Κυριακή, 13 Νοεμβρίου 2016

Ο Σφουγγαράκης (Όνειρο της 13.11.2016.)

Ο Σφουγγαράκης και το Τέρας, στυλό, λαδοπαστέλ και γκουάς σε σημειωματάριο, 15Χ20 cm, 2016.


Δεν ξέρω που είμαστε. Κάπου στην Πελοπόννησο. Δυο τρία αυτοκίνητα, ο Κλε και ο Χαράδρας και η Νίτσα, η Μάγκη με κάτι μικρές, μάλλον τα κορίτσια της, ο Χρηστάκος κι' εγώ και το μωρό μου.
Είναι τώρα ένας κόμβος περίπλοκος που βγάζει στην αουτοστράντα Αθηνών-Κορίνθου, έξι λωρίδες κάθε ρεύμα, και κάτι πεζοί προσπαθούν να περάσουν απέναντι, και τρέχουμε με εκατό, εκατονείκοσι εμείς, πολύ επικίνδυνο, λέω.
Τέλος πάντων, κάνουμε μια παράκαμψη, είμαστε σε μια επαρχιακή πόλη, σαν Ελευσίνα, ή Κορωπί, κάποιος στο κινητό λέει να κάνουμε μια στάση στου Τάδε, είναι ένα μαγαζί, δεν πολυγουστάρω, θέλω να βγω απ' τον λαβύρινθο. Αλλά λέω άντε, πάμε.
Στου τάδε έχει ένα τεράστιο κήπο με γκαζόν και γύρω γύρω μάντρα. Μέσα στην ταβέρνα, ο ένας τοίχος έχει κάτι μπεκρήδες άθλιας αισθητικής, απ' αυτές ο θεός να τις κάνει τοιχογραφίες που βλέπετε σε κάτι καλά και ντε γραφικά κουτούκια. Κάποιος πειράζει τον Τάδε, "να τον χαίρεσαι, τον τοίχο, ρε! και πόσα έδωσες να στον κάνουν έτσι;" Αλλά ο Τάδε δεν ενοχλείται, το γουστάρει το καλοπροαίρετο πείραγμα του φίλου του, ή χέστηκε, δεν ξέρω, απαντάει φλεγματικά "ο απέναντι είναι ο καλός". Κοιτάω τον απέναντι τοίχο, και είναι ζωγραφισμένος με πιστά μοτίβα μελανόμορφων κλασσικών αγγείων, που είναι ακόμη πιο χυδαία από τους μπεκρήδες, αλλά δεν ξέρω γιατί.
Βγαίνουμε στον κήπο, μας σερβίρουν γλυκά, είναι δηλαδή ένα τραπέζι γεμάτο γλυκά σε σχήμα αρακά και φασολάκια, που είναι στην πραγματικότητα μπακλαβάδες και καταΐφι με τριμμένο φυστίκι Αιγίνης αποπάνω, και κάτι φύλλα μιλφέιγ, κόβεις ένα κομμάτι και το βουτάς σε μια κρέμα σε μπωλ της ταραμοσαλάτας. Δίπλα μου είναι μία θεόρατη θεία μου, ληξουριώτισσα αυτή, η Βαρβάρα, που αγνοώ πως βρέθηκε εδώ, η οποία δεν μ' αφήνει να φάω, μου παίρνει το τελευταίο κομματάκι μιλφέιγ, το βουτάει στην κρέμα σαν ταραμοσαλάτα, και το καταβροχθίζει. Τώρα αυτό είναι περίεργο, διότι της θείας της Βαρβάρας της άρεσε το φαΐ, αλλά πιο πολύ της άρεσε να βλέπει τους άλλους να τρώνε, και τους παρότρυνε να φάνε τον σκασμό, κι' έτρωγε κι' αυτή βεβαίως.
-Της έχει κοπεί η όρεξη, λέω. Γελάνε οι παριστάμενοι.
Όμως τώρα αντί της θείας Βαρβάρας δίπλα μου είναι η νόννα μου, η επίσης ληξουριώτισσα, η σιόρα Στέλλα, και με κακίζει, "ζούρλιακα, μόνο να λες σαχλαμάρες ξέρεις, μπόγια, ε μπόγια, δε βόηθαγες καλύτερα τον πατέρα σου; ούτε να τον ταΐσεις, ούτε να τον ποτίσεις, ούτε τα νοσοκομεία του φρόντισες," με μαλώνει. Δυσαρεστούμαι, διότι αυτά δεν είναι αλήθεια, αλλά τι ξέρει αυτή τι έκανα εγώ με τον πατέρα μου, η Σιόρα Στέλλα πέθανε όταν ήμουν δώδεκα χρονών, τότε τι να φροντίζω τον πατέρα μου, εκείνος υποτίθεται με φρόντιζε.
-Τον φρόντισα, τον πατέρα μου, υποτονθορίζω.
Έχει μπει τώρα μέσα στον κήπο με το γκαζόν ένας κτηνώδης μαλάκας τεραστίων διαστάσεων και όλο μύς, και φοράει μπλε κοστούμι Αρμάνη και γραβάτα, και οδηγάει μια μεγάλη μπεμβέ. Χαριεντίζεται με κάτι άλλους εκεί θορυβωδώς, για να κάνει εντύπωση.
Ξαφνικά αμέσως δίπλα του εμφανίζεται δεν ξέρω πως, με τρόπο μαγικό, ο Σφουγγαράκης. Αυτός ο Σφουγγαράκης ήταν συμμαθητής μου στο γυμνάσιο. Ήταν τρομακτικής ασκήμιας, και πολύ αδέξιος, και τον κοροϊδεύαμε, εμείς οι υπόλοιποι. Τον κάναμε μπούλη, που λένε και οι τωρινοί. Πλην όμως ήταν μία μαθηματική ιδιοφυία, αυτό το παραδέχονταν όλοι, ακόμα και οι πιο ανελέητοι τύραννοί του. Και στ' άλλα μαθήματα ήταν πολύ καλός, κυρίως φυσική, χημεία, πλην γυμναστικής. Κι' ούτε γλύφτης, ούτε καρφί. Μετά τον είχαν πάρει στο ΜΙΤ, στην Μασσαχουσέτη, είχα ακούσει.
Λοιπόν, ο Σφουγγαράκης (δανείζομαι ένα χι ψευδώνυμο τυχαίως να τον ονομάσω έτσι, διότι δεν είναι το πραγματικό του όνομα,) έχει παραλάβει τον χτηνάνθρωπο με την μπεμβέ και τον πέρναγε γενεές δεκατέσσερες, τον έλουζε με τους πιο καυστικούς και δύσοσμους χλευασμούς, αλλά και τα πιο εύστοχα σχόλια για την πηγή της οικονομικής του ευμάρειας, την κοινωνική του θέση, και την κενότητά του μυαλού, του χαρακτήρα και της ψυχής του. Χοροπηδάει γύρω του σαν κανίβαλος,  ο Σφουγγαράκης, και του φωνάζει "είσαι ένας άχρηστος και ένας ηλίθιος, κοπρόσκυλο, σ' έχουνε κει πέρα σε μια πολυθρόνα μόνο να βάζεις υπογραφές σε χαρτιά που δεν καταλαβαίνεις, σκατοκηφήνα, ανίκανε, κάτι τέτοιους κώλους σαν κι΄ εσένα βάζουν για διευθύνοντες συμβούλους στις πολυεθνικές, κάτι υπάνθρωπους σαν κι' εσένα, ρεμπεσκέ, κρετίνε, πρωτόζωο, υποκείμενο, χέστη, καμπινέ, απόπατε, πιθηκάνθρωπε, να πας στο ζωοολογικό κήπο, ρε, να κάνεις καριέρα εκεί σε κανα κλουβί, να τρως ωμά κοτόπουλα με τους πίθωνες, ρε αχρείε, και άμα είσαι καλός θα σε αμολήσουν στη ζούγκλα μετά από τριάντα χρόνια, βλάκα, αν έχεις μάθει εντωμεταξύ πως κόβουνε τα βατόμουρα, γελοίε..." Ο άλλος τρέχει να σωθεί από τον Σφουγγαράκη, αλλά ο Σφουγγαράκης τον έχει πάρει από κοντά, έχει αγκιστρωθεί σχεδόν απάνω του, και δώστου να χοροπηδάει και να τον βρίζει και να παριστάνει με γκριμάτσες και σαλτιμπαγκισμούς το πιθηκάνθρωπο κτήνος.
Εκείνος ο κουραδόμυαλος δεν ήξερε τι να απαντήσει του Σφουγγαράκη, αλλά ήταν προφανές πως ήταν αφηνιασμένος και έξαλλος, κι' αν μπορούσε θα τον σκότωνε, τον τολμηρό και κακάσκημο πρώην συμμαθητή μου. Φοβόμουν πως όλο αυτό το τσίρκο θα είχε κακή κατάληξη, και δυστυχώς δεν έπεσα έξω. Διότι εκεί που είχαν βρεθεί σε μία κάπως απομονωμένη από τα βλέμματα των πολλών θαμώνων γωνιά του κήπου, αρπάζει ο οκταποδονοϊκός εκείνος κινγκόνγκ τον Σφουγγαράκη, και τον χώνει στην αποθηκούλα που βάζουν την τσουγκράνα, το λάστιχο, το καροτσάκι, την μηχανή του κουρέματος του γκαζόν, το κλαδευτήρι, το ποτιστήρι, το σκαλιστήρι, και τα λοιπά σέα και τα μέα της κηπουρικής. Και ναι μεν οι περισσότεροι δεν είδαν την απαγωγή, ή αδιαφόρησαν, αλλ΄εγώ και την είδα και δεν μου ερχόταν να αδιαφορήσω. Προχώρησα λοιπόν προς την αποθηκούλα, που ήταν μαζεμένη η παρέα εκείνου του βλαμμένου και γελάγανε, αλλά ήρθαν μαζί μου και πεντέξι άλλοι που ενδιαφέρθηκαν, είτε για συμπαράσταση είτε από περιέργεια. Χτύπησα το πορτόνι, και καθώς δεν πήρα απάντηση, άνοιξα. Ευτυχώς δηλαδή, ήταν ξεκλείδωτο. Και τι να δω!
Ο καβλεγκέφαλος είχε δέσει τον Σφουγγαράκη σε κάτι καρφιά που είχανε για να κρεμάνε τα ρούχα της δουλειάς οι περιποιηταί του κήπου, και ο άμοιρος Σφουγγαράκης έκλαιγε γοερά, διότι δεν ξέρω τι ιδέες είχε κατεβάσει το κεφάλι του κροκοδειλόγνωμου εκείνου τέρατος, πάντως είχε αρχίσει να ξεκουμπώνει το παντελόνι του. Αναρωτήθηκα αν θα έτρωγε τον Σφουγγαράκη κατά την διάρκεια ή μετά, αλλά μετά άφησα τον προβληματισμό αυτό κατά μέρος, διότι προείχε να σώσουμε τον Σφουγγαράκη και βεβαίως εμάς τον ίδιο από τις απαίσιες ορέξεις εκείνου του βασιβουζούκου.
Διότι πρέπει να διευκρινίσω πως από πλευράς μυϊκής ισχύος και αξιομάχου δεν φτούραγα μία μπροστά σε κείνο το τέρας. Έπρεπε να μετέλθω λοιπόν άλλων μέσων για να τον φέρω βόλτα. Πήρα λοιπόν την πιο πατρική έκφραση που μου επέτρεπαν οι συνθήκες -διότι τα πατρικά σύμβολα έχουν πέραση ακόμη κι' όταν ελλείπει κάθε πραγματική ισχύς- και είπα: "ως εδώ, και αρκετά κράτησε το αστείο, τώρα εμείς φεύγουμε, κι' εσύ γυρνάς στην παρέα σου και δεν το συζητάμε άλλο αυτό το θέμα."
Και ω! του θαύματος, το κτήνος αποσβολώθηκε! Σαν την γυναίκα του Λωτ έμεινε στήλη άλατος! Ίσα τουλάχιστον για να λύσω τον Σφουγγαράκη, να τον πάρω από το χέρι και να βγούμε περπατώντας από την αποθηκούλα, ακολουθούμενοι από μερικούς γενναίους συμπαραστάτες, κι' εγώ έλεγα επιτακτικά: "Μπαίνουμε στ' αυτοκίνητα και φεύγουμε κομβόι για Αθήνα, κανένα αυτοκίνητο δεν μένει πίσω μόνο του, εκτέλεση αμέσως τώρα!"
Περιέργως πως είχα αυτοανακηρυχθεί ηγέτης εκείνης της παράτολμης επιχείρησης για την διάσωση του Σφουγγαράκη, εγώ που πάντα ήμουνα ότι πει η πλειοψηφία. Αυτό φαινόταν έντονα στην ταβέρνα, που αφήνω πάντα τους άλλους να παραγγείλουν και μετά τα τρώω όλα εγώ. Εκτός από τα γλυκά, που με λιγώνουν, οπότε δεν δυσανασχέτησα και πολύ προηγουμένως με τη θεία Βαρβάρα. Ετοιμαζόμασταν λοιπόν για συντεταγμένο φευγιό, κι' ένας από την παρέα έβγαλε ένα μπαστούνι του κρίκετ, και το δοκίμαζε στον αέρα, για ψάρωμα. Ωστόσο, ο τσιμεντοκέφαλος και η παρέα του δεν μας ακολούθησαν.
-Ρε συ, Σφουγγαράκη, είπα του Σφουγγαράκη που μάζευε τα πράματά του σ' ένα σακίδιο, "ήμασταν συμμαθητές στο γυμνάσιο, ο Γιοκουσκουμτζόγλου είμαι, δεν με γνώρισες;"
-Με θυμάσαι; είπε, με πίκρα, με έκπληξη, με αδιαφορία, δεν κατάλαβα.
-Ε, βέβαια, απάντησα.
-Και τι θυμάσαι από μένα; ξαναρώτησε.
-Ε, ήσουνα ιδιοφυία στα μαθηματικά, ξανάπα.
-Τίποτε άλλο δεν θυμάσαι; ξαναρώτησε.
-Τι εννοείς; είπα πάλι.
-Τι τι εννοώ; ξανάπε ο Σφουγγαράκης. "Τίποτε άλλο δεν θυμάσαι εκτός από ότι ήμουν ιδιοφυία στα μαθηματικά;"
Δηλαδή εγώ καταλάβαινα τι εννοούσε, αλλά έκανα τον βλάκα. Με είχε στριμώξει, τι να τούλεγα τώρα, ήμουν σε δύσκολη θέση κατά κάποιον τρόπο, που μου ζήταγε τον λογαριασμό, λες και ήμουν εγώ ο υπεύθυνος όλου του τμήματος, αν όχι όλης της τάξεώς μας.
Τότε ήρθε ένας άλλος σκατοκέφαλος, μαζί με κάτι λεχρίτες άνευ προηγουμένου. Κάθησαν πέντε δέκα μέτρα μακριά, και με κοιτάγανε επίμονα και ενοχλητικά.
-Εσύ να πούμε είσαι ο Σανταρόζας; είπε ο καινούργιος σκατοκέφαλος. "Αγώνες της Κέρκυρας να πούμε, Χατζειδάκης κι' έτσι;"
Έτσι ανορθόγραφα τον είπε τον Χατζηδάκι. Ωχ, είπα μέσα μου, κάποιος που είδε τη φάση με το χτήνος στην αποθηκούλα, θα με γνώρισε, και διαδόθηκε, και πλακώσανε οι πιο περίεργοι από τους βοθρολιμνάζοντες της περιοχής να δούν τι θα γίνει. Ή και να ενώσουν δυνάμεις με κείνο το γουρούνι σε κοστούμι Αρμάνη, οπότε την είχαμε ακόμα πιο άσκημα.
-Α πήγαινε πιο κει ρε άρρωστε, τούπα.
-Ντάξει, τώρα πουλάμε μούρη κι' έτσι, κουλτούρα να πούμε, ξανάπε αυτός. Καθόταν με τους άλλους κουραδόμυαλους και μπανίζανε και ρουφάγαν τις μύξες που τους τρέχαν από τη μύτη.
Γύρισα πάλι προς τον Σφουγγαράκη. Συνέχισε κι' αυτός να με κοιτάει, ανέκφραστα, ή θλιμμένα, ή θυμωμένα, δεν ξέρω. Περίμενε ακόμη μιαν απάντηση.
-Επίσης θυμάμαι που ήσουνα ένα γλυκό παιδί, μοναχικό και συνεσταλμένο, είπα τελικά. "Εμείς ήμασταν καραγκιόζηδες."

Ευτυχώς μετά ξύπνησα. Ήταν πέντε το πρωί. Κι' αναρωτιόμουν αν χειροτέρεψε ο κόσμος ή εγώ είχα γίνει καλύτερος άνθρωπος.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου