Τετάρτη, 7 Σεπτεμβρίου 2016

Ο κύριος Λαμποχάρους.

1965


Στην Τρίτη Δημοτικού έπαθα ίκτερο. Έμεινα κλινήρης έξι μήνες. Κανονικά έπρεπε να μείνω στάσιμος  στην Τρίτη. Οπότε ο πατέρας βρήκε ένα έξυπνο κόλπο. Μου άλλαξε σχολείο. Είχε έναν φίλο δάσκαλο στο Δημοτικό του Παλαιού Ψυχικού, τον κύριο Λαμποχάρους. Ήτανε φίλοι με τον Λαμποχάρους, γιατί ο αδερφός του Λαμποχάρους ήταν μεγαλοπιασμένος και κάτοικος Παλαιού Ψυχικού. Αυτός λοιπόν ο Λαμποχάρους μ' έγραψε στην Τετάρτη, να μην χάσω τον χρόνο. Ήταν μια φιγούρα τετράγωνη, με γκρίζα μαλλιά σα σκατζόχοιρος, που κάπνιζε μέσα στην τάξη. Όταν δεν κάπνιζε, έτρωγε καραμέλλες ούζου. Φόραγε ένα μουσταρδί σακάκι, και καρώ πουκάμισο.
Το Δημοτικό του Παλαιού Ψυχικού ήταν Πρότυπο, επί Καραμανλή. Ιστορία κάναμε από το βιβλίο της Δευτέρας Γυμνασίου, το ίδιο και Γεωγραφία, Θρησκευτικά, κοκ. Αποστηθίζαμε τα μελανόμορφα αγγεία και πόσους κατοίκους έχει η Καλαμάτα και τα άμφια του ιερέως, και παίζαμε μπάλα με κάτι κουκουνάρες από τα πεύκα, γιατί η μπάλα κανονικά απαγορευόταν, δεν ξέρω γιατί. Τι μπάλα παίζαμε δηλαδή, δύο αντίπαλα πλήθη που κλωτσάγανε ένα κωνικό ξύλινο αντικείμενο, η τροχιά του οποίου ήταν εντελώς απρόβλεπτη, φωνές και σκόνη. Ούτε πάσες υπήρχαν, ούτε γκολ μετράγαμε. Εγωκεντρικοί, θορυβώδεις, ανοργάνωτοι, και χωρίς άλλο σκοπό παρά την διεκδίκηση της ηγεσίας στην αγέλη, τι γνήσια ελληνόπουλα που ήμασταν οι περισσότεροι!
Ο Λαμποχάρους είχε και βίτσιο με την αριθμητική, επίσης. Για το σπίτι μας έβαζε να κάνουμε λογαριασμούς, φερ' ειπείν πόσο κάνει 359,678 Χ 451,216. Τα χειμωνιάτικα απογέματα πέρναγαν θλιβερά με τέτοιες ακατόρθωτες ασκήσεις για ηλιθίους, ώσπου νύχτωνε κι' ερχόταν ο πατέρας και μούβαζε τις φωνές που δεν μπορούσα να κάνω σωστούς λογαριασμούς γιατί ήμουν αφηρημένος. Ωστόσο, ήμουν μαθητής του εννιά. Κι' ο Λαμποχάρους δεν έβαζε δέκα πουθενά και σε κανέναν.
Όμως η σπεσιαλιτέ του Λαμποχάρους ήταν το ξύλο. Αυτός ο άνθρωπος πρέπει να ήταν ανώμαλος σαδιστής, τώρα που το σκέφτομαι. Είχε κάτι παλάμες γιγάντιες, έτσι μας φαίνονταν τουλάχιστον. Και βεβαίως είχε και έναν χάρακα ξύλινο μαύρο, γδαρμένο στις γωνίες και φαινόταν η ενίσχυση, που ήταν χάλκινη. Το ξύλο, εννοείται, έπεφτε με την συναίνεση των γονέων. Και μερικές φορές με την παρότρυνσή τους. Εγώ, να πούμε, ήμουν στη μέση της κλίμακας, τις έτρωγα μια φορά τη βδομάδα, συνήθισα, δεν με πείραζε. Τον πατέρα μου τον έτρεμα, τον Λαμποχάρους στ' αρχίδια μου. Δεν πτοήθηκα ασυνειδήτως που ο Λαμποχάρους με καταχέριζε εις το όνομα του Πατρός. Γιατί έτσι λένε κάτι ψυχολόγοι. Πάλι καλά. Στα κορίτσια έπεφτε λιγότερο ξύλο, τα σεβότανε.
Ο πρωταθλητής ξύλου σ' όλη την τάξη ήταν ο Τέντης. Ο Τέντης ήταν πολύ άταχτος στο σπίτι, οπότε ο πατέρας του, που ήταν και καθηγητής του Μετσοβίου, ανέθεσε στον Λαμποχάρους να τον συμμορφώσει. Αλλά και η μάνα του Τέντη ήταν πολύ όμορφη, ντυνόταν ωραία, έβαφε τα νύχια της, κάπνιζε, πολύ κομψή. Είχανε κι' ένα σκύλο, κανίς λευκό. Το ξέρω, γιατί στα γενέθλια του Τέντη μας φώναζαν στο σπίτι τους. Εμένα, τον γιό ενός χιώτη εφοπλιστή, τον γιό ενός γνωστού γιατρού, ενός κοσμηματοπώλη με μαγαζί στην Πανεπιστημίου, και κάτι άλλους. Τον γιό του εφοπλιστή τον συνάντησα πάρα πολλά χρόνια μετά, αρμενιστή σ' ένα αρματαγωγό. Κι' ας ήταν ανθυποπλοίαρχος του εμπορικού, οπότε κανονικά έπρεπε να τον κάνουν σημαιοφόρο. Αλλά είχε τσακωθεί με το σόι του γιατί παντρεύτηκε μια εγγλέζα.
Ξέχασα να σημειώσω πως το Δημοτικό του Παλαιού Ψυχικού διακατεχόταν από μίαν κοινωνική πανσπερμία. Μαζί με το εφοπλιστάκι και το πολυτεχνειάκι έβλεπες και πολλά παιδιά της μεσοαστικής και μικροαστικής τάξεως. Είχε επίσης και μερικά παιδάκια από πολύ φτωχές οικογένειες, γιατί τον καιρό εκείνο είχε ένα νταμάρι στα Τουρκοβούνια, ακριβώς πάνω από το σχολείο μας ήταν, και κάθε τόσο έσκαγε κι' ένα φουρνέλλο, αλλά εμείς είχαμε συνηθίσει τις εκρήξεις. Οι εργάτες, λοιπόν, μένανε εκεί γύρω, όχι στις βίλλες βεβαίως. Σε κάτι τρώγλες. Αλλά τα παιδιά τους έρχονταν στο ίδιο σχολείο μ' εμάς.
Μερικά παιδιά ήταν τελείως απροστάτευτα. Παραδείγματος χάριν, ο Τουλουμπακόπουλος. Από το ντύσιμό του δεν φαινόταν παιδί εργάτη.  Αλλά οι γονείς του ήταν ανύπαρκτοι, ανίκανοι να τον προστατέψουν ή παντελώς αδιάφοροι. Και ο ίδιος, ασθενικός, παθητικός, βλάκας, σε τέτοιο βαθμό που μια φορά τον είχε δείρει η αδερφή μου, που την λέγαμε τσαούσα στο σπίτι, και που ήτανε τέσσερα χρόνια μικρότερη από εμένα, άρα κι' από τον Τουλουμπακόπουλο, που ήταν συνομήλικός μου. Κι' είχαμε μαζευτεί καμιά τριανταριά παιδιά στο διάλειμμα, και γελάγαμε με τον Τουλουμπακόπουλο που τις έτρωγε. Ούτε καν καλός σπασίκλας ήταν, να πούμε, ήταν μέτριος μαθητής. Ο ιδανικός στόχος για τον Λαμποχάρους, εν ολίγοις. Μια φορά όχι μόνο τον έδειρε και τον έβαλε τιμωρία όρθιο στον τοίχο, τον έγδυσε κιόλας, κι' έμεινε με το σώβρακο, και τον απειλούσε ο Λαμποχάρους πως θα τον γδύσει εντελώς, και σπάραζε στους λυγμούς, ο Τουλουμπακόπουλος. Τότε φοβήθηκα για πρώτη φορά, τον Λαμποχάρους. Και μάλλον τον μίσησα μέσα από την ψυχή μου. Χωρίς το μίσος μου αυτό να το συνειδητοποιεί πλήρως το αθώο μου μυαλό.
Μια φορά, η μισή τάξη έκανε ομαδική κοπάνα. Δεν είμαι βέβαιος, αλλά εκείνη την μέρα έλειπε ο Λαμποχάρους, ήταν αδιάθετος, ή απλώς είχε κάνει και κείνος κοπάνα. Αλλά το έμαθε την επομένη. Είχε βρεθεί κάποιος αντικαταστάτης, και βρήκε την τάξη μισοάδεια.
Αλλά ο Λαμποχάρους είχε ένα πρόβλημα, δεν ήξερε ποιός την είχε κοπανήσει και ποιός όχι. Ρώτησε λοιπόν να του πούμε. Μιλιά, η τάξη. Απείλησε πως θα μας αποβάλει όλους δια παντός απ' όλα τα σχολεία κλπ. Μιλιά, εμείς. Ώσπου βγήκε μόνο του ένα κορίτσι, άριστη μαθήτρια, η πρώτη νομίζω, και  του είπε "ναι, εγώ έφυγα." Για να μην την πληρώσουμε οι υπόλοιποι. Οπότε σηκωθήκανε όλοι οι κοπανατζήδες και τους έβαλε ο Λαμποχάρους όρθιους στην άκρη της αίθουσας.
Και έγινε της κακομοίρας. Ανέβαιναν ένας ένας όλοι οι σκασιάρχες στο ξύλινο βάθρο μπροστά στον πίνακα, ακόμα και τα κορίτσια. Την σειρά, την καθόριζαν οι ίδιοι οι τιμωρούμενοι, αλλά οι πιο γενναίοι προχώρησαν μπροστά και οι άλλοι ακολούθησαν με σχετική αξιοπρέπεια. Κι' ο Λαμποχάρους, ο οποίος έλπιζε να τους δει να σπρώχνουν ο ένας τον άλλο για να πάρουν ολίγων λεπτών αναστολή στο μαρτύριο, σεκλετίστηκε. Και βάραγε με τον χάρακα στα χέρια με όλη του την δύναμη, ο αχρείος. Έσκουζε από τον πόνο δερόμενος, μάλιστα μερικοί παρακάλαγαν "όχι άλλο σας παρακαλώ κύριεεεεε", κι' όσο παρακάλαγαν συνέχιζε πιο πολύ ο Λαμποχάρους το ξύλο, όσοι περίμεναν την σειρά τους κλαίγαν προκαταβολικά, κι' εγώ είχα παγώσει από φρίκη και τρόμο. Περιττό να σας πω πως τον Τέντη τον ρήμαξε εντελώς, ο δυστυχής τρανταζόταν σύγκορμος από τους λυγμούς. Εν ολίγοις, ο Λαμποχάρους επεδίωκε την ηθική εκμηδένιση των μαθητών του, την  ολοκληρωτική τους ταπείνωση.
Ήμουν από κείνους που δεν την είχαν κοπανήσει. Διότι δεν είχα ειδοποιηθεί. Αλλά και να είχα, μάλλον δεν θα την είχα κοπανήσει. Εκείνο τον καιρό ούτε κάπνιζα ακόμα, ούτε γκομένιζα. Μου αρέσανε, βέβαια, δυο τρία κορίτσια, αλλά είχα καλύψει με έναν μανδύα σχεδόν προσβλητικής αδιαφορίας τον φόβο της πιθανής μου απόρριψης. Οπότε τι δυο ώρες στα κατσάβραχα στα Τουρκοβούνια, τι δυο ώρες μέσα στους βρώμικους τοίχους της αιθούσης διδασκαλίας; Τι θα άλλαζε παρακαλώ;
Καθόμουν και κοίταζα, λοιπόν, αποσβολωμένος και σιωπηλός, ασφαλής μεν αλλά φρικιών, και κρυφά αλληλέγγυος με τους συμμαθητές και τις συμμαθήτριές μου. Ειδικά δε με τις συμμαθήτριές μου, αυτές που δοκίμαζαν τις θωπείες του χάρακα του Λαμποχάρους, και που εγώ δεν μπορούσα ως ιππότης να προστατέψω. Αισθανόμουν πως εκείνο το καθήκι με ξεφτίλιζε στα μάτια τους, βάζοντάς με θεατή ανήμπορο μπροστά σε κείνη την αχρειότητα, προεξοφλώντας την απραξία μου. Ίσως θα ήταν προτιμότερο να την είχα κοπανήσει κι' εγώ μαζί με τους άλλους, σκεφτόμουν. Τουλάχιστον να μοιραζόμουν την τύχη τους, αντί γι' αυτήν την ταπείνωση, αυτήν την αδυναμία απέναντι στον δυνάστη, τον παντοδύναμο, τον καριόλη εκείνον τον σκατόψυχο. 
Ούτε να τον πλακώσω μπορούσα, ούτε να τον σταματήσω υπήρχε τρόπος. Φοβόμουν. Σηκώθηκα ωστόσο, πλησίασα στο ξύλινο βάθρο που είχε μετατραπεί σε ικρίωμα, και ζήτησα να βγώ έξω. "Γιατί;" με ρώτησε, "θες να πας στο μέρος;" 'Όχι," του απάντησα, "γιατί αυτό που κάνετε, εγώ δεν θέλω να το βλέπω."
Χαμογέλασε εκείνος συγκαταβατικά. Χαμογέλασα κι' εγώ ειρωνικά. Και πέρασα έξω με σοβαρές αμφιβολίες για την βαρύτητα της διαμαρτυρίας μου.
Δεν είπα τίποτα στον πατέρα. Εκείνος του τηλεφώνησε και του τόπε. Συγκατένευσαν μεγαλοψύχως -οι παμμέγιστοι!- πως είχα το θάρρος της γνώμης μου και πως ήμουν πολύ ευαίσθητος.
Τέλος πάντων, έγινε η μεταρρύθμιση του Παπανδρέου και στην Έκτη απαλλαχτήκαμε από τον ελεεινό αυτόν. Μας ήρθε άλλος δάσκαλος, ένας φιλόλογος και συγγραφέας, κανονικά δίδασκε στο Πανεπιστήμιο, φόραγε πάντα σκούρο κουστούμι, και δεν βάραγε. Μας διάβαζε Παλαμά, τον Δωδεκάλογο του Γύφτου -φωτιά να κάψω την Παράδεισο, νερό την Κόλαση να σβύσω-, Κρυστάλλη, Παπαντωνίου, μας έβαλε και διαβάσαμε "Τα ψηλά βουνά." Το τέλειωσα όλο μόνος μου, στην τάξη δεν προλάβαμε να το τελειώσουμε. Νομίζω πως τότε πόθησα για πρώτη φορά να κοιμηθώ κάτω από τ' αστέρια.
Όμως χωρίς τον βασανιστή τον Λαμποχάρους γινόταν φασαρία μέσα στην τάξη. Πολλή φασαρία! Μέχρι που δεν άντεξε ο καινούργιος, τον σκάσαμε τον άνθρωπο, μας αποκάλεσε γαϊδούρια ξεσαμάρωτα, και πως δεν είμαστε άνθρωποι εμείς. Οπότε κανας δυο και ένα κορίτσι είπανε πως ήταν ντροπή αυτό που κάναμε, και την επόμενη φορά συμφωνήσαμε και δεν βγάλαμε κιχ. Βέβαια η φασαρία ξανάρχισε μετά από λίγο καιρό, αλλά όχι όπως πριν.
Πηγαίναν οι γονείς κάθε τόσο να μιλήσουν με τους δασκάλους. Πήγε η μάνα μου να δει τον καινούργιο, και της λέει αυτός "περίεργος ο γιός σας, κυρία μου, κάθε φορά που τον ρωτάω ξέρει, αλλά δεν σηκώνει ποτέ το χέρι του."
Μια μέρα διαδόθηκε στο σχολείο πως σκοτώθηκε ο πατέρας ενός παιδιού από άλλη τάξη. Από φουρνέλλο στο νταμάρι.
Εγώ δεν τόξερα, εκείνο το παιδί. Όμως το γεγονός από μόνο του με συντάραξε. Ήθελα να μάθω πως ακριβώς έγινε το δυστύχημα, με κάθε λεπτομέρεια. Είχα μια έμφυτη ροπή στο τραγικό. Είχα και μία ενοχή απέναντι στους ανθρώπους που είχαν ζωή πολύ σκληρή, ενώ εγώ τα βόλευα κι' από μόρφωση και από εν γένει διαβίωση. Αλλά εν προκειμένω δεν ήταν αυτή η ενοχή το κίνητρό μου.
Στην τάξη είχαμε ένα παιδί, Βάγιο τον λέγανε, ο πατέρας του ήταν μπιστολαδόρος* στο νταμάρι. Μένανε σε κάτι θλιβερά δωμάτια, στην Παλιά Αγορά. Η μάνα του είχε φύγει με άλλον, έτσι ακουγόταν στο σχολείο. Απευθύνθηκα στον Βάγιο για να ικανοποιήσω την περιέργειά μου. Μου εξήγησε πως κρεμιόνταν οι  εργάτες με τα σχοινιά από πάνω από τους βράχους, πως άνοιγαν με τα κομπρεσέρ τρύπες μέσα στην πέτρα, πως βάζαν μέσα μασούρια δυναμίτη, πως υπολογίζαν το φυτίλι, όλα.
-Δεν πρόλαβε το φουρνέλλο, μου είπε επί του συγκεκριμένου που τον ρώταγα. "Άναψε το φυτίλι, και άργησε να κατέβει να πάει να κρυφτεί, ή ήτανε κοντό το φυτίλι κι' έσκασε πριν την ώρα του. Ε, και τον πέτυχε μια πέτρα στο κεφάλι, αυτό ήτανε..."
Δεν μπορούσα να χωνέψω πως μπορεί να πεθάνει κανείς από πέτρα στο κεφάλι. Μόνο από σφαίρες, όλμους, νάρκες σκοτώνεται κανείς, νόμιζα. Όλο πολεμικά παίζανε εκείνο τον καιρό. Η πιο μεγάλη μέρα του Πολέμου, Ταξί για το Τομπρούκ, τέτοια. Τα γουέστερν ήταν ακατάλληλα, δεν μας βάζαν μέσα.
Ο Βάγιος φόραγε κάτι κοντά παντελόνια χωρίς ακριβές σχήμα και χρώμα, μεταποιημένα, θα ανήκαν κάποτε σε κάποιον ενήλικα, κι' ένα πουλόβερ στο χρώμα της μίξας που έτρεχε μονίμως από τη μύτη του. Τον χειμώνα φόραγε κι' ένα στραπατσαρισμένο σακάκι ή παλτό, γκρί με σχέδιο ψαροκόκκαλο.
-Έχουνε σκοτωθεί κι' άλλοι πεντέξι, συμπλήρωσε και ρούφηξε τη μύτη του. "Άλλοι με το δυναμίτη, άλλοι δεν προσέχουνε, γκρεμίζουνται από πάνω στο νταμάρι, δεν δένουνται. Μια φορά, ένας άλλος γλύστρησε κι' έπεσε μέσα στον σπαστήρα που βγάζει το χαλίκι."
-Σκοτώθηκε; ρώτησα.
        -Ναι, είπε αυτός. "Κιμά τον έκανε."
Ήμασταν τελευταία τάξη του Δημοτικού, κι' ο Βάγιος ακόμη δεν είχε μάθει να διαβάζει και να γράφει, συλλάβιζε με το ζόρι. Ήταν κι' αυτός ένας μόνιμος στόχος χλευασμού του παιδικού όχλου. Άμα θέλαν να τον τσαντίσουν τα κωλόπαιδα, του τραγουδάγανε "για μια μπουκιά ψωμί/έπεσε κάτω απ' το σκαμνί", κι' αυτός τους κυνηγούσε, δεν ήξερε ποιόν να πρωτοπιάσει, σκορπάγανε και συνεχίζαν το δούλεμα.
Μας είδε κάποιο διάλειμμα που μιλάγαμε με το Βάγιο και μας έβαλε να κάτσουμε μαζί, ο καινούργιος δάσκαλος. Δεν ξέρω γιατί. Μάλλον θεωρούσε πως μ' αυτόν τον τρόπο θα λύσει με τρόπο μαγικό όλα τα χρόνια προβλήματα του ελληνικού εκπαιδευτικού συστήματος. Και της κοινωνίας μαζί.
Τούδειχνα, αλλά εκείνος δεν έπαιρνε μπροστά. Φυσικό ήταν, δεν υπήρχαν οι βάσεις. Καταλήξαμε σε μια σιωπηρή συμφωνία, εγώ να του διορθώνω τα λάθη, κι' αυτός να κάνει καινούργια στην πρώτη ευκαιρία. Όμως ο δάσκαλος απογοητεύτηκε. Ποιός ξέρει τι έλπιζε να βρει, στο Παλαιό Ψυχικό. Και τάβαλε με τον Βάγιο. Μια μέρα πήγαινε πέρα δώθε στον διάδρομο, εμείς γράφαμε κάτι που μας είχε πει, έδειχνα και του Βάγιου. Στάθηκε πλάι στο θρανίο που καθόμασταν.
-Χάνεις τον καιρό σου μ' αυτόν, είπε. "Ένα ζώον και μισό είναι, ένας άχρηστος."
Δεν είπα τίποτα. Ο Βάγιος ρούφηξε τη μύτη του. Στυλώσαμε κι' οι δύο αμήχανοι τα μάτια μας στα τετράδια.
Με το που μπήκε η άνοιξη, το σχολικό πρόγραμμα χαλάρωσε κι' άλλο. Στο σχόλασμα πηγαίναμε σ' ένα άδειο οικόπεδο κοντά στο σχολείο. Το χώμα ήταν πατημένο, ίσιο. Στο διπλανό διώροφο έμεναν δύο συμμαθητές μας, αχώριστοι. Ο ένας έμοιαζε του Ρίνγκο Σταρ, ο άλλος του Μπίλι δε Κιντ, μόνο που τον Λούκι Λουκ δεν τον ξέραμε τότε. Είχαν φτιάξει κι' ένα τέρμα με κάτι καδρόνια, ξερωγώ, έφερναν και μία μπάλα κανονική, πέτσινη. Αυτές με τους ρόμβους, τις μαυρόασπρες, μόνο που ήταν εντελώς γδαρμένη, δεν είχε πια κανένα χρώμα. Ο ένας είχε και ποδοσφαιρικά παπούτσια με ξύλινες σκάρες, θυμάμαι. Και παίζαμε εκεί καμιά ωρίτσα. Τέσσερις πέντε δηλαδή, μονότερμα, ή διπλό αν ήμασταν περισσότεροι. Πάντως ήμασταν λίγοι, παίζαμε με πάσες, σχολιάζαμε τις φάσεις, γελάγαμε, περνάγαμε ωραία. Δεν γινόταν ο ορυμαγδός με την κουκουνάρα που έλεγα πριν. Όταν τελειώναμε, κατηφορίζαμε προς την Κηφισσίας, προς τα σπίτια μας. Τρεις τέσσερις μέναμε Χαλάνδρι ή Νέο Ψυχικό. Έμπαινε το καλοκαίρι, σε λίγο καιρό τα σχολεία θάκλειναν, θα με στέλναν στους θειούς μου, στην Κέρκυρα. Ένοιωθα μιαν άφατη αγαλλίαση...
Δεν θυμάμαι ποιός ήταν ο τελευταίος διπλανός μου στο θρανίο της Έκτης Δημοτικού. Μπορεί και νάταν ο Βάγιος. Δεν είμαι βέβαιος, τον τελευταίο καιρό μια ερχόταν, μια δεν ερχόταν...


*Χειριστής του κομπρεσέρ.


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου