Δευτέρα, 13 Ιουνίου 2016

Η ειδεχθής δολοφονία της Λωρελάη


Η κανονιοφόρος Λωρελάη

Στα 1903 η Ελλάδα είχε τα μαύρα της τα χάλια. Είχε πέσει στην χρεωκοπία και είχε γίνει Διεθνής Οικονομικός Έλεγχος. Όπου πρωτοστατούσαν οι γερμανοί, αυτοί δεν σήκωναν κουβέντα, που πάει να πει πως ό,τι κέρδιζε το κράτος το τσεπώναν οι πιστωταί κι' οι γερμαναραίοι. Κάτι λίγα μένανε, ελάχιστα. Και ερωτάται με τι πλήρωνε μισθούς και συντάξεις το ταμείο. Και σας λέω πως δεν είχε τόσους δημοσίους υπαλλήλους. Και δεν είχε καθόλου συνταξιούχους. Καθόλου. Οπότε φτάνανε και τα λίγα.
Η Λωρελάη ήταν θαλαμηγός, αλλά την αγοράσανε οι γερμανοί και της βάλανε κάτι κανονάκια και την κάναν κανονιοφόρο. Βοηθητικό πλοίο του Πολεμικού Ναυτικού, δηλαδή. Να μεταφέρει διπλωματικά έγγραφα, να πούμε, από και προς την Κωνσταντινούπολη. Που ήτανε η πρωτεύουσα της Τουρκίας τότε. Αλλά το είχανε και για φυλακή. Εκείνη την εποχή, γερμανοί και τούρκοι ήτανε τακίμια, είχε πολλούς γερμανούς στην Τουρκία, στρατιωτικοί και πολίτες. Οπότε αν έκανε κανάς γερμανός καμία ματσαράγκα, τον κλείνανε στην Λωρελάη. Δηλαδή απόξω κούκλα κι' από μέσα πανούκλα. Κάτεργο φριχτό ήταν η Λωρελάη.
Κατέπλευσε λοιπόν η Λωρελάη εν Πειραιεί. Για επισκευές στου Βασιλειάδη. Που ήτανε κοντά στον Άγιο Διονύση, ερημιά τότε εκεί πέρα, μόνο καρνάγια και το νεκροταφείο είχε. Αυτός ο Βασιλειάδης ήταν από την Πόλη. Αδειάσανε, λοιπόν, την Λωρελάη, κι' αφήσανε μόνο ένα μπαούλο κλειδωμένο, γεμάτο χαρτιά επίσημα, και κάτι ψιλά δια τα τρέχοντα, που λένε. Το απόγεμα γινόταν παύση εργασιών, σχολάγανε τα συνεργεία του Βασιλειάδη, φεύγανε και το πλήρωμα, τους είχανε βρει ένα οίκημα, πέρα, στον Πειραιά. Αφήνανε μόνο δύο, να φυλάνε το καράβι.

Ναυπηγεία Βασιλειάδου, εν Πειραιεί

Μια νύχτα, είχανε βάρδια έναν υπαξιωματικό, πιλάφι που λένε, φερ' ειπείν κελευστής. Αυτόν τον λέγανε Μπρίτσκη. Και μαζί κι' έναν ναύτη, τον Κόχλερ. Και φυλάγανε το μπαούλο αυτοί. Όλη τη νύχτα.
Ξημέρωσε, τέλος πάντων. Πάει πρωΐ-πρωΐ να κάνει εφοδεία ο αξιωματικός φυλακής, ούτε Μπρίτσκη, ούτε Κόχλερ, ούτε μπαούλο. Της Αναλήψεως. Αίματα μονάχα, χυμένα παντού. Όλο το βαπόρι μέσα στα αίματα. Κάνει μια γύρα, και τι διαπιστώνει; Έλειπε και μια λέμβος. Ειδοποιάει κυβερνήτη, ξέρω γω. Τώρα, αυτός ο κυβερνήτης πρέπει νάταν πολύ χαλβάς,  αρχίζει να λέει παντού πως οι γερμανοί αδύνατον, δεν κάνουν τέτοια εγκλήματα, άρα τους ναυταίους τους φάγανε οι έλληνες, να απαγάγουνε το μπαούλο με τα μυστικά έγγραφα και τα λεφτά. Που τα μυστικά έγγραφα θα τα δίνανε στους ρώσους που είχανε κάτι πολεμικά στον Πειραιά, ναυλοχούσαν ξερωγώ, και που είναι κι' αυτοί ορθόδοξοι. Το πήγανε στο θρησκευτικό φανατισμό, δηλαδή. Και τα λεφτά τα κρατήσανε. Γιατί τέτοια καθήκια και λιγούρηδες είναι οι έλληνες, σε σφάζουνε για πενταροδεκάρες Δεν τόπε έτσι χοντρά δηλαδή, αλλά αυτό ήταν το νόημα.
Εντωμεταξύ είχε έρθει και η Αστυνομία. Και ο Λιμενάρχης Πειραιώς. Βάζουν έναν ρώσο δύτη να ψάξει τον βυθό να βρει το μπαούλο. Από τα ρώσικα πολεμικά, ο δύτης. Γιατί είχε ρώσικα πολεμικά ο Πειραιάς, δεν ξέρω αν σας το είπα, ναυλοχούσαν κει πέρα. Και μπαούλο μεν δεν βρήκε, αλλά βρήκε τον Μπρίτσκη, τον κελευστή. Πεθαμένο, όπως ήταν φυσικό. Τον άλλον, τον Κόχλερ τον ναύτη, δεν τον βρήκε πουθενά. Ούτε το μπαούλο βρήκε, όπως προανέφερα.
Τώρα, πρωθυπουργός ήταν ο Ζαΐμης. Ο οποίος  καθότανε σ' αναμμένα κάρβουνα. Διότι δεν μας φτάνει το φαλιμέντο, τώρα θα ξεφτιλιστούμε ως φυλή κιόλας. Είχαν αρχίσει οι ξένοι ανταποκριταί να στέλνουν στις εφημερίδες τους, κι' ήταν ο διεθνής τύπος καταπέλτης δια το ελληνικό γένος μας, οι αγράμματοι, οι τεμπέληδες, οι μοβόροι, υποανάπτυχτοι, αδίσταχτοι εγκληματίαι, οι μπήξε, οι δείξε, τα εξ αμάξης μας σούρνανε. Οπότε σου λέει ο Ζαΐμης θες να βρούνε αφορμή να μας αυξήσουνε τη δόση; Πρέπει να τον βρούμε, τον πούστη που τόκανε. Έβαλε λοιπόν τον Αστυνομικό Διευθυντή Αθηνών, ονόματι Γενήσερλης, ο οποίος ήταν πολύ δαιμόνιος, να βρει τον ένοχο του εγκλήματος.
 
Ο δαιμόνιος Γενήσερλης

Αλλά δεν βρήκε τίποτε, ο  Γενήσερλης. Εν τω μεταξύ οι έλληνες το πήρανε άσκημα, σου λέει χωρίς να βρουν τον αίτιο πρώτα να βρίζουνε εμάς, στο τέλος θα θέλουνε κι' αποζημίωση. Αράζανε λοιπόν όλοι στα καφενεία, πίνανε τον καφέ τους, καπνίζανε, διαβάζανε τι λέγανε στις εφημερίδες, φαρμακωμένοι όλοι. Διότι επικηρύξανε τον δολοφόνο οι γερμανοί χίλια χρυσά φράγκα. Οπότε σου λέει, λέγε με παλιόπαιδο, λέγε με αλήτη, μέχρι και ληστή, και δολοφόνο ξερωγώ, αλλά μη με λες ρουφιάνο και καρφί και καταδότη. Διότι είναι σα να του λες του άλλου εφόσον ξέρεις ποιός είναι ο υπαίτιος, δώσε τον, και πάρε χίλια. Κι' αυτό δεν το σηκώνει ο έλληνας.
Ήτανε τώρα ένας εύζωνας, Δημήτριος Σαούτης ελέγετο, εκ Θουρίας Καλαμών (Καλαμάτα.) Τότε τους εύζωνες τους βάζανε φρουρά έξτρα στα αστυνομικά τμήματα. Εύζωνας είναι ο τσολιάς. Τον Σαούτη αυτόν, λοιπόν, τον είχανε απόσπαση στις Τζιτζιφιές. Ήτανε λοιπόν μέσα στο τράμ και πήγαινε από Νέο Φάληρο προς Τζιτζιφιές, εφτάμισι οχτώ το πρωΐ, θάχε υπηρεσία μάλλον. Ήτανε μ' άλλους δύο, έναν λοχία του πυροβολικού κρητικό, κι' έναν υπάλληλο, και συζητάγανε για τα γεγονότα, που ήταν ένας μυστήριος στις Τζιτζιφιές και τριγύρναγε δύο μέρες στην περιοχή άνευ λόγου τινός, τον βλέπανε και δεν τον ξέρανε κάποιος, συγγενείς, γνωστοί, τίποτα, και φαινόταν ξένος. Εντωμεταξύ, ήταν ντυμένος και στα ναυτικά. Και κει που τα λέγανε, νάσουτον ο περί ου, περπάταγε κατά μήκος της γραμμής. Τότε το τραμ δεν ήταν όπως τώρα, πήγαινε πολύ αργά. Δίνει λοιπόν μία ο Σαούτης, πηδάει κάτω. Τον πιάνει τον λεγάμενο πρώτα με το μαλακό, να κατανοήσει τι καπνό φουμάρει, να τονέ ψυχολογήσει τι είναι, τι δεν είναι, ξερωγώ. Όπου ο άλλος τίποτα, μιλιά. Τονε σβερκώνει τότε ο τσολιάς ο Σαούτης, ειδοποιάνε και οι άλλοι την Αστυνομία, τον πάνε μέσα. Όπου τα ξερνάει όλα, αυτός. Με το νι και με τι σίγμα. Διότι αυτός ήτανε ο λεγάμενος, ο Κόχλερ!


Αυτός ο Κόχλερ, λοιπόν, είχε προηγούμενα με τον κελευστή τον Μπρίτσκη. Γιατί ο Μπρίτσκη τον είχε βγάλει αναφορά δεν ξέρω γω τι έκανε, κι' έφαγε καμπάνα από τον Ύπαρχο, ο Κόχλερ. Και ως εκ τούτου, δεν τον χώνευε. Οπότε, ευκαιρίας δοθείσης τον έσφαξε και βούτηξε και το μπαούλο, τόβαλε στην λέμβο, κι' έφυγε κατά την Πειραϊκή, να βρει μια καβάτζα να το ανοίξει με την ησυχία του. Γιατί νόμιζε πως είχε μεγάλα ποσά μέσα. Καλά, του λένε, δεν διάβασες που γράφει απάνω το μπαούλο που είχε μέσα χαρτιά; Και τους είπε ο Κόχλερ πως είμαι αναλφάβητος. Αντιλαβού; Που βρίζανε τους έλληνες αμόρφωτους, χτήνη, υπαθρώπους και τα λοιπά! Την λέμβο την βρήκανε σπασμένη στα βράχια, τελικώς. Και την κασέλα επίσης, τα χαρτιά σκόρπια στη θάλασσα. Λεφτά δεν είχε καθόλου. Και γύρναγε ο Κόχλερ επί τρείς μέρες μπροστά στα μάτια τους θεονήστικος, χαμένος, και αυτοί τον ψάχνανε, Αστυνομίες, Λιμεναρχεία, Προξενεία, όλα ανάστα ο Κύριος!
Ο Δημήτριος Σαούτης έγινε ήρωας, και δικαίως διότι απεκατέστησε την τιμή του Έθνους. Θέλανε λοιπόν οι γερμανοί να του δώσουνε την αμοιβή, χίλια φράγκα, λίρες, πόσα ήτανε αυτά, αλλά αυτός είπε να τα βάλουνε στον κώλο τους. Δεν τόπε έτσι ακριβώς δηλαδή, είπε να τα βράσουνε και να τα φάνε, και πως δεν θέλει λεφτά από κείνους που υβρίζουν την πατρίδα μου. Αυτά δηλαδή γράψανε οι εφημερίδες, μπορεί και να τα ευπρεπίσανε κάπως, από ελληνικό φιλότιμο, όχι τίποτ' άλλο.


Εδώ που τα λέμε, εγώ θα τάπαιρνα, τα φράγκα. Προκαταβολή για τις κατοχικές αποζημιώσεις. Διότι όσο πιο ανωτερία τους δείχνεις αυτωνών, τόσο παίρνουν φόρα και ζητάνε κι' άλλα. Κι' άμα είναι να δώσουνε, το κορόιδο.
Τον Κόχλερ τον πήγανε στην Αθήνα να τον ανακρίνουνε. Τάπε και στον Γενήσερλη, ενημερώθηκε κι' αυτός, και πήγε στον Βασιλιά, και του τα είπε λεπτομερώς, ότι δηλαδή δεν ήταν έλληνας ο δολοφόνος. Κι' αυτός τούδωσε θερμά συγχαρητήρια για την επιτυχία του αυτή. Μετά τον πήρανε τέσσερις Χωροφυλάκοι κι' ένας Εισαγγελέας, τον Κόχλερ, να πάνε να τον παραδώσουνε στους γερμανούς, στο καράβι του. Μαζεύτηκε λοιπόν δέκα χιλιάδες κόσμος και φώναζε "ουουουου," και "κάτω οι υβρισταί μας" και "δεν είμεθα γερμανοί", κι' άμα δεν ήταν οι χωροφυλάκοι θα τον σκίζανε. Αυτός, απαθής.
Κάθομαι λοιπόν και σκέφτομαι τώρα εγώ, γιατί να την κάνει τέτοια μαλακία. Αφού θα τον πιάνανε κάποια στιγμή. Οπότε κάτι συνέβη, και του γύρισε το μάτι ανάποδα. Μπορεί ο κελευστής ο Μπρίτσκη να τον είχε αντιπάθεια και να τον έτρεχε, βάρδιες, αγγαρείες, αναφορές, πόσο ν' αντέξει ο άλλος. Ήτανε και ζώον, αγράμματος, δεν ήξερε να παραπονεθεί στους ανωτέρους, να πούμε, δεν είχε το σπρέχεν. Αλλά κι' οι ανώτεροι, στ' αρχίδια τους. Έχω κάνει σε καράβι και ξέρω. Μαζί με όλα τα καθάρματα εκεί μέσα, φυλακωμένοι, φύλακες, όλοι ένα είναι, κατάδικοι όλοι μέσα στο φυλακοβάπορο, και να είναι αναμμένα και τα καζάνια εν πλω, ανάβει ο μπουλμές, κόλαση. Μονάχα στην γέφυρα είναι ωραία, και στο κατάστρωμα, να φυσάει κι' αεράκι, Αιγαίο να πούμε, απόλαυση. Αλλά αυτά είναι για τους Αξωματικούς και τους Τσάτσους. Και τους σηματωρούς, ή τους αρμενιστάς, και αν έχουν υπηρεσία μόνον, δια ματσακόνι φερ' ειπείν, βλέπουνε ουρανό. Αλλιώς τους τρώει η λαμαρίνα και η βρώμα. Οπότε αν σε βάλει και κανάς Υπόλογος στο μάτι, στο τέλος επέρχεται το μοιραίον, ζουρλαίνεσαι. Γι' αυτό τους λένε τους Υπαξωματικούς πιλάφια στο Πολεμικό Ναυτικό, υποτιμιτικώς, λόγω κάτι τέτοια που κάνουνε. Όχι όλοι, βέβαια, δεν γενικεύω. Αλλά έχω κάνει καράβι δύο χρόνια και ξέρω.
Τον Κόχλερ τον πήγανε στη Γερμανία, πέρασε Ναυτοδικείο. Και τον αποκεφαλίσανε.




Πηγές και φωτογραφίες:

http://www.istorikathemata.com/2015/02/We-are-not-Germans-defamatory-campaign-and-the-Greek-answer-6th-October-1902.html

http://pireorama.blogspot.gr/2015/09/blog-post_25.html

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου