Σάββατο, 16 Ιουλίου 2016

Τα παλούκια κι' ο Ωκεανός

Μονρόβια, 22 Απριλίου 1980


Στήσαν τα παλούκια με γερανό τηλεγραφόξυλα στην άμμο
με φόντο τον Ωκεανό, ήρεμο, κι’ αινιγματικό, και γαλαζοπράσινο
σε κάποιαν απόσταση ο κόσμος ηλάλαζε και ηγαλλιάτο
λες και τώρα κάτι θα ήλλαζε που κάτι επιλοχίαι έκαναν κίνημα τα χαράματα
εδώ και δέκα μέρες και ξεκοιλιάσανε τον πρόεδρο στο κρεβάτι του
και τώρα φέρνανε μισόγυμνους τους υπουργούς του σ’ ένα βαν
περήφανοι και κάπως λυπημένοι ένας δύο, μα οι περισσότεροι
μ’ ένα σώβρακο, αστείοι και φοβισμένοι μέχρι θανάτου, όχι σαν σχήμα λόγου
ένας κατέρρευσε εντελώς, κουνούσε τα πόδια του σαν αυτιστικός, ίσως κατουρήθηκε
στο τέλος λιποθύμησε ή ξεψύχησε, μα δεν έπεφτε απλώς και μόνο
επειδή τους είχαν δέσει σε κείνα τα παλούκια ένα κοπάδι φαντάροι
χειρονομώντας ανήσυχα στ’ απερίγραπτο χάος αυτοσχεδίαζαν την εκτέλεση
χωρίς κάποιος να έχει εξουσία ή το γενικό πρόσταγμα σ’ αυτή την τελετή
όπως τα μερμήγκια κουνάνε τις κεραίες τους να τρέχουν νευρικά πάνω κάτω
για ώρα άσκοπα μ’ έναν τρόπο ανεξήγητο και μυστηριώδη, να τραβάει το μαρτύριο σε μάκρος.  

Ήταν οι μελλοθάνατοι απόγονοι απελεύθερων σκλάβων
έναν αιώνα πριν τους έστειλαν αφεντικά σε κείνη την αποικία
κι’ απεδείχτηκαν χειρότεροι από τα αφεντικά τους, πιο ανίκανοι και άπληστοι
αν και κάποια υπήρχε πάντα αμυδρή ελπίδα αλλαγής να ματαιώνεται αιματηρά
οπότε δικαιολογημένα ο κόσμος τώρα χαχάνιζε, είχαν βαρεθεί εκείνη την αθλιότητα
πότε βία πότε λόγια, όλη η χώρα μια τεράστια φυτεία καουτσούκ Ελαστικά Φάϊρστόουν
τζιπ και τζέϊμς που απελευθέρωσαν την Ευρώπη τριανταπέντε χρόνια πριν ακριβώς
μα κρατάγανε δούλους ακόμα τον όχλο τον αλαλάζοντα τώρα και αγαλλιώντα
λες και κάτι θα ήλλαζε που κάτι επιλοχίαι έκαναν κίνημα
πάνε δέκα μέρες, ξεκοιλιάσανε χαράματα τον πρόεδρο στο κρεβάτι του
-αν και η χήρα διαβεβαίωνε πως οι δολοφόνοι ήταν κάτι λευκοί με μάσκες-
το καθεστώς του όλο ερωτοτροπούσε με τους αδεσμεύτους και τους ανατολικούς
ανοίγματα ριψοκίνδυνα, κι’ ήρθαν οι επιλοχίαι με την πύρινη ρομφαία
και την ημέρα της Κρίσεως, ωστόσο στη φυτεία τίποτε δεν ήλλαξε
κι’ ανακύπτουν ερωτήματα πως οι επιλοχίαι αποφασίζουν κοτζάμ κινήματα
και διατάσσουν έτσι, χωρίς έξωθεν υποκίνηση, αδυσώπητα ερωτήματα
βαριώνται ή φοβώνται να απαντηθούν, απαξιώνονται
παριστάνουν τις άνευ ιστορικής σημασίας εικασίες.

Το εκτελεστικό απόσπασμα είχε οπλοπολυβόλα και απίστευτη νευρικότητα
καθώς προσπαθούσαν να οπλίσουν κι’ ενός ή δύο τους μπλόκαρε το κλείστρο
παρατείνοντας οι καλαμπόρτζηδοι για ώρα την άσκοπη εκείνη εκτέλεση
λες και κάτι θα ήλλαζε εκείνο το κίνημα των επιλοχιών
που απλώς διέλυσε τις σχέσεις με τους αδεσμεύτους και τους ανατολικούς
καθώς οι ριπές διέλυσαν τον χρόνο, καθώς οι δεμένοι στα παλούκια
με σπασμωδικές εκτινάξεις έμειναν ύστερα από κανά λεπτό ορυμαγδό
ο ένας μετά τον άλλο τελείως ακίνητοι με τα σώβρακα ματωμένα
το ίδιο ακίνητοι και όταν ζούσαν κι’ αλώνιζε μόνο η ζωή, σκύβαλα
το ίδιο ένοχοι, το ίδιο αθώοι, αν ήταν άλλοι στα παλούκια το ίδιο θάταν
τα ίδια θάκαναν, τα ίδια δεν θάκαναν, το ίδιο μοιραίοι.

Μετά όλα συνεχίστηκαν όπως πριν στην τεράστια φυτεία
ο ένας επιλοχίας εκτέλεσε τους υπόλοιπους κι’ έγινε πρόεδρος
απορίας άξιον το πως, αφού πέραν του ότι ο πλέον ύπουλος και μοβόρος
ήταν κι’ ο πιο εντελώς αγράμματος και βλάκας εξ αυτών επίσης
ώσπου εξέσπασε ο εμφύλιος ο εκ Λιβύης από την πολλή αγανάκτηση
διότι όπως είπε και ο Αριστοτέλης Αεί Λιβύη φέρει τι καινόν.
Kάποιος υπολοχαγός, εκπαιδευθείς στην Αμερική, αποστάτης οπλαρχηγός
τον συνέλαβε τον επιλοχία και απολαμβάνοντας μία μπύρα τον νουθετούσε
χειρονομώντας την ώρα που τον έγδυναν και του έκοβαν τα αυτιά και τον κατούρησαν
πριν τον εκτελέσουν, αλλά και πάλι τίποτα δεν ήλλαξε στην αποικία μετά τις νουθεσίες.
μονάχα παιδιά και οπλοπολυβόλα, σκότωναν για φαί, τσιγάρα, μπύρες, βιασμούς
λες και μονάχα για τα παιδιά γινόταν ο εμφύλιος, ντύνονταν γυναικεία να πολεμήσουν
γελάγαν έτσι τον θάνατο και πέρναγαν καταπληκτικά μ’ αυτή την αισχρή ελευθερία

                                                 …και δώστου ξανά μανά, με την ειρήνη
ο ευμετάβλητος πολιτικώς υπολοχαγός έγινε πάστωρ και γερουσιαστής
και παρέσχε την στήριξή του στην νέα πρόεδρο της χώρας, που ήταν
και η πρώτη γυναίκα αρχηγός κράτους της αποπλανητικής αυτής ηπείρου
σημείο αλάθητο της αλλαγής των καιρών και πρόοδος και νέα εποχή
αν και υπάρχουν φόβοι πως θα μπορούσε αν χρειαζόταν να την ρίξει
έτσι, χωρίς έξωθεν υποκίνηση, άνευ ιστορικής σημασίας εικασίες
όλη η χώρα μια τεράστια φυτεία καουτσούκ Ελαστικά Φάϊρστόουν
παντού τάφοι και τσίγκινες παράγκες, να λοιπόν πως άρχισαν όλα:
στήσαν τα παλούκια με γερανό τηλεγραφόξυλα στην άμμο
με φόντο τον Ωκεανό, ήρεμο, κι’ αινιγματικό, και γαλαζοπράσινο.

                                                                                         Φεβρουάριος 2012

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου