Τρίτη, 6 Ιουνίου 2017

VΙ. Γιασεμιά και φουστάνια στο περιβόλι. (Ο Εικονολήπτης, συνέχεια.)


Γιασεμιά και φουστάνια στο περιβόλι, του 2000. 
Στο τέλος νύχτωσε. Μόνο τα φώτα της Χώρας φαίνονταν μακριά, με τ' αστέρια φωτοστέφανο από πάνω της. Τελικά το ενάμισι λίτρο νερό του καλόγερου δεν έφτανε ούτε για ζήτω, λύσσαξα στη δίψα με τόσον ιδρώτα πούχα χύσει. Έτσι δεν καταλάβαινα την ξενιστικωμάρα μου. Μέχρι που κοιμήθηκα.
Πρωί πρωί με ξύπνησε η δίψα. Κατρακύλησα μέχρι το Μοναστήρι. Ο καλόγερος έλειπε, θάταν στον μπαχτσέ να ποτίσει. Πήρα το μονοπάτι, ταλανιζόμενος από την δίψα την αφόρητη, μα παραδόξως περιχαρής. Κοίταζα τις πεζούλες να κατεβαίνουν κλιμακωτά, θαύμαζα την τόση φροντίδα του Ανθρώπου να δώσει σχήμα στο τυχαίο της γεωλογίας. Λίγα λιόδεντρα, λευκές αγροικίες, κληματαριές, ζωηρό πράσινο που δρόσιζε το θάμπος του μεσημεριού, ένα γλυπτό που η φύση και οι άνθρωποι έφτιαχναν με τις χιλιετηρίδες, και βούιζε από τα έντομα και τις μυριάδες τόσες τραγικές ζωές ανθρώπων διαδοχικά που έζησαν εκεί, μέχρι σήμερα, έρχονταν μόνο για καλοκαίρι, οι ιδιοκτήτες, χαμογελούσαν στα κατώφλια. Κι' ως πέρα μετά, η θάλασσα.
Σταμάτησα λίγο να χορτάσω τα μάτια μου.
-Ωραία θέα, είπε ο Μπόρεγκαρντ. "Αυτό σημαίνει το όνομά μου στα παλιότερα γαλλικά, ωραία θέα. Παράξενο ε; Μπόρεγκαρντ εγώ, εικονολήπτης εσύ, ήταν σημάδι της Ειμαρμένης."
Δεν τούδωσα σημασία, έφυγε. Ολόκληρος ζούσα προς τα έξω, πάνω στα βήματά μου γέμιζα τους πνεύμονές μου μελτεμάκι, το λαρύγγι μου να ουρλιάζει για νερό και να μην τ' ακούω. Δεν σταμάτησα μέχρι το Κατσούνι. Δεν μπορούσα να μιλήσω από την δίψα.
-Μην πίνεις απότομα, είπε ο Λιμπούντας, "μπορεί ακόμα και να μείνεις ξερός, άμα έχεις αφυδάτωση." Λιμπούντα τον λέγαμε γιατί ήταν κοκκινομάλλης και πολύ ευέλικτος, όπως το παλιό εξτρέμ της εθνικής Γερμανίας, τον Λιμπούντα. Παίζαμε συχνά στην αμμουδιά ξυπόλυτοι. Πιστεύω βάσιμα πως στην άμμο αυτός ο Λιμπούντας ήταν καλύτερος από τον άλλο, τον γερμανό. Όμως στο γκαζόν θα ήταν ο γερμανός καλύτερος. Αλλά εδώ δεν είχε γκαζόν.

Τον Λιμπούντα τον ήξερα από την Πολυτεχνική, ήμασταν συμφοιτητές. Μετά έγινε πολιτικός μηχανικός στην ιδιαιτέρα πατρίδα του, έβγαζε χρήμα με την σέσουλα. Χτίζανε τότε την επαρχία. Ήταν και οι σεισμοί στην Κόρινθο μετά, κατέβηκε, πήρε δουλειές καλές, έκανε περιουσία. Αλλά εντός του ο πολιτικοποιημένος αλητάμπουρας γαύγιζε ακόμη συνθήματα μοβόρα . Αποτέλεσμα αυτού του δυισμού του -πλούσιος και λέχρος σε ένα- ήταν να νοικιάζει μια καμαρούλα στο Κλεισίδι, στην ταβέρνα της Ειρήνης αποκάτω. Αλλά δεν πήγαινε συχνά εκεί, μόνο για να πλένεται την είχε πότε πότε, και για γαμιστρώνα.
-Το χάλι σου έχεις, μου είπε. Δεν πας να κάνεις κανα ντούς, να κοιμηθείς λίγο να συνέλθεις;
Σκεφτόμουν σοβαρά την πρόταση, διότι δεν είχα βάλει γλυκό νερό πάνω μου από τότε που ήρθα. Εκείνη την ώρα κατέφθασε και ο Αλφαδύο.
-Καλώς να τα δεχτείς, είπε κοροϊδευτικά. "Πήρε ο Ηροδότος στης Μαργαρίτας και είπε να σου πουν πως πήρε η μάνα σου και είπε πως έρχονται αύριο, και που θα κοιμηθούνε."
Έπρεπε λοιπόν τώρα να κόψω τον λαιμό μου να τους βρω δωμάτιο μες στον Δεκαπενταύγουστο. Δηλαδή να κάνω τ' αδύνατα δυνατά. Θα ρώταγα στης Μαργαρίτας, υπήρχε κάποια αμυδρή πιθανότητα. Κι' ίσως να έπεφτα πάνω στην Άννα. Για νά είμαι ειλικρινής, μακάρι να μην είναι εκεί η Άννα. Ή να είναι, δεν ξέρω. Τι θα της έλεγα, πάλι δεν ήξερα. Κι' έβαλα το κλειδί του Λιμπούντα στην τσέπη μου. Κι' είπα ό,τι βρέξει ας κατεβάσει. Και μια και δυο ξεκίνησα για το Κλεισίδι.
Η Μαργαρίτα ήταν στο τηλέφωνο και μιλούσε με κάποιον στα αγγλικά.
-Οκέι, είπε, "γκετ γουέλ σούν, νο γουόρις γουίθ δε ρούμ!" Κι' έκλεισε το τηλέφωνο.
-Άκου να δεις! μου είπε γεμάτη θαυμασμό. "Τον θυμάσαι τον γιαπωνέζο, τον Χισάο, που είχε έρθει και πέρυσι; "
Τον θυμόμουν. Το όνομά του είχε γίνει το νεότερο ρήμα της ελληνικής γλώσσης. Στα ιαπωνικά Χισάο σημαίνει "Μακρόβιος." Εδώ όμως χρειάζεται προσοχή να μην τα μπερδέψουμε, διότι στο τρίτο ενικό, Χισάι σημαίνει "δεινά της καταστροφής."
-Αυτόν που περπάταγε στην παραλία και μίλαγε στην γυναίκα του, κι' η γυναίκα του άκουγε μόνο, πάντα σιωπηλή, κιχ δεν έβγαζε. Πήγαινε δέκα μέτρα πιο πίσω λόγω σεβασμού προς τον σύζυγό της. Αυτόν λες;

-Αυτόν! Δεν θα το πιστέψεις τι του συνέβη, περπάταγε σε μια παραλία, και ψιχάλιζε, και τι νομίζεις πως τον βρήκε;"
-Αστροπελέκι; είπα όλος φρίκη. Πάει ο άνθρωπος, τζάμπα το όνομα, ο Χισάο θάταν δε θάταν πενήντα χρονών.
-Όχι αστροπελέκι. Ένα  κομήτης τον βρήκε κατακέφαλα!
Έμεινα άναυδος. Κάτι τέτοιο συμβαίνει μία στα τριακόσια χρόνια. Τι σημασία όμως είχε, ο άνθρωπος θάχε οπωσδήποτε σκοτωθεί.
-Ως εκ θαύματος σώθηκε! είπε πάλι η Μαργαρίτα. "Τον πήρε ξώφαλτσα. Όμως έχει πάθει αμνησία, ξέχασε τα γιαπωνέζικα, μόνο αγγλικά μιλάει. Δεν μπορεί να συνεννοηθεί με την γυναίκα του, αυτή μιλάει μόνο γιαπωνέζικα, δεν ξέρει άλλη γλώσσα."
-Ω τον δυστυχή, ξανάπα. "Καλύτερα να είχε μείνει στον τόπο. Τώρα ίσως κάνει χαρακίρι. Που να ξαναμάθει γιαπωνέζικα! Όμως για την γυναίκα του ίσως να είναι καλύτερα έτσι. Θα λέει κι' αυτή καμιά κουβέντα πότε πότε."
Σιωπήσαμε, η Μαργαρίτα και εγώ. Στα ζευγάρια, η κακοτυχία του ενός είναι ευτυχία του άλλου. Αυτό βέβαια μπορεί  να συμβεί και γενικότερα στην ζωή. Όμως αν η ζωή τυγχάνει προϊόν συγγραφής, ο συγγραφεύς κάνει τα κουμάντα του να βολέψει το σόι του κατά το δοκούν. Είναι δηλαδή παντοδύναμος, πιο ισχυρός κι' από βολευτής, και υφυπουργός, και υπουργός, και πρωθυπουργός, και συνδικαλιστής, και παράγων.
-Δεν μου λες βρε Μαργαρίτα, είπα ξαφνικά. "Μπας και έχεις κάνα δωμάτιο;"
-Ναι, μου κάνει αυτή. "Του Χισάο, μόλις ακύρωσε. Θα ερχόταν αύριο με την γυναίκα του, αλλά στην κατάστασή του, προτιμότερο να μείνει να τον δουν εκεί πέρα οι γιατροί στον τόπο του. Αφού δεν έμεινε στον τόπο, ας μείνει στον τόπο του, χα, χα,χα!"
-Τέλεια, ανεφώνησα. "Γιατί με το πρωινό έρχονται οι γονείς μου."
-Καλώς τους δέχτηκες, άντε να τους γνωρίσουμε κι εμείς καμιά φορά, είπε η Μαργαρίτα.
Ήταν ντάλα μεσημέρι, κατηφόρισα προς της Ειρήνης. Και ω! του θαύματος στο μονοπατάκι πέφτω επάνω στην γαλλίδα που δεν ήξερα πως την έλεγαν. Φόραγε ένα λίγο φουστανάκι που τόπαιρνε ο αέρας πέρα δώθε.
-Πως είστε; ρώτησα εύχαρις.
-Πολύ ωραία. Εσείς; ανταπόδωσε το ενδιαφέρον.
-Επιστρέφω από κει πάνω, είπα και της έδειξα την Καλαμιώτισσα. "Μόλις κάνω ένα ντους θα είμαι καλύτερα."
-Επιστρέφω από την πλαζ, είπε εκείνη. "Καλή ιδέα, ένα ντους."
-Πολύ καλή ιδέα ένα ντους, παπαγάλισα.
-Και που θα το πάρετε το ντους; ρώτησε μετά από μιαν διακοπή κάπως αμήχανη.
-Σ' ένα δωματιάκι, εδώ πιο κάτω, είπα.
-Αν με καλούσατε στο δωματιάκι, θα μπορούσαμε να πάρουμε μαζί το ντους, είπε ξανά σαν πινγκπόνγκ.
-Σας παρακαλώ, ελάτε! είπα αβρά. Αβρά, και μ' ένα τσίμπημα μέσα μου τρελό.
Ήταν ένα δροσερό δωμάτιο, είχε χτίσει τρία πλάι πλάι η Ειρήνη η ταβερνιάρισσα, πούχε το μαγαζί αποκάτω. Μέσα στον λεμονόκηπό της. Κι' ευτυχώς ο Λιμπούντας είχε πολλές, καθαρές, χρωματιστές πετσέτες χρώματος απαλού, και φρέσκο σαπούνι. Απ' τα γερμένα παντζούρια έβλεπες το φως να παίζει στις λεμονιές, κάθε φύλλο τους κι' άλλο πράσινο στο φως.
-Μετά από εσάς, είπα κάπως αμήχανα, και της έτεινα τις πετσέτες σαν μικροπωλητής στην Ομόνοια. "Έχετε κάποια προτίμηση στο χρώμα; Ορίστε, χρωματιστές πετσέτες χρώματος απαλού. "
-Μην κάνετε τον χαζό, είπε περιπαιχτικά. Περίμενα εγώ, με τις πετσέτες στα χέρια. "Δεν πρόκειται να κάνουμε ντους. Προς το παρόν, τουλάχιστον."
Ήμουνα μόνο με το τζιν, δεν φόραγα ούτε σώβρακο, και βρωμοκοπούσα.
-Μυρίζετε υπέροχα, ξανάρχισε. "Θάλασσα και δεν ξέρω τι άλλο, έχετε μια μυρωδιά παλιόπαιδου."
Πλησίασε κοντά μου λες και είχα βάλει ιταλική κολώνια, εγώ ντρεπόμουν που έζεχνα. Έβαλε τις παλάμες της επάνω μου, τις έσουρε σ' όλο μου το στήθος μέχρι κάτω και μετά τις κατέβασε στο φερμουάρ, ακούμπησα στον τοίχο εγώ με κομμένα γόνατα, ζζζζζζτ έκανε το φερμουάρ και παραδόθηκε πολύ εύκολα, κι' εκείνη γονάτισε στο σκληρό τσιμέντο της καμαρούλας. Ακούμπησα την πλάτη μου στον τοίχο μην πέσω.
Θα πέρασαν δύο λεπτά. Ή τρία, το πολύ.
-Κλαίρ! ακούστηκε από το μονοπάτι η φωνή του Ζανζάκ Μεσσί.
Σηκώθηκε και φόρεσε το λίγο φουστανάκι της.
-Κλαίρ! Που είσαι; φώναζε ο άλλος τσαντισμένος.
-Ο άντρας μου, ψιθύρισε σαν  να ήθελε να απολογηθεί. Έβαλε τα μαύρα γυαλιά, διόρθωσε τις τιράντες του φουστανάκι, βγήκε κι' έκλεισε σιγανά την πόρτα πίσω της. "Είδες Ζανζάκ, εδώ κάτω έχει έναν λεμονόκηπο," την άκουσα να λέει ανέμελα. Τραβήξανε για της Μαργαρίτας, και να την σούρνει τα εξ αμάξης χαμηλοφώνως, που γύρναγε η σουρτούκω μεσημεριάτικα.
Έμεινα μέσα στο μεσημέρι φοβερά απογοητευμένος και σιωπηλός. Το μπάνιο και ο ύπνος έκαναν την μελαγχολία και την πλησμονή μου χειρότερα, σαν τα άνυδρα νησάκια απέναντι. Ο Χανς έκανε κι' αυτός το ραμαζάνι του κειπέρα. Τον φαντάστηκα μέσα στο δειλινό να φοράει χλαμύδα κείνο το ύφασμα που φόραγε, και το ψαθάκι του. Και κοιμήθηκα με την εικόνα του ερημίτη.
Όταν ξύπνησα, ουρανός είχε πάρει να νυχτώνει. Άναβε την φωτιά εκείνη την ώρα, ο Χανς, είδα ν' ανεβαίνει ο καπνός ίσιος επάνω. Πήρα να σιγοτραγουδάω Οι Ερμήδες με το μυτερό σκιάδι και του μαύρου καπνού το Κηρύκειο....
Είχε δύο τσιγάρα ο Λιμπούντας, αφημένα στο τραπεζάκι. Άναψα ένα, μερακλίδικο και αρωματικό όπως ό,τι το λίγο. Δεν ήθελα ν' ανέβω στης Μαργαρίτας. Δεν ήθελα να συναντήσω την Άννα. Διότι αν είχε πάει εκεί και η Κλαίρ μόνη της και με περίμενε κρυφά από τον σύζυγό της, τι θα έκανα; Ό,τι και να έκανα, θα τα είχα σκατώσει βασιλοπρεπώς και ανεκκλήτως ο μαλάκας! Σκεφτείτε το, και θα καταλάβετε. Πείναγα ωστόσο. Λύσσαγα της πείνας. Πήγα ως της Ειρήνης, ακόμα το μαγαζί ήταν άδειο. Είπα να μου βάλει γαύρο πλακί στο φούρνο που είχε βγάλει. Πήρα και μια χωριάτικη, κι' ένα καραφάκι ρακή, και κατέβηκα. Έξω από το δωματιάκι ήταν ένα τραπέζι. Έκατσα εκεί κι' έφαγα. Πέρασε η ώρα, νύχτωσε. Από την ταβέρνα έρχονταν χάχανα και ήχοι πιρουνιών και πιάτων, και παραγγελίες του γκαρσόνη στην κουζίνα, για βάλε ένα κοκκινιστό στο τρία, λογαριασμό στο εφτά, στο πέντε δύο πορτοκαλάδες κι' ένα χταποδάκι, ό,τι παλαβομάρες νάναι παραγγέλνουν μερικοί.
Δυο κοπέλες χαχανίζαν πνιχτά στο δίπλα δωμάτιο. Σε τι γλώσσα, δεν καταλάβαινα. Πέρασε κι' άλλη ώρα. Ώσπου βγήκαν μαζί με τα χαχανητά τους και πήγαν προς τα δέντρα. Μούριξαν μια κλεφτή ματιά, και πάλι χάχανα. Η μια ήταν ξανθιά σαν άγγελος εξ ουρανού. Η άλλη μελαχροινή με μάτια σαν κάρβουνα αναμμένα μες την νύχτα. Ας με συμπάθαγαν για τις τόσο τετριμμένες εκφράσεις που τις έντυνα και τις πρόβαλα στην οθόνη του προσωπικού μου κινηματόγραφου. Για νάχουν αντέξει τον καιρό, οι εκφράσεις ως εικόνες, κάτι θ' άξιζαν, σκεφτόμουν. Θάταν τώρα καθισμένες στο πεζουλάκι στο βάθος του περιβολιού, ίσα πούβλεπα τις σκιές τους. Θα με βλέπαν κι' αυτές λιγάκι. Πάψαν κι' οι ψίθυροι και τα χάχανα. Μόνο τα μαχαιροπίρουνα και τα χάχανα τα άλλα, της ταβέρνας. Τι να κάνουν και τι να λένε κρυφά, εκεί στο πεζουλάκι; αναρωτήθηκα. Είπα να πλησιάσω, δήθεν για να  ψάξω στα δέντρα για κανένα ζουμερό λεμόνι, βγαίνουν και μερικά εκτός εποχής στα νησιά, τα καλοκαιριάτικα που λένε, έτσι είχα ακούσει. Ξανάπιασα να τραγουδάω από μέσα μου Μιας νυχτός Ιουνίου η τρικυμία, γιασεμιά και φουστάνια στο περιβόλι. Κι' ας ήταν με το μαγιό η μία. Κι' έπινα τις ρακές, εντωμεταξύ. Γιαβάς γιαβάς. Έτσι που όταν έκλεισε η ταβέρνα και σβήσαν τα φώτα να μην είμαι μεθυσμένος. Τι να έκαναν οι κοπέλες μέσα στις λεμονιές;
-Πάει ένα τέταρτο που σας παρατηρώ μέσα από το σκοτάδι, είπε. Είχε πλησιάσει σαν την γάτα, κι' εγώ δεν την είχα αντιληφθεί τίποτα, μπιτ.
-Ώστε σας λένε Κλαίρ, είπα για να μην φανεί πόσο χάνος ήμουνα που έκανα μπανιστήρι στα ξινόδεντρα.
-Λίγη σημασία έχει, είπε κι' αυτή. "Θα θέλατε να περάσουμε στα ενδότερα; Μας παρατηρούν από τον λεμονόκηπο."
Μπήκαμε στο δωματιάκι. Άναψα την λάμπα του πετρελαίου. Κι' έμεινα να την κοιτάω στο κίτρινο φως. Ήταν με το νυχτικό. Θα μπορούσε να είναι μια μεταξένια κομπινεζόν, από τις παλιές. Έκανε να το βγάλει.
-Σταθείτε, της είπα. "Είσαστε η Μισέλ! Παίζατε στην Λέσχη! Σας γνώρισα!"
Η Μισέλ ήταν ταγματάρχης των μυστικών υπηρεσιών, και πήγε κρυφά με την κομπινεζόν στο δωμάτιο ενός περιπλανώμενου κουμμουνιστή, αλλά πήγε μόνο για τον έρωτα, δεν τον κάρφωσε, ούτε για να τον ψαρέψει πήγε. Τον προστάτεψε. Χωρίς υστεροβουλία κάποια. Ήταν συγκινητική, των εραστών της στιγμής το πάθος, η εχεμύθεια, η συνενοχή, η αλληλεγγύη, η ανιδιοτέλεια. Ήταν στον πόλεμο, η ιστορία αυτή, στα Ιεροσόλυμα. Υπέροχη ταινία, του ογδόντα νομίζω. Τον κουμμουνιστή τον έκανε ο Καφετζόπουλος. Ήταν από ένα μυθιστόρημα, να μην μακρηγορώ, μπορεί και να το διαβάσατε, ή νάχετε δει την ταινία.
Χαμογέλασε, κι' άφησε την κομπινεζόν να πέσει στο πάτωμα.
-Είμαι όποια θέλετε, είπε. "Είμαι μοιχός. Μπορείτε να με κάνετε ό,τι θέλετε."
Ήρθε κοντά. Η φλόγα της λάμπας τρεμόπαιζε, η αναπνοή της τρεμόπαιζε, η σκιά των σωμάτων μας έδινε μιαν παράξενη παράσταση πάνω στον τοίχο, ωστόσο δεν φώναξε, δεν έβγαλε κιχ, πραγματική κυρία, μόνο άνοιξε τα μάτια της κι' άφησε το βλέμμα της να χυθεί επάνω μου, χωρίς αιδώ και ντροπή και αισχύνη, κι' ήταν άγριο το βλέμμα της και μούρθε να την δαγκώσω στις ρώγες να πονάει την βρώμα, λύγισε το κορμί της σαν τόξο και γέλαγε πνιχτά να μην ακούγεται, και τότε ακούστηκε ο άλλος που την φώναζε από τα δωμάτια της Μαργαρίτας "Κλαίρ...που πήγες;...Κλαίαιααιρ!... Κλαίαιααιρ!" θα ξύπναγε όλο το Κλεισίδι, ο κερατάς, και τότε μόνο μίλησε αυτή, και μου ψιθύρισε "είσαστε ένας φοβερός ματαδόρ, εσείς!" κι' αυτό το είπε πολύ νωχελικά, σαν να με κορόιδευε και σαν να το εννοούσε συγχρόνως, κι' εγώ της είπα "κι' εσείς είσαστε η πιο υπέροχη και διεστραμμένη πουτάνα της οικουμένης!" και το εννοούσα επίσης και την λάτρευα που ήτανε, και τότε μόνο έβγαλε φωνή σαν να πόναγε, αλλά όχι πολύ πειστικά, κι' εγώ έβγαλα φωνή σαν να ξεψύχαγα, και συνεχίστηκε αυτό που γινόταν, μέχρι που απομείναμε λαχανιασμένοι αγκαλιά, με την φλόγα της λάμπας να τρεμοπαίζει στου τοίχου την σκιά.
Ένοιωθα ευγνωμοσύνη. Έτσι νοιώθω μετά. Ευγνωμοσύνη. Ειδικά με γυναίκες ξένες. Που είμαι ξένος κι' εγώ. Και συνενοχή σε μια πράξη παράνομη και κρυφή. Που γινόμαστε ένα τίποτα για λίγο, ηθοποιοί σε μια παράσταση που δεν είδε κανείς, θεατρίνικα αθύρματα, ρόλοι που κανείς φοβάται που τους έγραψε, ντρέπεται που τους έπαιξε και θέλει να τους παίζει συνεχώς. Της φίλησα τον λαιμό, εκεί που χτύπαγε η φλέβα. Κάπου το είχα διαβάσει αυτό και είπα να το σβήσω, αλλά μετά είπα δε βαριέσαι, το άφησα όπως ήταν. Μου χάιδεψε την πλάτη μέχρι χαμηλά, εκεί που αρχίζει ξέρετε, αλλά δεν πρόλαβε.
Κάτι σαν θρόισμα ακούστηκε στο κουφωμένο παράθυρο του δωματιάκι. Και πάλι ξανά.
Ο κερατάς, είπα μέσα μου, είναι και μπανιστιρτζής ο κερατάς, και παίρνει μάτι την γυναίκα του κρυφά και την παίζει. Πετάχτηκα επάνω, αυτή τρόμαξε, έπνιξε μια φωνίτσα, αλλά εγώ ήμουν στην πόρτα γυμνός, είχα πεταχτεί έξω να τον πλακώσω στις μπουνιές τον κωλοανώμαλο. Και τι να δω!
Οι δύο κοπέλες δεν πρόλαβαν να ξεκολλήσουν από την χαραμάδα, πεσμένες κειπάνω όπως ήταν στα μισόκλειστα παντζούρια. Γύρισαν και με κοίταξαν τρομαγμένες. Ύστερα όμως χαμογέλασαν, αυθαδέστατες και προκλητικές. Έριχναν χωρίς αιδώ φανερές ματιές στην ασχημονούσα μου γυμνότητα.
-Τι νομίζετε πως κάνετε εδώ πέρα, τους είπα αγγλικά.
-Κοιτάμε, είπε γαλλικά η μελαχροινή. "Απαγορεύεται;"
Όχι μόνο κοίταζαν δηλαδή, αλλά άκουγαν κιόλας στα γαλλικά, και καταλάβαιναν τα πάντα. Μου ήρθε να της δώσω ένα χαστούκι, τόση αδιακρισία δεν τρωγόταν. Γι' αυτό είχα βγει, άλλωστε. Αλλά το είδος του κοινού που είχε παρακολουθήσει την παράσταση δεν ήταν αυτός που περίμενα, ο κερατάς ο Ζανζάκ δηλαδή. Τάχασα. Δεν ήθελα να το παραδεχτώ, αλλά στα περί ηδονοβλεψίας που έλεγα προηγουμένως ίσχυαν τα δύο μέτρα και δύο σταθμά, που λένε. Κατάλαβαν την αμηχανία μου.
-Κοιτάξτε, ξαναείπε η μελαχροινή, "αν είναι να γνωριστούμε, καλύτερα να περάσουμε μέσα. Εδώ θα μας ακούσει ο Ζανζάκ Μεσσί αποπάνω πούχει λυσσάξει και θα κατέβει να δει τι γίνεται."
Ένοιωσα σαν να με τσίμπησε μέλισσα, που τον είχα τόσο γρήγορα λησμονήσει. Ώστε θα μας έπιανε και θα γινόμασταν βούκινο σε όλο το Κλεισίδι.
-Μετά από εσάς, είπα.
Η Κλαίρ -η αλλιώς Μισέλ- είχε καλυφθεί σεμνότατα με το σεντόνι, Δεν έδειξε να εκπλήσσεται με την παρουσία των δύο όμορφων ηδονοβλεψιών.
-Καλημέρα κορίτσια, είπε.
Αλήθεια, η ώρα είχε πάει τρεις το πρωί.
-Εντάξει, είπα εγώ. "Και τι είδους παιχνίδι παίζουμε εδώ πέρα;"
-Ρώτησε την Ζολί, είπε η Κλαίρ. "Πες της να σου πει μια ιστορία. Λέει ωραίες ιστορίες."
-Α, μάλιστα, είπα εγώ. "Γνωρίζεστε κιόλας."
-Όχι επί της ουσίας, είπε η Κλαίρ. Βλεπόμαστε στης Μαργαρίτας, λέμε καλημέρα, μιλάμε λίγο...
-Και τι είδους όνομα είναι το Ζολί; 
-Δεν ξέρω, είπε σοβαρά η Ζολί. "Είναι της γιαγιάς μου."
-Κι' εμένα με λένε Ζλάτα, είπε η ξανθιά. "Ήμουνα τσεχοσλοβάκα. Αλλά τώρα που χωρίσανε η Τσεχία με την Σλοβακία, έμεινα σκέτη τσέχα, αλλά μπορεί να γίνω σλοβάκα αν θέλω, ή μπορούσα να γίνω τέλος πάντων, αλλά έχασα την προθεσμία για την αίτηση, δεν ξέρω ακριβώς, είναι κάπως μπερδεμένο όλο αυτό. Αλλά δεν έχει και πολλή σημασία."
-Και τι έχει σημασία εκτός από το να κρυφοκοιτάτε; ξαναρώτησα.
-Σημασία έχει να σας γαμήσουμε και τους δύο, κι' εσένα και την έκφυλη μοιχαλίδα, είπε η Ζολί.
-Ουρανοί! αναφώνησε θεατρικότατα η Κλαίρ, "τι θα πει αν το μάθει ο σύζυγός μου!"
Ξανακούστηκε τότε η τραγική φωνή του Ζανζάκ Μεσσί: "Κλαίρ!...Κλαίαιαιαιαιρ..."
Κανείς δεν του έδωσε σημασία. Ήμασταν όλοι προσηλωμένοι στο μελαψό χέρι της Ζολί και στην σκιά του πάνω στο σεντόνι της Κλαιρ. Στο φως της λάμπας έφτιαχνε ζωάκια από σκοτάδι, γίδες, λύκους, φίδια, ό,τι ήθελες, ανοιγόκλειναν το στόμα τους και την τσίμπαγαν.  Κι' αυτή τεντωνόταν για να φαίνονται όλα πιο ανάγλυφα, ώσπου η Ζλάτα το τράβηξε εντελώς, το σεντόνι. Και έμεινε τσίτσιδη η Κλαίρ, ακίνητη και μπρούτζινη στις ανταύγειες της λάμπας.
-Το όνομά μου θα πει Χρυσαφένια, είπε η Ζλάτα. "Ό,τι αγγίξω γίνεται χρυσός, χρυσός εικοσιτεσσάρων καρατίων, σαν πηλός, δεν αντιστέκεται, καθαρός χρυσός, μαλακός και πειθήνιος σαν τον πηλό που εκλιπαρεί το χέρι του γλύπτη!"
Έτσι είπε, και έβαλε τις παλάμες της αργά στα βυζιά της Κλαίρ. Ύστερα με τα νύχια τής έξυσε τις δυο της ρώγες. Η Κλαίρ έμπηξε μια κραυγούλα έκπληξης, μα έμεινε στην αγαλμάτινη ακινησία της λες και αόρατα νήματα την είχαν δεμένη στο φτηνό κρεβάτι, ολοζώντανη Κοιμωμένη του Γιαννούλη Χαλεπά.
Χωρίς τίτλο
-Γαμήστε την πάλι, την βρωμιάρα, είπε η Ζλάτα. "Δεν την λυπόσαστε να σας παρακαλάει τόση ώρα;"
Ξαναγάμησα την Κλαίρ, η φλόγα της λάμπας έτρεμε, αρώματα γυναικών μπερδεύονταν στην μυρωδιά του καμένου πετρελαίου. Κάτι το ευτελές και αισθησιακό μας πλημμύριζε το σύμπαν, ένας χείμαρρος από λαγνεία και ηδονή, φαντασιώσεις ενός μετρίου ποιητή. Έχωσα τα χέρια μου στα μαλλιά της και την φίλησα. Το τρεμούλιασμα της λάμπας έκανε τους τοίχους να αναβοσβήνουν σαν λουναπάρκ.
Τραβήχτηκα άσπλαχνα. "Τι έκφυλα πράγματα είναι αυτά, δεν ντρεπόσαστε καμιά σας, πόρνες, ε πόρνες ξετσίπωτες!" είπα αγαναχτισμένος. Χωρίς να είμαι, στα ψέμματα. Η Ζολί είχε ένα σώμα από γρανίτη, η Ζλάτα της είχε σκίσει τα ρούχα εντωμεταξύ, οπότε γάμησα και την Ζολί χωρίς να ρωτήσω, νόμιζα πως θα διαμαρτυρηθεί που δεν ρώτησα, αλλά δεν διαμαρτυρήθηκε, ζητούσε αντιθέτως κι' άλλο με τα μάτια, διότι το χέρι της Κλαίρ διασκέδαζε εκδικητικά με τα οπίσθιά της, και μαζί και με τα οπίσθια της Ζλάτας, μάλιστα μ' αυτηνής πιο πολύ ακόμα, γιατί τα είχε τουρλωμένα επίτηδες να προσφέρουν προθύμως την μεταξύ τους θυαλασσινή σπηλιά στο δελφίνι κολυμπώντας κι' ατενίζοντας φαράγγια και κοιλάδες πάνω από την πλάτη της Ζολί, και μετά έβαλα την γλώσσα μου σ' όλες τις λοφοσειρές της Ζλάτας, της Ζολής, της Κλαίρ, ρουφώντας τα φαράγγια και τις χαράδρες και τους κόρφους, και το δελφίνι κολυμπώντας στα λιωμένα μέταλλα, στην στιλπνή πέτρα των ηφαιστείων ξαπλωμένος, στων μαλλιών τους παραδομένος τις παραλύτρες παγίδες, στα κόκκινα στόματα, στα γλαρά τους τα μάτια, στα βαριά τονισμένα τα βλέφαρα, στα στημόνια λουλουδιών σαρκοβόρων, στους οδυρμούς του ολέθρου των γυναικών δοσμένος, βυθίστηκα σ' έναν βυθό από φύκια και χέρια θηλυκά που με έδεσαν και με δάγκωναν ζαργάνες, μπαρμπούνες και γοργόνες αγριεμένες, στα μάτια της θάλασσας έκθετος και γυμνωμένος, τα μάτια τα βενέτικα, τα πράσινα, τα μαύρα.
Πνιγήκαμε όλοι, το ναυάγιο δεν είχε επιζώντες, κι' όλοι σωθήκαμε άρα. Έγιναν κι' άλλα πολλά στην Οδύσσεια εκείνη που ριχτήκαμε, σε μιαν σχεδίαν από καλάμια τέσσερις ναυαγοί που ολοχαμένοι και ολοφυρόμενοι πλέαμε. Που όσοι γνωρίζαν να πνίγουνται δεν θέλουν εξηγήσεις. Και όσοι δεν ξέρουν, δεν θέλουν να ξέρουν, και να μην κοινωνάνε αυτά τα νερά, και θα είναι περιττή η περαιτέρω ιστόρηση, με όση γλαφυρότητα κι' αν ξεχείλιζε απ' των σωμάτων την Κασταλία.
Λαχανιασμένοι στέκαμε ο ένας πάνω στον άλλον. Πάντα έχουν γαλήνη, τρυφερότητα και μια ανεπαίσθητη μελαγχολία, τα εκ των υστέρων λαχανιάσματα.
-Καιρός να γυρίσουμε στα σπίτια μας, είπε η Κλαίρ.
-Και τι θα του πεις; ρώτησα. "Δεν θα ρωτήσει που ήσουν;"
-Θα κατέβω στην παραλία, είπε. "Θα ρίξω μια βουτιά, θα πω πως κολυμπούσα και δεν άκουσα."

-Και γιατί να μην κατέβουμε όλοι μας; ρώτησα. "Θα φαίνεται πιο πειστικό πως πήγαμε παρέα μαζί για νυχτερινό μπάνιο. Πίσω από τον κήπο είναι κάτι σκαλοπατάκια, βγάζουν κατ' ευθείαν στην θάλασσα. Κανείς δεν θα δει από που κατεβήκαμε."

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου