Ένας ζωγράφος, ένας ποιητής, και η κλοπή της Τζοκόντας στα 1911
![]() |
| Το κυριακάτικο φύλλο της Κοριέρε ντέλλα Σέρα του Μιλάνου με φανταστική απεικόνιση της κλοπής |
Την Δευτέρα, 21 Αυγούστου
1911, το Μουσείο του Λούβρου ήταν κλειστό. Όπως όλες τις Δευτέρες. Την άλλη μέρα,
Τρίτη 22, πουρνό-πουρνό, εμφανίστηκε ένα μυστήριος, ένας Λουί Μπερού, ζωγράφος,
ο οποίος έφτιαχνε πίνακες με τους επισκέπτες του Λούβρου. Αυτός ο μυστήριος
έφτιαχνε σκίτσα της Τζοκόντας. Προσχέδια δηλαδή, ήθελε να ζωγραφίσει την
Τζοκόντα, αλλά όχι ως αντίγραφο. Ήθελε να ζωγραφίσει την Τζοκόντα ως θέμα μέσα
στον χώρο, με το κάδρο, τους τοίχους, την διακόσμηση, κι' όλα. Και τι να δει; Πουθενά
Τζοκόντα. Ρωτάει τους φύλακες. Α, λέει, θάναι στους φωτογράφους. Ρωτάνε τους
φωτογράφους, πουθενά. Ούτε Τζοκόντα, ούτε και Μόνα Λίζα.
Οπότε έγινε ο κακός χαμός.
Ήρθε η αστυνομία, κλείσανε το Μουσείο μια βδομάδα να ερευνήσουνε. Κλείσανε
μέχρι και τα σύνορα της χώρας. Απολύσανε τον διευθυντή. Ο διεθνής και εντόπιος
τύπος λύσσιαξε. Πρωτοσέλιδα πηχυαία. Η εφημερίδα Paris Journal έταξε αμοιβή πενήντα χιλιάδες φράγκα σ' όποιον δώσει πληροφορίες. Μετά
θυμηθήκανε και άλλες περιπτώσεις κλοπής, ο Λούβρος ήταν μπάτε σκύλοι αλέστε κι'
αλεστικά μη δίνετε τότε, τα βάλαν με την κυβέρνηση που παρέπαιε.
Πέρναγαν οι μέρες, ο κόσμος
συνέρρεε αθρόως μπροστά στο άδειο ντουβάρι κι' άφηναν λουλούδια. Πέρασε από κει
και ο Φραντς Κάφκα, που ήταν στο Παρίσι εκείνες τις μέρες . Ο Λουί Μπερού ζωγράφισε την κλεμμένη Τζοκόντα
στην θέση της, όπως ήταν κανονικά πριν στον Λούβρο. Κι' έβαλε και τα πινέλα του
στην ζωγραφιά μέσα, ανεβήκανε κι' οι τιμές του, πούχε αποκαλύψει πρώτος την
κλεψιά.
Στις 29 Αυγούστου βγήκε το
φύλλο της Paris Journal με πρωτοσέλιδο "Κλέπτης μας φέρνει έργον κλαπέν από τον
Λούβρον" και φωτογραφία ένα πέτρινο αγαλματάκι κακάσκημο με μεγάλα
αυτιά και γουρλωτά μάτια. Υπήρχε και επιστολή του κλέπτου, που έλεγε πως είχε
κλέψει τρία τέτοια αγαλματάκια, και τ' άλλα δύο τάχε πουλήσει ενός ζωγράφου
φίλου του. Υπογραφή, Ιγνάτιος ντ' Ορμεζάν.
Ουάου! Και όπως ήταν
επόμενο, όλοι υποψιάζονταν πως δεν μπορεί, αυτός ο Ιγνάτιος θάναι οπωσδήποτε
μπερδεμένος και με την υπόθεση Τζοκόντα.
***
Ο Πάμπλο Πικάσσο στα οκτώ
του ζωγράφιζε ήδη τα επόμενα τριάντα χρόνια της σύγχρονης τέχνης. Ύστερα
επέστρεψε πίσω στους αιώνες, στον Γκρέκο και τον Γκόγια, για την ολοκλήρωση της
ακαδημαϊκής του παιδείας. Στα εικοσιτρία του ήταν κιόλας στο Παρίσι, την μήτρα
γραμμάτων και τεχνών του 20ου αιώνα. Πήγαινε συχνά στο Λούβρο. Εκεί
πέρα είχε δει τα ιβηρικά αγαλματάκια της προρωμαϊκής περιόδου -κάτι σαν τα δικά
μας κυκλαδίτικα- κι' εκεί έμπηκε μέσα του ο διάολος του κυβισμού.
Γνώρισε τον Μπράκ, τον
Μοντιλιάνι, τον Σαγκάλ, την ανέχεια, και επίσης την Γερτρούδη Στάιν με το σόι
της, ματσωμένη αμερικάνα αυτή, μαικήνας που λέμε, που αυτή έβαλε κάρβουνο στην
ατμομηχανή της καριέρας του Πικάσσο να πάει μπροστά πάνω στις ράγες της
καλλιτεχνικής του αποθέωσης. Σ' εκείνα
τα πρώτα χρόνια στο Παρίσι, ο Πικάσσο έμενε σ' ένα συγκρότημα ξύλινες τρώγλες
στην Μονμάρτρη, με μια βρύση τρεχούμενο νερό κι' ένα αποχωρητήριο για
εικοσπέντε άτομα. Εκεί έμενε κι' ο Μοντιλιάνι. Ο Μπρακ, ο Ρενουάρ, ο Γκρι,
ακόμα κι' ο Ντιέγκο Ριβέρα, ήταν περαστικοί από κείνο το άσυλο ανιάτων, που
λόγω της μακρόστενης αρχιτεκτονικής του και τα σώβρακα που στέγνωναν μονίμως
από τα πααράθυρα, το έλεγαν Βateau Lavoir, δηλαδή κάτι μαούνες του Σηκουάνα που πήγαιναν οι πλύστρες την μπουγάδα
για πλύσιμο.
Αλλά ο καλύτερος φίλος του
-ήμαστε στα 1907, η τέχνη του Πάμπλο δεν έχει εξαργυρωθεί ακόμα, και η Τζοκόντα
είναι στην θέση της στο Λούβρο- ήταν ο Γκιγιώμ Απολλιναίρ. Αυτός ήταν ποιητής μ'
αρχίδια, κριτικός τέχνης, δημοσιογράφος διαπρεπής, πορνογράφος αχαλίνωτος,
πολωνός αριστοκράτης εκ μητρός, ιταλός εκ πατρός φευγαλέου, υπερρεαλιστής προ
υπερρεαλισμού, τσίφτης και καραμπουζουκλής. Και υπερασπιζόταν το έργο του
Πικάσσο και της πρωτοπορίας γενικότερα με πύρινα άρθρα. Είχε γράψει μάλιστα πως
για να ανασάνει η σύγχρονη τέχνη έπρεπε να κάψουμε το Λούβρο. Τόγραψε ο
προβοκάτορας, αλλά δεν το κυριολεκτούσε ακριβώς.
Κι' ήταν το Παρίσι τότε,
έβραζε η Μπελ Επόκ, ο Πύργος του Άιφελ, το Παλαί ντεζ Εξποζισιόν με τον
φουτουριστικό του θόλο, μοντερνισμός, γυαλί κι' ατσάλι, κάτω από το Πον Μιραμπώ
με τα μπουλόνια του και τα μπρούτζινα γυμνά του κυλάει ο Σηκουάνας κι οι έρωτές
μας, ο Γκιγιώμ είναι ερωτευμένος με την Μαρί Λωρενσέν, η Μαρί είναι ζωγράφος με
ταλέντο, έχει εραστές και επίσης μία ερωμένη, ο Γκιγιώμ γίνεται θηρίο όταν
πίνει, την σαπίζει στο ξύλο, μα μετά τον πόνο έρχονται οι χαρές, και κάτω από το
Πον Μιραμπώ με την κυρτή του γεωμετρία την άτεγκτη, την κομψή και χαρίεσσα κυλάνε
οι μέρες, δυστυχώς οι έρωτες κι' ο χρόνος δεν επιστρέφουν, ωστόσο να που
επιστρέφουν, λέει ο Πικάσσο που θυμήθηκε τα ιβηρικά αγαλματάκια της προρωμαϊκής
περιόδου που ήταν στο Λούβρο. Δεν είχανε κι' αυτά γεωμετρία;
Έρχεται η νύχτα χτυπάν οι
ώρες φεύγουν οι μέρες εγώ μένω. Εντάξει, αυτά ο Γκιγιώμ τα έγραψε λίγο μετά,
όταν ήταν μια βδομάδα στη μπουζού, θα τα πούμε αυτά εν καιρώ. Επί του παρόντος,
στα 1907 πάντα, εκδίδει ανωνύμως τις Έντεκα Χιλιάδες Βέργες ή οι έρωτες ενός
Οσποδάρου, πορνογραφίες, σοδομισμοί, ομοφυλοφιλίες, παιδοφιλίες,
διαμελισμοί, σαδισμοί, κοπρολαγνείες, νεκροφιλίες, απ' όλα έχει αυτό το
αριστούργημα, σε τέτοιο υπερβολικό βαθμό που πεθαίνεις στα γέλια. Και τις οποίες
είχα την χαρά να μεταφράσω κάπου μέσα στην δεκαετία του 80 για λογαριασμό του
συχωρεμένου του Σάμη του Γαβριηλίδη, να ζήσουμε να τον θυμόμαστε
Επίσης, ο Γκιγιώμ Απολλιναίρ
είχε έναν κάτι σαν γραμματέα, ή βοηθό, κολαούζο δηλαδή. Αυτός, που ήταν βέλγος,
ελέγετο Ζοζέφ Ονορέ Πιερρέ, αλλά τον φωνάζαν Τζέρρυ. Και τον φωνάζαν Τζέρρυ
γιατί είχε πάει στην Αμερική και είχε γίνει καμπόης. Έτσι έλεγε δηλαδή, αλλά
έλεγε μπούρδες, απλώς ήταν μυθομανής, δεν είχε πάει πουθενά μάλλον. Άσε που
εκτός από μυθομανής ήταν και κλεπτομανής. Και της προσκολλήσεως στους κύκλους
της πρωτοπορίας, να πλασαριστεί ως διάδοχος του Πασπαρτού του Ιουλίου Βερν.
Άκουγε λοιπόν ο Τζέρρης τι έλεγαν οι άλλοι για τα αγαλματίδια. Και ήθελε να
τους εντυπωσιάσει.
Μίαν ωραία των ημερών, εμφανίζεται
λοιπόν στου Απολλιναίρ -υπενθυμίζω, στα 1907-, με δύο ιβηρικά αγαλματίδια
πέτρινα, το καθένα ίσαμε εφτά κιλά. Όπως προείπα, ο Λούβρος ήταν κωλοχανείο
εκείνα τα χρόνια, τα αγαλματίδια τότε
δεν φτουράγανε, τάχανε χύμα σ' ένα τραπέζι. Εντωμεταξύ ο Τζέρρης επισκεπτόταν
συχνά τον μπουρδελόλουβρο, και τέτοιες μπακατέλες τις σούφρωνε για πλάκα.
Ο Απολλιναίρ δεν ήθελε να
μπλέξει, άλλωστε τι να τα κάνει τα αγαλματάκια. Κι' επειδή κατάλαβε πως με τον
τζερεμέ τον Τζέρρη αργά ή γρήγορα θάχε μπερδέματα, τον απέλυσε.
Αλλά ο Πικάσσο που τον
ενδιέφερε το θέμα, τα αγόρασε κοψοχρονιά. Τάβαλε στο συρτάρι με τις κάλτσες και
τα σώβρακα, και τάβγαζε κρυφά και τα παρατηρούσε. Γιατί από τα αγαλματάκια
εμπνεύστηκε για να ολοκληρώσει το El Burdel de Aviñón, που ήτανε ένα
μπουρδέλο στην Βαρκελώνη, που μετά έγινε οι Δεσποινίδες της Αβινιόν, και
που είναι αυτός ο πίνακας σήμερον στο Μανχάταν, και εκτιμάται πάνω από ένα δις
ευρώ η τιμή του, αλλά δεν πωλείται.
Ο Τζέρρης έφυγε σε λίγο να
βρεί την τύχη του στις Βρυξέλλες, αλλά έγραφε συχνά, και ρώταγε νέα από τους
φίλους του. Σ' ένα του γράμμα στον Πάμπλο του έλεγε μάλιστα πως τώρα είχε γίνει
χημικός, κι' είχε ανακαλύψει μία θεραπευτική κρέμα για τα μαλλιά που δυστυχώς
δεν θεράπευε τίποτα, και αν γινόταν να του στείλει -ο Πάμπλο του Τζέρρη- μια
επιστολή που να λέει πως η κρέμα είναι αποτελεσματικότατη, και τον θεράπευσε,
κι' επειδή έφτασε και περίσσεψε την έδωσε κι' αλλού την υπόλοιπη να θεραπευτούν.
Να δείχνει ο Τζέρρης την επιστολή στα κορόιδα μπας και σπρώξει καμιά κρέμα.
***
Όταν ο Πάμπλο και ο Γκιγιώμ
είδανε -πάμε πάλι μπροστά, τον Αύγουστο του 1911- την φωτό με το αγαλματάκι που
είχε αφήσει ο Ιγνάτιος ντ' Ορμεζάν στην Paris Journal, τους έλουσε κρύος
ιδρώτας. Καταλάβανε πως ο Ιγνάτιος ντ' Ορμεζάν ήταν ο Τζέρρης, ο οποίος ήθελε
να πάρει την αμοιβή της Paris Journal, και παρεμπιπτόντως να κάνει και την φιγούρα
του ως ο μυστηριώδης φαντομάς, ως πυρπολητής ρωμαντικών φαντασιώσεων. Επιπλέον,
και οι δύο ήταν εμιγκρέδες και υπήρχε ξενοφοβία όχι μόνο να πάνε φυλακή αλλά
και να τους απελάσουνε κι' αποπάνω. Μα το χειρότερο ήταν που θα τους φορτώνανε και
την κλοπή της Τζοκόντας, να τους κλαίνε μετά οι ρέγγες!

Το ιβηρικό αγαλματάκι, σήμερα στο Λούβρο
Μέσα στον πανικό τους,
πήρανε νύχτα τα αγαλματάκια και περιφέρονταν σα τις άδικες κατάρες εδώ κι' εκεί.
Να τα πετάξουνε στον Σηκουάνα; Να τα παρατήσουνε; Να τα θάψουνε μέχρι να δούνε
τι θα γίνει; Στο τέλος έπεισε ο Πάμπλο τον Γκιγιώμ να τα πάει στην Paris
Journal, αυτήν που είχε δημοσιεύσει και την επιστολή του Τζέρρη, και να τα
παραδώσει. Διότι ως κριτικός τέχνης και γραφιάς, ο Γκιγιώμ είχε τις άκρες του
στον τύπο. Και να κανονίσει να μην δημοσιευτούν ονόματα και λεπτομέρειες.
Όπερ και εγένετο. Στις 6
Σεπτεμβρίου ξαναβγαίνει η Paris Journal, αυτή τη φορά φωτογραφία τα δύο
αγαλματάκια. Και αποκάτω έλεγε πως αφελής φιλότεχνος τα αγόρασε μη γνωρίζοντας
πως είχαν κλαπεί, κι' άλλωστε ήταν ευτελούς αξίας, και ορίστε, επανόρθωσε.
Αλλά έλα που την εφημερίδα
την διάβασε και ο νέος διευθυντής του Λούβρου, που αναγνώρισε τα αγαλματάκια,
είχανε κολλημένες απάνω τις ετικέτες με τον αριθμό εκθέματος του μουσείου. Μια
και δυό, πάει στην εφημερίδα, και του λένε εκεί μάλιστα, κάποιος αξιότιμος κύριος τάφερε, αλλά δεν
λέγανε ποιός. Δημοσιογραφικόν απόρρητον, σου λέει. Αλλά όταν κατέφθασε και η
αστυνομία, λαλίστατοι οι της Paris Journal, το και το, ο αξιότιμος κύριος ήταν
ο Γκιγιώμ Απολλιναίρ ο κριτικός και ποιητής, και τα ρέστα.
Έτσι μπουζουριάσανε μάνι-μάνι
τον Γκιγιώμ, ο οποίος τα ξέρασε με την μία, πως ο κλεπταποδόχος ήταν ο Πικάσσο,
ο οποίος τα είχε αγοράσει από τον Τζέρρη Πιερρέ αντί πινακίου φακής. Κι' αυτός,
ο Γκιγιώμ, δεν είχε καμία ανάμειξη στην κλεψιά. Οπότε προσήχθη και ο Πάμπλο,
χεσμένος απάνω του. Διότι αντί κειπάνω που θα απογειωνόταν η καριέρα του θα του
σκίζανε τον πάτο. Τους ανέκριναν χώρια, όπου ο Πικάσσο το δάκρυ κορόμηλο, και
ορκιζόταν πως δεν είχε δει ποτέ στην ζωή του τον Απολλιναίρ, τον Τζέρρη ή τ'
αγαλματάκια. Αυτό ποτέ δεν του το συχώρεσε ο Γκιγιώμ όταν τόμαθε, με τόσα
χρόνια φιλίας, πριν αλέκτωρ λαλήσει τέτοια ιταμή προδοσία.
Αν και το θέμα δεν ήταν τ'
αγαλματάκια, το θέμα ήταν η Τζοκόντα, γι' αυτήν χάλαγε ο κόσμος. Μόλις
μαθεύτηκε η σύλληψις του Γκιγιώμ, ο ακροδεξιός τύπος έπεσε να τον φάει. Τι
ύποπτο ρώσο τον ανεβάζανε, που ήταν πολωνός, τι εβραίο τον κατεβάζανε, που
ήτανε καθολικός ο έρμος ο Γκιγιώμ, τι αναρχικό, τι που διηύθυνε διεθνές δίκτυο
κλεπταποδόχων για να ρημάξουνε την γαλλική κληρονομιά, που ήταν ιταλική
κληρονομιά η Τζοκόντα, αλλά τρόπος του λέγειν. Κι' από πάνω τον αλαζόνα τον
ισπανό κι' όλη την αβανγκάρντ, που μας αλλοιώνανε τον μπολιτισμό μας τον
γαλλικό. Εν ολίγοις όλο το σκυλολόι που είχε στείλει τον Ντρέιφους στα κάτεργα
είχε αφηνιάσει με τους μετοίκους, τους ξένους δηλαδή.
Υπήρχαν βέβαια και οι εξ
αριστερών που τους συμπαραστάθηκαν. Ο Ζολά είχε πεθάνει, αλλά ο Ζιντ, ο Κοκτώ,
ο Mαξ Ζακόμπ, και η σοσιαλιστική Ουμανιτέ τους στήριξαν σθεναρά.
Βεβαίως το ρεζουμέ ήταν τι θα έλεγε η
αστυνομία. Διότι -πέραν της ακροδεξιάς της φύσεως- δεν είχε άλλον βολικό ύποπτο
να παρουσιάσει παρά τους μετοίκους. Τα όργανα της τάξεως εβάλλοντο πανταχόθεν για
την αβελτηρία τους, κι' έπρεπε να παρουσιάσουν έργο πως δραστηριοποιείται η
υπηρεσία περί την Τζοκόντα. Κι' αν νομίζετε πως ο Χρυσοχοΐδης είναι πρωτοπόρος
σ' αυτά τα κόλπα, εντάξει.
Ευτυχώς ο ανακριτής ήταν ντερβίσης
μερακλαντάν. Τόχε καταλάβει εξ αρχής πως ο Γκιγιώμ κι' ο Πάμπλο ήταν άσχετοι με
το έγκλημα. Όσο για τα αγαλματάκια, ήταν ευτελούς αξίας, άσε που τα έφεραν πίσω
οικεία βουλήσει. Κι έβαλε και τις δύο υποθέσεις στο αρχείο.
***
Ποιος έκλεψε την Τζοκόντα;
Τελικώς το ένστικτο της
ακροδεξιάς απεδείχθη αλάνθαστο. Ξένος ήταν ο ένοχος. Κάποιος υδραυλικός που
πήγε χαράματα Τρίτης για κάποια δουλειά στο μουσείο, είπε της αστυνομίας πως
συνάντησε έναν κοντό με ξένη προφορά, που έψαχνε την έξοδο. Φόραγε άσπρη
μπλούζα, που φόραγαν όλοι οι τεχνίτες του μουσείου. Οι φύλακες δεν είχαν έρθει
ακόμα. Κι' επειδή η πόρτα υπηρεσίας ήταν κλειδωμένη, του άνοιξε κι' έφυγε.
Τότε στην σήμανση ήταν ο
πολύς Μπερτιγιόν, ο οποίος είχε οργανώσει το Βιομετρικό Αρχείο,
φωτογραφίες προφίλ και ανφάς, δακτυλικά αποτυπώματα, ύψος,, χρώμα μαλλιών,
οφθαλμών, μέχρι σχήμα αυτιών. Αλλά κανείς δεν σκέφτηκε να δείξει του υδραυλικού
τις φωτογραφίες. Ήταν βέβαια χιλιάδες φωτογραφίες, τι να πρωτοδείξεις; Τους
κοντούς; Τους ξένους; Τους τεχνίτες;
***
Τον Μάιο του 1906 ο Πάμπλο
Πικάσσο μαζί με την ερωμένη και μοντέλο του Φερνάντ Ολιβιέ -της είχε βγάλει την
ψυχή ανάποδα, την κλείδωνε στο εργαστήριο να μην ποζάρει σε άλλον ζωγράφο-
επισκέφθηκαν την Βαρκελώνη. Ο Πάμπλο πήγε και στην Carrer
d'Avinyó, στον δρόμο με τα πορνεία που
σύχναζε παλιά ο Πάμπλο. Τώρα, από τον Μεσαίωνα ως τον 19ο αιώνα,
στις πόρτες των πορνείων εντοιχίζανε μια πέτρινη γυναικεία μουτράκλα, ειρωνική,
λάγνα και μακάβρια, ώστε να ξέρουν οι πελάτες που να πάνε διακριτικά. Κάτι σαν
κόκκινα φανάρια, δηλαδή.
Και μια τέτοια μουτράκλα που τη λένε στα
καταλάνικα καράσσα, υπήρχε και σ' εκείνη την γειτονιά. Που το Avinyó είναι ένα
χωριό καμιά ώρα με το αυτοκίνητο από την Βαρκελώνη, καμία σχέση δεν έχει με την
Αβινιόν της Γαλλίας. Εκεί του μπήκε η ιδέα του Πάμπλο να φτιάξει έναν πίνακα με
τις πουτάνες, κι΄αρχισε να κάνει προσχέδια της ωραιοτάτης Φερνάντ, αλλά τα
μούτρα της μοιάζανε με καράσσες, με τις μάσκες τις αφρικανικές και της
Ωκεανίας, τις πρωτόγονες του Λούβρου, και με τα αγαλματάκια που λέγαμε, τα
πρωτορωμαϊκά! και υπάρχουτν και τεκμήρια περί τούτου. Το 1960 ο Πάμπλο είχε πει
σ' έναν δημοσιογράφο ¨θυμάσαι εκείνα τα αγαλματάκια πούχε κλέψει ο Απολλιναίρ;
Άμα δεις τα αυτιά τους σ' εκείνο τον πίνακα,είναι ολόιδια."
Αυτά μαγέψανε στο Λούβρο που
πήγαινε, τον Πάμπλο. Και τάκανε η έννοια του αχταρμά, πόρνες της οδού Αβινιό, καράσσες,
αγαλματάκια, Φερνάντ Ολιβιέ, την πρώτη του αγάπη. Που μετά τα έκλεψε τα αγαλματάκια ο Τζέρρης,
και τάχε ο Πάμπλο στο συρτάρι με τις κάλτσες, και τα εξέταζε ευλαβικά με πόθο
ανοίκειο. Τώρα, γιατί χρειαζόταν την Φερνάντ για μοντέλο, πες μου εσύ.
Τώρα που το καλοσκέφτομαι;
Ήταν το ψυχικό νταραβέρι που του διακινούσε, ήταν η ολοζώντανη σαν αίμα
Φερνάντ, ήταν η θανατερή πέτρα της μάσκας, μυτερά βυζιά να σου τρυπάνε το κορμί,
σεντόνια και κομπινεζόν σπασμένα γυαλιά να σου κόβουν την ύπαρξη φέτες.

Οι Δεσποινίδες της Αβινιόν, Πάμπλο Πικάσσο
Όταν τέλειωσε το έργο
τούβαλε τίτλο El Burdel de Aviñón,
που δεν χρειάζεται μετάφραση τι θα πει. Παρά την γκρίνια του έμπορα. Και μετά,
ο τελικός τίτλος έγινε Les Demoiselles d'Avignon, λόγω ευπρεπείας. Αλλά
όπως επεσήμανε ένας αμερικάνος κριτικός και συγγραφεύς προσφάτως, ίσως
αναφέρεται στην ποιητική συλλογή Li Fiho d'Avignoun του Τεοντόρ Ωμπανέλ
(Teoudor Aubanèu στα προβηγκιανά) που τυπώθηκε
το 1885 σε περιορισμένα αντίτυπα για μερικούς φίλους του, και θα πει ο
τίτλος Οι Κόρες της Αβινιόν.
Στους γοφούς σου δεμένο
φουστάνι
στα πόδια σου άσε να πέσει
κρύβει ό,τι πιο όμορφο έχεις
Για τέτοια ποιήματα λέμε που
έγραφε ο Τεοντόρ, ο οποίος κατά τα άλλα ήταν πολύ πιστός καθολικός, από παλιά
οικογένεια της Αβινιόν, είχανε τυπογραφεία αναντάν μπαμπαντάν, και σχέσεις
στενές με τον Πάππα, που τους είχε απονείμει και τίτλο, Οι Τυπογράφοι της
Αυτού Αγιότητος.
Αλλά έλα που το θέμα
στράβωσε, και το βιβλίο μαθεύτηκε στους καθολικούς κύκλους, και τον περιέλαβαν
οι εφημερίδες, και ο τοπικός αρχιεπίσκοπος, ο οποίος τον απείλησε πως αν δεν
μαζέψει τα αντίτυπα και να τα κάψει, θα του ακυρώσει τους τίτλους. Κι' έπεσε να
σκάσει ο Θεόδωρος, τι να κάνει, συμμορφώθηκε, αλλά το κακό είχε γίνει. Η πολύ
καθολικότατη Αβινιόν, που μην ξεχνάμε είχε υπάρξει και παπική έδρα κάτι
φεγγάρια στον 14ο αιώνα, εξοβέλισε τον έρμο τον Ωμπανέλ, ακόμα και οι φίλοι του δεν
του μίλαγαν στον δρόμο. Κι' έπαθε
αποπληξία μέσα σ' ένα χρόνο, και πάει ο Θόδωρος.
Οπότε κι' ο Παμπλο
φιλοδώρησε την Αβινιόν και τον κερατά τον αρχιεπίσκοπο με πέντε πουτάνες που
είχαν βυζιά γωνιακά. Οι ειδήμονες λένε πως οι Δεσποινίδες της Αβινιόν είναι η
γέννησις του Κυβισμού. Ο Πικάσσο έλεγε πως εμείς δεν ζωγραφίζαμε για να
εφεύρουμε τον κυβισμό, ζωγραφίζαμε για να βγάλουμε αυτό που είχαμε μέσα μας.
![]() |
| Ο Απολλιναίρ με τον δικηγόρο στον ανακριτή |
Ο Γκιγιώμ Απολλιναίρ
αποφυλακίστηκε πανηγυρικώς αφότου πέρασε πέντε μέρες στη Σαντέ, κι' εκεί μέσα
σκάλιζε ποιήματα, εκεί μπήκε στα σκαριά και το Πον Μιραμπώ, εκεί έγραψε το
ρεφρέν δηλαδή
Νάρθει η
νύχτα χτυπούν οι ώρες
φεύγουν
οι μέρες εγώ μένω
Διότι στην γέφυρα του
Μιραμπώ περνάγανε συχνά με την Μαρί, κι' αποκάτω κυλάει ο Σηκουάνας και οι
έρωτές μας, η Μαρί Λωρενσέν πέταξε μετά για άλλους έρωτες, παντρεύτηκε έναν
γερμανό αντιρρησία συνείδησης και φύγανε στην Ισπανία, αλλά στην Γαλλία της
δημεύσανε την περιουσία λόγω του γάμου με τον ούνο, κι' ας μην ήθελε να
υπηρετήσει τον Κάιζερ αυτός.
Η Μαρί είχε και μία σχέση παράλληλη σαράντα
χρόνια με την Νικόλ Γκρούτ, την κουμπάρα της, της είχε βαφτίσει το παιδί. Διότι
η Νικόλ ήταν παντρεμένη με παιδιά, δεν ήταν καμιά καλτάκα, όλα κι' όλα. Ο δε σαπφικός
δεσμός τους δεν ήταν κρυφός, αλλά δεν τον διαφημίζανε κιόλας. Αυτή η Νικόλ ήταν
μοδίστρα περιωπής, έδωσε αγώνες να απελευθερώσει το γυναικείο κορμί από τον
κορσέ και τον ερωτισμό της από προκαταλήψεις,, φίλη της Ντάνκαν. Η δε Μαρί ανακάτεψε ντανταϊσμό, κυβισμό, φωβισμό,
κι' έκανε δικό της στυλ, τον νυμφισμό, και έζησε μέσα στην τέχνη και τον
κοσμοπολιτισμό. Αν και κόντεψε να μπλέξει επί Κατοχής, συγχρωτιζόταν με κάτι
γερμανούς, παρ' ολίγο να την κουρέψουνε στην Απελευθέρωση. κι' όταν της
ρωτήσανε τον λόγο που έκανε παρέα τους ναζί, τι τους λέει; Κι' εσείς να μην
τους αφήνατε νάρθουν. Απηλλάγη τελικώς,
Αλλά ας γυρίσουμε στο 1914
και στον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο. Ο Γκιγιώμ Απολλιναίρ για να αποδείξει την αφοσίωσή
του προς την Γαλλία να μην τον βρίζουν, και να του δώσουν και την ιθαγένεια την
πολυπόθητη, κάνει αίτηση να καταταγεί στον γαλλικό στρατό. Στην αρχή του κάναν
κόνγκξες, αλλά τελικώς κατετάγη, μάλιστα γρήγορα πήρε και τα γαλόνια του
ανθυπολοχαγού, και εστάλη με το 96ο πεζικού στην πρώτη γραμμή, Μάρτιος
1916 αυτό. Πάρα δίπλα, στο Βερντέν, γίνεται ο κακός χαμός. Στον τομέα του
Γκιγιώμ, στην Οδό των Κυριών, ο χαμός θα γίνει έναν χρόνο αργότερα, προς
το παρόν τα πράματα είναι σχετικώς χαλαρά, οπότε ο Γκιγιώμ είναι με την
διμοιρία του μέσα στα χαρακώματα και διαβάζει τον Mercure de France, περιοδικό
κουλτούρας με το οποίο συνεργαζόταν κιόλας, εντωμεταξύ πριν λίγες μέρες είχε
πάρει και την ιθαγένεια. Κι' εκεί απάνω που διάβαζε, σκάει μια οβίδα μεγάλου
διαμετρήματος είκοσι μέτρα πιο πέρα, κι' ένα θραύσμα τον παίρνει στο κεφάλι,
τρυπάει το κράνος και εισχωρεί στον ποιητικό του τον εγκέφαλο. Ο Γκιγιώμ στην
αρχή δεν κατάλαβε τίποτα, μέχρι που τον πήραν τα αίματα. Πήγε μόνος του στους
νοσοκόμους. Αλλά γιατρός τον είδε μετά δύο ώρες.
Τα χειρότερα φάνηκαν μετά.
Φοβερές ημικρανίες, ίλιγγοι, απώλειες συνειδήσεως, και ημιπληγία αριστερής
πλευράς χέρι-πόδι. Οπότε τον πήγαν στο Παρίσι να τον κάνουνε τρυπανισμό. Του
ανοίξανε μια τρύπα στη γκλάβα, κι' έφυγε το αιμάτωμα που του πίεζε τον
εγκέφαλο. και βρήκανε και το τόσο δα κομματάκι γερμανικό βλήμα κειμέσα, που δεν
τόχανε πάρει χαμπάρι στο χειρουργείο εκστρατείας. Και το βγάλανε επίσης.
Συνήλθε ο Γκιγιώμ, τούφυγε η ημιπληγία, δεν λιποθύμαγε άλλο, μόνο οι πονοκέφαλοι τον βασανίζανε ακόμα. Πέρασε
επιτροπή, ακατάλληλος για το μέτωπο. Τον βάλανε σε σ' ένα γραφείο λογοκρισίας
στο Παρίσι, παρασημοφορήθηκε με τον Πολεμικό Σταυρό, προβιβάστηκε και σε λοχαγό.
Παντρεύτηκε κιόλας, μια
ωραία κοκκινομάλλα, την Ζακλίν Κολμπ, από ένα χωριουδάκι στην Λωρραίνη η σκούφια
της, μέσα στα βουνά. Μάρτυρας στον γάμο κι' ο Πικάσσο. Και τα παλιά, ψωμί κι'
αλάτι.
![]() |
| Ζακλίν Κολμπ |
Όμως είχε αλλάξει χαρακτήρα.
Το τραύμα, νευρολογικό θες, ψυχικό θες, θες και τα δύο μαζί, τον είχαν
σακατέψει. Πρώτα γινόταν μυστήριος όταν έπινε. Τώρα, ήταν μυστήριος συνεχώς.
Εκείνη την φουκαριάρα την Ζακλίν της είχε ψήσει το ψάρι στα χείλη. Η ζήλεια τον
έκανε παρανοϊκό, δεν τόλμαγε η κοπέλλα ν' ανοίξει το στόμα της. Μα και με τους
άλλους είχε γίνει αφόρητος. Η παραμικρή καλλιτεχνική διαφωνία κατέληγε σε
καβγά. Κι' είχε γίνει και στρατόκαυλος. Κυκλοφορούσε με την στολή και το
παράσημο ακόμα και στους κύκλους των διανοουμένων και των καλλιτεχνών. Κι'
έβριζε τον Πικάσσο, που δεν είχε πάει στον πόλεμο, καθ' ότι ισπανός, ειρηνιστής
και αναρχοκουμουνιστής. Ο Πικάσσο ουδέποτε πολιτογραφήθη γάλλος και παρέμεινε
ισπανός ακόμη και επί Φράνκο. Ούτε την Γκεστάπο δεν φοβήθηκε. Επί Κατοχής
έμεινε στο Παρίσι. Τον παρακολουθούσανε, ανάσα δεν μπορούσε να πάρει. Κάθε
τρεις και λίγο μπαίναν σπίτι του να δουν αν κρύβει αντιστασιακούς κι' εβραίους.
Κάποτε τον επισκέφθηκε ο Άμπετζ, πρέσβυς της Γερμανίας στο Βισύ, αλλά και
ταξίαρχος των SS, έκανε κουμάντο στις διώξεις των εβραίων και στην λεηλασία των έργων
τέχνης. Βλέπει μέσα στο ατελιέ του Πάμπλο την Γκουέρνικα. Του λέει με ύφος
"εσείς το κάνατε αυτό;" Και του λέει ο Πάμπλο "όχι, εσείς."
Είχε και καλές επισκέψεις
όμως. Στην Απελευθέρωση, οι αμερικάνοι κάναν ουρά να τον δουν, ήρθε κι' ο Έρνεστ
Χεμινγουέη, κι' έφερε πεσκέσι του Πικάσσο ένα κασόνι χειροβομβίδες. Τέτοια ήταν
η φήμη του, και οι ναζί δεν είχαν να κερδίσουν κάτι αν τον ξέκαναν.
Αλλά να επανέλθω στον
Απολλιναίρ, εγώ τον καταλαβαίνω τον καλλιτέχνη που αποζητάει και ολοκληρώνεται
στην δοκιμασία του θανάτου, κοίτα τον Ελύτη, ο λυρισμός του στην Αλβανία έγινε
λυρισμός ορχεοφόρος. Ο γραφιάς μέσα στον κίνδυνο γίνεται αυτό που ευαγγελίζεται
στα γραφτά του. Πόλεμος πάντων μεν πατήρ εστί, πάντων δε βασιλεύς. Και ουδέν
κακόν αμιγές καλού. Δεν είμαι βέβαιος πως ο Γκιγιώμ είχε γίνει και τόσο
στρατόκαυλος μετά το 1918. Ή μόνο στρατόκαυλος.
Διότι όπως φαίνεται, όταν οι
γιατροί βγάλανε το γερμανικό σιδεράκι από τον εγκέφαλο του Γκιγιώμ, κάτι άλλο
μπήκε μέσα, το οποίο ελέγετο σουρρεαλισμός. Ο σουρρεαλισμός ήταν
ανακάλυψη του Γκιγιώμ, και ο Γκιγιώμ έγραψε το πρώτο σουρρεαλιστικό δράμα στην
ιστορία του θεάτρου, με τίτλο Οι
μαστοί του Τειρεσία. Το έργο ανέβηκε τον Ιούνιο του 1917.
Για να καταλάβετε, στην αρχή
του έργου έβγαινε ένας που παρίσταινε τον διευθυντή του θιάσου, κι' έλεγε "Ακούστε,
ω Γάλλοι, τα μαθήματα του πολέμου, και κάντε παιδιά, εσείς που δεν κάνατε
καθόλου." Επειδή η καθημαγμένη Γαλλία έπασχε από υποπληθυσμό τόλεγε
αυτό, λόγω των απωλειών. Ακολούθως, έβγαινε η Τερέζα, ένα είδος
φεμινίστρια Αντιλυσιστράτη, κι' έλεγε πως οι γυναίκες είναι ισότιμες με τους
άντρες, και μπορούσαν να γίνουν στρατιώτες, γιατροί, πολιτικοί, κυβερνήτες, απ'
όλα. Και πως αυτή αρνείται τον παραδοσιακό ρόλο της ως γυναίκα, και θα γίνει
άντρας με το όνομα Τειρεσίας. Αυτός ο Τειρεσίας ήταν ένας αρχαίος σοφός που
έλεγε πως οι γυναίκες ευχαριστούνται το σεξάκι πιο πολύ από τους άντρες, και η
Ήρα που ήταν σεμνότυφη και δεν το παραδεχόταν αυτό, τσαντίστηκε και τον
τύφλωσε, δεν ήξερε την τύφλα του του είπε. Αλλά ο Δίας που συμφωνούσε με τον
Τειρεσία, του έδωσε μαντικές ικανότητες. Εκεί απάνω το σενάριο προέβλεπε πως η
Τερέζα είχε δύο μπαλόνια για βυζιά, ένα μπλε κι' ένα κόκκινο, κι' αυτά θα ήταν
φουσκωμένα με ήλιον, οπότε θα τα αμόλαγε και θα πετάγανε τα βυζιά. Αλλά δεν
βρίσκανε ήλιον, το ήθελε όλο ο στρατός για τα αερόστατα κατοπτεύσεως. Οπότε τα
σκάσανε τα μπαλόνια με αναπτήρες, κι' έγινε η Τερέζα Τειρεσίας.

Ο Απολλιναίρ με επίδεσμο και το παράσημο, από τον Πικάσσο
Εκεί γινόταν το διάλειμμα.
Εμφανίζεται χορωδία βρεφών άδουσα "δείτε την απρόβλεπτη αλκή να
γεννιέται από την αλλαγή των φύλων."
Ακολούθως, ο Τειρεσίας αναθέτει
στον σύζυγό του να τεκνοποιήσει, κι' αυτός προθύμως γέννησε 40049 παιδιά. Εκεί
εμφανίζεται ο Χωροφύλαξ, ο οποίος λέει του συζύγου πως θα έχουμε θέμα λιμού με 40049
παιδιά. Αλλά ο σύζυγος αντιτάσσει πως θα αγοράσουνε κουπόνια συσσιτίου από την
Χαρτορήχτρα και θα τα φέρουνε πέρα. Ο Χωροφύλαξ δεν κάμπτεται με το επιχείρημα,
και συλλαμβάνει τον σύζυγο, αλλά τότε μπαίνει η Χαρτορήχτρα και πνίγει τον
Χωροφύλαξ. Όμως αποκαλύπτεται πως η Χαρτορήχτρα δεν ήταν άλλος από τον Τειρεσία
μασκαρεμένο, ο οποίος μετανιώνει και ξαναγίνεται Τερέζα, υπόσχεται δε να κάνει
τα διπλά παιδιά από τον σύζυγό της, ήτοι 80098 παιδιά, ενώ ο Χωροφύλαξ ανασταίνεται εκ νεκρών.
Όλα αυτά εν μέσω ορυμαγδών,
διότι έπαιζε και πιάνο, κι' οι ηθοποιοί βαράγανε κουδούνες και σπάγανε πιάτα,
το κοινό γιούχαρε, οι δημοσιογράφοι φώναζαν πως είναι σκάνδαλο, μέσα στο θέατρο
ήταν κι' ο Πικάσσο, ο Κοκτώ, ο Σατί, ο Πουλένκ, ο οποίος το καταδιασκέδασε. Κερασάκι
στην τούρτα, εμφανίζεται επί σκηνής κι' ένας νεαρός φαντάρος, φίλος του
Μπρετόν, τραυματίας πολέμου επίσης, ο οποίος ομιλούσε απταίστως την αγγλική.
είναι ντυμένος άγγλος αξιωματικός και κρατά περίστροφο, απειλεί το κοινό, και απαιτεί
να σταματήσει η παράστασις. Ο Μπρετόν ανεβαίνει επί σκηνής να τον καλμάρει. Στο
τέλος βγαίνει στην σκηνή και ο Απολλιναίρ με την στολή του και το κεφάλι με
επιδέσμους λόγω του τρυπανισμού. Βρίζει τους θεατάς και τους αποκαλεί
γουρούνια.
Αυτόν τον νεαρό φίλο του
Κοκτώ τον βρήκαν λίγο καιρό μετά νεκρό σ' ένα ξενοδοχείο της Νάντης. Ήταν
γυμνός μ' έναν άλλο φαντάρο, κι' οι δύο από οβερντόζ οπίου.
Τον επόμενο χρόνο, 9
Νοεμβρίου του 1918, πάει πέθανε και ο Γκιγιώμ. Έτσι όπως ήταν εξασθενημένος από
τον τραυματισμό του, τον βρήκε η ισπανική γρίππη, και πάει. Εκείνη την μέρα, ο
όχλος πέρναγε κάτω από το σπίτι του και φώναζε "θάνατος στον Γκιγιώμ."
Αλλά όχι για αυτόν τον Γκιγιώμ, για τον Γουλιέλμο τον αυτοκράτορα της Γερμανίας
που είχε παραιτηθεί την ίδια μέρα. Δυο μέρες μετά, 11 Νοεμβρίου, στις 5 π.μ
υπεγράφη η ανακωχή. Μέχρι τις 11 π.μ που μπήκε σε εφαρμογή, είχαν σκοτωθεί άλλοι 2.738 άνθρωποι.
Ο θάνατος του Απολλιναίρ
τρομοκράτησε τον Πικάσσο. Δεν μπορούσε να αντικρύσει τον φίλο του νεκρό. Ήταν
σαν νάχε πεθάνει κι' ο ίδιος, μ' ένα τρόπο. Μόλις είχε παντρευτεί την ωραιοτάτη
ρωσίδα μπαλαρίνα Όλγα Κοκλόβα, κι' είχε μετακομίσει από την τρώγλη στο
πολυτελές ξενοδοχείο Lutetia. Τόμαθε
στο τηλέφωνο για τον Γκιγιώμ, έβλεπε τον εαυτό του στον καθρέφτη με μια
φαλτσέτα στο χέρι. Ή μήπως ξυριζόταν με μία Gilette με
ξυραφάκι; Αμερικάνικη εφεύρεση, βολική μέσα στα χαρακώματα, να ξουρίζουνται οι
φαντάροι για καλύτερη εφαρμογή της μάσκας αερίων.
Στις 7 Απριλίου του 1973 ο
Πάμπλο ξύπνησε κανονικά στις εντεκάμισι, στο εξοχικό του στη Μουζέν, έξι
χιλιόμετρα από τις Κάννες. Ήταν ενενηνταενός χρονών. Έκανε μια βόλτα στον κήπο,
μίλησε με τον κηπουρό, τούδειξε αυτός τους πανσέδες και τις ανεμώνες που του
άρεσαν. Το βράδυ ήρθαν φίλοι για τραπέζι, ο δικηγόρος του, ένας ζωγράφος
ιταλός, κι' ένας έμπορος τέχνης. Ήταν κι' η δεύτερη γυναίκα του, η Ζακλίν, μισό
αιώνα διαφορά είχαν. Ήταν εύθυμος. "Πιείτε για μένα, πιείτε στην υγειά
μου" είπε καθώς τους έβαζε κρασί, "όπως ξέρετε εγώ δεν μπορώ να
πιώ." Στις εντυεκάμισι σηκώθηκε. "Και τώρα πρέπει να πάω να
δουλέψω" είπε. Πήγε στο εργαστήρι, δούλεψε μέχρι τις τρεις τα χαράματα.
Μετά κοιμήθηκε. Ξύπνησε τ' άλλο πρωί, αλλά δεν μπορούσε να σηκωθεί. Μιλούσε
ακατάληπτα. Μια μόνη λέξη έβγαινε καθαρή, και την επαναλάμβανε ξανά και ξανά,
ήταν "Απολλιναίρ, Απολλιναίρ…" Και πριν έρθει ο γιατρός, μας άφησε
χρόνους.
.jpg)
Μπούστο γυναίκας (της Μαρί Τερέζ)
Τα υπόλοιπα, τις ερωμένες,
το πως το μπούστο της Μαρί Τερέζ (1931) έχει το πέος του Πικάσσο αντί για μύτη,
τα παιδιά τα εκτός γάμου και το ένα εντός, το πως αυτοκτόνησε ο εγγονός του με
χλωρίνη και μετά η Ζακλίν με μπιστόλι, και πως όλοι αυτοί γίναν κώλος με τα
κληρονομικά, σας απαλλάσσω.
ΕΠΙΜΕΤΡΟ
(Μα ποιος έκλεψε τη Τζοκόντα, μας τάπρηξες επιτέλους!)
Το Φθινόπωρο του 1913, ο
Αλφρέντο Τζέρι, επιφανής γκαλερίστας της Φλωρεντίας, λαμβάνει μια επιστολή. Ο
επιστολεύς γράφει πως κατέχει την Μόνα Λίζα, και πως είναι διατεθειμένος να την
επιστρέψει στην Ιταλία, απ' όπου την είχε αρπάξει ο Βοναπάρτης. Έναντι κάποιας
οικονομικής επιβραβεύσεως συν έξοδα, εννοείται, όλα μαζί μισό εκατομμύριο
λιρέτες. Υπογραφή Λεονάρντο Βιντσέντζο. Ο Αλφρέντο Τζέρι είπε βα μπένε, φέρε
την Μόνα Λίζα στην Φλωρεντία να την δούμε. Και τω όντι, τον Δεκέμβριο του ίδιου
έτους ο Λεονάρντο Βιντσέντζο ήρθε με το τραίνο στην Φλωρεντία, και ειδοποίησε
τον Τζέρι να πάει να δει την Τζοκόντα στο ξενοδοχείο όπου είχε καταλύσει.
Ο Τζέρι δεν ήταν κανάς
καινούργιος στο κουρμπέτι, αλλά καλού κακού ειδοποίησε και τον Τζιοβάνι Πότζι.
Αυτός ο Πότζι δεν ήταν άλλος από τον διευθυντή της Galleria degli Uffizi, που
είναι από τα παλαιότυερα μουσεία του κόσμου, μέσα έχει την συλλογή των Μεδίκων,
τι Ντα Βίντσι, τι Ραφαήλους τι Τιτσιάνους, τι Καραβάτζους, δεν υπάρχει δεύτερη
πινακοθήκη σε ιταλική Αναγέννηση, να πούμε. Οπότε ο Πότζι ήταν η αυθεντία της
αυθεντίας στο θέμα αυτό. Και πήγανε παρέα, στο ξενοδοχείο.
Ανεβαίνουνε στο δωμάτιο,
ανοίγει ο Λεονάρντο ένα μπαούλο, βγάζει ρούχα, βγάζει τ' άντερά του, βγάζει τ'
άβγαλτα, κι' ανασύρει από τον πάτο μια ζωγραφιά. Την εξετάζουνε οι άλλοι, τι να
δούνε! Η Τζοκόντα η Μόνα Λίζα η αυθεντική. Από πίσω οι σφραγίδες, τα πάντα. Κάνανε
όμως τα κορόιδα, και του λένε να πάρουμε τη ζωγραφιά μαζί μας, για περαιτέρω
βεβαίωση της αυθεντικότητας, και λέει αυτός βα μπένε. Μια και δυο, παίρνουν
αυτοί την Τζοκόντα και την πάνε στην αστυνομία, το και το. Και πάει η αστυνομία
στο ξενοδοχείο, και τον μπάγλαρώνουνε τον Λεονάρντο.
Ο οποίος δεν ελέγετο
Λεονάρντος, ελέγετο Βιντζέντζο Περούτζια, και ήταν μετανάστης στο Παρίσι, από ένα
χωριό στας Άλπεις η καταγωγή, κοντά στα ελβετικά σύνορα. Και δούλευε τζαμάς στο
Λούβρο για κάποιον εργολάβο. Βάζανε τελάρα με τζάμι μπροστά στους ακριβούς
πίνακες, να μην τους πιάνουνε οι επισκέπται με τα βρωμόχερά τους και να μην
τους βανδαλίζουν οι βάνδαλοι, κι' αυτός ήταν εργάτης στο συνεργείο. Δευτέρα 21
Αυγούστου λοιπόν, το μουσείο ήταν κλειστό, όπως προείπα, και δούλευε το
συνεργείο. Με το που τελείωσαν τη δουλειά, αυτός κρύφτηκε σε μια ντουλάπα. Έφυγαν
όλοι, μαζί και οι φύλακες, έμεινε αυτός μέσα στην ντουλάπα. Ξημερώματα Τρίτης
πριν ανοίξει το μαγαζί, βγαίνει από την ντουλάπα, βγάζει και το τζάμι πούχε
βάλει ο ίδιος, ξεκορνιζώνει την Τζοκόντα, και κάνει να φύγει. Αλλά έμπλεξε με
τους δαιδάλους κειμέσα, κι' έπεσε πάνω σε μια κλειδωμένη πόρτα, εγκλωβίστηκε. Ευτυχώς
εμφανίστηκε ο υδραυλικός και είχε το κλειδί, και καλή τη πίστει του άνοιξε.
Αυτός ο υδραυλικός δεν υποψιάστηκε τίποτα, διότι ο Βιντζέντζο φόραγε μια μπλούζα
άσπρη εργατική, που φόραγε όλο το συνεργείο του Λούβρου, πολύ φαρδιά, και την είχε
κρύψει την Τζοκόντα από μέσα. Να διευκρινήσω εδώ ότι η Τζοκόντα δεν δίπλωνε,
δεν ήταν μουσαμάς, ήταν ζωγραφισμένη σ' ένα ξύλινο τελάρο από λεύκα του
υποείδους Populus alba, 75Χ55 πόντοι. Αλλά πως τα κατάφερε, την έκρυψε. Από την
πόρτα αυτή βγήκε σε μιαν αυλή, και μετά σε μιαν άλλη, και μετά από μια
παραπόρτα στον δρόμο. Πήγε στο δωμάτιο
που έμενε, κι' έβαλε την Τζοκόντα κάτω από το τραπεζάκι του.
Βρήκαν και ένα αποτύπωμα στο τζάμι, αλλά ήταν από
το αριστερό του χέρι. Τότε, η μέθοδος ήταν στα σπάργανα, και η υπηρεσία είχε
αρχείο μόνο από δεξιά χέρια. Τον επισκέφτηκε ένας επιθεωρητής, αλλά δεν
σκέφτηκε να ψάξει κάτω από το τραπεζάκι. Μόνο κάθησε να
γράψει απάνω την κατάθεση του Βιντζέντζου, κι' έφυγε.

Τι μαγκσοτ και τα δακτυλικά του Βιντζέντζο Περούτζια, στην γαλλική ασφάλεια
Μ' αυτά και μ' εκείνα, έγινε και η δίκη, στην Ιταλία.
Αγόρευσε ο δικηγόρος του, είπε τα κίνητρά του δεν ήταν ταπεινά, έκλεψε την
Τζοκόντα από αγνό πατριωτισμό, ήθελε να εκδικηθεί την Γαλλία που ο Ναπολέοντας
κατάκλεψε την εθνική μας κληρονομιά. Και φταίνε οι γάλλοι που τον κορόιδευαν
και τον έβριζαν Μακαρόνη. Και ναι μεν ο Ναπολέοντας είχε σηκώσει μέχρι
πεντακόσια έργα μεγάλης αξίας που ήταν τώρα στο Λούβρο, τον Γάμο εν Κανά
του Βερονέζε, ένα πραγματικό θαύμα, αριστούργημα τεραστίων διαστάσεων,
παράδειγμα λέμε, κι' άλλα πολλά, αλλά
όχι την Τζοκόντα, την οποία ο Λεονάρντο την είχε πάρει στην Γαλλία μαζί του, παλαιότερα στα 1516, όπου και την
αγόρασε ο βασιλιάς Φραγκίσκος μαζί με άλλα έργα του, από τον ίδιο τον Λεονάρδο
ή από τον βοηθό του, γιατί εντωμεταξύ πέθανε ο Λεονάρδος στην Γαλλία, στα 1519,
χωρίς άλλους συγγενείς. Ούτε ανέφερε ο δικηγόρος που ο τζες γύρευε μισό
εκατομμύριο λιρέτες να την δώσει πίσω, την Τζοκόντα, υπήρχε το γράμμα στον
γκαλερίστα που τον έκαιγε τον Βιντζέντζο Περούτζια, τι πατριωτισμός και
κουραφέξαλα. Ωστόσο, τόσο φρενήρης ήταν η υποστήριξις του κόσμου, που έφαγε
μόνο έναν χρόνο, και στην έφεση έπεσε στους εφτά μήνους, οπότε βγήκε έξω γιατί
τους είχε εκτίσει στην προφυλάκιση.
Αλλά δεν πρόλαβε να χαρεί, γιατί μπήκε η Ιταλία στον
Πόλεμο, και επιστρατεύθηκε σε ένα σύνταγμα αλπίνων, μονάδα δια ορεινό πόλεμο,
λόγω καταγωγής του, όπως είπα. Εκεί συνελήφθη αιχμάλωτος από τους αυστριακούς,
και απελευθερώθη τελικώς στα 1918. Γύρισε λαθρό στην Γαλλία με τα χαρτιά ενός
ξαδέρφου του ονόματι Πιέτρο Βιντζέντζο Περούτζια, άνοιξε ένα χρωματοπωλείο,
παντρεύτηκε, έκανε μια κόρη, όλα μια χαρά. Πέθανε στα 1925.
Την δε Τζοκόντα, αφού την κάνανε μια θριαμβευτική
τουρνέ σ΄όλη την Ιταλία, της επιστρέψανε στο Λούβρο.
Τώρα, στα 1932, μια εφημερίδα στην Αμερική έβγαλε βρώμα
πως πίσω από την κλοπή ήταν ένας απίθανος, καλά και ντε Μαρκήσιος Εντουάρντο
ντε Βαλφιέρνο, εξ Αργεντινής, ο οποίος μόλις έμαθε την κλοπή του Περούτζια,
παρήγγειλε στον Υβ Σωντρόν, σπουδαιότατο παραχαράκτη, να του σιάξει έξι
Τζοκόντες, τις οποίες μοσχοπούλησε σε εκατομμυριούχους συλλέκτες σ΄ όλο τον
κόσμο. Αυτό πριν επιστραφεί η αυθεντική Τζοκόντα στο Λούβρο.
Εγώ δεν τα πιστεύω αυτά. Διότι ακόμα κι' αν υποτεθεί
πως αυτός ο Σωντρόν είναι αληθινό πρόσωπο, για να κάνει τα αντίγραφα, θάπρεπε
να έχει το πρωτότυπο. Η τεχνική του Λεονάρδου, οι μπογιές που έβαλε, τα πινέλα,
η πινελιά, η παλαίωση, τα πάντα μιλάνε στον επαΐοντα, δεν γίνονται άντε έτσι οι
μαϊμούδες, με μια φωτογραφία. Άρα ο Σωντρόν θάπρεπε να πάρει την αυθεντική
Τζοκόντα από τον Βιντζέντζο. Και ποιος εμένα μου λέει πως έδωσε πίσω του
Βιντζέντζου την αυθεντική Τζοκόντα; Άρα τώρα στο Λούβρο δεν είναι η αυθεντική
Τζοκόντα, είναι μαϊμού; Και δεν θα το βρίσκανε σήμερα, με τις ακτίνες Χ, και
τους άνθρακες και όλα; Και να το βρίσκανε θα μας το λέγανε;
Κι' έχει μεγάλη σημασία δηλαδή; Πας στο Λούβρο, και
συνωθούνται μπροστά από τον πιο διάσημο πίνακα της Οικουμένης, την Μόνα Λίζα
την Τζοκόντα, εκατοντάδες τουρίστες, γιαπωνέζοι, κινέζοι, αμερικάνοι, χαμός.
Δεν πλησιάζεις πιο κοντά από τα είκοσι μέτρα. Τι να δεις;
Πηγαίνετε εσείς να μου πείτε αν είναι αυθεντική η
Τζοκόντα, κι' αν δεν είναι.
Εγώ σας περιμένω σ' ένα καλό μπαράκι που βρήκα,
κειδίπλα στο Καρτιέ Λατέν, με κρασάκι, και πιάτο τυρών και αλλαντικών. Και
συμπαθή προσωπικό.
Οι γάλλοι λένε τα αλλαντικά τα τρως και δεν ρωτάς τι
έχει μέσα.
Ισχύει και για την Τέχνη.

Η Ζακλίν Ροκ, η δεύτερη γυναίκα του Πικάσσο 
Ο κίτρινος τορεαδόρ,1899 (όταν ο Πικάσσο ήταν 8 ετών) 
Κι' άλλο σκίτσο του Απολλιναίρ

.jpg)







Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου