Δευτέρα, 16 Οκτωβρίου 2017

Η Αγράμπελη

Ληξούρι, γύρω στα 1900

Ήρτανε οι εγγλέζοι και διώξαν τσου γάλλους, στα 1809 αυτό. Τότε ήταν πούφτιαξε και ο Δεμποσέττης (1) τη γέφυρα στο Αργοστόλι, επανέφερε και το Λίμπρο ντ' Όρο (3) στην Επτάνησο.
Το λοιπό, ο σιορ Σπυρίδων Κρασσάς, γεννηθείς το 1813 στο Ληξούρι, εγεννήθη επί Αγγλοκρατίας.
Διότι ο σιορ Σπυρίδων Κρασσάς υπήρξε ο προ-προνόννος μου.
Συμφώνως με τα Σύμμικτα (2), απώτατη καταγωγή της οικογενείας ήτο η Κρήτη. Το όνομα απαντάται στην περιοχή του Βιάννου, και φαίνεται πως οι Κρασσάδες ανήκαν στην βυζαντινή αριστοκρατία που πήρε των ομματιώ της και εγκαταστάθηκε στα βενετοκρατούμενα Επτάνησα μετά την οθωμανική κατάκτηση. Εξ ού και ο θυρεός των Κρασσάδων της Κεφαλληνίας είχε απάνου τον Δικέφαλο. Αρκετοί Κρασσάδες διέπρεψαν κατά τον δέκατο έβδομο και δέκατο όγδοο αιώνα, στην διοίκηση και στη θάλασσα.
Για τον προ-προνόννο μου, δεν ξέρουμε και πολλά. Μόνο πως κατείχε όλον τον Λόγγο, μιαν μεγάλην εύφορη έκταση πλάι στη θάλασσα, νοτίως του Ληξουρίου. Τι καπνό εφούμερνε, άγνωστον. Έκανε δύο γιούς μετά της Στυλιανής Σκαλτζούνη, επίσης αριστοκρατικής καταγωγής. Πεθάνανε όντας νήπια και οι δύο, το 1861. Το ένα Ιανουάριο, το άλλο τον Ιούλιο. Μυστήριο πως, οι σχετικές πράξεις δεν αναφέρουν αιτία.
Ευτυχώς, ο σιορ Σπυρίδωνας είχε κι' άλλον γιό. Αυτός εγεννήθη το 1837, και τω εδόθη το όνομα Ευαγγελινός.
Ο σιορ Ευαγγελινός Κρασσάς ήτο ο προνόννος μου.
Ο σιορ Ευαγγελινός ήλθε εις πρώτην του γάμου κοινωνίαν μετά της χαριτοβρύτου Μαρίας Ζαχαράτου-Αραβαντινού, εν έτει 1873.  Ήτο δε η σιόρα Μαρία αναλόγου κοινωνικής τάξεως με την εδικήν του. Πλην όμως στέρφα -όπως διέσωσε η οικογενειακή μνήμη-. Δι' αυτόν τον λόγον ο σιορ Ευαγγελινός και η σιόρα Μαρία διεζεύχθησαν.
Ο σιορ Ευαγγελινός Κρασσάς ξαναπαντρεύτηκε στα 1892, ετούτη τη φορά με την Μαρία, θυγατέρα Δημητρίου Βουτσινά, από τα Βαρσαμάτα, και κατά τι νεότερή του. Διότι στα 1892 ο Ευαγγελινός έχει πατημένα τα πενηνταπέντε, η δε Μαρία είναι μόνον τριάντα, ίσως και μικρότερη. Και ωραιοτάτη. Και καρπερή.
Η Μαρία Βουτσινά είναι η δούλα του σπιτιού του σιορ Ευαγγελινού Κρασσά. Είναι η προνόννα μου.
Πρέπει επίσης να πω πως η αδικία που επικρατούσε εκείνα τα χρόνια ήταν δραματική. Ο αφέντης ο κτηματίας έδινε, ξερωγώ, στον σέμπρο ένα χτήμα να το καλλιεργεί. Και έπαιρνε ενοίκιο συνήθως τα δύο τρίτα της παραγωγής. Αν ο αφέντης δεν ήταν ευχαριστημένος, πήγαινε τον σέμπρο στα δικαστήρια, τόπαιρνε πίσω το χτήμα. Διότι τα δικαστήρια μεροληπτούσαν ακατάσχετα. Καιάδας μίσους χώριζε το λοιπό τον αφέντη από τον σέμπρο. Πέρναγε λόγου χάρη ο αφέντης και δεν παραμέριζε ο σέμπρος να σταθεί να βγάλει το καπέλο του να δείξει σεβασμό; Τούπαιρνε το χτήμα, κι' έμενε στους πέντε δρόμους να πεθάνουνε της πείνας, κι' ο σέμπρος και η γυναίκα και τα παιδιά του.
 Είχε κι' εξεγέρσεις, κείνα τα χρόνια. Στα 1833, μετά στα 1848, μετά τη μεγάλη, το 1849, κάψαν αρχοντικά, σκοτώσαν αρχόντους, πήγαν να κατεβούνε και στο Ληξούρι οι χωριάτες να κάψουνε τις υποθήκες, οι υποθήκες ήταν ο κύριος σκοπός των εξεγέρσεων. Κατεπνίγη στο αίμα από τους εγγλέζους, τι εκτελέσεις, τι δημεύσεις, εξορίες, κατατρεγμοί...Μετά, με την Ένωση, τα ίδια Παντελάκη μου. Ο χωριάτης ήταν μονίμως χρεωμένος στον γαιοκτήμονα, είχε την υποθήκη δαμόκλειο σπάθη πάνω από την κεφαλή του, το χρέος δεν έβγαινε αποπάνω του παρά με την ψυχή του.
Αυτή ήταν η κατάστασις, στα χρόνια του σιορ Ευαγγελινού Κρασσά. Γι' αυτό και ήκμαζε το φαινόμενο αυτό, κορίτσια σα τα κρύα τα νερά να παντρεύονται πλούσιους και γινωμένους σιόρ Ευαγγελινούς μπας και δουν θεού πρόσωπο (4). Αλλά και γκαστρώματα εκτός γάμου είχαμε πολλά, διότι το θέλγητρο της κοινωνικής ανόδου, το δέος της εξουσίας, η ωμή επιβολή επί του πλέον ανυπερασπίστου, ομού και κατά συνεργείαν που λένε, είχε γεμίσει το νησί μπάσταρδα.
Στην περίπτωση της δικής μου οικογενείας, δεν ξέρω ακριβώς τι συνέβη. Λίγο απ' όλα αυτά, μάλλον.
Διότι αν παραβάλουμε λίγο την πράξη του δεύτερου γάμου του Ευαγγελινού με εκείνην της γεννήσεως του πρώτου του τέκνου, γένους αρσενικού, στο οποίο δίδεται το όνομα Νικόλαος, με οποίαν έκπληξη θα διαπιστώσουμε πως ο μεν γάμος ετελέσθη την δωδεκάτη Νοεμβρίου 1892, ο δε Νικόλαος εγεννήθη οκτώ ημέρες μετά τον γάμο, στις είκοσι του ιδίου μηνός. Όπερ έδει δείξαι!
Οι Κρασσάδες πρέπει να ήταν πάντως πολύ ιδιόρρυθμη φαμίλια. Ακόμη και με τα σημερινά, φιλελεύθερα κριτήρια, δηλαδή. Διότι ο σιόρ Ευαγγελινός δεν είχε απλώς γκαστρώσει την υπηρέτρια και είχε χωρίσει την πρώτη του σύζυγο δια να την νυμφευθεί. Αλλά κυρίως διότι μετά το διαζύγιο, ο Ευαγγελινός συνέχιζε να ζεί και με τις δύο Μαρίες κάτω από την ίδια στέγη, και μάλιστα αρμονικότατα. Με διαφορετικούς ρόλους πια ετούτες, και όχι εύκολα διακριτούς. Πάντως, ήτανε και οι τρεις μαζί. Όπως καταλαβαίνετε, το σκάνδαλο ήταν γιγαντιαίο! Επρόκειτο για ένα Ménage à trois κεφαλλονίτικης εμπνεύσεως, όπου η πρώην και η νυν είχαν καταμερίσει τα συζυγικά βάρη αναλόγως με τα προσόντα της καθεμίας τους. Και η μεν νεότατη, θελκτική και καρπεροτάτη Μαρία δεν σταματούσε να αραδιάζει κουτσούβελα. Η δε άλλη -η οποία διέθετε μόρφωση σπανία για γυναίκα όχι μόνον της εποχής της αλλά και της τάξεώς της- είχε αναλάβει την εκπαίδευση και την εν γένει αγωγή τους.
Ο άλλος γιός του ζεύγους, ο Γεράσιμος, γεννήθηκε το 1898. Ανάμεσα στους δύο γιούς ήρθαν και δύο κόρες. Αλλά επειδή τα χρόνια εκείνα στο Ληξιαρχείο δεν γράφονταν οι γεννήσεις των θηλέων, δεν ξέρουμε πότε ακριβώς. Ήταν η Αιμιλία και η Στυλιανή, ετούτες.
Η Στυλιανή ήταν η γιαγιά μου.
Λέγανε πως ο σιορ Ευαγγελινός δεν είχε το νου του στα χτήματα, γι' αυτό φαλίρισε. Πάντως κείνο τον καιρό και για τους γαιοκτήμονες του νησιού ήταν ζόρικα τα πράματα, διότι μόλις η Πελοπόννησος συνήλθε από την Επανάσταση του 1821 ξανάρχισε το εμπόριο της σταφίδας και του κρασιού, οπότε υπήρχε σκληρός ανταγωνισμός. Τρέχα γύρευε, αν έφταιγε ο Ευαγγελινός ή ο ανταγωνισμός. Ή ακόμη αν την περιουσία την καταχράστηκαν τίποτε επιτήδειοι.
Ο Ευαγγελινός Κρασσάς απεβίωσε τον Φεβρουάριο του 1902, εις ηλικίαν των εξηνταπέντε ετών (5). Δεν γνωρίζουμε από τι.
Ο πατέρας του, Σπυρίδων Κρασσάς, απεβίωσε τον επόμενο χρόνο, τον Οκτώβριο του 1903. Γερό κόκκαλο, είχε πατήσει τα ενενήντα.
Η Μαρία Βουτσινά απέμεινε χήρα, με τέσσερα ορφανά, και καθόλου περιουσία. Και ποιός να την συντρέξει; Η τάξις της αριστοκρατίας τήνε θεωρούσε παρείσακτη. Και η κοινωνία του χωριού της, πουτάνα και ατιμασμένη, οι άνθρωποι δεν συγχωρούν την άνοδο που συνοδεύεται από πτώση.
Επήρε των ομματιών της και τα τέσσερα παιδιά κι' έφυγε στην Αθήνα.
Το μόνο που της κληρονόμησε ο σιορ Κρασσάς ήτανε μία εικόνα της Παναγίας του 17ου αιώνα, της κρητικής σχολής, ζωγραφισμένη από τεχνίτες που ήρθαν επί Ενετοκρατίας στην Κεφαλλονιά από την Κρήτη.

Σημειώσεις
1. Δεμποσέττης: ο ελβετός ταγματάρχης Charles Philippe de Bosset, πρώτος διοικητής της αγγλοκρατούμενης Κεφαλονιάς (1809-1814.) Κατασκεύασε την γέφυρα του Κούταβου. Αυτοκτόνησε το 1847.
2. Σύμμικτα: Κεφαλληνιακά Σύμμικτα, του Ηλία A. Τσιτσέλη (1850-1927.) Σύγγραμμα αναφοράς για την τεκμηρίωση της ιστορίας της Κεφαλονιάς.
3. Λίμπρο ντ' Όρο: ή Χρυσόβιβλος. Το αρχείο των οικογενειών που αποτελούσαν την επτανησιακή αριστοκρατία.
4.  Η Αγράμπελη είναι ένα από τα αριστουργήματα της Επτανησιακής λογοτεχνίας και ίσως το κορυφαίο χορωδιακό τραγούδι της Επτανησιακής μουσικής Σχολής. Η ποίηση ανήκει στον Λευκαδίτη ποιητή Αριστοτέλη Βαλαωρίτη [1824-1879]. Στο ποίημα παρουσιάζεται ανάγλυφα ετούτο ακριβώς το θέμα, η ταξική αντίθεση μέσα στον γάμο. Η Αγράμπελη είναι η κοπέλα της κατώτερης κοινωνικής τάξης, η οποία -προκειμένου να ξεφύγει από την μιζέρια και να ανέλθει κοινωνικά-ενδίδει και νυμφεύεται τον άγριο πλάτανο, δηλαδή τον γόνο της ντόπιας φεουδαρχίας. Τον τίτλο του συνθέτη διεκδικούν αρκετοί. Σύμφωνα με τη μουσική βιβλιοθήκη του μαέστρου Διονύση Αποστολάτου, υπάρχει έντυπο που φέρει την υπογραφή του συνθέτη Ευάγγελου Μακρή. Σύμφωνα με τη βιβλιοθήκη του μαέστρου Φώτη Αλέπορου, συνθέτης είναι ο Ληξουργιώτης τροβαδούρος Τζώρτζης Δελλαπόρτας [1867-1919]. Σύμφωνα με το μουσικό αρχείο του Νικολάου Τσιλίφη, δημιουργός του έργου είναι ο ριζοσπάστης μουσουργός Νικόλαος Τζανής-Μεταξάς [1825-1907], δάσκαλος του Διονυσίου Λαυράγκα.  Ο Νικόλαος Τζανής-Μεταξάς υπήρξε αξιολογότατος συμφωνικός συνθέτης. Δυστυχώς το έργο του δεν σώθηκε. Το παραθέτω ολόκληρο, συγκινημένος.
Η Αγράμπελη
Λέγ' η αγράμπελη μυριανθισμένη,
στον άγριο πλάτανο που τη θωρεί
και με τον ίσκιο του συχνοδιαβαίνει
πάντοτ' επάνω της, βράδυ κι αυγή:

" - Δένδρο περήφανο, μέσ' τον αγέρα
τα φύλλα, οι κλώνοι σου θρασομανούν'
βρίσκεις στενόχωρη τώρα τη σφαίρα;
Τ' άστρα, τα σύγνεφα δε σε χωρούν;

" Τρέχει στη ρίζα σου νεράκι κρύο
βυζαίνεις άκοπα την καταχνιά,
κι εμένα ζήλεψες συ το θηρίο,
γιατί μ' επότιζε λίγη δροσιά;

" Τι θέλεις πλάτανε, τι μου γυρεύεις;
Διώξε τον ίσκιο σου κι είμαι μικρή.
Τ' άνθη μου επάγωσαν, μήν τα παιδεύεις,
άσ' τον ήλιο μου να τα χαρεί..."

" - Ξανθή μου αγράμπελη, τι με φοβάσαι;
Θέλεις να σέρνεσαι πάντα ορφανή,
μονάχη σου έρημη τη νύχτα νάσαι,
νάχεις κρεβάτι σου λιθάρια, γη;

" Τ' άνθη ζευγάρωσε με την ανδρειά μου,
γένου βασίλισσα κι εγώ θρονί,
στηλώσου επάνω μου..., στην αγκαλιά μου
κάθε άλλο λούλουδο θα σε φθονεί..." *

Την εξεγέλασε τ' άγριο πλατάνι,
την επερίπλεξε μέσ' τα κλαριά....
Τι κρίμα, πώδωκες, ξανθό βοτάνι,
για λίγο ψήλωμα την παρθενιά!

Φτωχή κι ανύπανδρη στην ερημιά σου
μούτανε τ' άνθη σου κρυφή χαρά'
Τώρα θ' αρπάζουνε τη μυρωδιά σου
τα νέφη κι ο άνεμος, πούσαι κυρά.

5. Η αφήγηση υιοθετεί την ηλικία του Ευαγγελινού Κρασσά σύμφωνα με την πράξη θανάτου του. Σύμφωνα όμως με την ηλικία του στα πιστοποιητικά των γάμων του και τις πράξεις γέννησης των γιών του, μπορεί να γεννήθηκε το 1845, το 1847 ή το 1849. Αλλιώς, πιθανώς να δήλωνε νεώτερος, για να κρύψει τη διαφορά με την Μαρία Βουτσινά. Αλλά και της Μαρίας η ηλικία δεν αναγράφεται η ίδια στα έγγραφα αυτά. Στην πράξη γάμου την γράφουν 30 ετών, και στην πράξη γέννησης του γιού της Νικόλαου (της ίδιας χρονιάς) την γράφουν 25. 

ΙΙ. Η Σιόρα Στέλλα

Η Σιόρα Στέλλα, γύρω στο 1970.

Μαρία Κρασσά, χήρα Ευαγγελινού, το γένος Βουτσινά. Με τέσσερα παιδιά. Πως να τα φέρει βόρτα. Ξενόπλενε στα αστικά σπίτια περιοχής Νεαπόλεως-Εξαρχείων.
Τον πρώτο, τον Νίκο, τον έβαλε στο ορφανοτροφείο να μάθει μια τέχνη, έγινε μαραγκός καλός, πιάνανε τα χέρια του. Της έφτιασε την ντουλάπα με τα σκαλίσματα, να τον θυμάται. Κι' έφυγε ύστερα στην Αμερική, στη Νέα Υόρκη, δεν ξαναειδωθήκανε ποτέ πια.
Η Μήλια, η Αιμιλία, κακοπαντρεύτηκε. Από το Ληξούρι κι' αυτός, τέσσερα παιδιά της έκανε. Είχε μία λέσχη χαρτοπαιχτική. Ξενογαμιάς και πατέρας αίσχιστος. Αλλά για παρέα, ιδανικός. Φαρσέρ διαβόητος σ' όλη την Αθήνα, εκάμανε μια φορά διαδήλωση στο αστυνομικό τμήμα, ώσπου τους συλλάβανε να τους βάλουνε στο κρατητήριο. "Βαράτε ωρέ τα πόδια σας κάτω" τους έλεγε, είτονε τριάντα πες, και κάνανε φασαρία στη σκάλα σα νάτανε τάγμα. Είδε κι' απόειδε ο αξωματικός οπού 'χε να κάνει με βουρλισμένους, τους απόλυσε. Έφυγε νέα, πολύ πριν την Κατοχή, η ψημμένη η Μήλια. Την έσκασε.
Ο Γεράσιμος έκανε ένα σωρό δουλειές, δούλεψε και στα τσιγάρα. Μέχρι που φέρανε τα μηχανήματα, τους ειδικευμένους που τυλίγαν με το χέρι τους απολύσανε. Μετά τον πήραν στην Μικρασιατική, στον Σαγγάριο φτάσανε. Εντωμεταξύ ήταν και καραγκιοζοπαίχτης καλός, έφτιανε κάτι φιγούρες έξοχες, έστηνε μπερντέ και διασκέδαζε τους άλλους φαντάρους. Γύρισε πίσω σώος κι' αβλαβής, Άγιο είχε.
Η Στέλλα, η νόννα μου, παντρεύτηκε επίσης. Με προξενιό. Ο Γεώργιος Γεωργαλάς, ο παππούς μου δηλαδή, ήτανε κωνσταντινουπολίτης, φωτογράφος στο επάγγελμα. Είχανε με τον αδελφό του μαγαζί στην Πόλη, μετά ανοίξανε υποκατάστημα και στην Οδησσό, κι' άλλο στο Παρίσι. Δουλειές με φούντες. Αλλά προβλέψανε σωστά, τα παρατήσαν κι' ήρθαν με τους Βαλκανικούς εδώ, κι' ανοίξανε μαγαζί στη Σόλωνος. Μετά τον Πρώτο Παγκόσμιο είχανε μείνει μόνο με τη Σόλωνος.
Η Στέλλα κι' ο Γιώργος μένανε ψηλά στην Καλλιδρομίου, κοντά στου Στρέφη, κατηφορίζοντας προς Ιπποκράτους. Ήταν δύο δωμάτια, σε μία εσωτερική αυλή, γύρω είχε κι' άλλες οικογένειες. Κάνανε τρία παιδιά, τον Νικολάκη, τον Βάγγο(1) και την Ειμαρμένη. Κάνανε κι' άλλο ένα, τον Βενιζελάκη, αλλά πέθανε το ψημμένο, τότε με τον Δάγγειο.
Η Μαρία πήγε κι' έμεινε με το ζεύγος στην Καλλιδρομίου. Με τους συγγενείς, ούτε φωνή ούτε ακρόαση. Μόνο ένας μπάρμπας της, Βουτσινάς, ήρτε και την βρήκε. Ήτανε ζωγράφος, εγκατεστημένος χρόνια πολλά στην Αλεξάντρεια, και επέστρεφε στην Ελλάδα. "Θείε μου," του λέει η Μαρία, "εμείς φτωχικά περνάμε, αλλά ότι τρώμε θάχει ένα πιάτο και για σένα." Και τούβαλε ένα παραβάν, κοιμόταν με τα παιδιά.
Η Μαρία δεν ματάβαλε το πόδι της στην Κεφαλλονιά μέχρι που πέθανε.
Ο παππούς μου ο Γιώργος ήτανε πολύ ήσυχος άνθρωπος, αρνί. Και τον πείραζε η Στέλλα, "μωρέ, άντρας είσαι σύ;" τούλεγε, "δεν πίνεις, δεν καπνίζεις, δεν πας με γυναίκες, άντρας λέγεσαι;" Και δώστου τα γέλια κι' οι δύο, μέχρι που κοκκίνιζε η φαλάκρα του Γιώργου να κρεπάρει. Ο Νικολάκης ομοίως, του έμοιασε. Αντιθέτως ο Βάγγος, ήτανε διάλε έμπα μέσα του. Τήνε εφούρκιζε τη μάνα του, πήγαινε αυτή να του δώσει καμία, έπιανε αυτός μια καρέκλα και την έβαζε μπροστά, δεν κατάφερνε αυτή να τον βαρέσει, κάτσε ωρέ να σου δώσω μία να ξεθυμάνω τούλεγε, αλλά που αυτός, δεν καθότανε, εκεί με την καρέκλα, και τση έκανε κάτι γκριμάτσες γελοιωδέστατες, οπότε δεν άντεχε αυτή, δώστου πάλι τα γέλια, τον παράταγε.
Μια φορά ήρτε βίζιτα μια παλιά γνωστή, από το Ληξούρι κι' αυτή. Κι' άρχισε, Σιόρα Στέλλα μου τόνα, και Σιόρα Στέλλα μου τ' άλλο, εις ένδειξιν σεβασμού δηλαδή προς την πάλαι ποτέ υψηλή κοινωνική σειρά της νόννας μου. Οπότε ακούγαν οι άλλοι τι ελέγετο, ειδικώς ο Βάγγος ο θεομπαίχτης, κι' όταν έφυγε η καλή κυρία άρχισε να την κογιονάρει, Σιόρα Στέλλα μου τόνα, Σιόρα Στέλλα μου τ' άλλο, κολλήσανε και οι άλλοι, πιάσανε το ψιλό γαζί, πλην όμως η Σιόρα Στέλλα αγρόν ηγόραζε, διότι και χιούμορ διέθετε απεριόριστο και δεν ήταν και επηρμένη καθόλου, και δώστου πάλι τα γέλια, κοκκίνιζε η φαλάκρα του άντρα τση να κρεπάρει. Και της έμεινε το Σιόρα Στέλλα. Ή και το σκέτο Σιόρα. Ως χαϊδευτικό.
Πάντως η αδυναμία της Σιόρας ήταν η κόρη της, η Ειμαρμένη. Που τη φωνάζανε Μάρμω.
Η Σιόρα δεν την άφησε να πλύνει ούτε ένα πιάτο, όσο ζούσε. Για να μάθει να της τα πλένουν άλλοι. Και δεν την άφησε να τηγανίσει ούτε ένα αυγό. Για να μάθει να της μαγειρεύουν άλλοι. Και πήγαινε η Μάρμω κι' έκανε στίβο, και ξιφασκία, και κολύμβηση. Για να γίνει κάτι άλλο. Και τέλειωσε η Μάρμω την Ανωτάτη Εμπορική, και διορίστηκε στο Γενικό Λογιστήριο. Αλλά τη δεύτερη μέρα παραιτήθηκε, δεν της άρεσε. Χόρευε, την πήραν στο Εθνικό, με το αρχαίο δράμα, Μινωτής, Παξινού, στην Επίδαυρο, στο εξωτερικό περιοδείες. Μ' αυτούς.
Το ότι η Μάρμω παντρεύτηκε τον πατέρα μου και κάναν εμένα, νομίζω πως στη  Σιόρα το χρωστάω. Επίεσε ασφυκτικά την θυγατέρα της να την στείλει στην εκκλησιά. Διότι σκοπός του γάμου είναι η βελτίωσις της κοινωνικής θέσεως της γυναικός, και η εντεύθεν χειραφέτησίς της. Ήταν αυτό το δόγμα κάτι σαν οικογενειακή παράδοσις, πήγαινε από μάνα σε κόρη. Ή τραύμα.
Ο παππούς μου ο Γιώργος πέθανε το 1955. Ίσα που με πρόλαβε στο μαιευτήριο, με είχανε στη θερμοκοιτίδα, ήμουν πρόωρο, αλλά μετά πήρα τ' απάνω μου, κι' ο παππούς μου έλεγε πως ήμουν σα γουρουνόπουλο να με βάλουν στο φούρνο με πατάτες, και δώστου τα γέλια όλοι μαζί. Στα πρώτα μου γενέθλια μούκανε δώρο μια χρυσή ταυτότητα με ψιλή αλυσιδούλα και τ' όνομά μου, κι' από πίσω είχε χαραγμένο "Βασιλάκη μου ο παππού σου." Στα επόμενα γενέθλια μου την φοράγανε, προς μεγάλη μου δυσφορία, δεν μου άρεσαν τα δεσμά και οι αλυσίδες, από μωρό που ήμουν.
Από τότε που παντρευτήκαν τα παιδιά της και χήρεψε, έμενε μόνη της στην Καλλιδρομίου. Δηλαδή τι μόνη, στην αυλή ζούσαν άλλες τρεις οικογένειες, κι' ήταν και γειτονιά η Νεάπολη τότε, τους ήξερε όλους τόσα χρόνια. Δεν πήγαινα σχολείο ακόμη, ούτε νηπιαγωγείο που πήγα έναν χρόνο, και με άφηναν συχνά εκεί να με φυλάει. Θυμάμαι τα δύο δωμάτια, και το τραπέζι με την κρυστάλλινη φρουτιέρα, και μια γλυκειά μυρωδιά το φθινόπωρο από κάτι μαραγκιασμένα μήλα. Τα καλοκαίρια έφτιανε μελιτζάνες στο τηγάνι με ντομάτα, και έβαζε και σκόρδο, κεφτέδες επίσης, και πατατοκεφτέδες θυμάμαι έφτιαχνε, κάπως μακρόστενους και πλακουτσωτούς στο σχήμα. Μου τραγούδαγε, ήταν ολόσωστη, με γλύτωσε από τον φάρτσο τον πατέρα μου, διότι αυτό το πράμα είναι να μην πάρεις τον στραβό δρόμο από μικρός. Κοιμήσου και παρήγγειλα στην Πόλη τα προικιά σου, στη Βενετιά τα ρούχα σου και τα χρυσαφικά σου. Το γελεκάκι. Κάτω στο γιαλό κάτω στο περιγιάλι. Την ανθισμένη αμυγδαλιά (2). Επίσης κι' ένα πατριωτικό, προ της Ενώσεως θάταν που θα το λέγανε, θυμάμαι ακόμη τα λόγια και τη μουσική, κι' ας μην το ξανάκουσα ποτέ μου έκτοτε: σαν τη σπίθα κρυμμένη στη στάχτη εκρυβόταν για μας η Λευτεριά, όμως ξάφνου πετιέται, ανάπτει, εξαπλούται σε κάθε μεριά. Αυτό μου άρεσε πιο πολύ, η μελωδία του που ήταν ηρωική και κάπως μελαγχολική. Και η αμυγδαλιά, είχε μία μελαγχολία. Τα άλλα τα βαριόμουν, ομολογώ. Αλλά είναι απορίας άξιο πως τα θυμάμαι. Αλλά και που κάθομαι και τα γράφω, περίεργο δεν είναι; Λες και όσο μεγαλώνω απλώνω πιο πολύ τις ρίζες μου να κρατηθώ ορθός.
Τον Βάγγο τον μετέθεσαν στην Κέρκυρα. Κι' η γυναίκα του τάβαψε μαύρα, που θα πήγαινε στην επαρχία, διότι ήταν από την Τρίπολη αυτή, και ωδύρετο που δεν θάχει ούτε ένα κομμωτήριο να φτιάνει τα μαλλιά της, έναν κινηματογράφο να πάνε, ξερωγώ. Εντωμεταξύ, εκείνο τον καιρό ερχόταν και ο Έκτος Στόλος στην Κέρκυρα, και υπήρχε αντίστοιχος προσέλευσις κοριτσιών της χαράς που τα λένε, συνέρρεαν απ' όλη την επικράτεια προς ψυχαγωγίαν των πληρωμάτων. Εκ του γεγονότος τούτου η Σιόρα ήντλησε ακράδαντο επιχείρημα ώστε να απαλύνει την απελπισία τση νύφης της.
-Μπα γε! της λέει, "με τόσες πουτάνες δεν γίνεται να μην έχει κομμωτήριο."
Θυμάμαι την πρώτη φορά που μπήκα στο αεροπλάνο, εξαετής. Μαζί με τη Σιόρα ήταν, μας βάλανε σε μια ντακότα της Ολυμπιακής, γυάλιζαν στον ήλιο τα φτερά της σαν ασημένια, γυρνάγαν οι έλικες και δεν τις έβλεπες, και πήγαμε στην Κέρκυρα, στον Βάγγο. Στην Κέρκυρα πηγαίναμε για μπάνιο. Αυτή μ' έμαθε να κολυμπάω. Στα μπάνια του Αλέκου, στην Κοντραφόσσα αποπάνω, δίπλα από το Μέγαρο του Μέτελα (2) έχει μια σκάλα, απο κει κατεβαίναμε. Το πρώτο καλοκαίρι με κρατούσε από το πηγούνι, το δεύτερο που ξαναπήγαμε με άφησε μόνο μου, να εξοικειωθώ. Είχα μία κουλούρα, και πήγαινα στα άπατα. Μετά, άφησα την κουλούρα. Πήδαγα στο τέλος βουτιές αποπάνω από τις καμπίνες, με κάτι άλλους της ηλικίας μου. Η θάλασσα για μένα είναι μία γυναίκα που σου δίνει την ελευθερία σου.
Λάτρευε τα ψάρια. Άμα μου δώσετε μπαρμπούνια και δεν τα θέλω, τότε πεθαίνω, έτσι έλεγε.
Ήμουνα στην Πρώτη Γυμνασίου όταν την έδωσε ο ιδιοκτήτης αντιπαροχή την αυλή της Καλλιδρομίου. Και ήρθε να μείνει μαζί μας. Την βόλεψε και τη μάνα μου, που έλειπε όλο με το Εθνικό, μαγείρευε η γιαγιά. Μια μικρή σύνταξη που έπαιρνε την έδινε στον πατέρα μου για τα έξοδά της. Εγώ τότε είχα ένα ποδήλατο γυναικείο, το παλιό της ξαδέλφης μου, χωρίς το σίδερο. Κάτι που είχε στη μπάντα η Σιόρα Στέλλα, μου αγόρασε ένα raleigh κόκκινο με ταχύτητες. Κι' έκανα πνεύμονες ακκορντεόν και πόδια από ατσάλι.
Γύρναγα από το σχολείο, δεν χαιρέταγα, έπεφτα με τα μούτρα το χτήνος να φάω, καθόταν αυτή δίπλα και με κοιτούσε. Όταν την θυμόμουν που ήταν εκεί, της έλεγα γειά σου γιαγιά, και γέλαγε αυτή, και μούλεγε γειά σου αφέντη μου. Όλο τέτοιες κουρλαμάρες έκανα κείνο τον καιρό. Κι' εκείνη με μάλωνε, ζούρλιακα, ε ζούρλιακα μούλεγε. Και το άλλο που με προσφωνούσε τιμητικώς ήταν το μπόγια, ε μπόγια. Και δώστου πάλι τα γέλια...
Αλλά κατά βάθος δεν ήταν ευτυχής μαζί μας. Αισθανόταν πως γινόταν βάρος, ντρεπόταν και τον πατέρα μου, μερικές φορές ήταν άκομψος στα αστεία του αυτός, εξυπνακισμοί ανέξοδοι, κι' άμα τσακωνόταν με τη μάνα μου γκάριζε σα γκαουλάιτερ ξερωγώ, κι' έβριζε χριστοπαναγίες, κι' η Σιόρα Στέλλα τρόμαζε, δεν αισθανόταν καλά με την συμπεριφορά του αυτή, τα σεβόταν τα θεία, ειν' αλήθεια. Έπαθε τελικώς η καρδιά της, όχι αναγκαστικώς εξαιτίας του πατέρα μου, αλλά τότε δεν ήξερε η Ιατρική όσα ξέρει τώρα, και την πιάνανε κάτι δύσπνοιες και λαχάνιαζε στα καλά του καθουμένου. Και εγώ το μαλακισμένο ρώτησα "γιαγιά θες μπαρμπούνια;" Κι' αυτή γύρισε και με κοίταξε με το πιο πικρό της χαμόγελο.
Ένα Σάββατο που γύρισα από το σχολείο, γιατί εκείνο τον καιρό δεν είχε αργία το Σάββατο, ήτανε η Μάρμω κι' ο Βάγγος στο δωμάτιό της και κλαίγανε.
Κι' εκείνη ήταν στο κρεβάτι της, σοβαρή-σοβαρή και ήρεμη, μ' εκείνη την κέρινη ωχρότητα που αντίκριζα για πρώτη μου φορά.



Σημειώσεις
1. Ο Βάγγος είναι ο Βαγγέλης, ο Βαγγέλης είναι ο Ευάγγελος, ο Ευάγγελος είναι ο Ευαγγελινός.
3. Μέτελας: Ο Τόμας Μαίτλαντ, αρμοστής των Ιονίων Νήσων στο διάστημα 1814-1823. Η παραφθορά του ονόματος απαντάται σε όλα τα Επτάνησα.

ΙΙΙ. Την μέρα που ήρθε ο Νταβίδιας
Ο Νταβίδιας με την φανταιζί γραβάτα στο κέντρο, και γύρω το Κρασέϊκο.
Η μεγαλοπρεπής Βασίλισσα Φρειδερίκη (1) έπιασε ντόκο στο λιμάνι του Πειραιά ένα πρωϊνό με ελαφρά νέφωση, τον Απρίλιο του 1965. Όλο το σόϊ του Νικόλαου Κρασσά  ήταν στην προκυμαία από τις δέκα να τον υποδεχτεί, επέστρεφε για πρώτη φορά μετά από μισόν αιώνα, και επέστρεφε για πάντα, και περίμεναν κι’ άλλες δύο ώρες για τις διατυπώσεις, οπότε πήγε μεσημέρι. Κι’ ήταν τα σύννεφα φορτωμένα αδημονία και κουφόβραση, αλλά δεν πήγαινε για βροχή, περίμεναν λοιπόν, πρώτα απ’ όλα τα αδέλφια του Νικόλα, η Σιόρα Στέλλα και ο Γεράσιμος, μιάς και η άλλη αδελφή, η Μήλια -η Αιμιλία- τους είχε αφήσει χρόνους από την καρδιά της πριν την Κατοχή. Μετά ήταν τα παιδιά της Σιόρα Στέλλας, ο Νικολάκης, ο Βάγγος και η Ειμαρμένη, και η κόρη του Γεράσιμου, η Αιμιλία, όλοι μετά των συζύγων και των τέκνων των, εκ των οποίων και ο εντεκάχρονος εγγονός της Σιόρα Στέλλας -εγώ- από την θυγατέρα της την Ειμαρμένη -ήτοι τη Μάρμω, τη μάνα μου, την χορογράφο του Εθνικού Θεάτρου-, και τον σύζυγό της τον Νίκο -τον πατέρα μου-, χημικό μηχανικό στο τσιμεντάδικο του Τσάτσου. Κι’ ο Νικόλαος Κρασσάς -ή θείος Νικος ή Νταβίδιας- εμφανίστηκε από τον έλεγχο διαβατηρίων, είχε ένα τρεμουλιαστό βάδισμα, γεροντίστικο, αλλά ήταν ψηλός σαν αμερικάνος, κι' είχαν τρέξει ο Βάγγος κι' ο Νικολάκης να τον προϋπαντήσουν, κι' όλο το υπόλοιπο κρασσέικο ακολουθούσε, νάτος, νάτος, φωνάζανε εν χορώ, αν και -εκτός από τα αδέλφια του και την μάνα μου που είχε πάει με το Εθνικό στην Αμερική το πενηντατρία- τον ξέρανε μόνο από τις φωτογραφίες, και η απόσταση μίκραινε, κι' η Σιόρα τάχαινε το βήμα, τώρα φαινόταν πιο πολύ πόσο είχαν στραβώσει τα πόδια της από τα αρθριτικά, και τα διασχίσαν τα ατέλειωτα τελευταία μέτρα που τους χώριζαν, συναντήθηκαν με τα πολλά, και ο θείος Νικ έχωσε τη συγκίνησή του σ’ ένα κομοδίνο συγκρατημένης ευθυμίας, διότι τέτοια συγκίνηση δεν χωράει ούτε στα δάκρυα ούτε στους σπαραγμούς, μόνο η Σιόρα Στέλλα έκλαψε βουβά, και τα μάτια του Γεράσιμου ήταν πιο υγρά απ’ ό,τι συνήθως, κι’ όλη η σκηνή κράτησε μόνο λίγα δευτερόλεπτα, το πλιτς ενός βότσαλου σε μια θάλασσα φωνές και χαχανητά της οικογενείας, και μετράγανε πόσα χρόνια έλειπε, όχι το δεκαεφτά έφυγε, όχι το δεκαπέντε, και κάναν αφαιρέσεις, ο θείος Νικολάκης ήταν άσσος στην αριθμητική, κι’ ύστερα βάλαμε τον θείο Νικ στο φιατάκι του πατέρα μου, πίσω στριμωχτήκαμε ο Βάγγος, η μάνα μου κι' εγώ, κι’ οι άλλοι πήραν ταξί για το Χαλάντρι, στο σπίτι μας, κρεμόμουνα από τα χείλη του θείου Νταβίδια, ν’ ακούσω τι θα πει ο αμερικανός θείος, αλλά δυστυχώς ο θείος μίλαγε πολύ λίγο, λες και τα είχε ξεχάσει τα κεφαλλονίτικα, κι’ ουδέποτε κατάφερε να μάθει τα εγγλέζικα, κεφαλονίνγκλις ξερωγώ, οπότε σ’ όλη την διαδρομή τον ξεναγούσαν, το μόνο που είπε ήταν «ωραία, έχετε και ιππόδρομο, εγώ όταν έφυγα ήταν χωράφια δωπέρα», αυτό το είπε στο Δέλτα, και λίγο αργότερα είπε «ωραία, έχετε και Χίλτον.»
Φτάσαμε στο σπίτι, όπου είχαν στρώσει ήδη το τραπέζι με τις καλές πορσελάνες και το λινό τραπεζομάντηλο, και φάγαμε, κι’ ήπιαμε, και ο Βάγγος που ήταν ζιζάνιο τον πείραζε τον Νταβίδια που ήταν κάπως αγαθούλης, πως στην Αμερική ήταν συνεταιράκι του Αλ Καπόνε, και γέλαγε ο ψημμένος ο Νταβίδιας. Μετά χόρεψαν, κι ο θείος Νίκος χόρεψε ένα τανγκό την Ειμαρμένη, και το τανγκό ακουγόταν από το μαγνητόφωνο μπομπίνας Γκρούντιχ γερμανικό που είχε αγοράσει ο πατέρας μου, και κάθε μπομπίνα διαρκούσε ένα δίωρο κοντά η κάθε πλευρά, είχε ο πατέρας καμιά εκατοστή μπομπίνες, τις οποίες του τις έγραφε τζάμπα ένας συνάδελφός του στο τσιμεντάδικο, που είχε ένα εξαιρετικό στερεοφωνικό, πικάπ και μπομπινόφωνο και εκατοντάδες δίσκους. Αυτός ο συνάδελφος είχε πάθος με τη μουσική.  Αντιθέτως, ο πατέρας μου δεν είχε κανένα πάθος, αλλά έτρεφε απέραντο θαυμασμό για τις δυνατότητες της τεχνολογίας, γι’ αυτό και αγόρασε το μαγνητόφωνο. Κι’ απ’ τα ανοιχτά παράθυρα ξεχύλιζε το καλοκαίρι Σεχραζάτ και Συμφωνία του Νέου Κόσμου και Σαμερτάϊμ, οπότε εγώ, επειδή δεν μπορούσα να αποκριθώ στην μουσική με άλλο τρόπο, έφτιαχνα ιστορίες με κεντρικό ήρωα τον εαυτό μου, αορίστως μεγαλύτερο, μεταμορφώνοντας τα χέρσα χωράφια απέναντι από το σπίτι μας σε ασιατική στέπα ή αμερικάνικη πάμπα ή αφρικάνικη σαβάνα, ή μεξικάνικη έρημο, αναλόγως της μουσικής που είχε γίνει το σάουντρακ της ζωής μου, με στο βάθος διάφανη φέγγοντας γαλάζια απόγευμα την Πεντέλη, με συστοιχίες ευκάλυπτοι, καλοκαίρια, το λιγάκι πουκάμισο που τρώει ο αέρας, καβάλα σ' ένα άλογο, κι' από πίσω καβάλα στο άλογο είχα την Ροσσάνα Ποντεστά, που την είχα δει φωτογραφία σε κάποιο περιοδικό, ή στο σινεμά, αλλά δεν ήξερα πώς η Ροσσάνα είχε κάνει ήδη μεγάλη καριέρα στο Μεξικό και σ’ όλη την Λατινική Αμερική, πώς μεταμορφώθηκε σε σταρ εν μία νυκτί εκεί πέρα, με κείνη την παράξενη ταινία που βραβεύτηκε στις Κάννες το 1953 για την καλύτερη αφήγηση εικόνας, χωρίς να υποψιάζομαι πώς ο άνθρωπος που την γύρισε, εκείνος ο παγκοσμίως διάσημος μεξικανός σκηνοθέτης και ηθοποιός, υπήρξε έφηβος αντισυνταγματάρχης του ιππικού στην Επανάσταση, και εν συνεχεία είχε καταδικαστεί είκοσι έτη κάθειρξη για το αποτυχημένο πραξικόπημα του ντε λα Χουέρτα, έτσι ισχυρίζετο ο διάσημος αυτός σκηνοθέτης (3), μα κατάφερε να το σκάσει τινάζοντας την φυλακή στον αέρα με δυναμίτη όπως ο Τζέιμς Κόμπερν στο «Κάτω τα κεφάλια»(4) κι’ έφτασε στο Χόλλυγουντ με τα πολλά, κι’ άρχισε από τον πάτο της κοινωνίας, δηλαδή από το να πλένει πιάτα για να ζήσει, και μετά ντούμπλαρε τον Ντούγκλας Φαίρμπανκς στις ζόρικες σκηνές και πόζαρε γυμνό μοντέλο για το αγαλματάκι των  Όσκαρ, και πήδαγε την Ολίβια ντε Χάβιλαντ!
Πως έρχεται έτσι τούμπα η ζωή των ανθρώπων! Πως θάθελα να φέρει τούμπα και την δική μου τη ζωή! Ντρεπόμουν όμως να το ομολογήσω, ντρεπόμουν που ήμουνα ονειροπόλος και αφηρημένος και ρωμαντικός, κι' ο πατέρας μου ήθελε να με διορθώσει με αγριάδες, όμως το μαγνητόφωνο, το εξωπραγματικό εκείνο σάουντρακ της ζωής μου, τις σκέπαζε και τις αγριοφωνάρες και τις νουθεσίες: κεεε μπονίτος ώχοστιένεεες…ντεμπάχο ντεσαντοσέχας…ντεμπάχο ντεσαντοσέεεχας…κεεε μπονίτος ώχοστιένεεες…και μετά: Μαλαγιέεεεεεεεεεεενια σανερόοοοσα….  Και στρεβλώνοντας απελπιστικά στο αυτί μου κείνες τις ακατανόητες -μέχρις παρεξηγήσεως- μεξικάνικες λέξεις, σπαραχτικές κι’ ανάκατες με κιθάρες, βιολιά, μαζί με όλα τα χρώματα κι’ αρώματα του κήπου, τα κίτρινα και τα κόκκινα τριαντάφυλλα τα αναδυόμενα από την γλυκιά οσμή το καστανόχωμα και την χωνεμένη κοπριά, τα λευκά γαρύφαλλα, τα φύλλα τους στην γαλαζόπετρα ραντισμένα, τα γιασεμιά τα προς την Μεγάλη Άρκτο αναρριχώμενα, και τις γαρδένιες να ακκίζονται με την κολώνια της όμορφης νονάς της αδελφής μου, που ήταν ηθοποιός αυτή -την λέγαν Φλορέττα το καλλιτεχνικό της, από το Ανθή- και ερχόταν επίσκεψη το απόβραδο μαζί με τον άντρα της -τον Ντίνο- έναν διάσημο σκηνοθέτη του ελληνικού σινεμά, ε, είχα αρχίσει να υποψιάζομαι πως άμα τραγουδάς ωραία και παίζεις κιθάρα, τότε σου φεύγει ο καημός από τα στήθια και σου επιτρέπεται να λες ό,τι παλαβομάρα γουστάρεις σε όποιαν σ’ αρέσει, κι’ αυτή να λιώνει για σένα. 
Βρήκανε του θείου Νικ ένα δωματιάκι στην Λαμπρινή, δυο βήματα από του Νικολάκη. Η σύζυγός του, η Λούλα, τον φρόντιζε σα πατέρα της. Αυτή η θειά μου η Λούλα ήταν από τα μέρη τση πεθεράς της, της Σιόρα Στέλλας, το γένος Λαμπίρη. Κοφτερό μυαλό, και τέρας ενεργητικότητας. Ο Νικολάκης ήταν φωτογράφος, συνέχιζε το μαγαζί του πατέρα του και παππού μου, κι' άμα έβγαινε για καμιά εξωτερική φωτογράφιση, γάμοι, βαφτίσια, εκδηλώσεις ξερωγώ, καθόταν η Λούλα στο πόδι του. Είχε μία ξύλινη μηχανή τεραστίων διαστάσεων, μία αντίκα απερίγραπτη, τώρα η Λούλα δεν ήξερε να τη φέρει βόρτα, να νετάρει, φωτισμούς, φιλμ, μαύρα μεσάνυχτα. Οπότε ερχόταν ξερωγώ ένας να βγάλει για ταυτότητα, του τράβαγε τζούφιες η Λούλα, χωρίς φιλμ, να μη χάσουνε τον πελάτη. Ερχόταν να τις παραλάβει αυτός, ήταν ο Νικολάκης τώρα στο μαγαζί, τούλεγε δεν βγήκαν καλές, φοράγατε και άσπρο πουκάμισο, δεν το ξέρεις χριστιανέ μου πως αντανακλά το άσπρο; Καθήστε να σας βγάλω καινούργιες. Τι να κάνει ο άνθρωπος, είχε δώσει και προκαταβολή, καθότανε, τον τράβαγε ο Νικολάκης τις κανονικές...
Θυμάμαι τα καλοκαιριάτικα μεσημέρια, ο Θείος Νικ ερχόταν σπίτι, πότε μόνος του, πότε α λα μπρατσέτα με τον θείο Γεράσιμο, με το λεοφωρείο. Κι' είχε φτιάξει η Σιόρα πότε γεμιστά, τους έβαζε κουκουνάρι και σταφίδες, πότε αγκινάρες α λα πολίτα, πότε ιμάμ, πότε μπεφτέκια. Οι γονείς μου λείπαν, και λέγαν τα δικά τους αυτοί, ήσυχα-ήσυχα, πίναν και κανά κρασάκι, έπινε κι' η Σιόρα όποτε τους είχε παρέα. Και γω τους άκουγα, ειδικά άμα έλεγε ο Νικ για την Αμερική.

Είχε φέρει κι' ένα σεντούκι με τα σύνεργα της δουλειάς του: σφυρί, σκαρπέλλα, πριόνια, πλάνιες, μας το χάρισε. Επειδή εμένα μ' αρέσαν τα μαστορέματα. Μουδειχνε, να πριονίζω ίσια, να καρφώνω ίσια, να πλανάρω ίσια. Αλλά ούτε υπομονή είχα, ούτε έφεση.
 Τον δεύτερο χειμώνα μετά την επιστροφή του στην Ελλάδα, ο θείος Νικ άρπαξε πνευμονία, αλλά επειδή δεν ήθελε να ενοχλεί δεν είπε τίποτα σε κανέναν, κι’ έτσι δεν τον πρόλαβε ο κέρβερος η Λούλα. Ήταν μερικούς μήνες πριν φύγει η Σιόρα Στέλλα. Κι’ έμεινε έτσι ο θείος Γεράσιμος μόνος του. Τον θυμάμαι κλαμμένο στην κηδεία, έβγαλε το μαντήλι του να σκουπίσει τα δάκρυά του, "Βασιλάκη μου, την χάσαμε τη Στελλίτσα," μου λέει, και μ' αγκάλιασε και με φίλησε. Ρούφηξε τη μύτη του μετά, άναψε και τσιγάρο. "Μπορούσαμε να κάνουμε και τίποτα;" ξανάπε, σαν να τον είχε βασανίσει το ερώτημα αυτό, σαν νάχε κάποια τύψη. "Δεν μπορούσαμε."
Ένα μεσημέρι, λίγο καιρό μετά την κηδεία της Σιόρα Στέλλας, ήρθε ο θείος Γεράσιμος ξανά επίσκεψη στο σπίτι. Ήταν εκεί η μάνα μου κι' εγώ. «Ξύπνησα πρωί-πρωί σήμερα» είπε ο θείος, «και κει που ξουριζόμουν άρχισα να τραγουδάω Έρημος, βαρύς και μόνος σέρνομαι μες τη ζωή. Και που λες, Ειμαρμένη μου, βάζω κάτι κλάμματα! Κάτι κλάμματα!» Με κοίταξε ύστερα με τα υγρά μάτια του. «Το ξέρεις, το Έρημος, βαρύς και μόνος, Βασιλάκη μου;»  ρώτησε. Δεν τόξερα. Ο θείος Γεράσιμος άρχισε να το τραγουδάει.  Ήταν πολύ δεμένα, τα αδέλφια, παρά την απόσταση που τους χώριζε για το μεγαλύτερο μέρος της ζωής τους. Τραγουδούσαν επίσης πολύ ωραία και οι τρείς μαζί σοτοβότσε, ειδικά άμα είχαν τραβήξει και τα ποτηράκια τους. Που τα γέμιζαν στα δύο τρίτα περίπου, ποτέ ως απάνω, αγένεια το θεωρούσαν, έλλειψη σαβουάρ βιβρ. Την ώρα του επιδορπίου και του φρούτου βάζανε και μία φέτα μήλο μέσα. Η Σιόρα Στέλλα και ο Νταβίδιας τότσουζαν μόνο στα οικογενειακά τραπεζώματα. Ο Γεράσιμος έπινε. Στον ταραχώδη βίο του είχε υπάρξει διαδοχικώς εργάτης στα τσιγαράδικα πριν βγούνε οι μηχανές, δεινός καραγκιοζοπαίχτης -όντας φαντάρος στην Μικρά Ασία διασκέδαζε το σύνταγμά του και κονόμαγε το χαρτζηλίκι του- και ένα σωρό επαγγέλματα. Σας τάχω πει αυτά, νομίζω. Όμως η καριέρα του η μεγάλη ήταν επαγγελματίας χαρτοπαίχτης φημισμένος στας Αθήνας, μέχρι που κάποιος νταής τον έκοψε μ΄ έναν σουγιά. Ο νταής ισχυριζόταν πως ο Γεράσιμος ήταν αβανταδόρος του ευαγούς ιδρύματος, δηλαδή της λέσχης, έτσι την έλεγε τη λέσχη που έπαιζε ο Γεράσιμος, και γελάγανε με τον Βάγγο. Πράγμα το οποίον ουδέποτε επαληθεύθηκε. Πως ήταν αβανταδόρος, δηλαδή. Δεν τον έκοψε και πάρα πολύ, πάντως χρειάστηκε να πάει να τον ράψουν στο νοσοκομείο. Λοιπόν, ο θείος Γεράσιμος έπαιρνε καθημερινώς το μεσημεριανό του ουζάκι στο καφενείο, ένα-δύο βερμούτ στη λέσχη και οπωσδήποτε καμιά μπύρα ή ρετσίνα στην ταβέρνα της γειτονιάς του, στου Γκύζη όπου έμενε με την θεία Φιφή. Και ήταν ο μόνος από τα αδέλφια που κάπνιζε. Και η γυναίκα του, η Φιφή, κάπνιζε επίσης. Και κάπνιζε, και βαφόταν, και ντυνόταν, κάτι ταγεράκια πολύ φανταιζί. Και ο αμαρτωλός βίος και των δύο τυλιγόταν σε μίαν αχλή μυστηρίου, δαχτυλίδια καπνού που ανέβαιναν προς τα πάνω, και σέρτικη μυρωδιά νικοτίνης. Τα τελευταία χρόνια ο θείος Γεράσιμος είχε κι’ ένα ξυραφάκι στο πακέτο του, έκοβε τα τσιγάρα στα δύο και τα έχωνε σε μια κοκάλινη πίπα με φίλτρο, γιατί τον πείραζε το ρημάδι στα γεράματα. "Αυτό, Βασιλάκη μου, να μην το βάλεις στο στόμα σου," μούλεγε. Κι' άναβε.
Λίγο καιρό μετά πήγε να συναντήσει τους άλλους. Αθόρυβα και αξιοπρεπώς, αφέντης δίχως γη και ποπολάρος χωρίς αφέντη έως το τέλος του βίου του.
Βγάλαμε και φωτογραφία, τη μέρα που γύρισε ο Νταβίδιας από την Αμερική. Ρυθμίσανε το διάφραγμα, νετάρανε, και μούπανε να, αυτό το κουμπί να πατήσεις.

Σημειώσεις
1. Το υπερωκεάνιο Βασίλισσα Φρειδερίκη,  πλοιοκτησίας Ευγένιου Ευγενίδη και μετά Χανδρή, άρχισε να ταξιδεύει με ελληνική σημαία το 1955, στο δρομολόγιο Πειραιάς-Νέα Υόρκη. Παροπλίστηκε το 1971, αλλά επέστρεψε στις θάλασσες ως κρουαζιερόπλοιο μέχρι το 1975.
2. Από το νταβίδι, πληθ. νταβίδια: η μέγγενη, ο σφιγκτήρας των επιπλοποιών, το εργαλείο που κρατάει σφιχτά ενωμένες δύο ξύλινες επιφάνειες μέχρι να στεγνώσει η κόλλα.
3. Ήταν το La Red του Emilio Fernandez. Αν και οι συμπατριώτες του είναι κάπως επιφυλακτικοί σχετικά με το πόσο αληθινός είναι ο βίος και πολιτεία του, όπως ο ίδιος τον αφηγήθηκε, και τον επαναλαμβάνω κι' εγώ, και όχι προϊόν της αναμφισβήτητης δημιουργικότητας και αχαλίνωτης φαντασίας του.

4. Ο αγγλικός τίτλος είναι A fistful of dynamite: εργάρα του Σέρτζιο Λεόνε. Το πιο πολιτικό του φιλμ, αλλά και εκρηκτική δράση και γέλια πολλά. Εκτυλίσσεται στο Μεξικό, στα χρόνια της Επανάστασης. Εκπληκτική μουσική του Έννιο Μορικόνε.  Απολαύστε σκηνές
5. Τραγούδι του Αττίκ, εδώ με την Δανάη.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου