Όλες οι αναρτήσεις με την ημερομηνία τους και τον τίτλο

Πέμπτη, 17 Νοεμβρίου 2016

Αφίσες, κουβάδες, μπατανόβουρτσες...

Αφισοκολλητές. Μολύβι σε σημειωματάριο.

    (Σε όλες μου τις συναγωνίστριες και σε όλους μου τους συναγωνιστές. Ό,τι κι' αν σκέπτονται τώρα.)

  Ο Γρηγόρης είπε πως στα Γιάννενα θα πάρουμε εικοσπέντε με τριάντα τα εκατό.
  Βγαίναμε λοιπόν κάθε βράδυ και κολλάγαμε αφίσες.
Ο Μιχάλης, που ήταν και συνοικιάρχης στου Χαριλάου,  μας έδειχνε πως να φτιάχνουμε κόλλα. Αυτός ο Μιχάλης ήταν πολύ αθυρόστομος. Να, έλεγε, την ανακατεύεις την κόλλα μέχρι να γίνει πηχτή σα χ.... μιας βδομάδας.
Μια νύχτα πιάσαν τον Γαβρίλη μαζί με τον Παναγή τον Καλοσγούρο την ώρα που είχαν ανοίξει το πορτμπαγκάζ του αυτοκινήτου να βγάλουν τις κόλλες, τις αφίσες, ν' αρχίσουν την αφισοκόλληση δηλαδή. Το αυτοκίνητο του πατέρα του Γαβρίλη, η Τζάγκουαρ.
-Τι είναι αυτά; ρωτάει ο μπάτσος. Τάχε χάσει με τη τζάγκουαρ.
-Να, φτιάχνουμε χαρταετό, του λέει ο Καλοσγούρος.
Τους γράψανε, τους παραπέμψανε σε δικάσιμο.
Εμείς όλοι από την Νομική μας στείλανε στην Τούμπα. Βγαίναμε δύο φορές κάθε νύχτα. Την πρώτη στις έντεκα, να προλάβουμε τους κνίτες. Ύστερα, κατά τις δύο, που θα είχαν κολλήσει οι κνίτες από πάνω μας, και ξανακολλάγαμε από πάνω τους. Παρ' ολίγο να παίξουμε ξύλο μια νύχτα. Ήμουνα μαζί με την Άρτεμι και τον Βαγγέλη. Ακόμα θα μας δέρνανε. Ήταν τριπλοί από εμάς.
Μόνο οι ρηγάδες κολλάγαμε. Οπότε είπανε ευγενικά και στις άλλες συνιστώσες να βάλουνε κανα χεράκι. Ήρθε η Μαρία και κανα δύο από την ΕΔΑ, ο Ψυχραιμίας κι' ένας άλλος Κώστας από τον Ψαρουδάκη, ε, στριμώξανε και τον Μπένη, αν θυμάμαι καλά.
Τέλος πάντων, ήμουνα με έναν κοντό, αρχιτέκτονας από την Ιταλία, Βερόνα, κάτι τέτοιο. Είχε έρθει για να ψηφίσει. Είχε κάτι μαλλιά σγουρά μέχρι τους αστραγάλους και γένια μέχρι την κοιλιά, δύο μάτια έβλεπες.
Κολλάγαμε από τη μία μεριά του δρόμου, από την άλλη ο Μπένης με μία κοπέλλα.
Όπου σκάει φρενάροντας και η γαλατού. Γαλατού ήταν το περιπολικό, τα λέγαμε γαλατούδες γιατί ήταν βαμμένα άσπρα, τότε.
Πάνε στον Μπένη, τους παίρνουν τα στοιχεία.
Εμείς είχαμε γραμμή να το σκάμε, δεν είχε λεφτά το κόμμα να πληρώνει κερατιάτικα.
Ήταν ένα οικόπεδο εκεί κοντά, με κάτι καδρόνια, σανίδες της οικοδομής. Κρύβουμε τις μπατανόβουρτσες, τις αφίσες, κουβά, βάζουμε τα πόδια στη πλάτη και τρέχουμε. Από πίσω η γαλατού.
Εγώ ήμουνα καλός στο τρέξιμο. Πήγαινα στο γήπεδο κάτω από τις εστίες κι' έπαιζα μπάλα. Εκεί πηγαίνανε και διάφορες συνοικιακές ομαδίτσες για προπόνηση, παίζαμε μαζί τους. Είχα παίξει και με τα έφηβα του Γηραιού μια φορά. Είχα βγάλει κι' ένα εκπληκτικό γκολ, κεφαλιά, κόντεψε να σπάσει το οριζόντιο, ταλαντευόταν επί μισό λεπτό μετά, και μετά πέρασε μέσα, στούμπηξε στο χώμα, αλλά μετά που στούμπηξε στο χώμα και με το φάλτσο που πήρε στο δοκάρι τινάχτηκε έξω, και δεν το μέτρησε, γιατί ήταν ο προπονητής του Ηρακλή (εφήβων) που έκανε τον διατητή, γι' αυτό και δεν το μέτρησε. Γιατί το είδε που πέρασε τη γραμμή, δεν μπορεί να μην το είδε.
Αλλά το αρχιτεχτονάκι ήταν ακόμα καλύτερο, βολίδα.
Στρίβαμε στα στενά της δαιδαλώδους Τούμπας διωκόμενοι εις απόσταση αναπνοής και από γωνίαν εις γωνίαν. Δεξιά εμείς, από πίσω να μουγκρίζει η γαλατού. Όπελ ήταν. Αριστερά εμείς, να τσιρίζουνε τα λάστιχα από πίσω. Θα τρέχαμε κανα δεκάλεφτο μέσα στη μαύρη νύχτα, δεν μπορούσαν να μας πιάσουν λόγω των ελιγμών που κάναμε, όπου χωρίς να το καταλάβουμε μπαίνουμε σ' ένα αδιέξοδο, ένα τοίχο δύο μέτρα ψηλό. Την βάψαμε, λέμε. Διότι έρχεται από πίσω το περιπολικό, μας μπλοκάρει κειμέσα. Κάνω σκαμνάκι το αρχιτεχτονάκι, καβαλάει τη μάντρα αστραπιαίως. Μου δίνει το χέρι του, γδέρνομαι ελαφρώς, αλλά ανέβηκα. Πηδάμε κάτω, άλλα τρία μέτρα, ήταν ένας ακάλυπτος. Ψάχνουμε, βρίσκουμε μια σιδερόπορτα, ήταν το υπόγειο της πολυκατοικίας. Βγαίνουμε από μπροστά, ήταν ξεκλείδωτη και η κεντρική, δεν κλείδωναν τότε ο κόσμος.
Οι μπάτσοι μας χάσανε μπροστά από τα μάτια, γίναμε της Αναλήψεως. Περπατάγαμε έπειτα κανονικά, κύριοι. Αλλά τα γόνατά μας τρέμανε.
Πάμε, παίρνουμε και τις μπατανόβουρτσες, τις πάμε τις παραδίνουμε στα γραφεία.
Όταν βγήκαμε έξω, είχε φέξει.
Ήταν κι' ένα μπουγατσατζίδικο που άνοιγε κείνη τη στιγμή. Πήραμε μπουγάτσα, με τυρί εγώ, φρεσκότατη, υπέροχη. Και σοκολατούχο. Πήρα και για το σπίτι, για τη Μιράντα. Με κρέμα, την προτιμούσε με κρέμα αυτή. Το αρχιτεχτονάκι πήρε με κρέμα επίσης, νομίζω. Θα του είχε λείψει, δεν θα έχουνε στην Βερόνα μάλλον.
Στις εκλογές (Νοεμβρίου 1977) πήραμε 2,72 %. 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου