Σάββατο, 8 Ιουνίου 2019

Marseille





ὡς οὐχ ὑπέρφευ θνητὸν ὄντα χρὴ φρονεῖν.
ὕβρις γὰρ ἐξανθοῦσ᾽ ἐκάρπωσεν στάχυν
ἄτης, ὅθεν πάγκλαυτον ἐξαμᾷ θέρος.

Αισχύλου, Πέρσες, 820-822


Που θα πει πως του θνητού δεν του πρέπει η έπαρσις. Διότι η ύβρις ανθίζοντας καρπώνει το στάχυ της άτης, και πολύκλαυτη θερίζει την σοδειά.
Αδελφοί Γκερινί. Πενία και των γονέων. Καθ' ότι ο πατήρ καρβουνιάρης, και τα τέκνα οκτώ. Παιδιά τέσσερα, κορίτσια δύο. Το χωρίον ονόματι Καλενζάνα, κοντά στο Κάλβι, εάν έχετε ακουστά.
Στην Κορσική, τα πρώτα χρόνια του 20ου αιώνα.
Να τα πιάσουμε όλα από την αρχή.
Καράβια πάνε κι' έρχονται. Από τότε που ήρθαν οι έλληνες από την Φώκαια να κάνουνε εμπόριο. Έκτοτε, μια ζωή επιδρομές, λιμοί, λουπαναριά, παρανομία, έρωτας, βία, αταξία, ναρκωτικά, προβλήτες, γερανοί, εργοστάσια, ναυπηγεία, φυγάδες, πρόσφυγες, όλες οι φυλές, εξεγέρσεις, απεργίες, εκτελέσεις, δολοφονίες, φτωχογειτονιές, κι' ένας ήλιος μεσογειακός να χαμογελάς χωρίς να θες, και μια θάλασσα να χορταίνει η ψυχή το μπλε να ξεπλένεται, και μια προφορά τραγουδιστή, φιλόξενη στα φωνήεντα, μια κουβέντα σου λένε και φτιάνεις συκώτι από τα γέλια.
***
 Με την εκβιομηχάνιση ήρθαν πολλοί μετανάστες, ιταλοί, κορσικανοί, αλγερινοί. Είχανε έναν δήμαρχο σοσιαλιστή, γιατρός ήτανε αυτός. Επί δημαρχίας του ήρθανε και οι αρμένηδες, όσοι γλυτώσανε δηλαδή, το 1923. Πιάνει λοιπόν και γράφει ο σοσιαλιστής δήμαρχος του νομάρχη πως έρχονται σαράντα χιλιάδες μετανάστες, "υστερημένοι των πάντων, ανυπότακτοι εις τα δυτικά ήθη, στασιασταί κατά παντός μέτρου υγιεινής, ακινητούντες εν τη απαθεία των, την παρητημένην, την παθητικήν, την προγονικήν..." και να τους στείλει πίσω στην πατρίδα τους, "αυτήν την θλιβεράν ανθρωπίνην αγέλην,"  διότι είναι κίνδυνος -άκουσον!- δια το έθνος να μας κολλήσουνε ασθένειες.
Τότε οι εκλογές ήταν πολύ δυναμικές, έπεφτε ξύλο, πέφτανε και μπιστολιές, σκοτωνόταν και κανένας πότε πότε. Οι υποψήφιοι στρατολογούσανε μπράβους από τον υπόκοσμο να κάνουν τη δουλειά τους. Ο γιατρός δεν γνώριζε από τέτοια. Οπότε είχε ανάγκη κάποιονε να ξέρει την πιάτσα να κάνει κουμάντο. Κι' αυτός ήταν ένας κορσικανός ονόματι Σιμόν Σαμπιανί. Που τον έκανε αντιδήμαρχο. Πολύ μυστήρια περίπτωση, αυτός ο Σαμπιανί. Παρασημοφορηθείς τρίς επ' ανδραγαθία εις το πεδίον της τιμής στον Πρώτο Πόλεμο, είχε χάσει ένα μάτι και τρείς αδελφούς στας εχθροπραξίας. 'Εκανε λοιπόν μετά καριέρα στην πολιτική ως ήρως, είχε τους δικούς του από το νησί να βοηθάνε στις εκλογές, βγήκε και βουλευτής, ήτανε αρχικώς στους σοσιαλιστάς, πιο μετά πήγε στους κουμμουνιστάς, κι' όπου έβρισκε χωνότανε. Να μην μακρηγορώ, είχε φτιάξει μια πελατεία προσωπική, ο Σαμπιανί, τον υπολογίζανε στην τοπική πολιτική σκηνή, είχε επιρροή.
Το 1931 πέθανε ο γιατρός, κι' ανέλαβε στον δήμο ένας άλλος, όχι τους σοσιαλιστικού κόμματος, της κεντροαριστεράς αυτός, των ριζοσπαστών, αλλά πιο ταραμάς. Ο Σαμπιανί εκεί, βράχος, αντιδήμαρχος. Με αναβαθμισμένες αρμοδιότητες μάλιστα, προσλάμβανε, ανέθετε, διόριζε, έδωνε άδειες λειτουργίας καταστήματος, έδερνε, όλα που κάνει ο δήμαρχος, τελοσπάντων, αυτός ήτανε γενικός δερβέναγας. Έκανε τον δήμο μπάχαλο, μην μακρηγορώ, μέχρι και την πυροσβεστική με τις αντλίες τις προπολεμικές την είχε αφήσει. Έπιασε ένα πολυκατάστημα φωτιά, καήκανε εβδομήντα άνθρωποι.
***
Ήτανε κι' ένας άλλος, κορσικανός πάλι, ο Πωλ Καρμπόν.  Αυτός πρώτα ήταν ένας μορτάκος, μεγάλωσε στις φτωχογειτονιές της πόλεως, στο Παλιό Λιμάνι. Το δεκατέσσερα πήγε φαντάρος, αλλά πλάκωσε κάποιον στο ξύλο, οπότε τον ξεφορτωθήκανε στα πειθαρχικά τάγματα που ήτανε στην Αφρική, μέσα στην έρημο, στην κόλαση. Τότε ακριβώς κηρύχθηκε ο πόλεμος, ο Μεγάλος που λέγαμε, και τα πειθαρχικά τα στείλανε πρώτα-πρώτα στο Δυτικό Μέτωπον, ήγουν στην μηχανή του κιμά κατευθείαν, τέσσερα χρόνια χαρακώματα, συρματοπλέγματα, αέρια και θάνατος. Μετά έπιασε δουλειά σε μία ναυτιλιακή, ένας κολοσσός ήτανε η ναυτιλιακή αυτή. Και ταξίδευε, Ινδοκίνα, Μέση Ανατολή, Αφρική, παντού στις αποικίες. Εντωμεταξύ, κορσικανοί είχε όπου Γης, αστυνομικοί, τελωνειακοί, στρατιωτικοί, εμπόροι, τυχοδιώχτες, προαγωγοί, έβρισκε άκρες παντού, άμα ήσουν κορσικανός. Κι' έφερνε όπιον, κονόμαγε.
Μια φορά στο Κάιρο ερωτεύτηκε μια πουτάνα, και την πήρε να φύγουνε κρυφά. Αλλά τον πιάσανε οι αγαπητικοί και τον θάψανε στην έρημο πασαλειμμένο μέλι να τον φάνε τα μερμήγκια. Φύγανε αυτοί, μετά. Εκεί πάνω εμφανίστηκε από μηχανής μία γνωριμία του που είχε κάνει κειπέρα στο Κάιρο, ιταλός αυτός, αλλά γεννημένος στη Μασσαλία, ονόματι Φρανσουά Σπιριτό. Αυτός τον έσωσε. Και γίνανε αδέρφια έως τέλους, και συνεταίροι.
Τότε ήτανε που ο Μουσολίνη κήρυξε τον πόλεμο στην Αβησσυνία, κι' είχανε βάλει την Ιταλία στο εμπάργκο, η Κοινωνία των Εθνών που ήταν τότε. Εντωμεταξύ, στη Μασσαλία οι μισοί ήτανε ιταλοί μετανάστες, στενάζανε, είχε έλλειψη, μακαρόνια, αλλαντικά, τυριά, θέλανε τα δικά τους, τα γαλλικά δεν φτουράγανε. Οπότε τι σκαρφιστήκανε ο Καρμπόν με τον ιταλό, φορτώνουνε ένα καράβι παρμεζάνα να το φέρουνε λαθραίο. Τους καρφώσανε όμως, και πάει, κατεσχέθη το έκνομον φορτίον. Ευτυχώς υπήρχε ένας νόμος, επειδή το εμπόρευμα ήτο ευαίσθητο να χαλάσει, το βγάλανε μάνι-μάνι στη δημοπρασία. Πάνε κι' αυτοί λοιπόν, πιάνανε τους πλειοδότας, να σου πω του λέγανε, του δείχνανε το κουμπούρι πούχανε απομέσα από το σακάκι, τι να πλειοδοτήσει μετά αυτός, του κοβότανε τα ήπατα, όπου φύγει-φύγει. Την πήρανε πίσω μπιρ παρά την παρμεζάνα, και την πουλήσανε νόμιμα, ούτε εμπάργκο, ούτε εκτελωνισμοί, ούτε φόροι, ούτε να κρύβονται, ούτε τίποτα. Πουλήσανε στον κοσμάκη, να βάζει στα μακαρόνια. Ήρωες γίνανε στη Μασσαλία.
Τώρα ο Καρμπόν τον ήξερε τον Σαμπιανί, είχανε υπηρετήσει μαζί στο μέτωπο, σε μίαν αιματηρότατη μάχη. Οπότε του ζήτησε του παλαιού συμπολεμιστού και συμπατριώτου ένα ρουσφετάκι, ν' ανοίξει ένα μπαρ στην Μασσαλία, να βάλει και κορίτσια, να σπρώχνει και το όπιο. Και δεν του χάλασε το χατήρι, ο συμπολεμιστής. Τόνα χέρι νίβει τ' άλλο, σου λέει, αυτόν τον χρειάζομαι και για τις εκλογές, και για διάφορα άλλα. Να μην μακρηγορώ, καλά πήγαινε το μαγαζί, αλλά ο Καρμπόν με τον Σπιριτό δεν είχανε ησυχία, ήθελαν να δημιουργηθούνε κι' άλλο. Πήγαν κι' άνοιξαν κερχανατζίδικο στο Κάιρο. Μαζί, αχώριστοι. Έφερναν κορίτσια από την Γαλλία για τους μπέηδες, κι' άλλες τις πουλάγανε σ' όλη τη Μέση Ανατολή, τότε δεν είχε νομοθεσία τράφικινγκ και τέτοια, κονομάγανε καλά.
Σιμόν Σαμπιανί (αρ,) Πωλ Καρμπόν (κέντρο,) και Φρανσουά Σπιριτό (όρθιος,) στην Μασσαλία, 1934
***
Οι κορσικάνοι, οι ιταλοί, οι ρώσοι, πολωνοί, όλοι, άμα μεταναστεύανε στη Γαλλία τονίζονται το επώνυμον στην λήγουσα. Στην Κορσική σε λένε Σαμπιάνι, φερ' ειπείν. Περνάς απέναντι, σε λένε Σαμπιανί. Και το μικρό στα γαλλικά. Ο Φραντσέσκο Φρανσουά, ο Σεργκέι Σερζ, ο Αντουάν, ο Μπαρτελεμύ, και ούτω καθεξής.
Αδελφοί Γκερινί, πενία και των γονέων. Πρώτος έφυγε ο δευτερότοκος, ο Μπερτελεμί, ο επιλεγόμενος χαϊδευτικώς Μεμέ, δεκατριών χρονών ήτο, μη γνωρίζων γραφήν και ανάγνωσιν. Μόνον κορσικάνικα μίλαγε, γαλλικά ντιπ. Τάμαθε στο Μπορντώ, γνώρισε και μία χαρτορίχτρα, τον έμαθε κι' άλλα γαλλικά αυτή, έκανε κάτι θελήματα για τον υπόκοσμο, είχε κορσικανούς και στο Μπορντώ, μπήκε στο νόημα της ζωής.
Ο πρωτότοκος, ο Αντουάν, έφυγε λίγο αργότερα. Αυτός κατέληξε στη Μασσαλία και έγινε πρώτα γκαρσόνι και εν συνεχεία νταβατζής. Πήγε ο μικρός να τον βρει, μπήκε κι' αυτός στη δουλειά. Αρχικώς εξέδιδε την χαρτορίχτρα. Αλλά γρήγορα οι δουλειές αυγάτισαν, καθ' ότι οι αδελφοί Γκερινί απεδείχθησαν ζόρικα παιδιά και εκτόπισαν κάτι αλγερινούς προαγωγούς από την πιάτσα.
Ο Σαμπιανί, ο Καρμπόν, ο Σπιριτό δεν ανησυχήσανε, τους είχανε για υπεργολάβους ξερωγώ, υποστηρίζανε το ριζοσπαστικόν κόμμα, της κεντροαριστεράς δηλαδή, δέρνανε μαζί στις εκλογές τους δεξιούς, αυτοί ήταν οι πολιτικοί αντίπαλοι τότε.
***
Εκείνη την εποχή -στα 1934 είμαστε- ο Χίτλερ και ο Μουσολίνι ήταν στην εξουσία, κι' ο Φράνκο έκανε πρόβα τζενεράλε το πραξικόπημα με κάτι απεργούς μεταλλωρύχους στας Αστουρίας.  Στην Γαλλία κυβέρναγε η κεντροαριστερά, όμως η ακροδεξιά είχε πάρει κι' εκεί αέρα. Γινότανε και το έλα να δεις με τα οικονομικά σκάνδαλα. Ήταν ένας ουκρανικής καταγωγής, ο Αλεξάντρ Σταβισκί. Ο ωραίος Σασά τον αποκαλούσαν. Αυτός ήταν μεγαλοαπατεώνας ολκής, πολύ ταλέντο. Για να σας δώσω να καταλάβετε, ο πατέρας του ήταν οδοντίατρος, επιτυχημένος. Όταν λοιπόν ο Σασά πήγαινε σχολείο, βούτηξε τις μασέλες του πατέρα του και τις πούλησε σε κάτι κλεπταποδόχους. Αργότερα είχε πολλές επιτυχίες στην απάτη, είχε και άνωθεν προστασία, τα κατάφερνε και γλύτωνε πάντα. Μέχρι που τον στριμώξανε, είχε στήσει μια πυραμίδα με ακάλυπτα ομόλογα του Δημοσίου, εξακόσια εκατομμύρια φράγκα έφαγε. Δηλαδή έβγαζε καινούργια ομόλογα και πλήρωνε τα προηγούμενα, και κράταγε τη μίζα του. Ώσπου έσκασε το κανόνι στο τέλος, πάει, έχασε ο κοσμάκης τα λεφτά του. Ξεσηκωθήκανε και οι πέτρες κατά του κοινοβουλευτισμού που ήταν σάπιος και υπέθαλπε τον Σταβισκί και άλλα λαμόγια, πολιτικοί, σκουλήκια. Οπότε δεν πήγαινε άλλο, έπρεπε να προσαχθεί ο ωραίος Σασά στην Δικαιοσύνη. Πήγε η αστυνομία στο σαλέ του στο Σαμονί να τον πιάσει, αλλά υπήρχε ένα θέμα, άμα τον μπουζουριάζανε αυτός θα ξέρναγε ποιός και ποιός ήταν στο κόλπο με τα ομόλογα. Οπότε, αντί να τον συλλάβουν τον φάγανε λάχανο. Και είπανε πως αυτοκτόνησε. Με δύο σφαίρες από τα τρία μέτρα. Και βγήκε το ανέκδοτο που ήταν πολύ μακρυχέρης, ο Σταβισκί, κι' αυτοκτόνησε από τα τρία μέτρα με δύο σφαίρες. Έγινε μεγάλο σκάνδαλο, έτσι απροκάλυπτη η συγκάλυψη, πέφτει ο πρωθυπουργός, ανεβαίνει ένας άλλος, πάλι της κεντροαριστεράς πλειοψηφίας.
Ο Ωραίος Σασά, το μουστάκι ήταν για παραπλάνηση.
Κατεβήκανε τότε συλλαλητήριο οι φασίστες κατά της κεντροαριστεράς, που ήταν διάφορα κόμματα οι φασίστες, η νέα μόδα στην πολιτική. Παρ' ολίγον να μπούνε μέσα στη Βουλή να τα κάνουνε γης μαδιάμ, οπότε η αστυνομία έριξε στο ψαχνό, φάγανε δεκαπέντε εκ των διαδηλωτών. Άλλο σκάνδαλο, ξαναπέφτει η κυβέρνησις. Δηλαδή έπεσαν μέσα σε λίγες μέρες δύο κυβερνήσεις κεντροαριστεράς, κι' ανέβηκε στο τέλος ένας της δεξιάς, της παραδοσιακής. Όμως αυτό έφερε και το άλλο επακόλουθο, οι κουμμουνισταί και το σοσιαλιστικό κόμμα σου λέει εδώ πάμε να γίνουμε Βαϊμάρη, συσπειρωθήκανε, έρχονταν και εκλογές οσονούπω.
Ανέλαβε μετά ένας δικαστής να διελευκάνει το σκάνδαλο των ομολόγων μαζί και την αυτοκτονία του ωραίου Σασά, τίμιος, ακούμπησε αυτός υπουργούς, βουλευτάς, διευθυντάς, δημάρχους, δικαστάς, εφημερίδας. Του τηλεφωνάνε λοιπόν κάτι άγνωστοι να πάει στη Ντιζόν, αρρώστησε η μάνα σου, λέει. Ξεκινάει να πάει στη μάνα του ο δικαστής. Και ω! του θαύματος, δεν έφτασε ποτέ στην Ντιζόν, τον βρήκανε κομμάτια, δεμένο στις γραμμές του τραίνου, κι' αυτός αυτοκτόνησε είπανε. Ο δε φάκελος της υποθέσεως εξηφανίσθη ως δια μαγείας! Άλλο σκάνδαλο, πολύ χοντρό κι' αυτό. Έπρεπε λοιπόν να βρούνε ενόχους, ποιός έδεσε τον δικαστή στις γραμμές και ποιός εξαφάνισε τα στοιχεία. Και πιάσανε τον Καρμπόν με τον Σπιριτό πως είχαν κάνει τη δουλειά, αλλά μετά δεν βρήκαν κάτι, τους αφήσανε. Γυρίσανε στη Μασσαλία θριαμβευταί, ο Σαμπιανί τους περίμενε με ανοιχτές αγκάλες. Ποιός έφαγε τον δικαστή, δεν μάθαμε ποτέ. Στην δίκη για το σκάνδαλο καθαυτό, πολιτικοί, διευθυνταί, η σύζυγός του ωραίου Σασά, πραγματικώς ωραιοτάτη και αυτή, μοντέλο της Κοκό Σανέλ της διάσημης μοδίστρας, όλοι οι κατηγορούμενοι πέσανε στα μαλακά.
 Αρλέτ, σύζυγος Αλεξάντρ Σταβισκί
***
Μ' αυτά και με κείνα, ήρθανε οι δημοτικές εκλογές του 1935. Ο Σαμπιανί υποστήριζε τον κεντροαριστερό, τον ταραμά που ξανακατέβαινε. Όμως οι σοσιαλισταί κατεβάσανε δικό τους υποψήφιο στη Μασσαλία, γερή υποψηφιότητα, τον υποστήριζε και το κουμμουνιστικόν κόμμα, διότι είχε επέλθει η προσέγγισις που είπαμε. Οι αδελφοί Γκερινί λοιπόν προσφέρανε τις υπηρεσίας τους στον σοσιαλιστή. Με τον γνωστό δυναμισμό τους, εξυπακούεται. Και ο σοσιαλιστής κέρδισε. Και ώφειλε να ανταποδώσει στους Γκερινί την εξυπηρέτηση, έτσι πάν αυτά. Όπερ έστι μεθερμηνευόμενον, με τις πλάτες του δημάρχου την υποσκελίσανε την συμμορία του Σαμπιανί, που την είχαν άμεσο ανταγωνιστή στην πουτανιά και τις προστασίες και τα μαγαζιά. Τον άλλο χρόνο, είχε και τις βουλευτικές. Σοσιαλιστές, κουμμουνιστές και κεντροαριστεροί κατεβήκανε μαζί, κερδίσανε, γίνεται η κυβέρνηση Λαϊκού Μετώπου. Είναι τότε που εθεσπίσθη στην Γαλλία το οκτάωρο στην εργασία, το εξαήμερο, και οι θερινές διακοπές να τις πλερώνει ο εργοδότης.
Μ' αυτά και με κείνα, βρεθήκανε οι Γκερινί στα πράματα, παρέα με τον σοσιαλισμό και το οχτάωρο. Κι' άρχισαν να επεκτείνονται και εκτός Μασσαλίας. Ανοίγουν μπουρδέλο στο Αλγέρι -τότε ήταν Γαλλία, η Αλγερία-, μετά άλλο μπουρδέλο στην Τουλούζη, μετά κι' άλλα μπουρδέλα σε άλλες πόλεις, φέραν και τα υπόλοιπα αδέλφια από την Κορσική να τους βοηθάνε στις δουλειές. Εγκέφαλος της οικογενείας ήταν ο Αντουάν, ο στρατηγός να πούμε. Ψυχρός και συγκρατημένος, αλλά τον τρέμανε οι πάντες. Διότι άμα τον έπιανε το γλυκύ του, η Παναγία να σε φυλάει, αδίσταχτος. Ο μικρότερος, ο Μεμέ, ήταν άλλο πράμα, πάρα πολύ δημοσιοσχεσίτης, έκανε παρέα με τραγουδιστάς, ηθοποιούς, πολιτικούς, επιχειρηματίες, του άρεσε η διασημότης, ήταν πάντα λεζάντα, ξερωγώ. Φτιάξανε κι' ένα ξενοδοχείο πολυτελείας, Γκραν Οτέλ Μεντιτερανέ, ήταν το διαμάντι των επιχειρήσεων Γκερινί, εκεί είχε την έδρα του ο Μεμέ, ο Αντουάν ήταν πολύ εσωστρεφής δεν εμφανιζόταν συχνά.
 Ήταν επίσης ακριβοδίκαιος που λένε, τον είχανε μεσολαβητή μέσα στον υπόκοσμο να λύνει τας διενέξεις, λόγω και του κύρους που είχε. Άμα προέκυπτε κανένα θέμα, στον Μεμέ πηγαίνανε να επιλύσει την διαφορά, ο λόγος του υπείχε θέση δικαστικής αποφάσεως, ήτανε άνθρωπος των ισορροπιών, όχι σαν τον άλλονε, τον μεγαλύτερο.
Αντουάν και Μεμέ Γκερινί (φωτό της Ασφαλείας.)
Ο δε Σαμπιανί και οι δικοί του, κάνανε τη νίλα τους γαργάρα, και δεν είχαμε τίποτα πόλεμο συμμοριών, που βλέπουμε στον Νονό. Όμως με τις πολιτικές ανακατατάξεις, έπρεπε να βρουν πολιτικά ερείσματα εκτός ευρύτερης αριστεράς, διότι την αριστερά την είχανε καπαρωμένη οι Γκερινί. Προσχωρήσανε λοιπόν σ' ένα φασιστικό κόμμα -ανάμεσα στα πολλά που είχαν ξεφυτρώσει μέσα στην μεσοπολεμική αναμπουμπούλα- ο Σαμπιανί, ο Καρμπόν με τον ιταλό τον Σπιριτό, μαζί και οι μπράβοι τους.
***
Το 1939 είχαμε τον Δεύτερο Πόλεμο. Και όπως γνωρίζουμε όλοι, τον χάσανε οι γάλλοι. Και η μισή Γαλλία με το Παρίσι είχε Κατοχή, και η άλλη μισή λεγόταν Ελευθέρα Ζώνη, με πρωτεύουσα το Βισύ, και είχε αρχηγό τον στρατάρχη Πετέν, που λίγο ήταν ουδέτερος και πολύ συνεργαζόταν με τους γερμανούς.
Η Μασσαλία ήταν στην Ελευθέρα Ζώνη. Και καθ' ότι διεθνής λιμήν, ήτανε μπάτε σκύλοι αλέστε κι' αλεστικά μη δίνετε, κατάσκοποι, φυγάδες, αντιστασιακοί, πολιτικοί πρόσφυγες, εβραίοι, ισπανοί δημοκρατικοί, όλοι από την Μασσαλία περνάγανε, να πάνε Αργεντινή, Μεξικό, ΗΠΑ, όπου δεν είχε ακόμα πόλεμο.
 Ήταν τώρα κι' ένας αστυνομικός επιθεωρητής ονόματι Ρομπέρ Μπλεμάν. Ο Μεσιέ Ρομπέρ, έτσι απεκαλείτο στον υπόκοσμο. Αυτός είχε έρθει μετάθεση στη Μασσαλία πριν τον πόλεμο, επικεφαλής μιας ειδικής υπηρεσίας αντικατασκοπίας. Είχε πολεμήσει τους γερμανούς το δεκατέσσερα, δεν μπορούσε ούτε να τους μυρίσει. Αλλά γούσταρε την παρανομία, είχε μία έφεση, τους έκανε παρέα, πήγαινε στα μπαρ τους, φόραγε κάτι κουστουμιές μέγκλα όπως αυτοί, ήτανε βαρύς, δεν φερόταν ως δημόσιος υπάλληλος κανονικός. Αυτός ο Μεσιέ Ρομπέρ μπήκε λοιπόν στην Αντίσταση, είχε επαφή με τους ανθρώπους του Ντε Γκωλ στο Λονδίνο. Μάλιστα σκέφτηκε κάτι πρωτοποριακό, να βάλει τον υπόκοσμο στην υπηρεσία του αντιναζιστικού αγώνα. Και στρατολόγησε μεταξύ άλλων τον Μεμέ Γκερινί. Κι' αυτός έφερε και τους υπόλοιπους της οικογενείας.
Στέλνανε λοιπόν οι γερμανοί κατασκόπους στη Μασσαλία, είχανε η Αντίστασις τις πληροφορίες της που ελέγχανε την πόλη με τους μαφιόζους, τους πιάνανε τους γερμανούς οι μαφιόζοι, τους δίνανε στην αστυνομία του Βισύ, τους απελαύνανε αυτοί πίσω στην Κατεχόμενη Ζώνη, άντε και να μην το ξανακάνετε. Αλλά όχι όλους. Όχι. Είχανε μια βίλλα, και τους πιο επικίνδυνους τους πηγαίνανε ζούλα εκεί. Και τους περιλάβαιναν που λες οι μαφιόζοι, οπού οι γερμανοί ξερνάγανε το γάλα της μάνας τους. Μετά εξαφανίζονταν δια μαγείας, και κανένας δεν τους ξανάβλεπε, ούτε ζωντανούς, ούτε πεθαμένους. Ίσαμε πενήντα κατασκόπους της Άμπβερ ξεκάνανε έτσι, οι αντιστασιακοί γκάγκστερ. Δε πα να διαμαρτυρόταν η γερμανική διοίκησις από το Παρίσι στην κυβέρνηση του στρατάρχου Πετέν στο Βισύ, τι γίνανε αυτοί, τίποτα. Άνοιξε η γη και τους κατάπιε, τι να σας κάνωμε, μάιν χέρεν, έχει και άγγλοι κατάσκοποι η πόλις, δεν στέλνετε μόνον εσείς τους δικούς σας. Διότι η Μασσαλία είχε τους δικούς της νόμους και κανόνες, και μην ψάχνετε να βρείτε πως και διατί.
Δουλεύανε και ασύρματο, και στέλνανε τις πληροφορίες στο Λονδίνο.
Εντωμεταξύ, ο Σαμπιανί, ο Καρμπόν και ο Σπιριτό δουλεύανε για τους γερμανούς, την Γκεστάπω. Αυτοί δεν ξέρανε πως ο Μπλεμάν ήταν του Ντε Γκωλ. Ή το ξέρανε, αλλά δεν ήθελαν να συγκρουστούν, απολύτως λογικό αυτό, διότι η Γκεστάπω ήταν κι' αυτή μπίζνες, δεν ήταν και πολύ ιδεολόγοι. Πάντως προσπαθήσανε να τον στρατολογήσουνε. Ο Μεσιέ Ρομπέρ δεν μάσησε όμως. Κάποια στιγμή όμως εξετέθη πάρα πολύ, συνέλαβε έναν υψηλόβαθμο αξιωματούχο του Πετέν, λύσσιαξαν στο Βισύ οι ανώτεροι, οπότε χρειάστηκε να την κοπανήσει από τη Μασσαλία.
Την κοπάνησε λοιπόν στο Αλγέρι, ο επιθεωρητής Μπλεμάν, όπου ήδη είχαν αποβιβαστεί οι αμερικάνοι, και μαζί τους ήταν ο Ντε Γκωλ, και οι Ελεύθεροι Γάλλοι. Που οι περισσότεροι ήταν άραβες και αφρικανοί από τας αποικίας. Να τα λέμε κι' αυτά.
Ρομπέρ Μπλεμάν
Τον Καρμπόν τον γκεσταπίτη τον έφαγε η Αντίσταση. Όχι επίτηδες, τυχαία. Επέστρεφε από το Παρίσι με το τραίνο, που ήταν γεμάτο γερμανούς, και το ανατινάξανε. Του Καρμπόν του κοπήκανε τα πόδια, πέθανε από την αιμορραγία. Πριν πεθάνει ζήτησε ένα τσιγάρο, και είπε "c' est la vie." Στην κηδεία του ήταν ο Τινό Ροσσί ο τραγουδιστής, που ήτανε κορσικανός επίσης. Κι' η Μιστενγκέτ, ηθοποιός και τραγουδίστρια, κι' άλλοι διάσημοι, υπόκοσμος, γκεσταπίτες, όλοι πήγανε.
***
Και πολύ ορθώς έπραξε ο Μπλεμάν που έφυγε, διότι λίγο μετά οι γερμανοί μπουκάρανε και κατέλαβαν την Ελευθέρα Ζώνη, να προλάβουνε τους συμμάχους που σχεδίαζαν απόβαση και στην Ριβιέρα.
Κατέφθασαν λοιπόν τα στρατά των γερμανών στην Μασσαλία με τα τανκς και τα κανόνια. Κι' από κοντά η Γκεστάπω, το κυνηγητό των αντιστασιακών, το μάζεμα των εβραίων. Με το που φτάσανε, ανατινάξανε το Παλιό Λιμάνι, τις συνοικίες που ήταν μόνο οι φτωχοί, το μαγειρείο της αντίστασης, το ιστορικό κέντρο της πόλεως, τα καντούνια της αμαρτίας...
Η ραχοκοκαλιά της Αντιστάσεως ήταν οι σοσιαλισταί και οι κουμμουνισταί, και αρχηγός της στην Μασσαλία ήταν ο Γκαστόν Ντεφέρ, δικηγόρος, πολύ καλής οικογενείας, πολύ σοσιαλιστής. Αυτός συνεργάζεται με τον Μπλεμάν και με τους αδελφούς Γκερινί. Διότι ο Αντουάν μπορεί να δεξιωνόταν τους γερμαναραίους στα μαγαζιά του, και διάφοροι τον στραβοκοιτάγανε για δοσίλογο, αλλά συγχρόνως έκρυβε αντιστασιακούς και εβραίους, τα κωλάδικα ήσαν η καλύτερη κάλυψις για τέτοιες δραστηριότητες. Ένας άλλος αδελφός, ο Πασκάλ, ήταν επί των δικτύων διαφυγής, έβρισκε πλαστά χαρτιά, διαβατήρια, και τα ρέστα. Ο δε δευτερότοκος, ο Μεμέ, ρίχνεται μέσα στη φωτιά. Λένε πως έσωσε τον Γκαστόν Ντεφέρ δύο φορές. Και πως έστηνε ενέδρες στους γερμανούς μέσα στα στενά. Πως έκοψε το κεφάλι ενός δοσίλογου. Πως χτύπησε ένα κομβόι γερμανούς να απελευθερώσει μια εβραιοπούλα. Πως επιτέθηκε σ' ένα γερμανικό τανκς στη Μασσαλία μέσα στο κέντρο. Και πολλές άλλες ανδραγαθίες. Κι' επίσης ότι ταξίδεψε στην Κορσική να κλέψει το αμόρε του, που δεν τον θέλανε οι δικοί της. Αλλά το πλοίο το βύθισε ένα γερμανικό υποβρύχιο, πάει, πνίγηκε η μικρή μπροστά στα μάτια του.
***
Έγινε τελικώς η συμμαχική απόβασις, βομβαρδισμοί, χιλιάδες σκοτωθήκανε, κινητοποιήθηκε η Αντίστασις να βοηθήσει τους αμερικάνους και τους Ελεύθερους Γάλλους. Παραδόθηκαν μετά από μερικές μέρες μαχών οι γερμανοί, η Μασσαλία απηλευθερώθη συγχρόνως με το Παρίσι, έγινε και δοξολογία στην Νοτρ Νταμ ντε λα Γκαρντ, ψηλά στον λόφο.
 Δυνάμεις της Αντίστασης στο Παλιό Λιμάνι, στην Απελευθέρωση.
Μαροκινοί των Ελευθέρων Γάλλων, πάλι στο Παλιό Λιμάνι.
Μετά την Απελευθέρωση, ο Γκαστόν Ντεφέρ εξελέγη βουλευτής, ήταν πλέον μεγαλοπαράγων της Μασσαλίας. Ο Αντουάν απέκτησε με τον Γκαστόν κι' άλλα σοβαρά ερείσματα στους σοσιαλιστάς, και συνέχισε να επεκτείνει τις επιχειρήσεις του, πουτάνες, μαγαζιά, προστασίες, τέτοια. Ο Μεμέ παρασημοφορήθηκε με τον Πολεμικό Σταυρό, και συνέχισε να διάγει βίον λαμπερόν και πολυτελή, παρέα με τους διασήμους, τους πλουσίους και τις φίρμες της σώου μπιζνές και του θεάματος.
Ο Σαμπιανί έφαγε ερήμην εις θάνατον. Εξηφανίσθη στην Αργεντινή, και μετά εγκαταστάθηκε στην Ισπανία με ξένο όνομα, επί Φράνκο τότε. Εκεί πέθανε. Ο Σπιριτό κατέληξε στην Αμερική, αργότερα καταδικάστηκε για ναρκωτικά. Επέστρεψε, λένε, κάποτε, είχε ένα ρεστωράν στην Τουλών, πέθανε γέρος.
Γύρισε βεβαίως και ο Μπλεμάν, ο αστυνομικός επιθεωρητής που συμπαθούσε τους Γκερινί. Αυτός ξέπλυνε τον Αντουάν από τα παρεδώσε του με τους γερμανούς. Κι' ότι φακέλους είχε η υπηρεσία μέσα στον υπόκοσμο, ποιός συνεργάστηκε, ποιός κατέδωσε, ποιός βασάνισε, ποιός εκτέλεσε, ποιός δούλεψε με την Γκεστάπω, τάδωσε όλα του Αντουάν, χαρτί και καλαμάρι. Οπότε οι Γκερινί κάνανε μια προσφορά στους δοσιλόγους που δεν μπορούσαν να την αρνηθούν -που έλεγε ο Μάικλ Κορλεόνε- ήγουν ή μας τα αφήνετε όλα και φεύγετε ή σας στέλνουμε στο εδώλιο και στο απόσπασμα, τους πήραν τοιουτοτρόπως όλες της δουλειές, όχι μόνο Μασσαλία, Παρίσι, Νίκαια, παντού όπου είχε πορνεία, προστασία, μαγαζιά, τους διώχνανε. Και μείνανε οι Γκερινί ηγεμόνες μέσα στη νύχτα, μετά τον πόλεμο.
***
Τώρα, πως έμπλεξε ο Λάκη Λουτσιάνο με τους Γκερινί, έχει πολύ μεγάλο ενδιαφέρον. Διότι προπολεμικώς ο Λουτσιάνο ήταν ο νονός του οργανωμένου εγκλήματος στην Αμερική, αλλά τον μπαγλαρώσανε για φοροδιαφυγή, τριάντα χρόνια έφαγε. Το σαρανταένα που μπήκε και η Αμερική στον πόλεμο, οι Πληροφορίες του Ναυτικού φοβότανε μην έρθουνε κατάσκοποι γερμανοί, γιαπωνέζοι ξερωγώ, στο λιμάνι στην Νέα Υόρκη και κάνουν δολιοφθορές. Και πήρε επαφή το Ναυτικό με τη μαφία, που αυτοί ελέγχανε τα συνδικάτα τους ντοκέρηδες, για συνεργασία. Κι' αυτοί οι μαφιόζοι το σφυρίξανε του Λάκη, που ήτανε μέσα. Κι' αυτός έβαλε κάτι δικούς του και μπατάρανε ένα υπερωκεάνιο μέσα στο λιμάνι. Και είπε στους ναυταίους εδώ, κύριοι, εγώ θα κανονίσω για πάρτη σας με τους αθλίους γερμανούς που αρχίσαν τις δολιοφθορές, αλλά κανονίστε κι' εσείς μια μεταγωγή, γιατί εδώ που είμαι είναι απαίσια. Και τον αλλάξανε φυλακή.
Και δημιουργήθη μία σχέσις, ξερωγώ, με το Ναυτικό. Οπότε, όταν ήταν να γίνει η απόβασις στη Σικελία, τον προσεγγίσανε πάλι οι ναυταίοι, τον Λάκη Λουτσιάνο, να κανονίσει με την σικελική μαφία για πληροφορίες, σαμποτάζ, παρενόχληση, και κανόνισε ο Λάκη, μέχρι και γυναίκες βάλανε να τους απομονώσουνε τους γερμανούς, στρατηγούς, ταξιάρχους, συνταγματαρχαίους, τις θέσεις κλειδιά που λέμε, να μην είναι στο πόστο τους την ώρα της αποβάσεως, να αργήσουν να κινηθούν οι αμυνόμενοι. Και σε αντάλλαγμα, ο Λάκη απελάθηκε με το που τέλειωσε ο πόλεμος, δηλαδή τον αμολήσανε και πήγε στην Ιταλία, ούτε γάτα ούτε ζημιά.
Τώρα, στην Ιταλία πήγε με τα λεφτά μάτσο, να κάνει μπίζνες με τη Καμόρα, τη Ντραγκέτα, τη Μαφία. Λαθρεμπόριο τσιγάρα αμερικάνικα, μάλμπορο, κάμελ, λακηστράικ, νάιλον κάλτσες, καπότες, δίψαγε η φουκαριάρα η Ευρώπη για είδη πολυτελείας, ακόμα ρημαδιό ήταν. Τώρα, αυτά τα λαθραία τα περνάγανε κάτι κορσικανοί καπεταναίοι, καλοί ναυτικοί, αλλά ψιλικατζήδες, χωρίς όραμα να δημιουργήσουνε. Και λέει ο Λάκη Λουτσιάνο δεν τους οργανώνω αυτουνούς, να κόψουμε μονέδα; Όπερ και τα συμφωνήσανε. Ερχόταν λοιπόν το εμπόρευμα στο Μαρόκο, στην Ταγγέρη συγκεκριμένως, ήτο Διεθνή Ζώνη, αδασμολόγητη. Από κει τα παίρνανε τα τσιγάρα οι κορσικανοί και τα βγάζανε στη Μασσαλία, που κάνανε κουμάντο οι Γκερινί να το διοχετεύσουν στην αγορά. Διότι τα ξανθά βιρτζίνια τα αρωματικά, πούναι πιο γλυκόπιοτα, οι γάλλοι τότε τα είχανε περί πολλού, μια ποικιλία μελαχροινή καπνίζανε μόνο ο λαός, γκωλουάζ, ζητάν, στούκας.
***
Εντωμεταξύ, στη Μασσαλία τρέχανε οι εξελίξεις. Λόρδα, πληθωρισμός, όλη η Γαλλία ήταν στο δελτίο. Οι κουμμουνισταί ήταν αμέσως μετά τον πόλεμο πρώτο κόμμα σε ψήφους, μπήκε στην κυβέρνηση ενότητος, μαζί με τους γκωλικούς και τους σοσιαλιστάς, βγάλανε και δήμαρχο κουμμουνιστή στη Μασσαλία. Αλλά τους διώξανε μετά από τον συνασπισμό, και κάνανε κυβέρνηση μόνο η δεξιά με τους σοσιαλιστάς. Χάσανε και τον δήμο. Αλλά είχαν ακόμα δύναμη, κρατάγανε, είχανε τα συνδικάτα τους, τους λιμενεργάτας, κατεβήκανε σε απεργία, το 1947 αυτά. Υποτίθεται για τις αυξήσεις στο εισιτήριο του τραμ. Αλλά οι πραγματικοί λόγοι είναι που θα ερχόταν το σχέδιο Μάρσαλ, και θα ξεφόρτωνε στη Μασσαλία, και θέλανε να το μπλοκάρουνε το σχέδιο Μάρσαλ, από τη Μόσχα έπεσε η γραμμή. Είχαμε Ψυχρό Πόλεμο. Οπότε στείλανε απεργοσπάστες και μπράβους, ο Μπλεμάν και οι Γκερινί, να σπάσουν την απεργία. Εκεί πάνω χόντρυνε το πράμα, γιατί κάνανε ντου οι λιμενεργάτες στην πόλη, και σπάσανε τα μπουρδέλα, τα κωλάδικα, τα μαγαζιά της οικογενείας. Βγήκανε τα μπιστόλια, τα μαχαίρια, τα λοστάρια, όλα. Εκεί πάνω σκοτώθηκε κι' ένα παληκάρι, τον πυροβολήσανε πάνω στο ντου στα μαγαζιά που είπαμε πριν, οι μάρτυρες κατέθεσαν πως ήταν ο Μεμέ Γκερινί που έριξε, ο αντιστασιακός. Έγινε αργότερα δικαστήριο, κατηγορούμενοι ο Μεμέ και ο Αντουάν και άλλοι του σιναφιού, αλλά στο ακροατήριο όλοι είχαν πάθει αμνησία. Αθώοι.
Οι απεργίες στην Μασσαλία είχαν εντωμεταξύ επεκταθεί σ' όλη τη χώρα. Κι' αυτό ανησύχησε του αμερικάνους, που θέλανε να σπρώξουν το σχέδιο Μάρσαλ χωρίς προβλήματα. Στείλανε, λοιπόν έναν Ίρβινγκ Μπράουν, ήταν συνδικαλιστής πρώτα αυτός, μετά έγινε πράχτορας της CIA, και είχε διασπάσει πιο παλιά τα συνδικάτα των ντοκέρηδων στη Νέα Υόρκη, ήξερε. Και χώσανε και πολλά δολάρια, με τη σέσουλα. Και τα καταφέρανε να διασπάσουνε το κουμμουνιστικό συνδικάτο, την Γενική Συνομοσπονδία Εργασίας που ελέγετο, σα να λέμε το ΠΑΜΕ, και αποσπάστηκε ένα μέρος λεγόμενο Εργατική Δύναμις, μη κομμουνιστικόν, της CIA, ώστε να αποσοβηθεί ο ερυθρός κίνδυνος.
Το 1950 είχε άλλες φασαρίες, οι λιμενεργάτες δεν εξυπηρετούσαν τα καράβια που φεύγανε για την Ινδοκίνα, φορτώνανε πολεμικό υλικό και φαντάρους να πολεμήσουνε τους Βιετμίνχ. Γίνανε απολύσεις στο λιμάνι, οπότε το συνδικάτο απάντησε με γενική απεργία. Ξαναστείλανε οι Γκερινί τους μπράβους τους, και αυτό ήταν το τελικό χτύπημα για τους κουμμουνιστάς. Βοηθήσανε μετά και τον Γκαστόν Ντεφέρ, τον αντιστασιακό δικηγόρο, τον κολλητό τους τον σοσιαλιστή να πάρει και την δημαρχία, και θρονιάστηκε ο Γκαστόν μόνιμος δήμαρχος από το 1953 μέχρι το 1986 που πέθανε αδιαλείπτως, εξ ου και η Μασσαλία έχει σοσιαλιστική παράδοση. Και βεβαίως η βοήθεια με το αζημίωτο, διότι ουδέποτε ενοχλήθησαν οι Γκερινί υπό του νόμου, που μπάζανε τις καραβιές τα λαθραία, που δουλεύανε τα πορνεία, και δεν δίδανε λογαριασμό σε κανένα. 
Ο Γκαστόν Ντεφέρ με τον Φρανσουά Μιτεράν
Πάντως ο Ντεφέρ τόλεγε η ψυχή του. Κάποτε έβρισε έναν δεξιό στη βουλή, πάψε ζώον του λέει, κι' αυτός τον προκάλεσε σε μονομαχία. Κι' έγινε η μονομαχία με σπαθί, παρακαλώ, και ο Γκαστόν απαίτησε να είναι ακονισμένα κανονικά. Και τον μάτωσε τον άλλον, κανονικά, αλλά όχι να πεθάνει, και κέρδισε ο Γκαστόν.
 Η μονομαχία του Γκαστόν, το 1967.
***
Οπότε ο Λάκη Λουτσιάνο από την Νάπολη που διήγε υπό την επιτήρησιν της ιταλικής αστυνομίας να παρουσιάζεται στο τμήμα, αλλά νταραβεριζόταν χωρίς να φαίνεται και με τις ηρωίνες, σκέβηκε κάτι πρωτοποριακό. Αντί να μπάζουμε μάλμπορα και κάμελ από την Αμερική στη Μασσαλία, πιο καλύτερα να βγάζουμε πρέζα από τη Μασσαλία στην Αμερική, πιο επικερδές είναι. Πολύ πιο επικερδές.
Έτσι λοιπόν στήθηκε το Φρεντς Κονέξιον το λεγόμενο, τέλη δεκαετίας πενήντα, αρχές εξήντα. Αρχικώς μέσω του δικτύου λαθερεμπορίου τσιγάρων, που ήταν στημένο, έτοιμο. Φέρνανε από την Τουρκία, Μέση Ανατολή, τη παπαρούνα το γάλα, είχανε τα εργαστήρια σε κάτι βίλλες απομονωμένες στας εξοχάς της Προβηγκίας, οι Γκερινί και οι συνεργαζόμενοι. Διότι οι κορσικάνοι πήραν τη δουλειά της επεξεργασίας από τους σικελούς, καθ' ότι οι σικελοί τσακώνονταν συνέχεια, δεν ήταν σωστοί επαγγελματίαι να τα βρούνε, όλο φόνους μεταξύ τους κάνανε. Οπότε ο Λουτσιάνο έδωσε τη δουλειά στους Γκερινί. Και βγάζανε αυτοί 98% καθαρή ηρωΐνη, πήγαινε στην Αμερική διαμάντι, την κόβανε εκεί, στην παραλαβή. Τεράστιος τζίρος, διεθνής μπίζνα η πρέζα, ένα δίκτυο με χίλια παρακλάδια, μέχρι και ο πρεσβευτής της Γουατεμάλας τον πιάσανε να έχει ηρωΐνη στον διπλωματικό σάκο, υπολογίζεται μέχρι διακόσια κιλά να διακίνησε, ο πρεσβευτής συνολικά, όχι σε ένα ταξίδι, βεβαίως, μέσα σ' ένα χρόνο αυτή η ποσότης. Ένας άλλος ήταν παρουσιαστής της γαλλικής τηλεοράσεως, πολύ διάσημος. Αυτόν τον πιάσανε με μια κάντιλλακ ηρωΐνη στη Γαλλία να την πάει στην Αμερική. Αλλά όσους και να πιάνανε, το Φρεντς Κονέξιον δούλευε ρολόι, και τους αρχηγούς δεν τους αγγίξανε ποτέ. Ήταν τόσο τεράστιες οι μπίζνες των Γκερινί με την πρέζα, που είχαν και υπεργολάβους κάτι άλλες οικογένειες, πήγαινε πυραμιδωτώς η ιεραρχία, οι Φρανσισί, οι Βεντουρί, οι Ορσινί, από το όνομα του αρχηγού της ονομαζόταν η κάθε συμμορία. Αυτός μάλιστα ο Ορσινί, ήταν γκεσταπίτης επί Κατοχής. Ο Φρανσισί αντιθέτως, είχε λάβει μέρος και αυτός στην Αντίσταση. Περασμένα-ξεχασμένα.
***
Κάποια στιγμή ο Ρομπέρ Μπλεμάν ο επιθεωρητής, ο Μεσιέ Ρομπέρ, μετά που έσπασε τις απεργίες στους ντόκους, αποφάσισε να παραιτηθεί από την υπηρεσία και να μπει στις μπίζνες. Το ατού του ήταν οι μυστικές υπηρεσίες, που είχε άριστες επαφές. Άνοιξε, λοιπόν κι' αυτός κάτι μαγαζιά στη Μασσαλία, προσέλαβε κι' έναν νεαρό, τον Τάνη Ζάμπα, τον έβαλε γενικό διαχειριστή στη Μασσαλία, ανοίχτηκε μετά στην Αφρική, κι' ήθελε να επεκταθεί και στο παίγνιο, να ανοίξει καζίνα στο Παρίσι. Που είχε μία νομοθεσία τότε να επιτρέπεται ποντάρισμα άνευ ορίου. Πολλά λεφτά, και ιδανικό πλυντήριο των κερδών από την πρέζα.
Αυτό δεν άρεσε του Αντουάν Γκερινί, για τρεις λόγους. Πρώτον, διότι ο Μεσιέ Ρομπέρ είχε τις δικές του άκρες με την εξουσία και τις μυστικές υπηρεσίες, γεγονός που τον καθιστούσε ανεξάρτητο, ήγουν επικίνδυνο. Δεύτερον, ο Μεσιέ Ρομπέρ δεν ήτο κορσικανός. Τρίτον και κύριώτερον, γιατί ο Αντουάν ήταν αλαζών και υπερμέτρως φιλοκερδής, είχε πολλή απληστία μέσα του. Δεν τον φτάναν τα αμύθητα κέρδη που είχε βγάλει από την πρέζα που είχε το μονοπώλιο της επεξεργασίας και μεταφοράς, ήθελε να επεκταθεί στα παίγνια, που ήταν εκτός των χωρικών υδάτων, ούτως ειπείν.  Λύσσιαξε, το λοιπόν, να μην αφήσει τον Μπλεμάν να εξελιχθεί μόνος του. Ώσπου με τα πολλά, τα βρήκανε και μπήκε συνεταίρος. Αλλά τότε συνέβη κάτι παράξενο, μπήκανε ληστές μέσα στο καζίνο εν ώρα λειτουργίας, τα κάναν όλα ρημαδιό, πήρανε όλα τα λεφτά, γδύσανε και την ερίτιμον πελατεία, τιμαλφή, κοσμήματα, ρολόγια, όλα, και γίνανε της Αναλήψεως. Ο Αντουάν φαγώθηκε πως ήταν δουλειά του Μπλεμάν, για να ανακτήσει τον έλεγχο του καζίνου, και ήθελε να τον φάει. Όμως κανένας δεν ψήθηκε στην πιάτσα από τα σαθρά επιχειρήματα του Αντουάν.
Έγινε το λοιπόν συνέλευσις των οικογενειών στην βίλλα του Αντουάν, τους λέει εγώ τις αποφάσεις μου τις πήρα, το γουρούνι τον μπάτσο που μας πρόδωσε θα τον φάω ούτως ή άλλως, αλλά θέλω και την γνώμη σας διότι σας αγαπάω όλους. Πέφτει παγωμάρα στην συνέλευση. Διότι είχε βάλει η αδελφή του και μία καλαθούνα με μπίλιες, οι μισές όνυχα, οι μισές ελεφαντοστούν, να ψηφίσουν. Όπως στον Νονό, στον Κόπολα. Εκεί πάνω ο Μεμέ εξανίσταται, δεν έχουμε ανάγκη να τον φάμε τον μπάτσο, αντιθέτως θα φάμε το κεφάλι μας μ' αυτό που πας να κάνεις, διότι θα άνοιγαν οι ασκοί του Αιόλου, αυτό άμα άρχιζε δεν θα τέλειωνε ποτέ. Καλά τούλεγε, δηλαδή. Τίποτα ο Αντουάν. Παράφορος από πάντα, παρά τα πλούτη και την ισχύ που είχε, αγροίκος είχε μείνει, ένας ισχυρογνώμων χωρικός πολύ θερμόαιμος και ασυγκράτητος.
Εκεί λοιπόν που πήγαινε στο εξοχικό του έξω από τη Μασσαλία ο Μεσιέ Ρομπέρ με την σύζυγό του, απογεματάκι ήτανε, Μάιος του 1965, τον διπλαρώνει μία άλλη κούρσα, τρεις ήταν μέσα, ο οδηγός κι' άλλοι δύο με αυτόματα, και τον γαζώσανε, τον κάναν κόσκινο, πάει ο Ρομπέρ Μπλεμάν. Η γυναίκα δίπλα, δεν έπαθε τίποτα, της έξυσε το αυτί μία σφαίρα.
Ο Μεμέ έμαθε τα νέα πριν σκοτεινιάσει, ήτανε στο μπαρ του Γκραν Οτέλ Μεντιτερανέ, το στολίδι των επιχειρήσεων της οικογενείας, εκεί πήγαινε ο Αλαίν Ντελόν, ο Τζώνη Χαλινταίη, και όλοι οι διάσημοι φίλοι του Μεμέ. Κι' άρχισε αυτός να καταριέται στα κορσικάνικα, θα μας σκοτώσουν τώρα όλους, φώναζε. Έτσι ήταν, όπως τάλεγε ο Μεμέ, κι' αυτό φάνηκε αμέσως. Στην κηδεία του Μεσιέ Ρομπέρ μαζεύτηκε πολλή παρανομία από παντού, από Μασσαλία, Νίκαια, Παρίσι, Βρυξέλλες, ακόμη και άνθρωποι της φρατρίας Γκερινί πήγανε, που ήταν στην σύσκεψη στη βίλλα. Οπότε γίνεται πιο κατανοητόν το μέγεθος της μαλακίας του Αντουάν. Διότι ο Μπλεμάν απεδείχθη πως δεν ήτο κανάς παρακατιανός που νόμιζε ο Αντουάν, κι' όλοι ψαχνόντουσαν, σου λέει θες νάμαι εγώ ο επόμενος; Το πράμα πήρε ταχέως διαστάσεις, οι φίλοι του Μπλεμάν πιάσαν έναν άνθρωπο των Γκερινί, τον κλείσανε στο υπόγειο ενός μπαρ και τον βασανίζανε ανηλεώς, κι' αυτός τα ξέρασε όλα. Μετά τον εκτελέσανε, βέβαια. Επιβεβαιώθη πέραν πάσης αμφιβολίας πως εντολεύς της δολοφονίας του Μπλεμάν ήταν ο Αντουάν Γκερινί, μέσω ενός Αντρεανί, της φρατρίας του αυτός, ο οποίος προσέλαβε τους τρεις εκτελεστάς. Και ανάμεσα στους τρεις εκτελεστάς ήταν και ο Ρενέ Μοντολονί. Αυτός ο Μοντολονί ποιός ήταν; Ήταν ο νόθος γιός του Μεμέ, τον είχε κάνει με τη σύζυγο ενός άλλου της συμμορίας. Κι' όσο μπόι του έλειπε -ήταν ένα εξήντα- τόσο μοβόρος και αδίσταχτος ήταν.
Ο δήμαρχος ο Γκαστόν Ντεφέρ αποστασιοποιήθηκε άρον-άρον, σου λέει η φιλία φιλία, αμοιβαία στήριξις ναι, αλλά με τον τρελό δεν θέλω παρτίδες. Κι' απέσυρε την πολιτική του στήριξη. Το αυτό συνέβη και με τις οικογένειες που ήταν συνεταίροι στην πρέζα, είπανε αυτός υπερέβη τα εσκαμμένα, στο τέλος θα φάει κι' εμάς. Και κάνανε πέρα τους Γκερινί, αρχίσανε να μην τους πληρώνουν και το μερτικό τους  στα καζίνα. Αυτό που συνέβη δηλαδή είναι πως ο Αντουάν, στην μανία του να κρατήσει τον έλεγχο της καταστάσεως, είχε προκαλέσει την απώλειά του χωρίς να το καταλάβει. Εντωμεταξύ, ο Τάνη Ζάμπα, ο διαχειριστής του Μπλεμάν, βρήκε κενό χώρο που εδημιουργήθη με την κρίση, και μπήκε δυναμικά να το γεμίσει, εδραίωνε τη θέση του στη Μασσαλία. Αλλά κι' άλλοι αυτοδημιούργητοι ενεφανίσθησαν, φρέσκο αίμα στην πιάτσα. Αυτοί οι νεοείσακτοι σκοτώνονταν για το παραμικρό, ούτε μπέσα είχανε, ούτε ισορροπίες, ούτε σεβασμό, ούτε τίποτα. Ούτε τους ένοιαζε και οι παράπλευρες απώλειες, να κάθεται ο άλλος δίπλα να πίνει το ποτό του και να τρώει μια αδέσποτη, τέρμα τα δίδραχμα, γράψε λάθος, να η νέα γενιά. Έγινε η Μασσαλία ένα διηνεκές μακελειό.  
Α, τον ένα εκτελεστή του Μεσιέ Ρομπέρ τον φάγανε λάχανο στο αεροδρόμιο του Αζατσιό, το 1966.
***
Περάσανε δυο χρόνια από το φόνο του Μπλεμάν. Το 1967 είμαστε, συγκεκριμένα, Ιούνιος. Κι' εκεί που ο Αντουάν έβαζε βενζίνη στη μερσεντές, σε μία Σελλ μέσα στη Μασσαλία, τον διπλαρώνει μία μεγάλου κυβισμού με δύο κρανοφόρους απάνω, κατεβαίνει ο ένας με δύο μπιστόλια, μπαμ, μπαμ, μπαμ μπαμ από το παράθυρο, ανοίγει την πόρτα, μπαμ, μπαμ, μπαμ, μπαμ μπαμ, μπαμ, μπαμ, έντεκα σφαίρες σύνολον, πάει ο Αντουάν. Ήταν κι' ο γιός του μέσα στη μερσεντές, δεκαοχτώ χρονών, δεν τον πειράξανε. Τώρα, αν ήταν ο Ζάμπα πίσω από τη δολοφονία, ή οι φίλοι του Μπλεμάν, ή άλλοι ανερχόμενοι κακοποιοί, ή παλιοί συνεταίροι στην πρέζα, δεν μαθεύτηκε παρά εικασίες μόνον.
Λίγη ώρα μετά από την δολοφονία του Αντουάν Γκερινί
Έγινε η κηδεία του Αντουάν με όλες τις τιμές στην Κορσική, στο χωριό των Γκερινί, την Καλενζάνα. Προσγειώνονταν τόνα μετά το άλλο τα τσάρτερ με τους προσκεκλημένους, μεσίστια η σημαία, λουλούδια, στέφανα, σκοτεινά βλέμματα οι άντρες, στα μαύρα οι γυναίκες του χωριού, όλα κομπλέ. Την ίδια ώρα, στην βίλλα του θανόντος στη Μασσαλία μπουκάρανε δύο μαλακισμένα, και βουτήξανε 180.000 φράγκα και τα κοσμήματα της χήρας, κοσμήματα πολύτιμα, μεγάλης αξίας.
Όπου ο Μεμέ που ήταν ο μετριοπαθής και ο εχέφρων, έγινε τούρκος ανεξέλεγκτος, παράνοια έπαθε. Του είχε κολλήσει πως η δολοφονία του Αντουάν ήταν δουλειά των μπουκαδόρων. Εντωμεταξύ, τα δύο χαζά πήγανε να σπρώξουν κάτι χρυσαφικά σ' έναν κλεπταποδόχο, ονόματι ο Κουτσός. Βλέπει αυτός πάνω σ' ένα δαχτυλίδι τα αρχικά της χήρας, AG, Αλίς Γκερινί, τον ζώσαν τα φίδια, λέει στους διαρρήκτας να το σκεφτώ και θα σας πω. Και πάει στους αδελφούς Γκερινί, το και το τους λέει, αυτοί το κάνανε, ήταν γνωστοί στην πιάτσα. Ο ένας εντωμεταξύ έδωσε πίσω το μερίδιό του και εξηφανίσθη από προσώπου γης, στην Ισπανία. Ο άλλος ήταν πιο χαλβάς, δεν ήταν από την Μασσαλία. Αυτός είχε ήδη σπρώξει τα μισά από το μερτικό του. Έδωσε πίσω τα υπόλοιπα, αλλά δεν έφυγε, έκλεισε ραντεβού με τον Μεμέ, να ζητήσει συγγνώμη, ξερωγώ. Στο Μπαρ τον Φίλων, σε κεντρική λεωφόρο, ουδέν κρυπτόν. Ήπιανε κάτι, και του λέει ο Μεμέ πάμε μια βόλτα με τη μερσεντές -όλοι μερσεντές είχανε- να κουβεντιάσουμε. Κι' ήτανε κι' ο άλλος αδελφός, ο Πασκάλ, και δύο μπράβοι. Και τον βρήκαν τον μικρό πεταμένο σ' ένα γκρεμό πάνω από τη θάλασσα, κόσκινο από τις σφαίρες, καταξεσκισμένο από τα μαρτύρια.
***
Τώρα προσπαθώ να φανταστώ τι συμβαίνει μέσα στη γκλάβα του Μεμέ. Διότι απ' όλα τα αδέρφια ήταν ο μόνος που προσπαθούσε να συνεφέρει τον Αντουάν, ο οποίος είχε καβαλήσει το καλάμι. Όλοι οι υπόλοιποι, κότες. Τάλεγε αυτός, σα την Κασσάντρα, και τώρα ποιό το αποτέλεσμα; Ο Αντουάν στο χώμα, κι' όλοι οι άλλοι αποδιοπομπαίοι. Ας ήρθανε στην κηδεία. Ο Μεμέ τόξερε, δεν είχε τόπο να σταθούνε πια.
Κι' εκεί απάνω έρχεται η έσχατη προσβολή, η προσβολή στον νεκρό. Κι' εκεί είναι που τρελαίνεται εντελώς και ο Μεμέ. Κι' όλα ένας πύργος τραπουλόχαρτα, κι' ο Μεμέ τα φυσάει, και σκορπάνε όλα.
Διότι τους είδανε, στο Μπαρ τον Φίλων, που τα λέγανε με τον μικρό, και φύγανε μετά. Έσπασε ο ιδιοκτήτης, και έδωσε κατάθεση. Σιγά σιγά εκτυλίχθηκε το κουβάρι της ερεύνης. Και τώρα που δεν έχουνε τις αρχές και τους πολιτικούς δικούς τους, δεν συμμαζεύεται η κατάστασις επ' ουδενί. Όπως παλιά, με τον πιτσιρικά τον ντοκέρη. Και κατέφθασε η Δίωξις  Οργανωμένου Εγκλήματος στο Γκραν Οτέλ Μεντιτερανέ, το στολίδι των επιχειρήσεων Γκερινί, αν θυμάστε που το ξανάπα. Εκεί που ερχόταν ο Αλαίν Ντελόν και ο Τζώνη Χαλινταίη με την Συλβή Βαρτάν, και άλλοι πολλοί διάσημοι πελάτες και συνδαιτυμόνες του. Που τον Τζώνη Χαλινταίη τον απόλυτο ροκ σταρ τον αποκαλούσε ο Μεμέ Ζοζό. Που αυτό τον ενοχλούσε κάπως, τον Τζώνη, τον χαμήλωνε. Αλλά δεν τολμάς να κάνεις παρατηρήσεις στον κύριο Γκερινί, όπως θέλει σε λέει, και εσύ δεν επιτρέπεται να τον λες Μεμέ, τον λες κύριο Γκερινί, και το κάνεις γαργάρα, το Ζοζό.
Κι' ούτε να σκεφτούνε προλάβανε να βγάλουνε τα κουμπούρια. Και τους περάσαν τα βραχιόλια. Του Μεμέ, κι' άλλους πέντε. Και το μόνο που βρήκε να πει ο Μεμέ του επιθεωρητού της Διώξεως Οργανωμένου Εγκλήματος ήταν "μικρέ, μόλις έκανες μια μεγάλη μαλακία." 
Ο "Μεμέ" Γκερινί και η συμμορία του συλλαμβάνονται κατά την διάρκεια πολεμικού συμβουλίου, ο τίτλος της έγκριτης εφημερίδος (κυριακάτικη έκδοση της 6.8.67.)
Αλλά μπορεί και να τόλεγε στον εαυτό του.
Ο νόθος γιός, ο Ρενέ, είχε ένα ατύχημα με το αμάξι, νοσηλευόταν σε μία κλινική στις Κάννες. Μπήκανε μέσα και τον σφάξαν στο κρεβάτι του. Μ' ένα μαχαίρι που σφάζουν στην Κορσική τα γουρούνια.
Αυτό έγινε καθώς δικάζαν τον Μεμέ, τον αδελφό του τον Πασκάλ, και τους δύο μπράβους για τον φόνο του λωποδυτάκου. Έφαγε ο Μεμέ εικοσιπέντε, ο Πασκάλ και οι δύο μπράβοι από δεκαπέντε.
Ο Μεμέ αποφυλακίστηκε το 1978 υπό όρους, έπασχε από καρκίνο. Αποσύρθηκε στο Μονπελιέ, και πέθανε σε μία κλινική. Λίγο πριν πεθάνει είπε "δεν θα ξαναπάω στη Μασσαλία."
***
Δεν ήξερα με τι τραγούδι να κλείσω αυτή την ιστορία.
Με τον Αντουάν στο χώμα και τον Μεμέ στη φυλακή, σκέφτηκα του Τσιτσάνη, το Ξημερώνει και βραδιάζει. Αλλά μετά το άφησα, προφανώς και δεν ήταν εκεί ο άξων της ιστορίας, στην απεγνωσμένη προσπάθεια του Μεμέ να αποτρέψει τον αδελφό του τον κόπανο από το να τα κάνει όλα ρημαδιό.
Σκέφτηκα καλύτερα το C'est un mauvais garçon, που το τραγούδαγε ο θείος μου ο Τάκης, και που μ' αρέσει πολύ, επιτυχία του '31, που λέει για τα μαγκάκια, τους λαϊκούς γκόμενους της εποχής που είχαν συνεχώς το ζουνάρι τους λυμένο για καυγά, και λιώνανε οι δεσποινίδες για πάρτη τους. Δηλαδή αυτό που ήταν ο Μεμέ, ο Αντουάν, ο Καρμπόν, ο Σπιριτό, ή για την ακρίβεια σ' αυτό που υπήρξαν πριν χάσουν την αθωότητά τους στο νταβατζιλίκι, την πολιτική και το εμπόριο ναρκωτικών. Αλλά και πάλι, η ιστορία άρχιζε από την απώλεια αυτής της αθωότητας. 
Η οικογένεια Γκερινί έσβησε από το Λιμπροντόρο της παρανομίας. Ακολούθησε ένας αμείλικτος πόλεμος για τον έλεγχο της πρέζας, πολύ αίμα χύθηκε, και κανένας δεν επικράτησε, μόνο η αναρχία. Ο Λάκη Λουτσιάνο είχε πεθάνει κάτω από μυστηριώδεις συνθήκες, το 1962. Ύστερα οι αμερικάνοι στριμώξανε τους τούρκους, και η τούρκικια κυβέρνηση είπε πως θα απαγορεύσει την καλλιέργεια της παπαρούνας που βγάζει την ηρωΐνη από το 1971 και μετά. Εκείνα τα χρόνια περίπου, οι αμερικάνοι στριμώξανε παραλλήλως και τους γάλλους να ενεργηθούνε περισσότερο, και τελικώς οι γάλλοι φάνηκαν πιο συνεργάσιμοι, δίναν πληροφορίες στους αμερικάνους, γέμισαν οι αποθήκες της αστυνομίας στην Νέα Υόρκη τόνους κατασχεμένη πρέζα.
Μέχρι που κάποιος παρετήρησε πως μαζεύονταν τα ποντίκια και έτρωγαν την ηρωΐνη με μεγάλη όρεξη. Την κάνανε χημική ανάλυση. Και ήτανε αλεύρι.
Κατέληξα στην Αμαπόλα. Μία ρούμπα του 1920, την έγραψε ένας ισπανός που έφυγε πρώτα στην Κούβα και μετά στην Αμερική. Την τραγουδήσανε στα ισπανικά και στα αγγλικά. Στα γαλλικά την τραγούδησε ο Τίνο Ρόσσι, φίλος του Καρμπόν αλλά και του Μεμέ Γκερινί, και ήτανε επίσης κορσικανός. Και στα ελληνικά, την Αμαπόλα την είπε η Δανάη, και μετά ο Γούναρης. Ώσπου την έβαλε και ο Έννιο Μορικόνε στο σάουντρακ του Ήταν μια φορά στην Αμερική, του Σέρτζιο Λεόνε, το 1984. Αλλά δεν είναι απλώς που είναι διεθνής και διαχρονική επιτυχία που το βάζω.
Πρέπει να σας πω πως Αμαπόλα στα ισπανικά είναι η παπαρούνα.
(Αμαπόλα, Αμαπόλα, ζωντανεύεις τα όνειρά μου όλα, έτσι λέει.)

Η ζωγραφιά: Marseille. Πενάκι, μολύβι, παστέλ και γκουάς στο καλό τετράδιο.
Το τραγούδι: Αμαπόλα, με την Δανάη. Σε μουζική του José María Lacalle και στίχους Πωλ Μενεστρέλ. Ηχογράφηση του 1933.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου