Παρασκευή, 10 Νοεμβρίου 2017

Ο Μπάχ, ο γαμιστρώνας, ο ηδονοβλεψίας, κι' ένας μαλάκας που έλεγε πως είμαι εγώ.

 Ο Μπαχ. Παστέλ και ακρυλικά σε Α4 πολυτελείας.

Με τον Μπαχ βρισκόμασταν πιο παλιά και τα πίναμε. Άμα λέω τα πίναμε, κατ' ευφημισμόν, διότι τα χρόνια εκείνα ο Μπαχ ήταν αχαλίνωτος σε όλα. Και με παρέσυρε κι' εμένα, εκών άκων. Στέναζε το Τζέιμσον, τότε ήταν της μόδας το Τζέιμσον, μέχρι που βγήκε βρώμα πως κυκλοφόραγαν και μπόμπες, οπότε αλλάξαμε μάρκα, αλλά αυτό αργότερα.

Ο Μπαχ, εκτός από το πιο μόρτικο πιάνο της πιάτσας, ήταν και δημοσιογράφος. Τώρα τι να λέω, κομίζω γλαύκαν εν Αθήναις, και δεν θα επεκταθώ περαιτέρω, τα ξέρετε.

Πως τόφερε λοιπόν η κουβέντα για το Εικοσιένα, δύο η ώρα νύχτα. Κι' όπως είναι και παρορμητικός αυτός, μου λέει Βασίλη αύριο δέκα η ώρα το πρωΐ έρχομαι σπίτι σου να σου πάρω συνέντευξη, να μου τα πεις για τον Οδυσσέα Αντρούτσο, τον Γεώργιο Καραϊσκάκη, τον Μπάιρον, γιατί άμα δεν τα πεις εσύ, Βασίλη, ποιός θα τα πει; Κι' είχε συγκινηθεί που τάλεγε αυτά, όχι ρε κουφάλες, δεν πεθάναμε ακόμα, γαμώ τα σπίτια σας, έτσι έλεγε, στο τσακ ήτανε να τον πάρουν τα ζουμιά.

Βρε καλέ μου, βρε χρυσέ μου, βρε Γιαννάκη μου γλυκέ, βρε δεν είμαι ιστορικός εγώ, τράβα βρες κανέναν κατάλληλο να στα πει, τίποτα αυτός, τον χαβά του, λέει του μπάρμαν δώσε ένα στιλό και μια χαρτοπετσέτα, τι να κάνω εγώ, του λέω με τα πολλά, θαρθείς Μάρκου Ευγενικού δεκατέσσερα, Νεάπολη. Κι' από μέσα μου σκεφτόμουνα σιγά που θάρθει, έτσι που ήπιε αυτός αύριο το πρωΐ στις δέκα θάναι κανονικά για χειρουργείο να του βγάλουν τη σκωληκοειδίτη χωρίς αναισθητικό.

Κι' άμα ερχόταν όμως; Διότι ποτέ δεν ξέρεις, Μπαχ είναι αυτός, πολύ απροσδόκητος.

Άρχισα λοιπόν να του δίνω πληροφορίες και λεπτομέρειες. Λοιπόν, Γιάννη, όταν αύριο με το καλό ξυπνήσεις -πράγμα για το οποίον πολύ αμφιβάλλω- θα έρθεις Μάρκου Ευγενικού δεκατέσσερα, αλλά πρόσεξε γιατί το σπίτι έχει δύο πόρτες, η μία είναι μεγάλη, στο κουδούνι γράφει Βασίλης Γιοκουσκουμτζόγλου, αλλά εσύ δεν θα το χτυπήσεις αυτό το κουδούνι, συνεννοηθήκαμε;

-Γιατί να μην το χτυπήσω; λέει ο Μπαχ.

-Γιατί, του εξηγώ,  "εκεί μένει ο εξάδελφός μου που είναι σκηνοθέτης, ο οποίος λέγεται και αυτός Βασίλης Γιοκουσκουμτζόγλου."

-Και που να χτυπήσω; ξαναλέει ο Μπαχ.

Δίπλα στην μεγάλη πόρτα, του εξηγώ πάλι, "έχει δύο σκαλάκια, κι' έχει μία μικρή πορτίτσα, είναι το ημιυπόγειο εκεί, έχει κι' εκεί κουδούνι, αυτό να χτυπήσεις, διότι εγώ μένω εκεί, στο ημιυπόγειο."

-Μάλιστα λέει ο Μπαχ. "Είναι ο γαμιστρώνας σου εκεί, ε;"


-Ναι, του λέω ξανά, "εκεί μένω, τέλος πάντων, και γαμιστρώνας μου είναι, και το μπάκιγχαμ είναι, και τα χειμερινά ανάκτορα. Έχει και πρόσοψη μάλιστα, έχει και παράθυρο στο πεζοδρόμιο της Μάρκου Ευγενικού. Να φανταστείς, τις προάλλες ανακάλυψα μία τρύπα στις γρίλλιες στο πατζούρι, με τρυπάνι την άνοιξαν. Για να μπανίζουνε τις λαγνουργίες μου, ποιός ξέρει ποιός ανώμαλος. Όπως καταλαβαίνεις, άλλαξα θέση στο κρεββάτι ώστε να μη με πιάνει το μάτι του, αλλά μετά από λίγες μέρες διαπίστωσα πως είχε ανοίξει κι' άλλη τρύπα, λοξή, ώστε να βλέπει και προς την νέα θέση, από όλες τις γωνίες."


 Το μάτι. Παστέλ και γκουάς σε τετραδιάκι.

-Αυτό είναι συμπαντικό, Βασίλη, αυτό γίνεται σε μιαν άλλη διάσταση, το καταλαβαίνεις; είπε ο Μπαχ, "αυτό είναι υπερβατικό, δεν ξέρω πως αλλιώς να το χαρακτηρίσω, ενώ εσύ γαμάς, η εικόνα σου ταξιδεύει στο υπερπέραν μέσα από τη συνείδηση  αυτουνού του καταραμένου που την παίζει μέσα στη νύχτα, κάτω από τ' άστρα!"  

-Δεν ξέρω, συνέχισα, "πάντως εγώ τον παραφύλαγα. Την πρώτη φορά, με είδε που σηκώθηκα και φόραγα το παντελόνι μου, υποψιάστηκε και εξαφανίστηκε. Αλλά την επόμενη, πετάχτηκα γυμνός, αυτός θα νόμιζε πως πάω για κατούρημα, ξερωγώ, βγαίνω και τον πετυχαίνω με τα βρακιά κάτω, νάχει βάλει το μάτι στην τρύπα και να παίρνει μάτι το κορίτσι μου. Πλησίασα αθόρυβα, και του τραβάω ένα σουτ, τον σακάτεψα. Έτρεχε, με τα βρακιά κάτω, μη ρε φίλε, μη ρε φίλε, έλεγε, κι' εγώ τούβριζα τη μάνα και τον πατέρα, αλλά μετά το θυμήθηκα που ήμουν γυμνός μέσα στην Αθήνα, δεν ήταν πολύ αργά εντωμεταξύ, μεσάνυχτα πρέπει νάταν, μπορεί να πέρναγε και κόσμος. Κι' έφυγε αυτός, προς Λυκαβηττό."

-Και ύστερα; Ξανάρθε αυτός; ρώτησε ο Μπαχ, του οποίου η ιστορία του είχε εξάψει το ενδιαφέρον.

-Όχι, είπα. "Εξαφανίστηκε. Αλλά κι' εγώ ένοιωσα κάποιες τύψεις, τι να έφταιγε κι' αυτός ο φουκαράς, αφού έτσι την εύρισκε. Και στο κάτω κάτω της γραφής, σε τι μας έβλαψε, εμένα ή το κορίτσι μου, ή ακόμα και όλα τα άλλα κορίτσια που με επισκέπτονταν εκεί, χωρίς να υποψιάζονται ούτε κατά διάνοιαν την ύπαρξη της τρύπας. Αλλά μετά σκέφτηκα πως αυτός ο ελεεινός μου είχε κάνει το πατζούρι σουρωτήρι, και θύμωσα ξανά, και κατέληξα πως καλά του έκανα."

Τέλος πάντων, μ' αυτά και με κείνα η ώρα είχε πάει δύο, και μας είπαν ευγενώς πως το κατάστημα κλείνει, και πήγαμε σπίτια μας για ύπνο.

Την άλλη μέρα το πρωί ξύπνησα με το κουδούνι να βαράει παρατεταμένα και επιμόνως. Πάλι από την ΔΕΗ θα είναι, είπα, ήρθαν για τον μετρητή, να μετρήσουν το ρεύμα. Σηκώθηκα να ανοίξω.

Ήταν ο Μπαχ. Κόκκινος σαν αστακός, ασθμαίνων, πήγαινε να σκάσει με μία έκφραση αγανακτήσεως και μεγάλης αναστατώσεως στο πρόσωπό του.

-Βασίλη, μου λέει, "δίπλα είναι ένας μαλάκας και λέει πως είσαι εσύ."




Το τραγούδι: Μ' αρέσει στο μπαρ, του Γιάννη Μπαχ Σπυρόπουλου, σε στίχους Γιώργου Σκούρτη. Τραγουδάει ο συνθέτης.


Ένας που έλεγε πως είμαι εγώ. Στιλό, παστέλ και γκουάς σε τετραδιάκι.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου