Κυριακή, 11 Ιουνίου 2017

VIIΙ. Μακρινές Μητέρες, σκοτεινοί πατέρες (Ο Εικονολήπτης, συνέχεια.)


Μπαρμπούνια με ουζάκι. Στυλό μελάνης, παστέλ, ακρυλικά σε mix media, 21X30 cm, 2017
Της μητέρας άρεσαν τα μπαρμπούνια τηγανιτά με ουζάκι που τόπινε πολύ αραιωμένο. Σε τέτοιες περιστάσεις θυμόταν και την δική της μαμά, η οποία καθάριζε το μπαρμπούνι κι' άφηνε τα κόκαλα για το μάθημα της φυσικής ιστορίας, τόσο καλά τα έγλυφε τα κόκαλα. Επίσης ήξερε κολύμπι η γιαγιά, γεγονός σπάνιο για την εποχή της. Αυτή με είχε μάθει κολύμπι στην αρχή, και μακροβούτια. Αλλά κρόουλ με είχε μάθει η μάνα μου αργότερα. Και μάλιστα καλό κρόουλ, έφευγα μακριά, δεν φοβόμουν την θάλασσα. Ο πατέρας μου δεν κολυμπούσε καθόλου καλά. Κλώτσαγε τη θάλασσα λες και τούφταιγε σε κάτι, άφριζε η θάλασσα, και δεν τον άφηνε να πάει παραμέσα.
-Είχαν έρθει κάτι γιαπωνέζοι κάποτε στην Εταιρία, είπε ο πατέρας μου, "και τους πήγανε στο Πασαλιμάνι για ψάρι. ¨Οταν είδαν τα τηγανητά μπαρμπούνια φρίξανε, τέτοια φρέσκα ψάρια τηγανισμένα, βαρβαρότης! είπαν, και ζήτησαν και τους τα φέραν ωμά και τα φάγαν, έτσι τα τρώνε εκεί."
-Μήπως τα θες κι' εσύ ωμά όπως οι γιαπωνέζοι; τον ρώτησα.
-Καλά τα μπαρμπούνια, ξανάρχισε το βιολί του, "την συναγρίδα ποιός θα την φάει; Χαμένη θα πάει."
-Θα την φάμε κι' αύριο, ξανάπα.
-Ε, βέβαια, τώρα που έβγαλες δικά σου λεφτά, ποιός σε πιάνει! ειρωνεύτηκε. Αυτός δεν έπινε ουζάκι, τόχε κόψει από χρόνια. Ήπιε το σαντορινιό, ένα ποτηράκι δηλαδή.
Φιρί φιρί πήγαινε, να φέρει τη συζήτηση εκεί που ήθελε.
-Άμα είχες μπει τότε που σούλεγα στην Εταιρεία, τώρα θα έβγαζες πολύ περισσότερα.
Μια ζωή κλαιγότανε στα τσιμέντα που δούλευε που τον αδικούσανε στις προαγωγές. Κι' ερχόταν όλο νεύρα σπίτι και την πλήρωνα εγώ, γιατί ήθελε να δει πως έκανα τα μαθήματά μου. Και μούπρηζε τ' αρχίδια πως αυτός πληρώνει τα σχολεία, το φαΐ, τα ρούχα, και πως τα λεφτά δεν τάβρισκε στο δρόμο. Και πως αν δεν είχε εμένα να θρέψει, θα το παράταγε το τσιμεντάδικο. Και την νύχτα ακούγαμε φωνές από το δωμάτιο, τσακωνόταν με τη μάνα μου. Πρέπει να μην του καθόταν. Μεγάλωσα, τέλος πάντων. Και πέρασα στην Πολυτεχνική της Θεσσαλονίκης για να αποδείξω πως μπορούσα. Και τότε μου είπε πως το Μετσόβιο που έβγαλε αυτός ήτανε καλύτερο από την Θεσσαλονίκη. Κι' όταν τέλειωσα τόχε δεμένο πως θα μ' έβαζε στα τσιμέντα όπως αυτός. Αλλά του τόκοψα πως θα γίνω σκηνοθέτης. Φρύαξε. Όσο αγαπούσε και θαύμαζε τους καλλιτέχνες η μάνα μου, τόσο τους ζήλευε αυτός. Δεν ήθελε να γίνω καλλιτέχνης. "Εγώ λεφτά δεν σου δίνω να γίνεις χαραμοφάης," είπε. Κι' έφυγα εγώ στο Παρίσι, και μούστελνε κρυφά η μάνα μου κάτι. Γιατί αυτή έκανε κουμάντο τα λεφτά του σπιτιού από τότε που κλείστηκε στο σπίτι αναγκαστικά. Έπαθε ένα αυτοκινητιστικό η μάνα μου, εγώ πήγαινα πρώτη γυμνασίου, διέλυσε το πόδι της, ένα χρόνο τραβιόταν στα νοσοκομεία. Νεύρα αυτός, εγώ την πλήρωνα. Την έφαγε μετά που έγινε καλά, να βγει στην σύνταξη πρόωρα, να παρατήσει την δουλειά της. Γιατί ήτανε χορογράφος στο Εθνικό Θέατρο, η μάνα μου. Πήγαινε ταξίδια, Νέα Υόρκη, Παρίσι, Λονδίνο, Μόσχα, και που δεν είχε πάει. Την έκλεισε μέσα στο σπίτι, από την ζήλια του. Ήθελε να φέρνει μόνο αυτός τα λεφτά στο σπίτι να της τα δίνει. Και τα κατάφερε, δεκαπέντε χρόνια μετά, αλλά τα κατάφερε.
Ήρθε μετά η συναγρίδα. Με λαδολέμονο, με τα λεμόνια από το περιβόλι της Ειρήνης. Και την τιμήσαμε δεόντως, εγώ και η μητέρα. Αυτός ίσα που την ακούμπησε. Τον πείραζε που είχα λεφτά και πλήρωνα, θα του κάτσει κανένα κόκαλο στο λαιμό, φοβήθηκα.
-Αχ να ζούσε η γιαγιά σου! αναστέναξε η μάνα μου. Θυμόταν την γιαγιά όταν είχαμε ψάρι. Για τον παππού, δεν μίλαγε τόσο συχνά. Ο παππούς μου ο μητρικός ήταν φωτογράφος. Είχε κάτι φωτογραφίες αδημοσίευτες. Από την εκτέλεση των έξι, είχε πάει εκεί, τις τράβηξε κρυφά, καμιά εφημερίδα δεν τις δημοσίευσε μέχρι τούδε. Το έθνος έζησε την τραγωδία αλλά δεν την είδε ποτέ. Ο στρατηγός Χατζανέστης μέσα στα αίματα, μετά την χαριστική βολή. Ο Γούναρης μέσα στα αίματα επίσης, ο Πρωτοπαπαδάκης μέσα στα αίματα, ο Σταύρος, ο Θεοτόκης, ο Μπαλτατζής, επίσης μέσα στα αίματα όλοι. Απόξω τους είχα μάθει, τους εκτελεσμένους. Ο παππούς ήταν από την Πόλη, βενιζελικός. Παρ' όλα ταύτα, παραδεχόταν πως οι έξι πήγαν αδίκως, αλλά έπρεπε να εκτελεστούν ώστε να επέλθει η Κάθαρσις. Ήταν, λέει, ο φόρος αίματος των βασιλοφρόνων προς τους βενιζελικούς. Αλλά πως θα ερχόταν η Κάθαρσις με την εκτέλεση ανθρώπων που τους δικάσαν για προδότες αντί για τους προδότες που ήταν στο παλάτι; Ο Χατζανέστης μπορεί να μην τάχε και τετρακόσα, μέχρις τέτοιου σημείου. Νόμιζε πως είχε γυάλινα πόδια, ο αρχιστράτηγος. Οι έλληνες όμως, και οι βασιλικοί μαζί, ήθελαν καλά και ντε ανθρωποθυσίες. Δηλαδή πως για όλα φταίγανε μόνο οι έξι αυτοί, κι' έπρεπε να τους φάνε, αλλιώς ο τόπος δεν θάβλεπε κάποια ηρεμία. Έτσι έλεγε ο παππούς, κι' ας ήταν βενιζελικός βαμμένος. Δηλαδή, είπα του παππού, οι έλληνες ήταν σαν τους αζτέκους, που έκαναν ανθρωποθυσίες για να βρέξει; Αλλά ο παππούς δεν ήξερε να με φωτίσει πολύ για τους αζτέκους. Εγώ τους ήξερα από κάτι βιβλία του ΡΟΛ, είχανε τίτλο Ήμουν κι' εγώ εκεί. Ε, κάτι σαν το γιοφύρι της Άρτας, είπα του παππού, κάποιον έπρεπε να θυσιάσουν. "Δεν ξέρω τι κάναν οι ατζέκοι, τι να σου πω, τι ερωτήσεις είναι αυτές βρε παιδάκι μου;" είπε ο παππούς. Μ' έπιανε μια ταραχή όποτε έβλεπα εκείνες τις φωτογραφίες. Με έπαιρνε η μάνα μου μαζί της, μ' άφηνε στο φωτογραφείο και πήγαινε στα μαγαζιά, σε δουλειές, δεν ξέρω. Ήξερα που τις είχε, κι' όποτε ήταν απασχολημένος, τράβαγε φωτογραφίες κάποιον για ταυτότητα και τα λοιπά, πήγαινα και τις έβλεπα. Μια φορά ρώτησα τον πατέρα, ήταν ή δεν ήταν προδότες, ο Χατζανέστης και οι άλλοι. Και με ρώτησε που τάμαθα αυτά, και τούπα. Και μου είπε πως καιρός ήταν να τα ξεχάσουμε όλα αυτά, γιατί περάσανε, δεν είχαν σημασία πια, και σημασία είχε να διαβάζω στο σχολείο. Και με έβαλε να κάνω ασκήσεις αριθμητική, αναγωγή στην μονάδα, απλή μέθοδος των τριών, τέτοια. Και όταν ξαναέψαξα τις φωτογραφίες, δεν τις ξαναβρήκα. Ρώτησα τον παππού που πήγανε, και μου είπε "Δεν έχει φωτογραφίες, τις πέταξα, πάει, πάνε." Τον έπιασε ο πατέρας μου, τι του είπε, τις εξαφάνισε.
Τον φοβόμουν τον πατέρα, μικρός όταν θύμωνε έκλαιγα. Με κορόιδευε, και με απειλούσε πως αν δεν σταμάταγα να κλαίω σαν γυναίκα θα μου λιώσει το κεφάλι. Ήθελε να με σκληραγωγήσει μ' αυτή τη μέθοδο. Είχε κι' άλλες μεθόδους, επίσης. Όταν ήμουν πρώτη Δημοτικού έφερε σπίτι ένα τεράστιο βιβλίο, ένα λεύκωμα. Μέσα είχε σκελετωμένα παιδάκια, και πεθαμένους, άλλους στη μέση του δρόμου, άλλους κρεμασμένους. Για να μάθω τι τράβαγαν οι έλληνες στην Κατοχή. Και πως αυτά έπρεπε να τα μάθω και να μην τα ξεχάσω. Ύστερα το βιβλίο μπήκε σ' ένα ντουλάπι, ψηλά. Φαίνεται πως ήθελε να ξέρω τι τραβάγαμε, αλλά για έναν άγνωστο λόγο να ξέρω με έναν τρόπο που θα τον κουμαντάριζε αυτός. Πρώτα σε φρικάριζε, δηλαδή, και μετά σε προστάτευε από τη φρίκη, έκρυβε το λεύκωμα να μην το φτάνω. Αλλά εγώ έβαζα καρέκλα και τόφτανα. Και κουμαντάριζα τη φρίκη μόνος μου. Όμως χωρίς να το καταλάβω, είχε μπλεχτεί ο φόβος του πατέρα μου με την φρίκη της Κατοχής. Αν δεν πήγαινα εγώ καλά στο σχολείο, ας πούμε, θα γινόταν Κατοχή, κι' αυτός θ' άρχιζε τις απειλές και τις βρισιές, που εγώ έφταιγα για την Κατοχή που γύρισε, αλλά εγώ δεν τον φοβόμουν, ούτε την Κατοχή φοβόμουν, γιατί ήδη πήγαινα και κατέβαζα το βιβλίο κι' έβλεπα τη φρίκη. Υπήρχε μία ευχαρίστηση σ' αυτό, οπωσδήποτε, μια ανεξαρτησία. Άντε βρες γιατί. Όπως μετά, που πήγα στην Αφρική, με τα παλούκια στον ωκεανό και τα παιδιά κανίβαλοι. Αναρωτιόμουν δηλαδή αν τάκανα όλα ντοκιμαντέρ για να γλυτώσω από τον φόβο του πατέρα μου. Και τα σκεφτόμουν αυτά τα ευχάριστα θέματα ξεκοκαλίζοντας την συναγρίδα.
-Σας άρεσε η συναγρίδα; ρώτησα τελικά.
-Φρεσκότατη, σπαρταρούσε, είπε η μητέρα, απαντώντας και για λογαριασμό του. Όταν απευθυνόμουν και στους δύο, κοίταζα πάντα εκείνη.
Μικρός την έλεγα μάνα. Δεν ήθελε το μαμά, αλλά ούτε κι' εμένα μου άρεσε, το μαλθακό εκείνο διπλό -μα. Στην εφηβεία δεν την έλεγα τίποτα. Κι' από τότε που έφυγα για την Θεσσαλονίκη, την έλεγα μητέρα, και της μίλαγα στον πληθυντικό, και γελάγαμε. "Μητέρα, θα πιείτε μία μπύρα;" "Μητέρα χαρμάνιασα, μπορώ να καπνίσω;" "Μητέρα χαίρετε, βγαίνω τώρα να πάω να γαμήσω και θα επιστρέψω μεθαύριο," "Μητέρα, μου τα πρήξατε!". Και κακακα τα γέλια αυτή. Μια φορά που το παράκανα με τις παλαβομάρες μου, μου είπε "βρε μπάσταρδε, ωρίμασε επιτέλους!" Κι' εγώ σκαρφάλωσα στην κορομηλιά του κήπου και της φώναζα "Μητέρα ωρίμασα! Να πέσω;" Ώσπου βγήκε η γειτονιά στο πόδι και γέλαγαν απαξάπαντες. Ήταν καλοκαίρι, και είχαν ανοιχτά τα παράθυρα, ακούγανε. Και κακακα τα γέλια, η μάνα μου.
Εκείνον τον έλεγα πατέρα όταν ήμουν μικρός. Όταν μεγάλωσα, δεν τον έλεγα τίποτα. Ούτε και κάναμε αστεία. Με είχε χτυπήσει μερικές φορές, πολύ μικρό. Με τη ζώνη. Μια ζώνη δερμάτινη, καμπόικη, μου την είχε φέρει η μάνα μου από την Αμερική.
Όταν ήμουν δώδεκα χρονών, ο πατέρας μου έδωσε ένα χαστούκι και άνοιξε η μύτη μου. Γιατί είχα αργήσει. Ήτανε και κόσμος μπροστά, θα βγαίνανε με μια παρέα, τα είδανε όλοι τα γεγονότα. Ξεφτίλα πολλή. Και τότε του είπα πως αν με ξαναχτυπήσει θα του λιώσω το κεφάλι. Έτσι, μπροστά σε όλους. Άσπρισε, αυτός. Δεν με ξαναχτύπησε. Ταράχτηκε, έγινε ράκος. Ούτε με ξανάστειλε για τσιγάρα. Έσερνε τα πόδια του, πήγαινε στο περίπτερο, δεν μου μίλαγε για μήνες. Κι' εγώ ταράχτηκα. Έτρεμα μην με διώξει από το σπίτι. Αλλά δεν του τόδειξα.
Όταν τέλειωσα την Πολυτεχνική έκανε κάτι προσπάθειες να επανορθώσει. Αλλά μισά πράματα, παλινωδίες μέσα του. Είχα πάρει δίπλωμα, και του ζήταγα το αυτοκίνητο πότε πότε. Στην αρχή μου το έδωσε καμιά δυό φορές. Ύστερα μου είπε πως αυτός στην ηλικία μου δεν είχε αυτοκίνητο. Κι' άμα του είπα τι σχέση έχει αυτό, εξοργίστηκε. Κι' άρχισε μιαν ιστορία στα Δεκεμβριανά, που πέθανε η γιαγιά του, η προγιαγιά μου δηλαδή. Και την φόρτωσαν σ' ένα καρότσι με τον πατέρα του, να την πάνε να την θάψουν στον Άγιο Νικόλαο, εκεί τους έθαβαν, στον Άγιο Νικόλαο Πευκακίων, δεν υπήρχε μέσο να τους πάνε στο νεκροταφείο, η Αθήνα ήταν πεδίο μάχης. Και ρίχνανε κατά ριπές από τον Λυκαβηττό οι εγγλέζοι, και πέφταν αυτοί κάτω πρηνηδόν να γλιτώσουν, αυτός κι' ο παππούς. Οπότε του είπα πως ούτε αυτό έχει σχέση, κι' άρχισε πάλι την ιστορία με το τι τους κάνανε οι γερμανοί στην Κατοχή, που δεν είχαν να φάνε, και οι πεθαμένοι, και όλο το λεύκωμα επανάληψη. Ξανά τίποτα εγώ, δεν τούκανα τη χάρη, "και τι σχέση έχει με το αμάξι η Κατοχή;" είπα. Αλλά είχε βερεσέδες με την Κατοχή. Την άλλη μέρα με ξανάπιασε. Αυτή την φορά η ιστορία του ήταν πιο εμπεριστατωμένη. Μια φορά πέρναγαν έξω από ένα μπουρδέλο που πηγαίναν οι γερμανοί, Ασκληπιού ήταν, ημιυπόγειο, και το παντζούρι ήταν λίγο σπασμένο. Παίρνανε μάτι τον γερμανό που γάμαγε, επιμόρφωση να πούμε. Μέχρι που τους πήρε ο γερμανός χαμπάρι, πετάχτηκε έξω με το λούγκερ στο ένα χέρι και την μεταχειρισμένη καπότα στο άλλο. Και πρόλαβε αυτόν, τον πατέρα μου, οι άλλοι προλάβανε, λακίσανε. Και του την πέταξε στη μούρη, την καπότα, και τον απειλούσε με το λούγκερ, ο γερμανός. Και έβριζε κάτι γερμανικά, σα γαυγητά. Ευτυχώς βγήκε η πουτάνα με το νεγκλιζέ, τον καλόπιασε τον γερμανό, τον άφησε τελικά αυτός τον πατέρα μου, έφυγε, γλύτωσε. Ήταν δακρυσμένος, όταν τέλειωσε την διήγηση. Αλλά εγώ δεν ήθελα κανέναν συμβιβασμό, καμιά συγγνώμη, καμιάν δικαιολογία. Δεν ήμουν θυμωμένος. Ντρεπόμουν, που μου τάλεγε. Και φοβόμουν μην βάλω πάλι τα κλάματα μπροστά του. Κι' αν με κορόιδευε μετά που έκλαιγα; Τι θα έκανα; Θα του έλιωνα το κεφάλι; Καθόμουν λοιπόν και τον κοίταγα, απαθής και παγωμένος, και δεν έλεγα τίποτα. Και δεν μου ξανάδωσε το αυτοκίνητο.
Η γιαγιά στο καρότσι. Μελάνι, παστέλ, κάρβουνο, σε μπλοκάκι 14Χ9 cm, 2017.
-Παίζεις καθόλου κιθαρούλα; ρώτησε η μάνα μου.
Μου άρεσε ο Τσιτσάνης. Στο σπίτι είχαμε κορνιζαρισμένη μιαν ακουαρέλα του Μόραλη, ήταν μία γυναικεία φιγούρα με κόκκινο φόρεμα. Στη μέση της είχε ζωσμένο ένα χρυσό τούλι, κι' είχε μαύρα μαλλιά, κομμένα λίγο πάνω από τους ώμους. Ήταν ζωγραφισμένη με πολύ ανοιχτό δέρμα, κάτασπρο, και κατάμαυρα μαλλιά, όπως οι γκέισες. Και πολύ κόκκινα χείλια επίσης. Ήταν η μητέρα μου, δηλαδή το φόρεμά της όταν χόρευε στις Έξι Λαϊκές Ζωγραφιές. Με το χορόδραμα της Μάνου, σε διασκευές ρεμπέτικων του Χατζιδάκι, αν έχετε ακούσει γι' αυτήν την παράσταση, το πενηνταδύο ανέβηκε, την χόρεψε πριν παντρευτεί. Όταν ήμουν τριών χρονών έφεραν στο σπίτι ένα πικάπ. Έβαζε τον δίσκο με τις Λαϊκές Ζωγραφιές στο πικάπ συνέχεια, ήταν η μεγάλη της στιγμή. Αλλά και η υπηρέτρια που είχαμε εσωτερική, είχε ένα τραντζιστοράκι, άκουγε λαϊκά αυτή. Την Αρχόντισσα και την Συννεφιασμένη Κυριακή τις είχαμε λοιπόν καθημερινώς στο σπίτι, και αυθεντικές και διασκευασμένες. Στην Θεσσαλονίκη πρωτοπήγα πέντε χρονών, με τους γονείς. Ήταν Σεπτέμβρης, κανόνισαν να πάρουν μαζί διακοπές, αυτός από το τσιμεντάδικο, αυτή όταν τέλειωσε το φεστιβάλ Αθηνών. Πήγαμε και στην Έκθεση, μ' ανέβασαν σ' ένα τρακτέρ, με φωτογράφιζαν. Θυμάμαι την πρωινή αχλή της πόλης, ήταν ένα γλυκό φθινοπωράκι, κι' είχε έναν αχό παράξενο και ηρεμιστικό, η Θεσσαλονίκη, ίσως επειδή έχει ανοιχτούς χώρους, και η κίνηση ήταν πιο αραιή, αμαξάκια κάτασπρα φεύγουν απαλά, έτσι την φανταζόμουν, σαν το Περιβόλι του Τρελλού. Μέχρι που μεγάλωσα νόμιζα πως ο Τσιτσάνης ήταν σαλονικιός, και η Αρχόντισσα επίσης. Αυτό το νομίζω και τώρα. Κι' αυτή είναι η Θεσσαλονίκη η πραγματική. Η Θεσσαλονίκη ήταν πραγματική πολύ πριν πάω εγώ. Εννοώ πως την είχα φτιάξει με την σκέψη μου όπως ακριβώς ήταν πριν πάω.
Να μην τα πολυλογώ, φοιτητής στην Θεσσαλονίκη έμαθα να παίζω και κιθαρούλα. Και την  Αρχόντισσα, και την Συννεφιασμένη Κυριακή, και άλλα τέτοια της ίδιας εποχής. Στο τέλος έβγαζα μεροκάματο καλό με μία ρεμπέτικη κομπανία. Τα σαββατοκύριακα, σε ταβέρνες και κουτούκια, τραγούδαγα με πάθος απερίγραπτο εκείνα τα τραγούδια, έπαιζα λες και τάχα γράψει εγώ, λες και λέγαν δικά μου βιώματα. Ήταν τα χρόνια της Αναβίωσης του Ρεμπέτικου, που λέγαν. Αλλά είχα καιρό να την πιάσω έκτοτε, την κιθαρούλα. Εικονολήπτης στην Αφρική, άλλη δουλειά δεν είχα, νόμιζε η μητέρα. Η οποία είχε την ακλόνητη πεποίθηση πως εκεί διασκέδαζα, πέρναγα υπέροχα, έκανα ταινίες με άγρια ζώα και άγριους χορούς, με ταμτάμ και ξώβυζες αφρικανές καλλονές, αραπίνες μαύρες ερωτιάρες, με ουίσκι με γλυκές κιθάρες, γλέντι και πιοτό. Γκρίνιαζε, γιατί με τέτοια ζωή που διήγα δεν θα παντρευόμουν ποτέ. Ήθελε να με δει παντρεμένο, να της κάνω εγγόνι, αλλά που εγώ. "Φτάνει πια, δεν χόρτασες;" μου τριβέλιζε το μυαλό σε κάθε ευκαιρία. Όμως καλύτερα έτσι που τόχε δεμένο πως ξεφάντωνα στην Αφρική, δηλαδή ξεφάντωνα, αλλά εκείνη δεν ήξερε όλη την πραγματικότητα που ζούσα, και δεν την ένοιαζε, η πραγματικότητα. Δεν άντεχε να ανησυχεί, όπως προείπα, γι' αυτό. Κι' εγώ δεν άντεχα επίσης. Δεν άντεχα κάποιον να ανησυχεί για εμένα. Δεν ήθελα καμίαν και κανέναν να ανησυχεί για μένα και να έχω τον μπελά του. Με είχε πάρει μαζί της μικρό σε μια πρόβα του Εθνικού. Με ξέχασε εκεί και έφυγε. Έσβησε ο φροντιστής τα φώτα, είδαν και πάθαν να με βρουν, κανείς δεν θυμόταν που ακριβώς με είχε ξεχάσει. Τάβγαλα πέρα μόνος μου, στο σκοτάδι. Ζορίστηκα, βέβαια, πέντε χρονών ήμουνα. Αλλά δεν γούσταρα να ανησυχεί για τίποτα, άμα γινόμουν βάρος μ' έπιαναν ενοχές.
Έμεινα λοιπόν μόνος μου, στο σκοτάδι. Ανέβηκαν οι γονείς στο δωμάτιο, κι' εγώ πήγα στο Κατσούνι, μέσα στο σλίπινμπαγκ, να σκέφτομαι στο σκοτάδι. Μερικές φορές ήταν σαν να μην πέρασε μια μέρα, κι' η Αφρική τόσο μακριά, τόσο μακριά. Όσο και η ανεξαρτησία μου.
Τέλος πάντων, ξημέρωσε της Παναγίας. Ξύπνησα με τις καμπάνες και μιαν αόριστη μυρωδιά από λιβάνι. Ερχόταν από πάνω, από την Χώρα. Κι' από το λιμάνι, κανονιές του αντιτορπιλλικού κατ' ευθείαν στο στομάχι υπόκωφες.
Πήγα να δω την λιτανεία. Κατεβάζαν την εικόνα από την Καλαμιώτισσα, με την μπάντα, το άγημα, τον μητροπολίτη, ερχόταν κάθε χρόνο, τον δήμαρχο, πιστοί, τουρίστες όλοι εκεί θα ήταν, να έρθει το καΐκι με την Παναγία.
Ο μητροπολίτης αγίαζε τα νερά την ώρα που έφτασα. Κι' ύστερα η λιτανεία άφησε την προβλήτα και πήρε τον ανήφορο για την Χώρα. Εκεί στα σκαλοπάτια μαζευόταν το πλήθος, να περάσει η εικόνα από πάνω τους, να αγγίξουν την Παναγία. Σπρώχνονται, τσαλαπατιώνται, πνίγονται, πέφτουν κάτω σε έκσταση, κραυγές και οιμωγές, σβήνουν τα εμβατήρια, ο αέρας πυκνώνει, γίνεται ένα υλικό από χάλκινα και ήλιο και ζέστη, και ξανανάβουν επίσημα και αργά τα εμβατήρια, κι' η εικόνα ανεβαίνει κι' αυτή αργά στις πλάτες των ναυτών, πάνω από κυπαρίσσια και τις γυφτοπούλες τις λεπτές σαν τα ξιφίδια των αξιωματικών, το άγημα αφήνει τον ιδρώτα από τα κούτελα να βρέχει τις μπελαμάνες, οι ξιφολόγχες ψέλνουν, ανοίγουν δρόμους στα ουράνια, τα σκαλοπάτια πάνε στα ουράνια μαζί με το πλήθος, πουθενά αλλού ο θάνατος δεν έχει τέτοιον οίστρο, πουθενά αλλού ο θάνατος δεν τραγουδάει έτσι τον θάνατό του και νάτους, ανεβαίνουν τα σκαλοπάτια τα ασβεστωμένα, γιορτάζουν το τέλος της βασανισμένης ζωής της Θεοτόκου σαν να ήταν η Απελευθέρωση, ή σαν νάταν ο θάνατος απολυτήριο απ' το σχολείο ή τον στρατό.
Είδα την Ζολί να λικνίζεται μέσα στο πλήθος. Χόρευε και τραγούδαγε, με πήρε από το χέρι κι' ανεβαίναμε μαζί μ' όλους τους άλλους, κι' όπως ανεβαίναμε κάτι πολύ περίεργο συνέβαινε, η Ζολί μίκραινε, μίκραινε συνεχώς, σε μέγεθος και χρόνια, ώσπου ξαναβρήκε την παιδική της ηλικία, επέστρεψε εκεί, και τα ρούχα της μικραίναν, ήταν μια παρωχημένη μόδα παιδική, δεν μπορούσα να της κρατάω το χέρι, ήταν πολύ μικρούλι, με τράβαγε από το μικρό μου δάχτυλο μέχρι που φτάσαμε στην Χώρα. Από κει άρχιζαν άλλα σκαλάκια, πιο ανηφορικά, αλλά φαρδαίνανε, φρεσκοβαμμένα με ασβέστη. Κάθε τόσο είχε κι' ένα κεφαλόσκαλο, τα είχανε διακοσμήσει τα κεφαλόσκαλα οι νησιώτες με ντενεκέδες βασιλικό. Από κάτω μας έχασκε  ο γκρεμός της βορεινής πλευράς, κι' από κάτω από τον γκρεμό, αρυτίδωτη σήμερα, ανήμερα της Κοιμήσεως, η μπλε η βαθειά η σκούρα η θάλασσα. Νότια, απλωμένες κλιμακωτά ήταν οι πλαγιές, οι σταχτόχρυσες πεζούλες με τις φραγκοσυκιές και τα λιόδεντρα, οι παραλίες με τους αστερίες και τα κοχύλια, και ψηλά ο Βράχος στην αυγουστιάτικη την μακαριότητά του.  Η Ζολί σήκωσε το κεφαλάκι της και με κοίταξε.
Η Ζολί μίκραινε, μίκραινε συνεχώς. Μελάνι και παστέλ, σε μπλοκάκι 14Χ9 cm, 2017.
-Που πάνε όλοι αυτοί; ρώτησε.
-Στην εκκλησία, είπα. "Πάνε ν' ανάψουν ένα κεράκι."
-Κι' εμείς γιατί δεν πάμε;
-Πάμε άμα θες, ξανάπα.
Την πήρα αγκαλιά, την έβαλα πάνω στους ώμους μου να μην την πατήσουν τα ευλαβικά πόδια των προσκυνητών. Μπορούσε να βλέπει τα πάντα αφ' υψηλού τώρα. Αρχίσαμε το ανέβασμα μαζί με το μπούγιο που σπρωχνόταν.
-Βλέπεις; ρώτησα.
-Ναι, πολύ ωραία είναι, είπε η Ζολί. "Και ακούω την φωνή σου στο μουνί μου."
Πέθανα στα γέλια. Πρώτα έπαθα λίγο σοκ, και μετά πέθανα στα γέλια. Ένα τόσο δα ανθρωπάκι να λέει τέτοια πράματα, το βλαμμένο, σοκαρίστηκα, αλλά συγχρόνως ήταν πολύ αστείο, το πάνχαζο. Είχε χάσει κάθε ιδιαίτερο νόημα το μουνί της, ήταν κάτι σαν τα αυτιά, ή το στομάχι, ηχείο ξερωγώ, να που ήταν ακριβώς  το  αστείο, α! το ηλιθιο το έντομο το μικροσκοπικό, είπα, σαν να της μίλαγα μέσα από κάποιον σωλήνα και έκανε ηχείο, καμία διαφορά.
-Μην γελάς, ξανάπε ενοχλημένη. "Γαργαλιέμαι, δεν αντέχω."
Σταμάτησα τα γέλια. Με κόπο και κίνδυνο να σκάσω, διότι κρατούσα την αναπνοή μου για να μου κοπούν τα χάχανα. Απορροφηθήκαμε μετά και οι δύο στην ανάβαση, πάνω γαλάζιο, πέρα γαλάζιο, ο βράχος αχνός στο μεσημέρι, η μπάντα η χάλκινη, το άγημα, οι παπάδες, οι αρχές, οι γύφτοι, η εικόνα, τα σκαλιά τα πέτρινα, η εκκλησία η πάλλευκη, το πλήθος, όλα πήγαιναν προς τα πάνω, όλα ανέβαιναν συνέχεια και πιο ψηλά. Όλα γελάγαν με τον θάνατο, τον τζουτζέ, τον καραγκιόζη.
Ώσπου φτάσαμε στον περίβολο της εκκλησίας. Στάθηκαν οι ναύτες με την εικόνα, σταμάτησε η μπάντα, άρχισε ο δεσπότης την δέηση. Που ανάμεσα στο πλήθος, ποιός πετάγεται; Ο Ζανζάκ Μεσσί, κι' ανεβαίνει στην πεζούλα, κι' αρχίζει την διάλεξη στους δικούς του πιστούς.
-Σήμερα, είχα πρόθεση να σας μιλήσω για την φύση και το περιεχόμενο  του Βιορμητικού...(παύση)...Ωστόσο, η χτεσινή νύχτα μας επεφύλασσε κάποιες απρόοπτες και ξαφνικές εξελίξεις, ή εκπλήξεις...(παύση)...αν προτιμάτε..(παύση)...εκπλήξεις, οι οποίες μας υποχρεώνουν να αναθεωρήσουμε κάποιες προηγούμενες θέσεις μας για το Γλωσσοθεσμικό...(παύση)...όπως τουλάχιστον αυτές έχουν διατυπωθεί στις προηγούμενες διαλέξεις μας...(παύση)...και είχαν μορφοποιηθεί με ικανοποιητική, θέλω να πιστεύω, ακρίβεια...(παύση αναστοχαστική)...τουλάχιστον έως χτες...(παύση)...Άλλωστε, όπως έχωμε πει σε προηγούμενη διάλεξή μας...(παύση)...το πεδίο του Γλωσσοθεσμικού ορίζεται...(παύση)...και συγκροτείται πρωτίστως ως γλώσσα στο όνομα του Πατρός... (παύση)...Στην θέση αυτή παραμένουμε αμετακίνητοι... (παύση)... προσθέτοντας ωστόσο πως η δομή του Γλωσσοθεσμικού... (παύση)...και πρωτίστως η έννοια του Πατέρα... (παύση)...όπως και κάθε έννοια κανόνα που πηγάζει από αυτήν... (παύση)...    συγκροτείται...(παύση)....με την αναγκαία... (παύση)... και θα τονίζω στο εξής αυτό το "αναγκαία" ως συνθήκη εκ των ουκ άνευ... (παύση)... μεσολάβηση της Μητρός, αφού μέσω αυτής επιτυγχάνεται η μέθεξις του βρέφους στο γλωσσικό σύμπαν... (παύση)...(παύση)... Συνεπώς, σε τελική ανάλυση, το Γλωσσοθεσμικό συγκροτείται και συγκροτεί το Όνομα της Μητρός!
Είπε, ο Ζανζάκ, κι' έκανε μία υποβλητική κίνηση να δείξει την εικόνα της Καλαμιώτισσας που την κουβάλαγαν οι ναύτες.
 -Τι λέει αυτός; είπε η Ζολί.
Δεν καταλάβαινα και πολλά. Διότι στα κωλογαλλικά Το Όνομα της Μητρός ακουγόταν επίσης και ως Όνομα της Θαλάσσης, ή και ως  Όνομα της Πικρής. Του Ζανζάκ Μεσσί του άρεσαν τα λογοπαίγνια, καλά, ήταν γνωστό αυτό, κι' άμα δεν τάβλεπες γραμμένα αυτά που έλεγε, δεν καταλάβαινες τίποτα. Που και γραμμένα να τάβλεπες, πάλι δεν καταλάβαινες τίποτα.
-Τι λέει αυτός; ξανάπε η Ζολί.
Στο Όνομα της Μητρός ή της Θαλάσσης ή της Πικρής συγκροτείται το ποστολένε; Τι να εννοούσε τελικά ο Μεσσί; Διότι Θεοτόκος, ναύτες και πικρία ανείπωτη του ιδρώτα και του κάματου κατέκλυζαν ως καταρράκτης εκείνη την σκηνή που έδειχνε το χέρι του στοχαστή.


Θεοτόκος, ναύτες και πικρία ανείπωτη. Μελάνι, παστελ, ακρυλικά, σε μπλοκ ιχνογραφίας, 28Χ19 cm, 2017

-Τι λέει αυτός; ρώτησε για τρίτη φορά η Ζολί, η οποία μίκραινε συνέχεια.
-Να, πως οι μαμάδες μας μαθαίνουν να μιλάμε, μας μαθαίνουν ποιός είναι ο μπαμπάς μας, κι' όλα όσα πρέπει να ξέρουμε και μπαίνουν σε λέξεις, και κρατάνε σε μία άλλη μεριά όσα δεν μπαίνουν σε λέξεις. Ή μπαίνουν αλλά δεν το καταλαβαίνουμε. Εξαρτάται. Αλλά άμα θέλουμε, μπορούμε να τις ψάξουμε εμείς, τις κρυμμένες λέξεις. Το θέμα είναι που είναι κρυμμένες. Ίσως στον πάτο της θάλασσας, ίσως στον πάτο της στεναχώριας μας, όταν δεν τις βρίσκουμε. Άλλοι πάλι τις ψάχνουν πίσω από την εικόνα της Παναγίας.
-Εκείνης της Παναγίας;
-Ναι, εκείνης της Παναγίας.
-Κι' εμείς γιατί δεν πάμε να ψάξουμε;
-Πήγαινε αν θες, είπα και την κατέβασα από την πλάτη μου. Είχα αρχίσει και να κουράζομαι. Έφυγε τρέχοντας τοσοδούλα τρυπώνοντας ανάμεσα στους ανθρώπους με άφθαστη επιδεξιότητα. Ήταν εκείνη η στιγμή που οι ναύτες έβαζαν την εικόνα μέσα στον ναό, κι' εξουθενωμένοι ονειρεύονταν παγωμένες μπύρες για μετά. Χώθηκε κάτω από την εικόνα, χάθηκε μέσα στην εκκλησία. Απόξω, τα κατσίκια σιγόβραζαν στα καζάνια της ενορίας από ώρες.
-Δεν ήξερα πως είχες κορούλα, είπε η Κλαίρ. Καθόταν και με κοίταγε χωρίς να την προσέξω, μπορεί από ώρα να καθόταν και να παρατηρούσε, εμένα και την Ζολί.
-Δεν είναι κορούλα μου, είπα. "Είναι η Ζολί."
-Σταμάτα τις μαλακίες σου, εξυπνάκια, είπε η Κλαίρ.
-Δεν είναι μαλακίες, είπα. "Άρχισε να μικραίνει καθώς αρχίσαμε ν' ανεβαίνουμε τα σκαλάκια. Αν συνεχίσει, σε μισή ώρα θα είναι έμβρυο."
-Και τι σκέφτεσαι να κάνεις; Θα ήταν τρομερό να καθηλωθεί εκεί για πάντα, ξαναείπε η Κλαιρ. Χωρίς να πιστεύει πως σοβαρολογούσα.
-Σκέφτομαι πως αν κατεβούμε στο λιμάνι, θα ξαναμεγαλώσει.
-Ας το ελπίσουμε, ξανάπε.
-Ευτυχώς ξαναβρήκατε τον Ζανζάκ, είπα κι' εγώ για να αλλάξω θέμα.
-Ευτυχώς. Έμεινε μερικές ώρες με έλληνες ρομά, και κάποιαν καναδή ανθρωπολόγο που ήρθε μαζί τους. Τελευταίως, ξέρεις, γλωσσολόγοι, βιολόγοι, εθνολόγοι, ανθρωπολόγοι και πολλοί άλλοι λόγοι συμφώνησαν πως οι ρομά ήρθαν από την Ινδία. Η καναδή λοιπόν, η οποία είναι και φεμινίστρια, προσπαθεί να συνδέσει την αφοσίωση των ρομά προς την Παναγία με την παλιά τους θρησκεία, και ειδικότερα με την ινδουιστική θεότητα Σάκτι. Η Σάκτι, ξέρεις, είναι η θηλυκή κοσμική ενέργεια, η πλήρης ένωση αρσενικού και θηλυκού, φαλλού και μήτρας. Είναι αυτοδημιούργητη. Ο Βίσνου, ο θεός Σίβα που είναι ο φαλλός προσωποποιημένος, καθώς και οι άλλοι αρσενικοί θεοί του Ινδουισμού εκπορεύονται από αυτήν. Αυτά είπε η καναδή στον Ζανζάκ, κι' επειδή ήταν νόστιμη και μαθήτρια του Λεβί Στρος, ο Ζανζάκ καταγοητεύθηκε. Σκέφτηκε μάλιστα να επωφεληθεί από το όψιμο αυτό ενδιαφέρον της επιστήμης για την καταγωγή των ρομά  πριν προλάβει κάποιος άλλος. Ήθελε σίγουρα να εντυπωσιάσει και την καναδέζα, οπότε συνέχισε να της λέει ό,τι θα της άρεσε να ακούσει από τον θεσπέσιο Ζανζάκ Μεσσί, δηλαδή ο Μεσσί της είπε πως ο Φρόιντ τόχε λιγάκι παρακάνει με τον μύθο του Οιδίποδα που σκότωσε τον μπαμπά για να γαμήσει την μαμά του, και πως υπήρχαν και άλλοι μύθοι στην οικουμένη, πιο γυναικείοι, και είχε έρθει ο καιρός να προσαρμοστεί και η ψυχανάλυση σ' αυτή την πανάρχαια αντίληψη περί θεογονίας, πιο παλιά από τον Οιδίποδα και τον μπαμπά του και τη μαμά του. Όλα αυτά βέβαια που έλεγε ήταν εφευρέσεις της στιγμής, όπως συνηθίζει ο Μεσσί. Εν όψει των νέων δεδομένων, δηλαδή επειδή του γυάλισε η καναδέζα, ο Ζανζάκ θεώρησε σωστό να ρετουσάρει το "Γλωσσοθεσμικό", αφού μέχρι τώρα του είχε διαφύγει πως η γλώσσα και όλες οι λέξεις της και οι κανόνες για τον μπαμπά τις μαθαίνει το παιδί από την μαμά, και όπως ακριβώς ο φαλλός δημιουργείται βιολογικώς από την μήτρα, έτσι και συμβολικώς ο Σίβα δημιουργείται από την Σάκτι, και έτσι ο Χριστός -που είναι ο Θεός- δημιουργείται από την Παναγία, κι' έτσι η πατρική εξουσία δημιουργείταιεπειδή έτσι θέλει η μητέρα. Η καναδή έμεινε έκθαμβη με τον Ζανζάκ, και ο Ζανζάκ άνοιξε πανιά μέσα στην νύχτα για νέες θεωρητικές θάλασσες και αμερικές. Βουαλά!


Η Κοσμική Ενέργεια Σάνκτι, μήτηρ των Πάντων. Στυλό μελάνης, παστέλ, ακρυλικά σε mix media, 21X30 cm, 2017
Τι σχέση μπορεί να είχε με τον άντρα της  αυτή η γυναίκα; Ο οποίος ήταν σαν πορδή που παριστάνει το πυροτέχνημα, έτσι μου φαινόταν εμένα. Ήμουνα προκατειλημμένος αναντίρρητα, ερωτευμένος καθώς ήμουν με την γυναίκα του, αλλά και απορημένος, και σε μια σύγχιση βουτηγμένος, και τσαντισμένος αποπάνω. Ύστερα ήρθαν οι εικόνες της περασμένης νύχτας και με κατάβρεχαν σαν το αρμυρό το κύμα του γιαλού.    
-Καλά, και πως βρέθηκε με τους ρομά, ο Μεσσί; την ρώτησα να ξεκαρφωθώ.
-Τους τον άφησε ο Ντε λο Κάβο. Τους είπε πόσο διάσημος επιστήμονας ήταν, και πως άμα τον έδιναν πίσω στους μαθητές του που είχαν τρελαθεί να τον ψάχνουν, ε, θα έβγαζαν τουλάχιστον ένα εκατομμύριο εύρετρα. Δραχμές, εννοείται. Αλλά η εθνολόγος τους είπε πως μπορεί να τους βάλουν φυλακή για απαγωγή. Φοβήθηκαν, υποθέτω, και τον άφησαν.
- Εγώ έμαθα πως ο Ντε λο Κάβο τους τον πούλησε.
-Ε, του έδωσαν ένα πεντοχίλιαρο, δεν είχε ούτε για τα εισιτήρια του πλοίου, ο κακόμοιρος. Δεν είναι λύτρα αυτά για έναν Ζανζάκ Μεσσί!
-Ο Ζανζάκ Μεσσί είναι μία σκατούλα! της είπα. "Είναι μία θλιβερή Πυθία που παραληρεί μαστουρωμένη, εσύ είσαι αυτή που δίνεις νόημα στους χρησμούς της, εσύ είσαι ο νους του, σου χρωστάει τα πάντα. Κι' εγώ θέλω εσένα! Που είσαι την νύχτα πουτάνα και την μέρα η θηλυκή κοσμική ενέργεια που μας κινεί προς ένα νέο νόημα της ύπαρξής μας συνεχώς!"
-Χαριτωμένα που τα λες, κατεργάρη! μου χαμογέλασε. "Μήπως πρέπει να πας να μαζέψεις την μικρή;"
Με αυτά και με κείνα είχα ξεχάσει την Ζολί. Έτρεξα γρήγορα μέσα στον ναό. Πουθενά όμως, θάχε μικρύνει κι' άλλο, ποιός ξέρει που να χώθηκε. Ευτυχώς ο κόσμος αραίωσε, και την βρήκα στο τέλος, κάτω από την εικόνα της Καλαμιώτισσας, κρυμμένη κάτω από τα μπλε βελούδα. Έκανε έτσι το λιλιπούτειο χεράκι της και μου έριξε μία μούντζα κι' ένα πλατύ γέλιο. Την πήρα αγκαλιά, και μάλλον φχαριστήθηκε, και βγήκαμε έξω. Πήρα τον κατήφορο, πάλι τα σκαλάκια, και κατεβαίναμε χοροπηδώντας.
-Κι' άλλος κατήφορος! είπε η Ζολί. Μέτραγε για κατήφορους τα κεφαλόσκαλα με τους βασιλικούς. "Ένας, δύο, τρεις κατήφοροι, πόσοι κατήφοροι, τέλος πάντων!"
Κατεβήκαμε στην Χώρα, είχε αρχίσει πάλι να μεγαλώνει, το καταλάβαινα από το πως μίλαγε. Κι' από το βάρος της. Κυρίως από το βάρος. Όταν έφτασε σε ηλικία που μπορούσε να βαδίσει την άφησα. Περπάτησε άνετα ως το λιμάνι, δεν αργήσαμε καθόλου στον κατήφορο. Καθίσαμε κάτω από τις μαρμάρινες καμάρες που είχε δροσιά. Πρέπει να κοιμήθηκα πέντε δέκα λεπτά. Με ξύπνησε η Ζολί, που είχε ξαναγίνει νέο κορίτσι, σχεδόν όπως ήταν πριν μικρύνει. Υπολόγισα πως θα πέρναγαν μια δύο ώρες πριν επιστρέψει εντελώς στην αρχική της ηλικία. Ήθελε πες άλλη μια δωδεκαετία.
-Λοιπόν; ρώτησα. "Τι έγινε με την εικόνα; Τι είχε από πίσω;"
Δεν απάντησε αμέσως.
-Τίποτα, πολύ μπλε μόνο, είπε τελικά. "Πάρα πολύ μπλε, απερίγραπτα μπλε βελούδο. Κι' άλλαζε συνεχώς απόχρωση, ανάλογα με τις ανταύγειες."
Έμεινε εκεί, με το πηγούνι ακουμπισμένο στο γόνατο, και κούναγε το άλλο της πόδι.
-Θα πάω να βρω την γιαγιά μου, είπε μετά. Πέρασε λίγη ώρα να κουνάει το πόδι της. "Πάντως όλοι αυτοί οι μανούς που έρχονται εδώ, για την μάνα τους έρχονται κανονικά, δεν ειν' έτσι;" ρώτησε. Μανούς λένε τους τσιγγάνους στην Γαλλία. Μετά άρχισε ένα τραγούδι, σαν τσίριγμα παιδιού που πείνασε.
 Μάνα που πας στον ουρανό στο σύμπαν που διαβαίνεις
 Κι' έχεις παρέα τα σύννεφα, συντρόφους τα γεράκια
Δωσ' μου νεράκι που διψώ, ήλιον λίγο να φάω
Δωσ' μου φτερά για να πετώ, εδώ να μη μ' αφήσεις.

Άρχισε πάλι να κουνάει το πόδι της μηχανικά, και κοίταζε πέρα, την θάλασσα.
-Να σου πω κάτι, πείνασα, ξανάπε μετά.

Τίποτα, πολύ μπλε μόνο. (Ανταύγειες σε κατάστρωμα πλοίου.) Φωτογραφία.

    

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου