Τρίτη, 24 Σεπτεμβρίου 2019

Ημερολόγιο δρόμου (Ιούνιος 2019.)



Ξεκίνησα να πάω όχι από την Εθνική, αλλά από τους παράδρομους. Πέρασα πρώτα από τον Ασπρόπυργο, αλλά δεν λέει και πολλά ως μέρος. Πέρασα Ελευσίνα, Μάνδρα, και πήρα τον παλιό δρόμο των Θηβών. Πέρασα την Αγιά Σωτήρα που είχε ο πατέρας μου πέντε στρέμματα δασικό, δηλαδή όταν το αγόρασε το 1965 ήταν κοτρώνες, αλλά  έκτοτε δασώθηκε, να μην μακρηγορώ, την υπόθεση την έχασα στο Συμβούλιο της Επικρατείας. Εκεί στην Αγιά Σωτήρα έφαγα μια τυρόπιττα, μόλις τις βγάζαν από το φούρνο. Συνέχισα από Δομοκό, που σταματήσανε οι τούρκοι το 1897, γιατί αν συνεχίζανε θα μπαίνανε στην Αθήνα, αλλά οι Δυνάμεις τους είπανε όχι, ως εδώ και μη παρέκει.

Πήγαινα, πήγαινα, σα νάχα νέφτη στον κώλο.
Ο κάμπος της Άμφισσας. Στο βάθος, η Ιτέα.
 
Η γαλλική γέφυρα στον Ληθαίο

 
Ο Τσιτσάνης κι' εγώ 4 χρονών, του 1959
Πέρασα από Αράχοβα, αποκάτω ήταν ο κάμπος της Άμφισσας, μια θάλασσα ελιές, και μετά η θάλασσα η κανονική. Τον διέσχισα, και ανέβηκα στο Μπράλλο, μετά μπήκα κατά λάθος σε μια αουτοστράντα καινούργια, κι' έφτασα στα Τρίκαλα. Είναι πολύ ωραία, έχει ένα ποτάμι κατάφυτο και μια γέφυρα σιδερένια, του 1888, την φτιάξανε οι γάλλοι, που φτιάξανε και τις γέφυρες στο Σηκουάνα. Πήγα στο Μουσείο Τσιτσάνη κι' έβγαλα φωτογραφίες με τον Τσιτσάνη και τη Νίνου, παλιές μαυρόασπρες. Έβγαλα και το μπουζούκι του (ένα από αυτά, είχε αρκετά.) Είχε και μία πλούσια συλλογή με δισκάκια των 45 ψηφιοποιημένα, κι' ακούς όποιο θες, εγώ άκουσα το Μάμπο. Πέραν τούτου, δεν έχει άλλα εκθέματα, αλλά θα βάλουνε, λέει.

Την άλλη μέρα έφυγα, πήγα Καλαμπάκα. Αυτά τα βράχια τα βλέπεις και λες όταν τα έφτιαχνε ο Θεός έπαιρνε ναρκωτικά οπωσδήποτε. Έχει τουρίστες, χαμός γίνεται, βαριόμουνα να επισκεφθώ τα μοναστήρια με τόσο κόσμο, τρωγόμουνα να φτάσω Γιάννενα. Διότι ήθελα να δω τον Αμίν, είχα να τον δω εικοσιδύο χρόνια.
Μετέωρα
Μονή Βαρλαάμ


Πέρασα πάνω από τα βουνά, έφτασα Κατάρα. Αυτό το μέρος το θυμόμουν γιατί το λέγαν οι δικοί μου, τότε που είχαμε πάει με το φιατάκι, το 1958. Επίσης θυμόμουν που έκανε ψύχρα και συννεφιά (ήταν Σεπτέμβρης,) και σταματήσαμε εκεί, σ' ένα πολύ φτωχό χωριό. Και μαζεύτηκαν παιδάκια, και ο πατέρας μου τους έδωσε ένα κουτί με σοκολατάκια μαργαρίτες και μπισκότα πτι μπερ, που εγώ δεν τάτρωγα, ήμουνα μίζερος στο θέμα του φαγητού. Αυτά τα παιδάκια κάναν γιορτή, κι' εγώ είχα ενοχές που αυτά δεν έχουνε κι' εμείς έχουμε και δεν το εχτιμάμε. Όλο έτσι μου λέγανε. Και  τα σοκολατάκια τα δώσανε για να έχουνε την ευκαιρία να μου το πούνε δια μία εισέτι φορά. Και η μάνα μου πήγε να κατουρήσει.
Στα ορεινά, από Καλαμπάκα προς Γιάννενα.
 
Γιάννενα

Μετά την Κατάρα, άντε πάλι, άλλη αουτοστράντα, έχουνε γεμίσει τον τόπο αουτοστράντες και τούνελ, δεν φχαριστιέσαι πια ταξίδι. Κι' έχουνε σοκολατάκια όλοι. Που λέει ο λόγος.

Φτάνω στα Γιάννενα. Ρωτάω εκεί που είναι τα μαγαζιά (κάτι σαν Ψυρρή ή Λαδάδικα Ιωαννίνων,) δεν τον ξέρανε, ούτε το μαγαζί που φτιάχνει έθνικ μεζέδες ξέρανε. Με τα πολλά, τον βρήκε μια πιτσιρίκα με τατουάζ και δαχτυλίδια στη μύτη, στο κινητό τον βρήκε. Πάω στο μαγαζί, κλειστό. Ρωτάω στο δίπλα, ήταν καφετέρια, πάνω στην ώρα λένε, να η κόρη του, ήρθε ν' ανοίξει.

Γυρνάω, τι να δω! Μια κοπελλάρα δύο μέτρα πολύ βαθύ μελαχρινό, σαν τα κρύα τα νερά! Δηλαδή η Ναόμι  Κάμπελ πλάι της μοιάζει κάπως σαρακοστιανή, να καταλάβετε. Είμαι φίλος του μπαμπά σου από πριν να γεννηθείς, της συστήνομαι, και νάσου και η Σταματία, η μάνα της. Βάζει τις φωνές που με βλέπει, από τον γάμο τους είχα να την δω, παίρνει τηλέφωνο τον Αμίν, που τούχανε δώσει άδεια. Ήτανε στο χωριό, μου λέει να κατέβει, κάτσε κει του λέω, έρχομαι.

Το χωριό λέγεται Ροδοτόπι Ιωαννίνων, αν έχετε ακουστά, Δεκατέσσερα χιλιόμετρα είναι, αλλά έχει πολλές αγελάδες. Κάθε πρωΐ έρχεται η Δωδώνη και γεμίζει γάλα το βυτίο. Τέλος πάντων, έψαχνα το σπίτι, σ' έναν ανήφορο. Βγαίνει κι' ο Αμίν έξω και μούδινε οδηγίες από το κινητό, βλέπω τα μαλλιά του, μπαμπάκι. Συγκινήθηκα, και αγκαλιαστήκαμε και του χάϊδευα τα μαλάκια, γιατί τράβηξε πολλά τότε, και δεν μπορούσα να βοηθήσω, κανένας δεν μπορούσε, μούπε μετά. Τέλος πάντων, με είδε που παρ' ολίγον να με πάρουν τα ζουμιά, δεν κοιτάς ρε μαλάκα, μου λέει, που δεν σούμεινε τρίχα στο κρανίο, εμένα λες που άσπρισα.

Να μην μακρηγορώ, με τον Αμίν είχαμε στήσει τις Ατασθαλίες στο σπίτι του, με ένα τετρακάναλο φοστεξάκι της κασέτας, την ηρωϊκή εποχή των αναλογικών ηχογραφήσεων. Μαγειρεύαμε μύδια καφτερά, πίναμε ρακή και γράφαμε, και μετά πήγαμε στο στούντιο του Μακρή το Συν Ένα, και γράψαμε τις βάσεις, μετά μπήκαν τα άλλα όργανα, και τ' ακούτε τώρα στο γιουτιούμπ. Διότι ο Αμίν είναι σπουδαίος μουσικός. Μάλιστα, ο δαίμων του τυπογραφείου -τον καιρό εκείνο της πρέσας και της στοιχειοθεσίας- αντί να γράψει "ο σουδανός βιρτουόζος των κρουστών" είχε γράψει "ο σουηδός βιρτουόζος των κρουστών," και τούμεινε το παρατσούκλι, ο σουηδός βιρτουόζος, του Αμίν.

Μετά πήγαμε στο καφενείο για μπύρες και σουβλάκια, είχανε κι' ένα κατσικάκι μούρλια. Μάλιστα το καφενείο είχε πελούζα με γκαζόν παρακαλώ, ήτανε σαν δεξίωση σε αφρικανική πρωτεύουσα, στη Ναϊρόμπη ξερωγώ. Μούρθε να σας κάνω πλάκα πως πήγα στη Ναϊρόμπη ναπούμε, αλλά όχι, Ροδοτόπι Ιωαννίνων είμαστε στη φωτογραφία.
Ο Αμίν


Κοίτα ρε συ, μου λέει σε κάποια φάση ο Αμίν, πως τα φέρνει άμα έχει κέφια! Πήγες εσύ από την Ελλάδα στην Αφρική να νταραβεριστείς με τους πρόσφυγες, και τώρα εγώ που ήρθα από την Αφρική να νταλαβερίζομαι με πρόσφυγες στην Ελλάδα. Διότι στα Γιάννενα έχει πολλές δομές υποδοχής, και ο Αμίν είναι διερμηνέας από την αραβικήν στην ελληνικήν. Που χρειάζονται διερμηνέα από το να πάνε στον γιατρό μέχρι να κάνουν αίτηση για άσυλο, για να καταλάβετε.
Φλού αρτιστίκ στο ηπειρώτικο δείλι


Την άλλη μέρα έφυγα από τα Γιάννενα, εν πάση περιπτώσει έχω μία παλιότερη ανάρτηση για τα Γιάννενα, τάχω ξαναπεί, εντωμεταξύ με τρώγανε και τα πόδια μου για τον δρόμο. Έφτασα Κόνιτσα, και έπιασα την κοίτη του Αώου. Και δικαίως λέγεται Αώος, διότι η κοίτη του είναι από το Α ως το Ω, έχει πολύ φάρδος. Πλην όμως από νερό είχε μόνο ένα ρυάκι ανοιχτό τυρκουάζ στη μέση, που κυλούσε ήρεμα, πολύ ωραίο χρώμα στα άσπρα βότσαλα της κοίτης. Πολύ γουέστερν. Μετά έπιασα ν' ανέβω υψομετρικώς προς Καστοριά. Έκανε ζέστη, είχα κορακιάσει. Ήταν ένα χωριό, Χρυσή ονομάζεται. Είχε μία βρύση με τρεχούμενο νερό, ήταν κι' ένας που φόρτωνε ένα ημιφορτηγάκι μαζί με την κυρά του, ΥΛΟΤΟΜΙΚΟΝ έγραφε το αμάξι απάνω. Πίνεται; τον ρωτάω. Μόνο πίνεται; μου λέει. Πίνω λοιπόν, κρύσταλλο ήταν, ήπια, ήπια, έπλυνα και το κεφάλι μου, χόρτασα δροσιά.
Κόνιτσα
 
Αώος

Πήρα πάλι τον δρόμο μου. Και μετά από λίγο βρήκα την ταμπέλα ΠΑΡΚΟ ΕΘΝΙΚΗΣ ΣΥΜΦΙΛΙΩΣΗΣ, δηλαδή ήμουνα στον Γράμμο, εκεί που γίνανε οι μάχες. Τώρα να σας πω την αμαρτία μου, να με πας στο Βατερλώ στο Βέλγιο, θα κάνω ξενάγηση του ξεναγού. Τόσο πωρωμένος με τις μάχες. Στο σπίτι μου, έχω τον Δεκέμβρη του 44 στα πόδια μου, και υπερηφανεύομαι πως ξέρω άριστα τι συνέβη σε κάθε γωνιά της πόλεως των Αθηνών, Πειραιώς και περιχώρων, να σας ξεναγήσω καλύτερα κι' από τον Μενέλαο Χαραλαμπίδη. Αλλά στον Γράμμο, είμαι αδαής. Ήξερα πως είχε μουσείο, ξεναγήσεις και ξενώνα. Πήρα λοιπόν τον χωματόδρομο μέσα στο θαυμάσιο δάσος. Ο ξενώνας ωραίος, το Μουσείο, όλα. Μόνο που δεν είχε ψυχή ζώσα, όλα κλειδωμένα. Και σκεφτόμουνα πως δεδομένου που το αυτοκίνητό μου ήτανε ρώσικο, ήμουνα η βοήθεια που ζήταγε διακαώς ο Ζαχαριάδης να του στείλουνε οι ρώσοι, έφτασε λοιπόν τώρα επί Πούτιν, αν και καθυστερημένη και μη αναμενόμενη πλέον, λαο ως εκ τούτου δεν με περίμενε κανένας. Τι να κάμω, συνέχισα τον χωματόδρομο, είχε κάτι καλώδια της ΔΕΗ αποπάνω, κάπου θα βγάζει είπα, τα καλώδια, και πήγαινα με τα καλώδια. 


Γράμμος


Πήγα, πήγα, το τοπίο επιβλητικό, ένα απότομο φαράγγι ανάμεσα στα έλατα, βουνά πελώρια. Αλλά ούτε αμπριά, ούτε χαρακώματα, ούτε το μνημείο του ΔΣΕ που φωτογράφισε η φίλη μου η Ίρμα Αμοργίνα βρήκα. Έκανα καμιά δεκαπενταριά χιλιόμετρα μέσα στην πυκνή ορεινή βλάστηση, απέναντι έχασκαν μεγαλοπρεπείς άγριοι γκρεμοί στεφανωμένοι από σιωπηλά σύννεφα, οι ψυχές των σκοτωμένων, ωραιότατα είπα, η Εθνική μας Συμφιλίωσις κρύβει τα μυστικά της στην πυκνή ορεινή βλάστηση, στους ανελέητους γκρεμούς και τα σιωπηλά σύννεφα, και ξαναβγήκα στην άσφαλτο για Καστοριά. Θυμήθηκα το τραγούδι του Τσιτσάνη, Κάποια μάνα αναστενάζει, λέγεται πως το τραγουδούσαν τις νύχτες οι κυβερνητικοί, κι' απέναντι οι άλλοι τους φώναζαν να το ξαναπούνε, να το μάθουνε κι' εκείνοι. Ως εκ τούτου, το απαγόρευσαν να παίζεται από τα ραδιόφωνα, δια να μην υπονομεύεται το ηθικόν λαού και στρατού. Μόνο στην Θεσσαλονίκη επιτρεπόταν, λέγεται, γιατί αστυνομικός διευθυντής ήταν ο Μουσχουντής, Αυτός ο Μουσχουντής ήταν κουμουνιστοφάγος και κανίβαλος, ήτανε αυτός μάλιστα ο οποίος είχε στήσει όλη την σκευωρία στη δολοφονία του Πολκ, που τα φορτώσανε στον φουκαρά τον Στακτόπουλο. Κι' από την άλλη, ήτανε λάτρης του ρεμπέτικου, ο Μουσχουντής, είχε λέει συλλογή από 5.000 πλάκες, και ήταν και κουμπάρος του Τσιτσάνη. Τράβα γύρευε τι είχε μέσα στο κρανίο του, ο Μουσχουντής. Και ο Τσιτσάνης.

Θα ξαναπάω στον Γράμμο.
Καστοριά


Από το πρώτο ταξίδι -εκείνο του 1958 ή του 1959- έχω μόνο συγκεχυμένες εικόνες μιας λίμνης, που μάλλον είναι δύο τελικώς, των Ιωαννίνων και της Καστοριάς. δηλαδή μείναμε και στις δύο πόλεις, θέλω να πω ήμουνα πολύ μικρός. Τέλος πάντων, την παλιά συνοικία της Καστοριάς την λένε  Ντολτσό, και ρώτησα την κυρία στη  ρεσεπσιόν τι θα πει Ντολτσό, και μου λέει η περιοχή έχει μικροκλίμα, και επειδή ήτανε  πιο ζεστό από την άλλη πόλη που είχε ψόφο, τη βγάλανε έτσι, θα πει  στα ιταλικά γλυκό, ντόλτσε. Παραξενεύτηκα εγώ, και λέω πότε είχε εδώ ιταλούς και δεν το ξέρω, και μου λέει αυτή πολύ παλιά, επί Ιουστινιανού, και συμπέρανα πως ήταν τότε που η επίσημη γλώσσα της αυτοκρατορίας ήταν τα λατινικά, και επί Ιουστινιανού βγάλανε νομοθεσία τας Νεαράς, που ήταν στα ελληνικά. Και θυμήθηκα επίσης που στους παλιούς λεγεωνάριους, τους δίνανε χτήματα στην επαρχία, να φυλάνε και τον τόπο ευκαιρίας δοθείσης, κι’ αυτοί μιλάγανε τα λαϊκά λατινικά, απ’ όπου προκύψανε τα βλάχικα, τα γαλλικά, τα ιταλικά, τα ισπανικά, τα ρουμάνικα, εξ ου και ντολτσό, που θα πει γλυκό, όπως είπαμε, από το κλίμα που έκανε ζέστη και γύρω γύρω ψόφο.
Καστοριά και σύννεφα πανωκάτω


Εκεί στο Ντολτσό έφαγα κι΄ένα εξαιρετικό μοσχάρι με πουρέ μελιντζάνας, που το λέμε χουνκιάρ μπεγιεντί στα ελληνικά. Που θα πει Ο Ηγεμών Ηυαρεστήθη. Και πως προέκυψε αυτό; Είναι επειδή ήταν ένας σουλτάνος, ο Μουράτ, πολύ σκατόψυχος και ιδιότροπος, ελληνικής καταγωγής ήτανε αυτός. Δηλαδή η μάνα του ήταν ελληνίδα από την Μύκονο, την είχαν πιάσει σκλάβα, διότι η Μύκονος ήταν βενετσάνικη τότε, και ήταν σε πόλεμο οι βενετσάνοι με τους οθωμανούς, και οι οθωμανοί κάνανε ντου και την πήρανε. Αλλά αυτή ανερριχήθη σε όλα τα αξιώματα του χαρεμιού, και έγινε σουλτάνα. Έτσι εξηγούνται όλα, που ήταν κακομαθημένος αυτός λόγω μάνας. Λοιπόν ο Μουράτ είχε βαρεθεί όλα τα πολυτελή εδέσματα που του ετοιμάζανε, και είπε στους μαγείρους του να κόψουν το κεφάλι τους να του φτιάσουν κάτι το πρωτότυπο, αλλιώς θα τους τόκοβε ο μπόγιας, το κεφάλι τους. Έπεσε ένας πανικός στην κουζίνα του σαραγιού -όπως καταλαβαίνετε- κι ένας σκέβηκε να κάψουν τη μελιντζάνα και να την ανακατέψουν με μπεσαμέλ, που είχε έρθει η συνταγή από τας κουζίνας του Λουδοβίκου του Δεκατουτετάρτου στας Βερσαλλίας, που τον είχανε στα ώπα ώπα οι οθωμανοί, κείνο τον καιρό τον Δεκατοτέταρτο. Κι’ άμα τόφαγε ο Μουράτ φχαριστήθηκε, κι’όλα καλά με τα κεφάλια των σεφ. Να προσθέσω  επίσης που εκεί στην Μακεδονία μας στο κοκκινιστό βάζουνε μπαχάρι, δεν βάζουνε κανέλλα όπως στο ρυζόγαλο, και είναι πιο ωραίο με το μπαχάρι. Διότι στον νότο οι περισσότεροι βάζουνε κανέλλα παντού, εκτός από τον χαλβά του μπακάλη, ούτε λεμόνι βάζουνε του χαλβά, που κανονικά θάπρεπε να βάζουν και κανέλλα και λεμόνι. Είναι και μερικοί δωχάμω που ούτε στη μπουγάτσα την γλυκιά βάζουν κανέλλα, μονάχα τα λαδερά, μέχρι  και τις μπάμιες, τις ταράζουν στην κανέλλα.
F.Y.R.O.M και σύννεφα


Έφυγα την άλλη μέρα από Καστοριά και πήγαινα προς Φλώρινα από τον παλιό δρόμο, αλλά κάποια στιγμή βγήκα εκ λάθους μου πάλι στην αουτοστράντα, και τι διαπιστώνω, οι πινακίδες όλες γράφανε FYROM,  και ΠΔΓΜ, οπότε επειδή οι Πρέσπες λένε πως αν οι όροι περί ονομασίας της γείτονος δεν τηρηθούν, ακυρώνεται η συμφωνία, πέρασα καρφί μέσα από την Φλώρινα κι έφυγα για Πρέσπες, να ειδοποιήσω να τις αλλάξουν, τις πινακίδες. Ξανά βουνά και δάση. Στο Πισοδέρι συνάντησα πολλή αστυνομία με τζήπ, αλλά υπέθεσα πως θα τις είχαν δει κι’ αυτοί τις πινακίδες, οπότε ήταν εκ περισσού να τους το πω, κι’ έκατσα και ήπια έναν καφέ. Διότι -σκέφτηκα- καλώς κάνουν και εφησυχάζονται η αστυνομία, τα προβλήματα δεν έχουν σχέση με τις διεθνείς συμβάσεις και τα ονόματα και τις ταμπέλες ανθρώπων και δρόμων, αλλά από πού περνάει ο αγωγός με το πετρέλαιο, και ποιανού είναι το πετρέλαιο και ποιος κονομάει και κάνει κουμάντο γεωπολιτικώς. Κι’ άμα θέλουμε να αντιστεκώμεθα εθνικώς με τις ταμπέλες, να αντιστεκώμεθα όσο θέλουμε ελεύθερα, κανένας δεν κόπτεται, μόνον με το πετρελαιϊκόν να μην έχωμε τίποτα ματσαράγκες, διότι τότε -και μόνον τότε- θα γίνουν οι ταμπέλες των ανθρώπων μείζον ζήτημα, και δεν θάχουμε πάρει χαμπάρι πως και γιατί μπλέξαμε με τα μειονοτικά και τα τοιαύτα. 
Προς Πισοδέρι, στο βάθος η Φλώρινα
 
Καταυλισμός μονίμων εξοχικών τροχοσπίτων στο Πισοδέρι

 
Οι Πρέσπες από πάνω
Έφτασα στις Πρέσπες, πήγα να δω τον Άγιο Αχίλλειο, ερείπια. Έχει κάτι μικρές αγελάδες εκεί, πολύ νόστιμες, δηλαδή ήταν χαριτωμένες, ζωντανές, όχι μπριζόλες. Καλαμιές, πλάβες, τα Μυστικά του Βάλτου, ξερωγώ. Αυτά ήταν στα Γιαννιτσά, αλλά εκεί την αποξηράνανε, τη λίμνη.
Πλάβα και αγελάδες

Άγιος Αχίλλειος

  Ήτανε και μεσημέρι, ζέστη, υγρασία, λέω δεν κάθομαι να φάω καμιά πέστροφα, που είναι και το τοπικό πιάτο, βάζουνε μάλιστα και μπούκοβο. Έφαγα, ήπια και δύο μπύρες και σαλάτα λάχανο, πήρα δρόμο κι’ έφτασα σε μία εκκλησία, Αγία Παρασκευή, είχε καταπληκτικό τέμπλο ξυλόγλυπτο, και αγιογραφίες μακεδονικής σχολής, του 1912 η εκκλησία. Εκεί δίπλα είχε κι’ ένα μνημείο. Διότι εκεί είχε γίνει η συνέλευση των γυναικών του ΔΣΕ, πριν περάσουν οι αντάρτες στην Αλβανία να σωθούν. Αλλά μετά περάσανε και κάτι αεκτζήδες αντιφασίστες, βάλανε ένα αυτοκόλλητο αποκάτω, και απέτισαν τιμάς και στις γυναίκες και στον ΔΣΕ, καλά νάναι τα παιδιά. 
Αγία Παρασκευή
 
Το τέμπλο
Το μνημείο της συνδιάσκεψης
 
Κάτω από το σήμα του ΔΣΕ, αποτίει τιμή ο Δικέφαλος

Τέλος πάντων, πάρα κάτω βρίσκω ένα χωριό, Βροντερό λέγεται. Είχε μία στάνη, αυτή λες και έμεινε από τον 19ο αιώνα, την πήρα φωτογραφία, και επίσης πολλά τρακτέρ και αγροτικά. Περιπλανήθηκα στη φύση, μέχρι την αλβανική μεθόριο, αλλά έφυγα μετά, επισκέφθηκα και άλλα χωριά, μίλησα με τουρίστες και άλλους κατοίκους.
 
Βροντερό. Πέτρινο κτίσμα με καλαμωτή για στέγη. Μάλλον στάνη.

Έψαχνα ένα κατάλυμα για τη νύχτα, φτάνω σ' ένα χωριό που δεν θα το αναφέρω, βλέπω ένα ξενοδοχείο. Κλειστό, κι' είχε ένα χαρτί ΓΙΑ ΔΩΜΑΤΙΟ ΠΑΡΤΕ ΤΗΛ, κι' είχε ένα κινητό. Ήρθε με τα πολλά μια κυρία μου άνοιξε. Την ρωτάω που να φάω, μου λέει στην πλατεία, εκεί. Πάω, είχε μόνο καλαμάκια. Μπαγιάτικα, της εβδομάδος. Νηστικός έμεινα.  Μου χάλασε η διάθεση. Την άλλη μέρα έφυγα πρωΐ-πρωΐ. Με σκοτεινές και μπερδεμένες σκέψεις. Έφυγα για την Έδεσσα ντουγρού, δεν έμεινα Φλώρινα καθόλου, φοβόμουνα μη βγει ο Καντιώτης από τον τάφο και με κυνηγάει. Κι' έπειτα, την Φλώρινα την έχουμε συνδυάσει με χειμώνα, λόγω Αγγελόπουλου κυρίως.

Εκεί κοντά στο Πισοδέρι είναι το χωριό του καπετάν Κώττα. Ο καπετάν Κώττας άλλοτε λεγόταν Κωνσταντίνος Χρήστου και άλλοτε Κότε Χρίστοφ. Ήρωας του Μακεδονικού Αγώνα. Και δεν μίλαγε ελληνικά ντιπ. Κι' όταν τον κρέμασαν οι τούρκοι Ντα ζίβε γκρτσκι, ζητωκραύγασε και κλώτσησε μόνος του το σκαμνί. Άγριες εποχές, ποιός είναι τι και ποιός είναι με ποιόνε, μία ομίχλη τυλίγει το Βάλτο, εδώ είναι Βαλκάνια, δεν είναι παίξε γέλασε, που λέει κι' ο άλλος. Υπάρχει μία ιστορία, προφορική. Ήταν κάτι χωρικοί, γυρίζανε νύχτα από την πανήγυρη, είχανε πάει να πουλήσουν τα προϊόντα τους, όπου πετάγονται από κάτι δέντρα κάτι αθρώποι σαν τους βρυκόλακες, με τα μαχαίρια, τις ξιφολόγχες, τους πετσοκόψανε μέχρις ενός. Μόνο δύο παιδάκια γλυτώσανε, ήταν απάνω στ' άλογο, ταράχτηκε αυτό κι' άρχισε έναν καλπασμό ακατάσχετο, και γλυτώσανε. Πέρασε πάνω από μισός αιώνας και βάλε, τρία τέταρτα, το παιδάκι ήταν γέρος πια, κι' είχε παιδιά κι' εγγόνια. Πάει λοιπόν στο σχολείο που θα κάνανε γιορτή τα εγγόνια με τη δασκάλα για τον Μακεδονικό Αγώνα, και κοίταζε στον τοίχο τις ζωγραφιές, που είχανε τον Παύλο Μελά, τον Τέλλο Άγρα, τον Καραβαγγέλη και άλλους, κι' είχαν και τον Κώττα. Με τον που τον βλέπει ο γέρος, έγινε μπλαβής από την ταραχή του! Αυτός ήτανε ο βρυκόλακας με τα μαχαίρια! Τώρα, ήτανε, δεν ήτανε, του φάνηκε πως ήτανε, παιδί για, κι' είχαν περάσει κι' εβδομήντα χρόνια, τράβα γύρευε. Εν πάση περιπτώσει, και να μην το έκανε το συγκεκριμένο ο Κώττας, έκανε άλλα, δεν ήταν κανάς όσιος. Αλλά είπαμε, εδώ είναι Βαλκάνια. 
Ο καπετάν Κώττας


Η προφορική ιστορία είναι ψίθυροι, υπονοούμενα και τελικώς ποίηση. Χώνεται κάτω από τη γη, στο συλλογικό μας ασυνείδητο, για να φυτρώσει όχι βεβαίως ως μνησικακία, παρά μόνο ως αλήθεια, έχει ράμματα για τη γούνα μας, η αλήθεια, και η ποίηση παίζει κρυφτό, έτσι και έβγαινε φόρα παρτίδα, πάει τζάμπα και το κρυφτό και η ποίηση, η αλήθεια περιμένει εσένανε να πας να την βρεις, η αλήθεια δεν υπάρχει, μαθαίνεις όμως πολλά ψάχνοντάς την, κι' η ποίηση σου φέγγει σαν φωσάκι τον δρόμο, και σου εξάπτει την περιέργεια, αν έχεις, και την ανάγκη σου να βρεις ένα νόημα στην τραγωδία, και περιμένει να περάσει η τωρινή η τρικυμία που τηνε πνίγει, όπως το κοριτσάκι, περιμένει να πέσει ο καιρός, "όταν απλώσουν τα κύματα θα μπω να κολυμπήσω"*, είπε, και μιαν άλλη φορά με ρώτησε "εσείς τι είσαστε, πρόσφυγας ή ντόπιος;"

Ξέρω πολύ κόσμο στην Έδεσσα, κει που πήγαινα στην αουτοστράντα -πάλι κατά λάθος- με τηλεφώνησαν μόλις φτάσω να πάω κατευθείαν για καφέ, και πιο πριν στην Καστοριά με είχαν ειδοποιήσει να μου φτιάξουν μουσακά, και μούφτιαξε η διάθεση, τα βράδια βγαίναμε σ' έναν καφενέ που έχει εξαιρετικά κεφτεδάκια πολύ μικρά, και καφτερές πιπεριές, και γλυκές, και διάφορους άλλους ωραίους μεζέδες, και τσίπουρα, και μαζευόμαστε και γίνεται πολλή πλάκα, και λέμε και τα τοπικά εκεί. Είχα κι' ένα θεματάκι, άναβε ένα λαμπάκι στο καντράν, με στείλανε σ' ένα συνεργείο ΝΙΚΟΛΑΙΔΗΣ, συνονόματος, στην έξοδο προς Σκύδρα ήταν, πήγα το άλλο πρωί, ειδικός στα Νίβα, το τσέκαρε στο κομπιούτερ, είχε το πρόγραμμα, είχε καεί κάποιος αισθητήρας στην εξάτμιση, ήγουν τίποτα. Τι χρωστάω, ρωτάω, την αγάπη σου, μου λέει, κουρεμένος κλαρινογαμπρός ο μάστορας εντωμεταξύ.

Στην Έδεσσα έμενα πεντέξι μέρες, ξέρω πολύ κόσμο. Σε λίγο θα κλείσουμε μισό αιώνα γνωριμίας. Κάθομαι και κοιτάω τους καταρράκτες, και λέω πόσα κιλά νερό νάχουν πέσει από κειπάνω τόσα χρόνια.
Πόσα κιλά νερό, τόσα χρόνια.

Έδεσσα, η θέα στον κάμπο από τους καταρράκτες




*Δανεισμένο από το Όταν απλώσουν τα κύματα, στο Chiaroscuro του Βασίλη Παπά, εκδόσεις Κίχλη.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου