Πέμπτη, 27 Απριλίου 2017

Μία ναυτική ιστορία.


Το πλοίο που βλέπετε στην φωτογραφία, τώρα πια δεν υπάρχει. Το κάνανε στόχο για τ' αεροπλάνα, το βουλιάξανε.
Εγώ υπηρέτησα εκεί χρόνους δύο συναπτούς.
Μόλις είχα μετατεθεί, η ιστορία που λέμε τώρα. Στην Γραμματεία Διοικήσεως Πλοίων Αποβάσεως. Ήταν ένα γραφειάκι, δύο γραφομηχανές, ένας πολύγραφος, και τέσσερις πέντε ναύτες, ίσα που χωράγαμε. Τότε δεν είχε ούτε κομπιούτερ που έχει τώρα, ούτε πρίντερ, ούτε ίντερνετ, ούτε τίποτα. Παίρναμε τις διαταγές του διοικητού χειρόγραφες, τις γράφαμε σε μεμβράνη, τις βάζαμε στον πολύγραφο, βγάζαμε αντίγραφα, τα αντίγραφα τα βάζαμε σε φακέλους, τους φακέλους τους πηγαίναμε στο κέντρο διανομής στο Ναύσταθμο, πηγαίναν από τα καράβια, τους παραλάβαιναν. Συχνά, άμα ήταν επείγον, τους πηγαίναμε εμείς χέρι χέρι στα καράβια. Από τη μία άκρη του Ναύσταθμου στην άλλη, ανέβα στόνα καράβι, κατέβα, ανέβα στ' άλλο, κατέβα, και πόσα ήταν, αρματαγωγά, οχηματαγωγά, παντόφλες, όλα μαζί δεκαπέντε, είκοσι, δεν θυμάμαι.
Και στα ταξίδια, όλοι μέσα.
Είμασταν λοιπόν ταξίδι, αποβατικές ασκήσεις στο Στρυμωνικό. Εγώ, στραβόγιαννο. Οπότε τούρθε του διοικητή να γράψει μια διαταγή, να την μοιράσουμε κατεπειγόντως που θα πιάναμε ντόκο στη Σαλαμίνα. Αλλά έλα που μαγκώνει ο πούστης ο πολύγραφος τη μεμβράνη, τη μασάει, κι' έρχεται και φρακάρει το μπουρδέλο, να μη βγαίνει με τίποτα, σύσκατος έγινα μες τα μελάνια. Τι να κάνω, τι να κάνω, είχε κάτι ψιλές βιδίτσες, να τις ξεβιδώσω, να βγάλω τη μεμβράνη. Αλλά κατσαβίδι, δεν είχα. Μου λέει ένας τράβα στους ηλεχτρολόγους. Που είναι οι ηλεχτρολόγοι; Θα πας, λέει στην κλίμακα, κι' εκεί κοντά θα δεις μια τρύπα. Η τρύπα έχει μία σκάλα, ανεμόσκαλα. Θα κατέβεις πρώτο υπόστρωμα, εκεί είναι το γραφείο τους, πες τους. Εντάξει, λέω.
Πάω λοιπόν στη τρύπα, έχασκε μαύρη και βαθειά, κι' έβγαζε ένα βουητό σαν την πύλη της κόλασης, και μια ζέστη που βρώμαγε μηχανόλαδα, ξερωγώ. Πιάνομαι γερά στη σκάλα, κατεβαίνω. Ήταν εκεί ένα γραφειάκι, κανείς. Περίμενα, περίμενα, τίποτα. Θάχουν κατέβει παρακάτω για δουλειά, λέω, θα πάω να τους βρω, ξημερώσαμε, θα σκάσω δωμέσα. Κατεβαίνω κι' άλλο από τη σκάλα, δυνάμωνε εντωμεταξύ το βουητό, και η ζέστη, και η βρώμα. Βρίσκω μία πόρτα στεγανή, είχε ένα τζαμάκι μικρό κι' ένα πράμα σαν τιμόνι που ασφάλιζε με κάτι δόντια. Την ανοίγω. Βρέθηκα σ' ένα μικρό δωματιάκι σαν χωλ, ίσα χώραγαν δύο άτομα. Οπότε αρχίσαν να βαράνε κάτι κουδούνια. Το βουητό, όλο και πιο δυνατό, και η ζέστη πιο αποπνικτική, και η μηχανολαδίλα επίσης. Μπροστά μου τώρα στο χωλ είχε και μιαν άλλη πόρτα στεγανή, ολόιδια. Λέω να την ανοίξω κι' αυτήν, κάποιον θα βρω. Αλλά μετά δίστασα, είπα αυτό το κουδούνι τώρα, τι θέλει και βαράει; Ζέστη, βουητό, βρώμα, κάτι δεν πάει καλά. Κάτσε να το σκεφτώ λίγο.
Εκεί που άρχισα να σκέφτομαι, νάσου βλέπω δύο ματάκια, στο παραθυράκι, πίσω από τη στεγανή πόρτα, πολύ γουρλωμένα. Τι τρέχει; του κάνω νόημα, αδύνατο να περάσει η φωνή από το στεγανό, άσε και το βουητό. Αλλά αυτός δεν μπορούσε να  μου απαντήσει με νοήματα, διότι κράταγε το τιμόνι με τα δυό του χέρια, μην τυχόν και το ανοίξω. Άνοιξε να σου πω κάτι, του κάνω νόημα. Φώναζε αυτός, αλλά σε μένα ακουγόταν μια μουρμούρα, και τα μάτια του τα γουρλωμένα, με κοιτάγανε, τον κοίταγα κι' εγώ. Πέρασαν δυο τρία λεφτά να κοιταγόμαστε, οπότε καταφθάνει από την πρώτη πόρτα που είχα αφήσει ανοιχτή ένας άλλος ναύτης. Τι πας να κάνεις, ρε κληρούχα, μου λέει, θες να τινάξεις το καράβι στον αέρα; Όχι, του λέω, πως σούρθε αυτό; Άμα άνοιγες και την άλλη πόρτα, θα ήμασταν τώρα μακαρίτες, μου λέει, θάχαμε γίνει ψητοί. Γιατί; του λέω. Γιατί έτσι, τι δουλειά έχεις εδώ κάτω; μου λέει. Ψάχνω ένα κατσαβιδάκι ψιλό, του λέω. Και ψάχνεις να βρεις κατσαβιδάκι στο λεβητοστάσιο;
Με τα πολλά ανεβήκαμε στους ηλεχτρολόγους, ηλεχτρολόγος ήτανε κι' αυτός, του εξήγησα γιατί γύρευα το κατσαβιδάκι, μου εξήγησε πως δούλευαν οι τουρμπίνες του πλοίου, διότι το πλοίο είχε δύο τουρμπίνες που δούλευαν με ατμό, ήγουν είχε δύο καζάνια, κι' από κάτω από τα καζάνια είχε κάτι σαν τεράστια τηγάνια, που τα λένε εστίες, κι' εκεί  χύνεται το μαζούτ και καίγεται, να βράσει το νερό στα καζάνια, να γίνει ατμός, να γυρνάνε οι τουρμπίνες. Αλλά εκεί κάτω που ήταν τα καζάνια και που κατέβηκα κι' εγώ, δεν έχει αέρα αρκετό να κάνει καύση το μαζούτ. Οπότε έχουνε κάτι τρόμπες και φυσάνε αέρα μέσα στο λεβητοστάσιο. Και για να μη φεύγει ο αέρας, έχουν βάλει τις αεροστεγείς πόρτες με τα τιμόνια.
Καλά, του λέω, και τι πειράζει να χαθεί λίγος αέρας; Άρχισε να γελάει αυτός, ρε τυφλοπόντικα, μου λέει, δεν είναι που θα χαθεί ο αέρας. Αλλά έτσι και ανοίξεις τις πόρτες δημιουργείται ένα ρεύμα αέρος, και ρουφάει τη φωτιά από το μαζούτ που καίει, και παίρνει φώκο όλο το λεβητοστάσιο!
Με δουλεύεις, ρε φίλε; του λέω. Καλά, κι' εσείς δηλαδή, πως μπαίνετε κειμέσα; Εμείς ανοίγουμε τη μία πόρτα, περνάμε, την κλείνουμε, και μετά ανοίγουμε την άλλη. Καλά, είπα. Οπότε μούδωσε το κατσαβιδάκι, κι' ανέβηκα απάνω.
Το έφτιαξα, τον πολύγραφο. Αλλά δεν είχα προλάβει να πάω να πλύνω τα χέρια μου, νάσου καταφθάνει ένας χοντρός, Ανθυπασπιστής, της Σχολής Υπαξιωματικών, που τους λένε και Πιλάφια. Ο Δεύτερος Μηχανικός δηλαδή. Ωρυόμενος, σα να τούχα σκοτώσει τον πατέρα. Προσοχήηη! μαλάκαααα!!! Θα μας κάψεις όλουουουους!!! Αναφέρσουουου!!! Παραληρούσε. Απ' ότι κατάλαβα τελικώς από το παραλήρημα του δευτέρου μηχανικού, ο Πρώτος Μηχανικός, ένας Πλωτάρχης ήτανε, ονόματι Κλασαρχιδέας, με είχε βγάλει αναφορά Υπάρχου με την κατηγορία πως πήγα να τινάξω το καράβι στον αέρα επίτηδες, και να με στείλουνε Ναυτοδικείο.
Σκούρα τα πράματα, είπα. Διότι αν σε καταδικάσει Ναυτοδικείο σε φυλακή που είναι και ποινικό αδίκημα, σε στέλνουν στην Ψυτάλλεια. Κι' αυτή η Ψυτάλλεια ήταν ο φόβος και ο τρόμος κάθε ναύτη. Το Αμπού Γκράιμπ ήτανε κολλέγιο, μπροστά στην Ψυτάλλεια! Οπότε έπρεπε να εξετάσω σοβαρά την κατάστασή μου.
Είχε ένα βιβλίο στη Γραμματεία, ένα με χοντρό εξώφυλλο, που έλεγε απάνω ΠΟΛΕΜΙΚΟΝ ΝΑΥΤΙΚΟΝ, κι' αποκάτω ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΣ ΑΣΦΑΛΕΙΑΣ ΠΛΟΙΩΝ. Το πιάνω, διαβάζω, τι να δω; Άρθρον τάδε, τα νέα μέλη του πληρώματος δέον να ξεναγούνται και να ενημερώνονται σε όλο το καράβι, κι' όχι μόνο ό,τι έχει σχέση με τη δουλειά τους. Άρθρον τάδε, να υπάρχουν ευδιάκριται ταμπέλλαι (πινακίδαι) όπου έχει κίνδυνο. Άρθρον τάδε, το πλήρωμα να ενημερώνεται τακτικά και επανειλημμένως δια τυχόν θέματα ασφαλείας, γενικώς αυτό, κι' όχι μόνο οι αρμενισταί για το κατάστρωμα, οι μηχανικοί στη μηχανή, οι διαχειρισταί στον πολύγραφο, και ούτω καθεξής. Και άλλα πολλά ων ουκ έστιν αριθμός...
Τέλος πάντων, γυρίσαμε στη Σαλαμίνα, πιάσαμε ντόκο, αρχίζουν οι ντουντούκες: "Αναφορά. Αναφορά Υπάρχου." Τώρα, τι είναι ο Ύπαρχος, το λέω για όσους δεν ξέρουν, διότι τα κορίτσια συχνά ρωτάνε τι είναι ο Ύπαρχος, άμα λέω αυτήν την ιστορία. Ύπαρχος είναι ο δεύτερος καπετάνιος να πούμε, αμέσως μετά τον καπετάνιο. Οπότε πήρα το καπέλο μου, τον Κανονισμό Ασφαλείας Πλοίων, και πήγα στο Οπλονομείο. Ήτανε κι' ο Οπλονόμος εκεί, ένας ανθυπασπιστής. Αυτός ασχολιότανε με το πλήρωμα, άδειες, εξόδοι, πειθαρχία, τέτοια. Ο πιο αντιπαθής μέσα σ' όλο το καράβι. Χτηνάνθρωπος, δεν είχε στόμα, είχε βόθρο, κι' έχωνε μέσα αβέρτα, λένε πως έκανε και ρεμούλες, απορρυπαντικά, ζάχαρες, μακαρόνια, άλευρα, ρύζια, τα έβγαζε έξω, τα πούλαγε. Οπότε ήταν  αυτός ο Οπλονόμος και διάβαζε την κατηγορία, ο Ύπαρχος σε ρώταγε ξερωγώ, απελογείσο εσύ, και αποφάσιζε αυτός. Ήταν κι' άλλοι εκεί, και περιμέναν τη σειρά τους, να εκδικαστούν. Αλλά πιο πολύ περιμέναν να δούνε τι θα γίνει με μένα, που θα πήγαινα Ναυτοδικείο.
Τώρα αυτόν τον Ύπαρχο τον λέγαν Γαρυφαλλάκη, Πλωτάρχης, αλλά μετά έγινε Αντιπλοίαρχος. Έρχεται η σειρά μου, κλαρίνο χαιρετάω, ευπειθώς αναφέρω, τα συνήθη που λένε στο Ναυτικό. Λέει, λοιπόν ο Οπλονόμος, το και το, τον έστειλε ο Πρώτος, ο Κλασαρχιδέας, να πούμε, να γίνουν τα χαρτιά να πάει Ναυτοδικείο. Ο Γαρυφαλλάκης άκουγε, ούτε με κοίταξε. Τι έγινε; με ρωτάει μετά χωρίς να κοιτάει. Οπότε του λέω κι' εγώ που έψαχνα το κατσαβιδάκι να διορθώσω τον πολύγραφο, και πως ο Κανονισμός Ασφαλείας Πλοίων, στο Άρθρο τάδε ορίζει πως να υπάρχουν ευδιάκριται ταμπέλλαι (πινακίδαι), και στο άρθρον τάδε τα νέα μέλη του πληρώματος...
Επίτηδες τόκανες; με διακόπτει απότομα ο Γαρυφαλλάκης. Τι επίτηδες, κύριε Ύπαρχε, να καώ εγώ πρώτος πρώτος; του λέω. Φύγε, μου λέει. Πάλι δεν με κοίταγε. Οπότε έκανα άλλη μία χαιρετούρα, μεταβολή, έφυγα.
Πέρασε έκτοτε ένας χρόνος, τι χρόνος, παραπάνω, είχα γίνει δίοπος εντωμεταξύ. Ταξίδια πηγαίναμε κάθε μήνα, χειμώνα καλοκαίρι.
 Ένα μεσημεράκι λοιπόν είχα μία στίβα χαρτιά να τα πάω στον Γαρυφαλλάκη να τα υπογράψει. Ήταν στο καρρέ αξιωματικών, στην τραπεζαρία τους δηλαδή. Κι' ήταν από δω ο Γαρυφαλλάκης, κι' απέναντι στην άλλη άκρη του τραπεζιού καθόταν ο Κλασαρχιδέας. Δίνω λοιπόν τα χαρτιά του Γαρυφαλλάκη, και στεκόμουνα πιο πίσω και περίμενα. Υπέγραφε αυτός, διάβαζε, υπέγραφε. Κάποια στιγμή με δείχνει ο Κλασαρχιδέας, και λέει αυτόν έπρεπε να τον στείλουμε Ναυτοδικείο.
Σιωπή μετά. Ο Γαρυφαλλάκης, ούτε που σήκωσε τα μάτια του. Διάβαζε, υπέγραφε, διάβαζε, υπέγραφε. Τέλειωσε, να πούμε, γυρνάει να μου δώσει τα χαρτιά. Κοιτάει τότε τον Κλασαρχιδέα.
-Άμα αυτόν τον έστελνα Ναυτοδικείο, του λέει, "κάποιον άλλον έπρεπε να τον κρεμάσω στο κατάρτι."
Ξανάγινε σιωπή. Πήρα τα χαρτιά και βγήκα από το καρρέ αξιωματικών.
Είχα ακόμα τρεις μήνες ν' απολυθώ.

Η φωτό: Δ/Π Ναυκρατούσα

Το τραγούδι: Ο Άη Νικόλας και ο ποιητής που έγινε Σεβάχ Θαλασσινός.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου