηκε στην γωνιά του Πεντελικόν, κι' έβαλε εκρηκτικά και την ανατίναξε, θάταν πεντέμισι η ώρα, χαράματα Τρίτης. Μπήκαν μέσα, και φώναξαν τους άγγλους να παραδοθούν. Κι' αυτοί τωόντι, παραδόθηκαν. Το ίδιο έγινε και στο Σεσίλ, το ανατίναξαν λίγο μετά, και παραδόθηκαν οι μέσα.
Ξενοδοχείο Απέργη
Οι εγγλέζοι δεν την πολυλένε, αυτή την ιστορία. Εκτός από τους έντεκα νεκρούς, οι κουμουνιστές είχαν πιάσει εξακόσιους περίπου αιχμαλώτους, ιπτάμενους και αξιωματικούς σε μεγάλο ποσοστό.
***
Οι ελασίτες που παίζαν κυνηγητό με τα τανκς εκείνες τις μέρες, το κάναν για μια πίστη, για μιαν ιδέα, για ένα όνειρο, για την  τρέλα τους, ή για την μαγκιά τους. Ή για το άει σιχτίρ, σάματι ξέραν κι' οι ίδιοι; Την ίδια ώρα, κάτι άλλοι, μην αντέχοντας να παίξουν αυτό το τάβλι με τον θάνατο στην γκρεμισμένη Αθήνα, κάναν τάβλι τον θάνατο των άλλων. Ήταν η Εθνική Πολιτοφυλακή, αυτοί. Που λένε πως ήταν απλώς μετονομασία της ΟΠΛΑ. Διαφωνώ. Γιατί όποιος ήταν στην ΟΠΛΑ έπαιζε το κεφάλι του. Στην Εθνική Πολιτοφυλακή δεν παίζαν τίποτα, σκότωναν εκ του ασφαλούς. Επρόκειτο για ένα οιονεί κράτος, επιφορτισμένο και ανεξέλεγκτο να κρίνει ανυπεράσπιστους ανθρώπους, να τους καταδικάζει και να τους εκτελεί, χωρίς να φοβάται κανέναν και τίποτα, τουλάχιστον για όσο διήρκεσε εκείνος ο Δεκέμβρης.
Η Εθνική Πολιτοφυλακή του Γκύζη είχε πολλούς άνδρες της κατοχικής Αστυνομίας, οι οποίοι οργανώθηκαν στο ΕΑΜ τους τελευταίους μήνες πριν την Απελευθέρωση. Και γι' αυτόν τον λόγο κάνανε μάλλον διαγωνισμό εαμοφροσύνης. Τραβάγανε για ανάκριση τον δείνα ή τον τάδε, που κάποιος άλλος, συχνότατα παρμένος στον ίδιο όψιμο οίστρο, είχε καταγγείλει ως ελεεινό προδότη, βαμμένο φασίστα, αντιδραστικό σκουλήκι, δενξερωγωτί.
Ανάμεσα σ' αυτούς που τράβηξε η Πολιτοφυλακή για ανάκριση εκείνες τις μέρες, ήταν και ο άντρας της Θαμεμπής. Θαμεμπή ήταν βέβαια το παρατσούκλι της, δεν θυμάμαι το κανονικό της όνομα, ή αν το άκουσα ποτέ. Όπως επίσης δεν θυμάμαι αν ήταν συγγένισσα του Βασίλη Νικολαΐδη, ή του ξαδέρφου του, του Παντελή. Ήταν πάντως κι' αυτή από την Πόλη, αυτό μετά βεβαιότητος. Και τα σουσούμια της λαλιάς της -που δεν έλεγε να αποβάλει, κι' ας είχαν περάσει σαράντα χρόνια που ήταν παντρεμένη με αθηναίο γκάγκαρο- είχαν γίνει αποφθέγματα μεταξύ συγγενών και φίλων. "Θα με μπει ο πυρετός," έλεγε έντρομη κάθε Δεκέμβρη, που είχε έξαρση η γρίπη. Εξού και το παρατσούκλι.
Η Θαμεμπή είχε και μία εγγενή αφέλεια, μίαν φυσική αβελτηρία, που της ήταν αδύνατον να κατανοήσει την χαοτική διαδοχή των εξουσιών σ' εκείνη την πολύπαθη Ελλάδα, είτε επρόκειτο για την προκατοχική, την κατοχική, ή την απελεύθερη. Πήγε λοιπόν πανικόβλητη να βρει τον Βασίλη Νικολαΐδη, τον πολυμήχανο εκείνον μέτοικο, τον περπατημένο στην πιάτσα τετραπέρατο, τον στα μέσα και στα έξω ξενομερίτη. Να τον παρακαλέσει να βοηθήσει στην περιπέτεια του αντρός της, να ξεμπερδέψει ο φουκαράς, που τον τραβούσαν άδικα των αδίκων σαν τον φονιά, στου Γκύζη. Εκεί λοιπόν που σκεφτόταν ο Νικολαΐδης περί του πρακτέου, η Θαμεμπή φωτίστηκε ξαφνικά, από θεία έμπνευση ίσως, ή από τον τρόμο θανάτου που πλημμύριζε την αγαθή της ψυχή. Θυμήθηκε λοιπόν τον γαμπρό της, που ήταν υπενωμοτάρχης της Χωροφυλακής, πλην όμως δεν μπορούσε να θυμηθεί ούτε το υπενωμοτάρχης, ούτε το Χωροφυλακή, λέξεις άγνωστες στο δικό της, το πολίτικο ιδίωμα. Κι' επειδή ούτε την διαφορά μεταξύ Χωροφυλακής και Πολιτοφυλακής μπορούσε μετά βεβαιότητος να διακρίνει,
-Να φωνάξουμε τον ζανταρμά! ανεφώνησε...



Επονίτες του Γκύζη.
Πηγές και Σημειώσεις
Χαραλαμπίδης, σελ 189-207, σελ.283, στην υποσημείωση 536, και οικογενειακή αφήγηση.
Φωτό: Ντμίτρι Κέσσελ, και κάτι αδέσποτες.

Τα παιδιά του Βασίλη Νικολαΐδη είχαν εγκάρδιους φίλους στους επονίτες του Γκύζη, που φρόντισαν για την απόλυση του συζύγου της Θαμεμπής, ο οποίος ήτο αναλόγου ιδιοσυγκρασίας και πνευματικής συγκροτήσεως με εκείνην, και ως εκ τούτου απρόσφορος εις οιανδήποτε πολιτικήν ανάμιξιν. 



Τρίτη, 19 Δεκεμβρίου 1944




Δεν συνέβη τίποτα σχεδόν.


Τετάρτη, 20 Δεκεμβρίου 1944. Απόσπασμα συνεδρίασης της Βουλής των Κοινοτήτων.


Ανάυριν Μπέβαν
Ανάυριν Μπέβαν[1]: ...Οι αξιότιμοι βουλευτές στα απέναντι έδρανα πρέπει να αναρωτηθούν το εξής: Γιατί ο ελληνικός λαός δεν εμπιστεύεται την βρετανική κυβέρνηση [όταν ισχυρίζεται] πως μόνος της σκοπός είναι η εδραίωση μιας δημοκρατικής κυβέρνησης στην Ελλάδα; Να απαντήσουν σ' αυτή την ερώτηση: γιατί ο ΕΛΑΣ δεν καταθέτει τα όπλα και δεν αποδέχεται τις διαβεβαιώσεις του υπουργού των εξωτερικών; Θα του πω γιατί. Είναι επειδή οι έλληνες δεν εμπιστεύονται την βρετανική κυβέρνηση, γιατί η βρετανική κυβέρνηση δολοπλοκεί δύο χρόνια τώρα για να φέρει τον βασιλέα Γεώργιο της Ελλάδος πίσω στον ελληνικό θρόνο.
(Ο υπουργός εξωτερικών, ο Ήντεν, κουνάει το κεφάλι του, πως διαφωνεί.)
Ανάυριν Μπέβαν: Ο εντιμότατος κύριος εκεί [εννοεί τον Ήντεν] κουνάει το κεφάλι του, μα αν είχαμε χρόνο θα φέρναμε αποδείξεις των λεγομένων μας. Να απαντήσει σ' αυτή την ερώτηση: θα διαβεβαιώσει το Σώμα ότι η βρετανική κυβέρνηση ευνοεί άμεσα την τοποθέτηση αντιβασιλέα στην Αθήνα; Περαιτέρω, θα διαβεβαιώσει το Σώμα πως δεν θα επιτραπεί στον βασιλέα Γεώργιο της Ελλάδος να δολοπλοκεί με τους έλληνες υπουργούς από το Κλάρεντον, στο Λονδίνο; [εννοεί το ξενοδοχείο του Γεωργίου.] Θα διακοπεί αμέσως η επικοινωνία του βασιλέα Γεωργίου με την Ελλάδα;
(Βουλευτές φωνάζουν: γιατί;)
Ανάυριν Μπέβαν: Λοιπόν, γιατί όχι; Γιατί πρέπει βρετανοί στρατιώτες να πεθαίνουν στην Αθήνα για να στηρίξουν τις δολοπλοκίες του βασιλέα Γεωργίου της Ελλάδος; Οι αξιότιμοι βουλευτές στα απέναντι έδρανα πρέπει να δουν την αλήθεια κατάματα, όχι να το βάζουν στα πόδια μακριά της. Πιστεύω πως η σωστή λύση του προβλήματος είναι να καταθέσει ο ΕΛΑΣ τα όπλα συγχρόνως με τον Ιερό Λόχο και την Ορεινή Ταξιαρχία. Πιστεύω πως η βρετανική κυβέρνηση πρέπει να γίνει ο πραγματικός εγγυητής της επανόδου της δημοκρατίας στην Ελλάδα. Προκειμένου να πείσουμε τους έλληνες πως είμαστε ειλικρινείς ως προς τούτο, πρέπει να πάρουμε ορισμένες πρωτοβουλίες. Η πρώτη είναι να αφοπλιστούν και οι δύο πλευρές, η δεύτερη είναι να συμφωνηθεί η τοποθέτηση αντιβασιλέα. Αν ο βασιλεύς Γεώργιος είναι τόσο πατριώτης όσο ισχυρίζεται ο υπουργός εξωτερικών πως είναι, θα λυτρώσει την χώρα του από τoν σπαραγμό συναινώντας στην θέσπιση της αντιβασιλείας. [...]
Ανάυριν Μπέβαν:...Ο εντιμότατος συνάδελφος που άνοιξε την Συζήτηση μίλησε σε πολύ ήπιους τόνους και είπε πως δεν επιθυμούμε να ρίξουμε την Κυβέρνηση Ενότητας[2] λόγω αυτού του ζητήματος, όμως δεν θα έπρεπε να ασκηθεί μεγάλη πίεση επάνω μας από τα αξιότιμα μέλη στα απέναντι έδρανα, γιατί, αν επιθυμούν να ασκήσουν αυτή την πολιτική [στην Ελλάδα], πρέπει να αναλάβουν την ευθύνη μόνοι τους. Η συμμετοχή μας σε αυτή την πολιτική προχώρησε όσο μακριά ήταν επιτρεπτό για κάποιους από εμάς, και όταν επιστρέψουμε από τις διακοπές των Χριστουγέννων, αν οι μάχες συνεχίζονται, αν συνεχίζουμε να χρησιμοποιούμε τα στρατεύματά μας για την καθυπόταξη του ελληνικού λαού, και αν ο εντιμότατος κύριος [εννοεί τον Ήντεν] απορρίψει την συμβουλή που του δίνει ο εντιμότατος συνάδελφός μου [αυτός που άνοιξε την Συζήτηση], τότε αν το Εργατικό Κόμμα δεν καταθέσει πρόταση μομφής κατά της κυβερνήσεως, θα το κάνουν κάποιοι από εμάς, ώστε να καταστεί σαφές στην χώρα ότι, αν αυτή η πολιτική συνεχιστεί κατά του ελληνικού λαού, είναι πολιτική μόνο των Συντηρητικών, και όχι πολιτική των σοσιαλιστών του Κοινοβουλίου.
(Μάχες στην Ν. Σμύρνη και την Καλλιθέα. Οι αλεξιπτωτιστές καταλαμβάνουν το Κουκάκι και του Φιλοπάππου. Βομβαρδίζεται ξανά το Μετς, ο Αρδηττός και άλλες περιοχές, με πολλές απώλειες στους άμαχους.)






[1] Για τον Ανάυριν Μπέβαν, ουαλλό σοσιαλιστή, βουλευτή των εργατικών, μετέπειτα υπουργό Υγείας στην κυβέρνηση Άτλη (1945-1951,) και πατέρα του Εθνικού Συστήματος Υγείας της Μεγάλης Βρετανίας (για το οποίο είπε πως "θα διαρκέσει όσο υπάρχουν άνθρωποι με πίστη να παλέψουν γι' αυτό."

[2] Coalition Government, στο πρωτότυπο. Η Κυβέρνηση Ενότητας που έκανε τον πόλεμο, με πρωθυπουργό τον Τσώρτσιλ, και υπουργό εξωτερικών τον Ήντεν.

Πέμπτη, 21 Δεκεμβρίου 1944. Μάχες, εκτελέσεις, και Ω! μαγικός κόσμος του Θεάτρου.
 Η Ελένη Παπαδάκη στην Εκάβη
Η Ταξιαρχία Πελοποννήσου, που είχε συμπτυχθεί προς του Χαροκόπου ζήτησε να υποχωρήσει για να μην πιαστεί μέσα στην φάκα των τανκς, ανάμεσα σε Καλλιθέα, Κουκάκι, Φιλοπάππου, Πετράλωνα και Θησείο. Υποχώρησαν τα μεσάνυχτα της 20 προς 21 προς Περιστέρι. Την ίδια μέρα, ο Στρατηγός Σιάντος έβγαζε διαταγές για νέες επιθέσεις. Ο Νέστορας με τον Πυριόχο έκριναν πως "υπάρχει το ενδεχόμενον να μην ήταν και τόσον σοβαρά η πίεσις που υπέστη" η Ταξιαρχία Πελοποννήσου ώστε να υποχρεωθεί σε υποχώρηση, και πως  "υπάρχει ο κίνδυνος το μόλυσμα της ηττοπαθείας να μεταδοθή και εις άλλους μαχητάς και στελέχη μας." Αυτά τα γράφανε από τον λόφο Σκουζέ, εντωμεταξύ.
***
Το Νοέμβριο του 44 είχε συγκληθεί μία συνέλευση του Σωματείου Ελλήνων Ηθοποιών, στο θέατρο Διονυσία. Με προεδρείο τον τεράστιο Αιμίλιο Βεάκη, που είχε γίνει κομμουνιστής. Ανάμεσα στα μέλη του προεδρείου είναι και ο Χρήστος Τσαγανέας, ο βεβαίως! βεβαίως! στο ξύλο που βγήκε από τον Παράδεισο. Ο οποίος ήταν βαμμένος τροτσκιστής, άγνωστον πως την γλύτωσε κι' ήταν και στο προεδρείο. Γιατί η ΟΠΛΑ είχε καθαρίσει αρκετούς αντιφρονούντες και μέσα από την αριστερά.
Στην ημερησία διάταξη ήταν η διαγραφή από το σωματείο μελών που είχαν συνεργαστεί με τους γερμανούς. Μεταξύ άλλων, ακούστηκε και το όνομα της Ελένης Παπαδάκη. Μορφωμένη, με πιάνο, τέσσερις γλώσσες και φιλολογικές σπουδές στο Πανεπιστήμιο, είχε ακονίσει τα αρχαία της για να διαβάζει τους ρόλους της στο πρωτότυπο. Ήταν η θεατρική αποκάλυψη του μεσοπολέμου, όταν προσλήφθηκε στο Βασιλικό, έτσι το λέγαν τότε το Εθνικό. Το αντίπαλο δέος στην Παξινάρα, που δολοπλοκούσε συνεχώς εναντίον της, την ζήλευε και την φοβόταν. Κατάφερε να επιβιώσει επειδή διευθυντής του Βασιλικού έγινε ο Κωστής Μπαστιάς. Ακτινοβολούσε μετά, στην Ελλάδα και στας Ευρώπας. Κι' ακόμα, ήταν οικογενειακή φίλη του Ράλλη, φήμες λέγανε πως τον είχε και γκόμενο. Ήξερε και τον Έβερτ. Και είχε χρησιμοποιήσει τις γνωριμίες της για να σώσει κόσμο, επί Κατοχής. Και αριστερούς, και εβραίους, και ότι θες.
Λύσσαξε η γαλαρία, στην συνέλευση. Πρωτοστατούσε η Μιράντα Μυράτ, η ετεροθαλής αδελφή του Δημήτρη. Από τον πατέρα, τον Μήτσο τον Μυράτ, μεγάλος. Η Μιράντα ήταν η κόρη της Κυβέλης από τον πρώτο γάμο του Μήτσου, αλλά όχι τόσο ταλέντο όσο η Κυβέλη. Ο Δημήτρης ήταν από τον δεύτερο γάμο του Μήτσου του Μυράτ, που πήρε την αδερφή της Μαρίκας Κοτοπούλης, τη Χρυσούλα. Και τα δύο αδέλφια ήταν οργανωμένοι στο ΕΑΜ. Και γείτονες της Παπαδάκη, στα Πατήσια, αλλά δεν έμεναν στο ίδιο σπίτι. Η Μιράντα μπορεί και να έτρεφε φθόνο για την Παπαδάκη, που ήταν τόσο καλή όσο η μάνα της. Φθόνο από αυτούς που φυτρώναν στις γειτονιές. Γιατί επιπλέον ο αδελφός της και η Παπαδάκη ήταν πολύ φίλοι.
Ήταν κι' ο Σταρένιος, που έπαιζε μετά τον καταδότη, τον γέρο Λαδά. Αυτός κόντεψε να τα τινάξει από ασιτία, στην Κατοχή. Ήταν όλοι εξοικειωμένοι με τον θάνατο, ο κόσμος, είχαν αγριέψει πολύ. Μαζί και η Ντιριντάουα, αυτή που έκανε τη γύφτισσα στην λατέρνα, φτώχεια και φιλότιμο. Πρώτα ήταν παντρεμένη μ' έναν μαυραγορίτη, χαφιέ της Γκεστάπο, τον Πετρουτσόπουλο, ο οποίος εξαφανίστηκε μετά στην Ρώμη, λένε πως τον καθάρισαν εκεί κάτι έλληνες αξιωματικοί. Εφημολογείτο δε πως γκομένιζε και με κάτι εγγλέζους, η Ντιριντάουα. Της είχαν διακόψει και δυό τρεις φορές την παράσταση, κάναν επεισόδια οι αριστεροί λόγω του παρελθόντος της. Μετά, που πέρασε με την αριστερά, της κάναν τα ίδια οι χίτες. Μπορεί επομένως και να φοβόταν για το παρελθόν της, ή για τους χίτες, τράβα γύρευε, ήταν αγριεμένη κι' αυτή, γι' αυτό και φώναζε, από υπερβάλλοντα ζήλο.
Και φωνάζανε μέσα στη συνέλευση όλοι μαζί "θάνατος στην πουτάνα..."
Πάντως, είναι παρατηρημένο πως όσοι φωνάζουνε τέτοια ακραία πράματα, το κάνουν μερικές φορές και για φιγούρα, δεν σκέφτονται τις συνέπειες για τον άλλο. Παρασύρονται από τον ναρκισσισμό τους, ιδίως οι καλλιτέχνες.






Και την διαγράψανε, με ένα αόριστο αιτιολογικό, λέει "Προδοτική στάση επί Κατοχής."
Μετά, στείλανε στην Εθνική Πολιτοφυλακή της Πατησίων ένα σημείωμα, το και το, σας πληροφορούμε πως η Ελένη Παπαδάκη διεγράφη από το Σωματείον μας και τα λοιπά, και να μεριμνήσετε τα καθ' υμάς, ξερωγώ. Με την σφραγίδα του Σωματείου αποκάτω. Υπογραφή τίποτα, κενόν.
***
Την προειδοποιήσανε, την Παπαδάκη, να κρυφτεί, αλλά εκείνη ανένδοτη. Όχι, να γίνει δίκη να αποκαλυφθούν όλα, διότι αυτά πως είναι δοσίλογη είναι σκευωρίες, να φανούν ποιοί είναι αυτοί που την συκοφαντούν, που και οι πέτρες ξέρανε που είχε σώσει κόσμο και ντουνιά στην Κατοχή. Μέχρι που της στείλανε και ανώνυμο γράμμα, να φυλαχτεί. Τίποτα αυτή. Μπορεί και ασυνειδήτως να έπαιζε την Ιφιγένεια, ξερωγώ, αυτά είναι υποσυνείδητα πράματα, μυστηριώδη. Εκείνο το πρωί σηκώθηκε, ντύθηκε πολύ περιποιημένα, και βγήκε να πάει που της είπανε κάπου που πουλούσαν μέλι, είδος πολυτελείας. Γύρισε άπρακτη. Το απόγεμα πήγε στου Μυράτ.
***
Διοικητής της Πολιτοφυλακής Πατησίων ήταν κάποιος Ορέστης, εικοστεσσάρων ετών. Αυτός ήταν γκομενάκιας, γεγονός άνευ σημασίας για τα γεγονότα. Επίσης, έκανε πλιάτσικο. Διότι είχε στην ευθύνη του το εκτελεστήριο, στα διυλιστήρια της ΟΥΛΕΝ, στο Γαλάτσι. Έρημο, ψυχή ζώσα το Γαλάτσι, εκείνη την εποχή. ΟΥΛΕΝ λέγαν τότε η ΕΥΔΑΠ, να πούμε. Και τους έγδυνε πριν τους καθαρίσει, τους κρατούμενους. Τιμαλφή, ρολόγια, βέρες, ρούχα, έψαχναν τις φόδρες για λίρες, ότι νάναι, τα παίρνανε. Κανονικά, η λεία αυτή πήγαινε στον Αγώνα. Αυτός όμως δούλευε για την πάρτη του, και κανα δυο δικούς του εκτελεστές. Τώρα, πως γινόταν κι' είχαν αφήσει η καθοδήγηση τέτοια καθήκια ενεξέλεγκτους, τι να πω. Θα μου πεις εδώ έκανε ο Σιάντος τον στρατηγό, κι' ο Μπαρτζιώτας με τον Ζεύγο τους επιτελικούς, επέβλεπαν τις επιχειρήσεις στο στρατηγείο του ΕΛΑΣ, συμβουλεύανε, κάνανε, δείχνανε, προκάμανε να κοιτάνε τι κάνει ο κάθε Ορέστης; Δίναν τις ντιρεχτίβες, πάει, τέλος.
Οπότε αυτός ο Ορέστης είπε σε έναν Μπιλιράκη να πάει να φέρει την γκόμενα του Ράλλη. Αυτός ο Μπιλιράκης ήταν φοιτητής Ιατρικής. Αλλά δεν ξέρανε ακριβώς το σπίτι της Παπαδάκη. Το οποίο ήταν στην οδό Ιακωβίδου και Ζερβού.
Πάει ο Μπιλιράκης λοιπόν, κι' άλλοι δύο, και ρώταγε ποιό είναι το σπίτι της Παπαδάκη. Δίπλα έμενε η Μίλια η Καραβία, εκ Κεφαλληνίας η καταγωγή, φίλη εγκάρδια της Παπαδάκη. Ή και παραπάνω, μάλλον είχαν ερωτική σχέση, αλλά δεν το κάναν βούκινο.
Ελένη Παπαδάκη και Μίλια Καραβία 
Ρωτάει, τέλος πάντων, στο σπίτι της Μίλιας, ο Μπιλιράκης, ήταν η υπηρέτρια εκεί, του λέει ποιό είναι το σπίτι. Έμεναν μαζί αυτή, ο αδερφός της ο Μιχάλης με την γυναίκα του, την Τεό, και η μάνα της. Φιλοξενούσαν και τον αδελφό της συζύγου, τον κουνιάδο του αδελφού της. Αλλά έλειπαν όλοι, πλην της μάνας. Η οποία διάβαζε, μπροστά στο ανοιχτό παράθυρο, με το ψοφόκρυο.
-Που είναι η Ελένη Παπαδάκη; ρωτάει μοβόρικα ο Μπιλιράκης.
-Δεν είναι σπίτι αυτή τη στιγμή, του λέει αυτή.
-Που είναι και τι ώρα θα γυρίσει; ξαναρωτάει ο δαιμόνιος πολιτοφύλαξ.
-Δεν γνωρίζω, αλλά θα γυρίσει κατά της επτά. Μια στιγμή να ρωτήσω, ξαναλέει η Παπαδάκαινα, που της έκοψε να ειδοποιήσει δίπλα, να πάνε στου Μυράτ να ειδοποιήσουν την Ελένη να κρυφτεί.
Αγριεύει ο Μπιλιράκης, "όχι κάτσε εκεί που είσαι," της λέει, "εδώ Πολιτοφυλακή του ΕΑΜ." Γιατί εκείνο τον καιρό άμα θέλανε να σε ψαρώσουνε, να επιδείξουν πιο πολύ εξουσία, κύρος να πούμε, βάζανε μπροστά ή αποπίσω κι' ένα εδώ. Γενική Ασφάλεια εδώ. Ή εδώ Εισαγγελέας Ποινικής Διώξεως, ξερωγώ.   
Τον βλέπει λοιπόν η γριά έτσι άγριο, κάνει να κατεβάσει τα ρολά, και τρέχει έντρομη στο σπίτι της Καραβία. Επικοινωνούσανε μέσω κάποιας εσωτερικής αυλής. Αλλά πρόλαβε ο Μπιλιράκης, μπαίνει με το μπιστόλι στο χέρι, την αρπάζει. Οπότε εκείνη τη στιγμή γυρνάει η Τεό, η νύφη της Παπαδάκη, βλέπει τον πολιτοφύλαξ με το κουμπούρι στο ένα χέρι και την γριά στο άλλο, τα κάνει πάνω της, τα λέει όλα, δηλαδή ότι έχει πάει η Ελένη στο σπίτι του Μυράτ, εδώ πιο κάτω. Διότι ο Μυράτ είναι στο ΕΑΜ, σου λέει, θα μας προστατέψει.
Αφήνουν τον ένα να κρατάει την μητέρα Παπαδάκη όμηρο, πάει ο Μπιλιράκης με τον άλλο στου Μυράτ. Χτυπάει, του ανοίγουν.
-Εδώ Πολιτοφυλακή του ΕΑΜ, φωνάζει, "σας συλλαμβάνω όλους, ποιά είναι η Ελένη Παπαδάκη;"
Παίζανε χαρτιά, ο Μυράτ και ο Σαμ, ένας φίλος της Μίλιας της Καραβία. Αυτός κρυβόταν σπίτι της επί Κατοχής, τον κυνηγούσαν οι γερμανοί, ήταν εβραίος. Και μετά ξέμεινε στης Μίλιας. Ήταν και ένας δύο άλλοι. Μην κάνεις έτσι, του λέει ο Μυράτ του Μπιλιράκη, κι' εγώ είμαι στο ΕΑΜ. Να πάμε όλοι μαζί στην Πολιτοφυλακή, να ξεκαθαρίσουμε τα πράματα. Η Παπαδάκη ήταν μέσα, στο σαλονάκι, με την Μίλια την Καραβία και την μάνα του Μυράτ, την Χρυσούλα. Της λέει η Χρυσούλα να πηδήσει από το παράθυρο, να φύγει. Η Παπαδάκη έλεγε και γιατί να κρυφτώ, δεν έχω λόγους, θα πάω να ξεδιαλύνω την κατάσταση.
Και βγαίνει ευθαρσώς εκεί που ήταν ο Μπιλιράκης με τον Μυράτ και τους λοιπούς, και προσπαθούσε ο Μυράτ να ξεμπλέξει με την φαρσοκωμωδία που παιζότανε. "Εδώ είμαι κύριε, τι θέλετε, εγώ είμαι η Ελένη Παπαδάκη," λέει. Και κανείς δεν ήξερε αν μιλάει η τραγωδός ή η τραγωδία. Η την στράβωνε ο φόβος, όπως τον λαγό τα φανάρια του αυτοκινήτου, και κάθεται στη μέση της νύχτας. Κι' αρχίζουν πάλι τις διαβουλεύσεις ο Μυράτ με τον Μπιλιράκη ποιοί θα πάνε στην Πολιτοφυλακή, να ξεκαθαρίσουμε. Φάγαν ένα τέταρτο στα παζάρια, με τα πολλά αναχωρήσανε ο Μπιλιράκης και οι δικοί του, η Ελένη Παπαδάκη, ο Μυράτ, ο Σαμ, και η Μίλια, να πάνε στην Πολιτοφυλακή. Πέρασαν μπροστά από το σπίτι της Παπαδάκη, ήταν ο σκύλος της απόξω, τους πήρε από πίσω.
Ύστερα, πέρασαν από τα γραφεία του ΕΑΜ, στην Πατησίων, αυτή ήταν η διαδικασία. Έπιασε την κουβεντούλα ο Μυράτ μ' έναν φίλο του ελασίτη. Την Μίλια την είχαν ζώσει τα φίδια. Της λέει ο Μυράτ πως δεν είναι τίποτα, θα ανακρίνουν την Ελένη και θα την αφήσουν μετά. Πέρασε κανα τέταρτο, βγήκανε. Ο Σαμ γύρισε σπίτι. Η Παπαδάκη, ο Μυράτ και η Μίλια Καραβία, συνοδεία του Μπιλιράκη μ' έναν άλλον πήραν τον δρόμο να πάνε στην Πολιτοφυλακή. Και της έλεγε ο Μπιλιράκης της Παπαδάκη που την είχε δει στο θέατρο πριν δύο χρόνια. Όταν φτάσανε Πατησίων και Ροστάν γωνία τους αφήνει ο Μυράτ να πάει σπίτι του. Και λέει ο Μπιλιράκης στη Μίλια καλό είναι να μην πας κι' εσύ στην Πολιτοφυλακή, τι τα θες τι τα γυρεύεις. Και του λέει αυτή εκείνη απορώ πως μπορείς να διανοηθείς πως θ' αφήσω μόνη της την Ελένη!
Φτάνουν στην Πολιτοφυλακή. Ήταν κι' ένας ηθοποιός εκεί, ο Καραβουσάνος, της έκανε και χειροφίλημα της Παπαδάκη. Κάθησε μετά Παπαδάκη σε μια πολυθρόνα και χάιδευε τον σκύλο. Κάποιος θέλει να τον βγάλει έξω, διαμαρτύρεται αυτή. Σε λίγο έρχεται ένας άλλος και λέει της Μίλιας να πάει σπίτι της, να έρθει αργότερα να φέρει φαί στην κρατούμενη. Φεύγει η Μίλια, πηγαίνει στης Παπαδάκη. Εντωμεταξύ, ο Μπιλιράκης κι' οι άλλοι δύο ήταν ήδη εκεί, για έρευνα. Ψάχναν, λέει όπλα.
Τους ρωτάει η Μίλια κι' η Παπαδάκαινα γιατί πιάσανε την Ελένη. Την καταδώσαν οι συνάδελφοί της, της λέει ο Μπιλιράκης.
***
Την ίδια νύχτα την πήγαν στην ΟΥΛΕΝ. Προηγουμένως είχαν εκτελέσει κάτι χωροφύλακες. Ήταν ο Ορέστης εκεί. Κατάλαβε τι την περίμενε. Έτρεμε από το κρύο, έκλαιγε, παρακάλαγε. Της είπε να βγάλει τη γούνα της, την πήρε αυτός. Ύστερα της είπε να βγάλει και τ' άλλα. Σπάραζε αυτή, έκλαιγε γοερά. Την πιάσαν και την τραβάγαν έξω, πούχαν ανοιγμένους τους λάκκους. Την γδύσαν με τη βία. Ο Ορέστης είπε σε έναν, Μακαρώνας ονόματι, να την σκοτώσει με το τσεκούρι. Αυτός δεν ήθελε, έτσι είπε στη δίκη του. Είχε εκτελέσει έναν δύο χωροφύλακες πριν, αλλά συνήθως τον είχαν για άλλη δουλειά, να τους βγάζει έξω για εκτέλεση. Τότε τον απείλησε ο Ορέστης με το αυτόματο. Πήρε αυτός το τσεκούρι, αλλά δεν μπορούσε να την σκοτώσει, λιποψύχησε. Τελικώς της έδωσε δύο μπιστολιές, την τέλειωσε.
***
Ο Νέστορας λέει πως ο ΕΛΑΣ δεν ασχολιόταν με αστυνομικά καθήκοντα. Αλλά έμαθε για την Παπαδάκη από τον αδελφό του Μπαρτζιώτα, τον Μήτσο. Και να μην έφτανε αυτό, η Πολιτοφυλακή είχε συλλάβει στην Κυψέλη πενηνταέξι μέλη του Κόμματος. Μία κατάσταση εκτός ελέγχου, δηλαδή. Αγανάκτησε, παραφέρθηκε, ο Νέστορας. Κι' ο Βασίλης ο Μπαρτζιώτας έγινε έξω φρενών. Έστειλε λοιπόν ο Νέστορας έναν άλλο της Πολιτοφυλακής, κάποιον Ανδρικίδη, να δει τι γίνεται στα Πατήσια. Οπότε τον συλλάβανε τον Ορέστη, διότι ήταν πράχτορας της Ιντέλιτζενς, λέει. Και έκανε προβοκάτσια, να δυσφημιστεί το ΚΚΕ και το ΕΑΜ. Βρήκαν οι εγγλέζοι το κουσούρι του, που ήταν οι γυναίκες. Από κεί τον χαλάσανε. Και τον δικάσαν στου Κολιάτσου, και ομολόγησε. Και τον εκτελέσανε.
Ακόμα κι' εκείνοι που φαγώθηκαν να διαγράψουν την Παπαδάκη από το Σωματείο Ελλήνων Ηθοποιών, κι' εκείνοι που στείλαν το ραβασάκι στην Πολιτοφυλακή, άμα τους ρώταγες ήταν πεπεισμένοι πως ο Ορέστης ήταν πράχτορας της Ιντέλιτζενς. Κι' άμα έλεγες με τι στοιχεία ήταν πράχτορας, σου λέγαν αφού ομολόγησε. Και δεν έφταιγε κανένας, μόνο ο Ορέστης.
Το σώμα της, μετά την εκταφή στην ΟΥΛΕΝ
Το πτώμα της Παπαδάκη ξεθάφτηκε τον Ιανουάριο, μαζί με όλους τους άλλους της ΟΥΛΕΝ. Πήγε ο Σαμ για την αναγνώριση. Η κηδεία έγινε στον Άη Γιάννη τον Καρύτση. Οι περισσότεροι ήταν εκεί, η Κοτοπούλη, ο Μουσούρης, ο Σολωμός, η Μερκούρη, ο Λογοθετίδης, ο Χόρν, η Άννα Καλουτά, ο Φιλιππίδης, η Νέζερ. Ήταν κι' ο Σαμ, και η Μίλια υποθέτω. Ο Μυράτ, δεν πήγε. Εκφωνήθηκαν επικήδειοι. "Είσαι θύμα ενός χυδαίου και άπρεπου καλλιτεχνικού φθόνου," είπε ο Αχιλλέας Μαμάκης. Πήγαν και αριστεροί, στην κηδεία. Κι' ένας μάλιστα είπε "για τους δικούς μας νεκρούς, ποιός θα βγάλει λόγο;"
Η Ντιριντάουα εξορίστηκε στο Τρίκερι. Υπέγραψε δήλωση και βγήκε. Παντρεύτηκε μετά τον Χατζηχρήστο. Η Μιράντα Μυράτ επαναπροσλήφθηκε στο Εθνικό, με μεσολάβηση της μητρός της.
Τους άλλους, τους εκτελεστές της ΟΥΛΕΝ, τους πιάσαν τυχαία, το σαρανταοκτώ. Κάποιος αναγνώρισε μέσα στον Ηλεκτρικό το πουλόβερ ενός συγγενούς του, εκτελεσμένου. Μετά, τους πιάσαν όλους. Καταδικάστηκαν και εκτελέστηκαν. Μαζί και ο Μακαρώνας.
Κι' ο Αλέξης Σολομός έγραψε "Κοιμήσου ειρηνικά, αγαπημένη φίλη. Ίσαμε απάνω δεν φτάνουν μήτε η αρρώστια μιας εποχής μήτε μιας φυλής η παραφροσύνη... Συχώρεσέ μας." 







Πηγές:
Πολύβιου Μαρσάν, Ελένη Παπαδάκη.
Κωτσάκης, σελ. 210-212.
Ο Μάνος Ελευθερίου γράφει για την δολοφονία της Ελένης Παπαδάκη.
http://www.poiein.gr/archives/28498/index.html

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου