Δευτέρα, 6 Νοεμβρίου 2017

Ο Αιμοδότης



Ήταν θέμα λεβεντιάς. Αυτή η ιστορία με τις βελόνες, γενικότερα. Από μικρός πηγαίναμε στον παιδίατρο τον Μελισσάκη για εμβόλια. Βάζανε δηλαδή εμένα μπροστά, διότι ο ξάδερφός μου ο μπουχέσας φοβόταν και κλαψούριζε.
Βάζανε εμένα λοιπόν, τον λεβέντη. Έβαζα το χέρι μου εκεί, τον κώλο μου, αναλόγως που γινόταν η ένεση, και δεν έβγαζα κιχ. Μετά χάζευα τον άλλον που έσκουζε πριν ακόμα τον ακουμπήσουν, ολόκληρη τραγωδία παιζότανε μέχρι να του την μπήξουν, τη βελόνα. Αυτό θα φταίει που έγινε μετά σκηνοθέτης.
Τέλος πάντων, μου βγήκε το όνομα, που ήμουν λεβέντης. Και που μεγάλωσα, και πήρα και ύψος, έναεβδομηνταοχτώ, με διορίσανε αιμοδότη της οικογενείας. Πάμε μια φορά στο ΚΑΤ, να δώσουμε για τη γιαγιά τη Γιοκουσκουμτζόγλαινα, θάκανε εγχείριση. Ήρθε και ο μπουχέσας αναγκαστικώς, για να του γράψει η γριά το σπίτι. Εμένα με αφαιμάξανε, δύο σακκούλες πλαστικές έδωσα, θαύμαζε η νοσοκόμα, έχετε μπόλικο, ζωή νάχετε, έλεγε. Έρχεται η σειρά του μπουχέσα, του πέρνουν την πίεση, εκατον εβδομήντα, τούχε πάει τρεις και μία, που να δώσει αίμα, τον αφήσανε.
Ύστερα πήρε σειρά η υπόλοιπη οικογένεια, μεγαλώνανε σιγά σιγά όλοι. Παντού εγώ. Κι' ήτανε όλοι πολύ υπερήφανοι με την μαγκιά μου, ως και οι γιατροί. Οπότε μου λέει ένας γιατί δεν γινόσαστε εθελοντής; Θα δίνετε αίμα μια δυο φορές το χρόνο, και σ' εσάς κάνει καλό, και τους συνανθρώπους σας βοηθάτε, και αν -κούφια η ώρα- το χρειαστείτε, σας δίνουμε αίμα κατά προτεραιότητα, και στους γονείς σας επίσης, και συγγενείς. Οπότε γιατί όχι, λέω εγώ.
Πάει μετά ένα εξάμηνο να δώσω αίμα εθελοντικώς, με διπλαρώνει ένας και μου κούναγε δύο χιλιάρικα να δώσω για τη γυναίκα του. Πέντε χιλιάρικα είναι η ταρίφα, μου σφυράει η αδελφή νοσοκόμος. Δεν βαριέσαι, λέω εγώ, ανάγκη έχει ο άνθρωπος, έδωσα τζάμπα. Μου λέει η νοσοκόμα, άμα δώσετε για τη γυναίκα αυτουνού δεν μετράει ως εθελοντής, πρέπει η αιμοδοσία να δίδεται γενικώς, του νοσοκομείου. Δεν πειράζει, είπα πάλι.
Διότι είχα ψωνιστεί κι' εγώ λίγο που με λέγαν μαγκιά που είχα τόση αλληλεγγύη. Πρέπει να είχε συμβάλλει και το σύστημα αρχών μου, που ήταν σοσιαλιστικού τύπου, δηλαδή από τον καθένα αναλόγως των δυνατοτήτων του στον καθένα αναλόγως των αναγκών του. Οπότε έδινα.
Μ' αυτά και μ' εκείνα διεδόθη αυτό, που έδινα το αίμα μου. Κι' έπαιρνε τώρα τηλέφωνο η συμπεθέρα της Ουρανίας που ήταν η μοδίστρα της θείας μου της Ελένης -από το Γιοκουσκουμτζογλέικο αυτή- για μια γειτόνισσα της συμπεθέρας που είχε ανάγκη, αν έχουνε κανένα άτομο να δώσει. Ουουου! έλεγε η Ελένη, πως δεν έχουμε, τον Βασίλη τον ανηψιό μου!  Και πήγαινα.
Αυτή η θεία μου είχε γίνει περιζήτητη, με τον ανηψιό της, εγώ ήμουν αυτός. Κι' εδώ που τα λέμε, καλά έκανε, διότι ήταν και γεροντοκόρη, έπληττε μόνη της, και με τα τηλέφωνα που πέρνανε, είχε κάτι να απασχολείται. Χώρια που η Ουρανία για να βγάλει την υποχρέωση της πήγαινε τα ψώνια σπίτι.
Να μην μακρηγορώ, είχα δώσει αίμα σε όλα τα νοσοκομεία Αθηνών και Λεκανοπεδίου. Ευαγγελισμός, Ιπποκράτειο, Λαϊκό, Αγισάββα, Αμαλία Φλέμιγκ. Και σε ανθρώπους όλων των επαγγελμάτων, και σε νοικοκυρά, και σε δικηγόρο και σε απόστρατο αντιστράτηγο. κι' άλλους που δεν θυμάμαι.
Καταλαβαίνω πως σε πάρα πολλούς αυτή μου η προθυμία θα φαίνεται εντελώς ανεξήγητος. Αλλά μήπως και εγώ μπορώ να ερμηνεύσω επακριβώς αυτή μου την στάση; Μερικές φορές σκέπτομαι πως υπήρξα στη ζωή μου τόσο αλτρουιστής διότι κατά τα άλλα ήμουν μάλλον ρεμπεσκές. Ούτε δουλειά κανονική είχα, ούτε γάμο, παιδιά, ξερωγώ, όλο με γκόμενες γύρναγα, και κάτι άλλους του φυράματός μου. Οπότε αισθανόμουν κάπως μειονεκτικά, γιατί αυτοί που με κουτσομπόλευαν είχαν κατά κάποιο τρόπο δίκιο. Ήθελα κι' εγώ να αποδείξω πως σε κάτι ήμουν καλός.
Μία φορά παίρνει η θεία η Ελένη τηλέφωνο να πάω να δώσω αίμα για την κουμπάρα μιας παλιάς γειτόνισσας, μου είπε ποιανής αλλά το ξέχασα, πάνε και χρόνια από τότε. Πάω εγώ στο νοσοκομείο, λέω το όνομα ασθενούς, κλινική, με ρωτάνε μετά αν ταξίδεψα προσφάτως. Εγώ είχα γυρίσει άρτι εξ Αφρικής, νομίζω σας τάχω πει αυτά. Εμβόλια έκανες; μου λέει ο γιατρός. Ουουου, τι ηπατίτιδες, τι κίτρινοι πυρετοί, τι τύφος, διφτερίτιδες, πολιομυελίτιδες, χολέρες, χαπάκια της ελονοσίας, όλα κομπλέ. Δεν δίνεις αίμα, για σαράντα χρόνια τούρκικα, μου λέει. Να το αποτέλεσμα του ταξιδεύειν.
Παίρνω τη θεία, ξίνισε αυτή, νόμιζε πως της λέω ψέματα. Βρε καλή μου, βρε χρυσή μου, βρε πάρε στο νοσοκομείο να σου πούνε, είδα κι' έπαθα να την πείσω.
Τελικώς απεδείχθη πως και ως αιμοδότης, μία αποτυχία ήμουν.
Καπάκι, αρρωσταίνει κι' η μάνα μου. Άντε να βρω αίμα. Ήρθαν κάτι μικρανήψια, ήθελε κι' άλλο. Ήξερα κάτι παιδιά, εξαχρειωτάκια, κατεβαίναν και τα σπάγανε. Αυτοί ήρθανε. Κι' ήτανε και παναθηναϊκοί.
Και μετά πήρα μια μπουκάλα Λαγκαβούλιν και μαζευτήκαμε και την ήπιαμε.


Η φωτό: βιβλιάριο εμβολιασμών.


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου