Κυριακή, 9 Απριλίου 2017

Η χορεύτρια και ο ποιητής, τρίτο κομμάτι.

Μία τραγουδιστή ιστορία σε τέσσερα ποιήματα του Γιώργου Σαραντάρη




Φεύγει το τραίνο, γυρνάει στην Αθήνα με τραυματίες
γυρνάει κι΄ αυτός, ο σταυρωμένος απ’ τις κακουχίες
αυτός που οδοιπόρησε με τους ποιμένες της Πρεμετής
πάει να πεθάνει σ’ ένα κρεβάτι μιάς κλινικής.
Εκείνη δεν πήγε ποτέ να τον επισκεφθεί
φεύγει μονάχος τον Άλλο Χώρο να δεί

Κλούβα και πείνα τα χρόνια εκείνα. Το σαρανταδύο
ουρανοκατέβατο πέφτει της Μάρμως ένα λαχείο
στη Χλάντεκ δίνει εξετάσεις, και πετυχαίνει
παίρνει το τραίνο χορό να  σπουδάσει στη Βιέννη.
Μά νοσταλγία την πιάνει, γυρνάει στην Αθήνα ξανά
πριν τους εγγλέζους και πριν τα Δεκεμβριανά

Τα πέτρινα χρόνια περάσαν κι οι καταστάσεις
του Χοροδράματος ήρθαν της Μάνου οι παραστάσεις
στου Χατζηδάκι τις Εξι Λαϊκές Ζωγραφιές
η Μάρμω χορεύει με τον Γριμάνη στο Ρέξ.
Με Μινωτή και Παξινού στο Εθνικό
Νέα Υόρκη πηγαίνει και Λιγουριό

Είχανε λάμψη και ανασφάλεια τα χρόνια εκείνα
κι’ ένα παιδί του Μετσοβίου από την Αθήνα
-λίγο γκρινιάρης, λίγο ζηλιάρης μα καλό παιδί-
ζητάει τώρα από την Μάρμω να τον παντρευτεί.
Κι’ όλα τελειώνουν όπως τελειώνουν στο σινεμά
στα σκαλοπάτια στου Αη Νικόλα την εκκλησιά

Κι έτσι η Μάρμω βάζει φωτιά στο παρελθόν της
στις αναμνήσεις κι’ αφιερώσεις των θαυμαστών της
μίαν εικόνα απ’ το πινέλο του Νίκου Πεντζίκη
στης πλύσης τη ρίχνει κι’ αυτή στη φωτιά και τη φρίκη
Και στα ποιήματα -ναι, στα ποιήματα- βάζει φωτιά
ενός χαμένου μέσα στο χιόνι χωρίς γυαλιά

Του Γ.Σ.

J’ ai pensé que tout, même la mort a été dit
J’ ai pensé que ton cœur a été toujours un enfant
Mais tu pleures comme une vie qui n’ connaît que le rire
Et tu parles les roses, et tu parles les fleurs impassibles

                                                           (5.10.1940, την μέρα που επιστρατεύεται.)

Ω τρυφερότατη Μάρμω, συγγνώμη που σου λέω λόγια που δεν ξέρεις που να τα βάλεις.

                                                                   Από επιστολή του, χωρίς ημερομηνία.

Σημειώσεις

Η μετάφραση:

Σκέφτηκα πως όλα, ως κι' ο θάνατος είναι ειπωμένα
Σκέφτηκα πως η καρδιά σου ήταν πάντα ένα παιδί
Μα κλαις σαν μια ζωή που δεν ξέρει παρά το γέλιο
Και μιλάς τριαντάφυλλα, και μιλάς τ' αδιάφορα τ' άνθη.

Ροζαλία Χλάντεκ: Τσέχα χορογράφος, χορεύτρια και δασκάλα χορού. Ήρθε στην Αθήνα κι' έκανε οντισιόν για την σχολή της στη Βιέννη, το 1943.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου