Όλες οι αναρτήσεις με την ημερομηνία τους και τον τίτλο

Παρασκευή, 4 Νοεμβρίου 2016

Όνειρο στο νησί (Σχεδόν όπως το είδα, το μεσημέρι της 21.5.2015.)

Ο Ψαράς, στυλό, ακρυλικά και λαδοπαστέλ σε μπλοκ σχεδίου, 29Χ19 cm, 2016


Είμασταν σε κάποιο νησί του Αιγαίου, τέλη καλοκαιριού. Μεσημέρι, στην άδεια προβλήτα. Είχα κατεβάσει στο λιμάνι τον πατέρα μου, τη μάνα μου και την αδελφή μου που φεύγαν. Ξεφόρτωσα τις βαλίτσες τους από το νίβα, ύστερα ρώτησα τη μάνα μου αν θα μου το άφηναν το αμάξι στο νησί. Κάτι μου έγνεψε, μάλλον ναι, ήταν κάπως μουτρωμένη, αλλά δεν ξέρω και γω γιατί. Μπήκε μετά μια ακταιωρός στο λιμάνι, με μεγάλη ταχύτητα. Έκανε ξαφνικά ανάποδα τις μηχανές, μούγκριζε σα πολλά μοσχάρια μαζί, γέμισε αφρούς τη θάλασσα. Είχε στο κατάρτι την σημαία της Αλγερίας. Ξαφνικά είδα τον πατέρα μου να κολυμπάει προς την αλγερινή ακταιωρό που έδενε στο μουράγιο. Κολυμπούσε με πολύ καλό στυλ, ύπτιο. Καλά, πότε έμαθε; αναρωτήθηκα, γιατί εν ζωή δεν κολυμπούσε και πολύ καλά. "Τι κάνει;" ρώτησα μετά τη μάνα μου. Μου εξήγησε πως δεν μπορούσε να ξεχρεώσει κάποιο δάνειο που είχε πάρει, και ήθελε να ρωτήσει αν υπήρχε δυνατότης να πάρει άλλο δάνειο, ίσως από κάποιο αλγερινό πιστωτικό ίδρυμα ή οργανισμό, ώστε να ξεπληρώσει το παλιό. Εξεπλάγην, γιατί ο πατέρας μου ήταν μάλλον φρόνιμος άνθρωπος, και δεν ανοιγόταν σε χρέη και τέτοια. "Μα τι τόθελες το δάνειο που πήγες κι' έβαλες στο κεφάλι σου;" τον ρώτησα όταν επέστρεψε. Μου απάντησε με ασυνήθιστη συστολή πως "Να! το πήρα, τι να κάνουμε, κι' ύστερα φοβόμουν πως αν δεν το ξεπλήρωνα θα σου έκαναν κακό."

Ήρθε το πλοίο της γραμμής και χάθηκαν μέσα του πριν το καταλάβω. Μα και το καράβι είχε χαθεί μόλις κοίταξα, κι ούτε η γραμμή του ορίζοντα φαινόταν στην νοτισμένη ατμόσφαιρα.  Έμεινα στην άκρη της προβλήτας, στην πιο απόλυτη άπνοια, στο απόγευμα που έστυβε τον ιδρώτα, στην πιο αρυτίδωτη και νεκρική αρμύρα. Κάτι βραχάκια ήταν μόνο μέσα στο νερό, σαν τρεις τελείες, σαν αποσιωπητικά, σαν ύστατη προέκταση του νησιού στην άλλη στεριά. Στο πέρα-πέρα, κάποιος καθόταν, με γαλάζια φανέλα. Έβλεπα την πλάτη του στο φως, και την λίγη σκιά που έριχνε στον βράχο. Είχε πετονιά και πλατύ καπέλο, και περίμενε.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου