Ο κύριος Βιντζέντζο (ή πως θα κάνετε μεγάλα κόλπα με αληθινά χιλιάρικα)

 

Χαρτονόμισμα των χιλίων φράγκων της δεκαετίας του 30.

Ήτανε ένας ονόματι Λουί Ζενέ στο Παρίσι, στα 1937. Αυτός είχε μία πολυκατοικία, πλατεία Κλισύ που είναι, αλλά δεν είναι ακριβώς πλατεία, διασταύρωση είναι, και στη μέση έχει το άγαλμα ενός στρατηγού που σταμάτησε τους ρώσους στα 1814, τότε που μετά παρητήθη ο Ναπολέων και πήγε εξορία (αλλά μετά ξαναγύρισε για λίγο.)

Λοιπόν, αυτή η πολυκατοικία ήταν τρισάθλια, όλο βρώμα και μούχλα, μικρά-μικρά διαμερίσματα, και τα νοίκιαζε αυτός ο Ζενέ σε κάτι κακομοίρηδες που δεν είχανε λεφτά να πάνε κάπου της προκοπής. Εξ αυτού καταλαβαίνετε τι σκατέας ήταν. Κι' αυτός έμενε στο ισόγειο, να επιβλέπει το κεφάλαιό του.

Τώρα, στην πολυκατοικία απέναντι έμενε μία Λουσιέν Λεφέμπρ, καμιά εξηνταριά χρονών, που εκτός που υπέφερνε από αυπνίες ήταν και φοβερά κουτσομπόλα. Αυτή λοιπόν η Λουσιέν καθόταν και παρατηρούσε τι κάνανε οι νοικάρηδες του Λουί Ζενέ απέναντι τις νύχτες.

Και αυτός που της κίνησε την προσοχή περισσότερο ήταν ο νοικάρης του τετάρτου, ο οποίος κατέφθανε στις εντεκάμισι τη νύχτα, καθόταν μέχρι τις πέντε το πρωΐ με τα φώτα ανοιχτά, και πηγαινοερχόταν στο διαμέρισμα, και κάτι έκανε περίεργο, δεν κοιμόταν ποτέ, πηγαινοερχόταν πάνω κάτω στο διαμέρισμα, και μετά έφευγε τα χαράματα, όπως προείπα.

Πάει λοιπόν αυτή η κουτσομπόλα στον Λουί Ζενέ τον εκμισθωτή αθλίων διαμερισμάτων, και του λέει το και το, τι τρέχει μ' αυτόν του τετάρτου;

Εκείνο τον καιρό, στην Γαλλία κυβερνούσε το Λαϊκό Μέτωπο, που βοηθούσε τους ισπανούς δημοκράτες. Το Παρίσι λοιπόν έβριθε ναζιστών κατασκόπων του Χίτλερ, σμπίρων του Μουσολίνι, αυτοί όλοι εξοπλίζανε και μία ακροδεξιά οργάνωση, Η Κουκούλα που ονομαζόταν, που βάζαν μπόμπες και δολοφονίες αντιφασιστών, τρομοκρατία κατ' εντολήν της Γερμανίας και της Ιταλίας, να αποσταθεροποιήσουνε την Γαλλική Δημοκρατία και την κυβέρνηση του Λαϊκού Μετώπου.

Ο Λουί Ζενέ ανησύχησε. Διότι στον τέταρτο έμενε κάποιος κύριος Βιντζέντζο, ιταλικό όνομα, αλλά ήταν ο καλύτερος ενοικιαστής του Λουί Ζενέ, ποτέ δεν άργησε το νοίκι, ήσυχος, δεν είχε δημιουργήσει ποτέ του κάποιο θέμα. Οπότε, σου λέει, για νάναι τόσο εντάξει, κάτι τρέχει, τρομοκράτης θάναι.

Όχι πως ο Λουί Ζενέ ήταν κανένας αντιφασίστας, αλλά δεν ήθελε να μπλέξει. Και στην αστυνομία δεν μπορούσε να πάει, διότι ούτε στην εφορία δήλωνε τα νοίκια, ούτε υγειονομικώς ήταν εντάξει με τα κωλοδιαμερίσματα, οπότε δεν συνέφερε ν' ανακατέψει την αστυνομία στις δουλειές του.

Τι να κάνει λοιπόν, πήγε και βρήκε ένα παλιομπίστολο, και περίμενε τον κύριο Βιντζέντζο νάρθει. Έρχεται ο κύριος Βιντζέντζο, ανεβαίνει στον τέταρτο, μπαίνει στο διαμέρισμα. Αφήνει ο Λουί Ζενέ να περάσουν πέντε λεφτά, κι' ανεβαίνει κι' αυτός, τρέμοντας δηλαδή με το μπιστόλι, γιατί ήταν και χέζας. Μπαίνει μέσα, και τι να δεί; κάτι πλάκες τζίγκου, μελάνια, μια πρέσα ξύλινη, μανταλάκια, δεν καταλάβαινε.

Βλέπει το μπιστόλι ο κύριος Βιντζέντζο, τρομοκρατείται όπως ήταν φυσικό. Αμάν, μη μου ρίξεις, λέει, δεν είναι αυτό που νομίζεις, και τι είναι; του λέει ο άλλος, και του σκάει το μυστικό ο κύριος Βιντζέντζο, παραχαράκτης είμαι ο δόλιος, δεν είμαι κανάς δολοφόνος, ορίστε, και του δείχνει δείγμα της δουλειάς, χαρονομίσματα των χιλίων φράγκων. τα φτιάχνει εδώ και τα σπρώχνει λίγα-λίγα στην αγορά. Κάθε πρωΐ πάει και κοιμάται στο κανονικό σπίτι του, αξιοπρεπώς.

Κοιτάει ο Λουί Ζενέ το χαρτονόμισμα, καλό φαινόταν, τι καλό, του λέει ο άλλος, απαράμιλλο, κανείς δεν μπορεί να το ξεχωρίσει από το κανονικό, είμαι ο καλύτερος στην πιάτσα. Είσαι σίγουρος; Απολύτως. Άμα θες πάρε και δοκίμασε. Και του δίνει τέσσερα χιλιάρικα να πα να δοκιμάσει όπου θέλει.

Εδώ έχει ζουμί, σκέβηκε ο Λουί Ζενέ, ο παραδόπιστος. Κλειδώνει τον κύριο Βιντζέντζο στο διαμέρισμα καλού-κακού, παίρνει τα χιλιάρικα, πάει στον μπακάλη να ψωνίσει, του δίνει το χιλιάρικο και του λέει, μου το δώσανε αλλά έχω μια υποψία πως είναι κάλπικο, για δείτε κι' εσείς. Κοιτάει καλά-καλά ο μπακάλης, όχι κύριε, του λέει, κανονικό είναι, και του δίνει τα ρέστα. Αλλά ο Ζενέ σου λέει να δοκιμάσω και τα πιο δύσκολα, πάει στην Τράπεζα της Γαλλίας, εκεί οι ταμίες ήταν κέρβεροι εκπαιδευμένοι, το κάλπικο το καταλαβαίνανε κι' από τον ήχο άμα το δίπλωνες, χαίρετε, τους δίνει τα άλλα τρία χιλιάρικα, μπορείτε να μου το κάνετε ψιλά, αλλά για προσέξτε, γιατί τα είδα κι' εγώ και δεν είμαι σίγουρος πως είναι κανονικά. Το κοιτάνε αυτοί, όχι κύριε, είναι κανονικότατα δικα μας, και του τα σπάνε.

Γυρνάει πίσω στο διαμέρισμα, και του τα ρίχνει του κύριου Βιντζέντζου ωμά, βάζω το σπίτι, βάζεις την εργασία, κι' άμα λάχει σε χρηματοδοτώ να αυξήσωμε την παραγωγή, κι' ότι βγάλωμμε μισά-μισά, αλλιώς πάω στην αστυνομία. (Μπλόφαρε δηλαδή, γιατί όπως είπαμε φοβόταν την αστυνομία.)

 

Τι να κάνει ο έρμος ο κύριος Βιντζέντζο, δεν ήξερε πως ο άλλος μπλόφαρε, δέχθηκε. Αλλά με το πιεστήριο χειρός που είχε το ξύλινο δεν μπορούσε να βγάλει πάνω από δύο χιλιάρικα την νύχτα. Αλλιώς, πρέπει να βάλουμε ένα υδραυλικό πιεστήριο, που είναι αρμυρό. Και πόσο κάνει το υδραυλικό; Δέκα εκατομμύρια φράγκα, παρακαλώ. Διότι δεν είναι οιοδήποτε υδραυλικό, για μεγάλο τιράζ που θέλουμε εμείς και για νάχουμε το κεφάλι μας ήσυχο, θέλωμε δουλειά ίδια με της τράπεζας, να μην ξεχωρίζει καθόλου. 'Οθεν χρειαζόμαστε ένα απ' αυτά που τυπώνει χαρτονομίσματα η Τράπεζα της Γαλλίας, μην τα ρωτάτε που θα το βρούμε, πρέπει να λαδώσουμε πολύ κόσμο, τους καταλλήλους αθρώπους, διότι τα μηχανήματα που αποσύρονται τα καταστρέφουνε, τις πλάκες, τις αυθεντικές άμα παλιώσουνε ομοίως, συντάσσονται πρωτόκολλα, πέφτουνε υπογραφές, επιβλέπουνε επιτροπές,, συν κάτι ειδικά μελάνια, δεν υπάρχουν στο εμπόριο, συν κάτι χημικά, και τα τοιαύτα, δεν είναι παίξε γέλασε, οι αθρώποι παίζουν τα κεφάλια τους. Αλλά θα κάνωμε απόσβεση ταχύτατα και ακίνδυνα.

Τώρα, για να σας δώσω να καταλάβετε, τα δέκα εκατομμύρια γαλλικά φράγκα του 1937 ήταν κολοσσιαίο ποσό, ισοδυναμούσαν σε έξι εκατομμύρια ευρά σημερινά. Και ως αγοραστική αξία, μπορούσες να πάρεις καμιά δεκαριά ακίνητα στο Σανζελυζέ, ή έναν πύργο στο Λίγηρα, ξερωγώ, σένιο ανακαινισμένο, με τα σέα του και τα λιβαδοχώραφά του, τα δάση του, τα κυνήγια του. Κομπλέ όλα. Το μηνιάτικο του εργάτη εντωμεταξύ ήταν στα οχτακόσια με χίλια τόσα ευρώ.

Τώρα ο Λουί Ζενέ ο βρικόλακας τα μάζευε χρόνια τα μαύρα τα νοίκια. Κάθεται, τα μετράει, βγαίνανε πέντε εκατομμύρια και κάτι ψιλά. Σκέβεται, σκέβεται, και λέει το βρήκα: η κουτσομπόλα! Διότι η Λουσιέν ήταν και φιλοχρήματη μέχρι αηδίας επιπλέον που ήταν κουτσομπόλα. Έκανε κάτι λοβιτούρες, κάτι νταραβεριζόταν κι' αυτή, κι' είχε κομπόδεμα. Οπότε της λέει πως έχει η κατάστασις, και βάζει κι' αυτή τις οικονομίες της στην επιχείρηση, άλλα πέντε εκατομμύρια, τα κέρδη δια του τρία.

Παίρνει το ζεστό χρήμα ο Λουί Ζενέ, πάει και βρίσκει τον κύριο Βιντζέντζο, του  τα δίνει, διότι μόνο αυτόν εμπιστευότανε οι κατάλληλοι αθρώποι να του βρούνε το υδραυλικό πιεστήριο, και του λέει μετά άντε χάσου από δω, προτού αλλάξω γνώμη, να τον ψαρώσει δηλαδή, ότι τούκανε χάρη. Που ο κύριος Βιντζέντζο έπεσε στα γόνατα να τον ευχαριστήσει τον ευεργέτη του, που όχι μόνο δεν τον κατέδωσε, αλλά και του άνοιξε την πόρτα να φτιάξει την ζωή του, και πήρε τα δέκα εκατομμύρια να πα να βρει τους κατάλληλους αθρώπους και το υδραυλικό πιεστήριο.

Κι' άμα τον είδατε εσείς τον κύριο Βιντζέντζο, τον είδε και ο Λουί Ζενέ κι' η Λουσιέν η κουτσομπόλα. Α να χαθείτε, καλά να πάθετε, κωλοτερναντιέδες!

Μα το πιο νόστιμο απ' όλα είναι πως ο κύριος Βιντζέντζος ούτε ιταλός ήταν, ούτε παραχαράκτης. Είχε βρει μιαν πρέσα ξύλινη μπιρ παρά στα παλιατζίδικα, κάτι μπουκαλάκια του χημείου με υγρά ακαθόριστα, μανταλάκια, σπάγγο, και παρουσίαζε την παράσταση πως εδώ τυπώνονται τα καλά χιλιάρικα μαϊμού. Ύστερα σταμπάριζε το αρπακτικό κορόιδο, κι' έστηνε το σκηνικό. Και παρίσταινε πως κάτι ύποπτο συμβαίνει μέχρι να τσιμπήσει ο ροφός, άφηνε τα φώτα ανοιχτά, περπάταγε πάνω-κάτω όλη τη νύχτα πως κάτι τρέχει μέσα στο δωμάτιο, τέτοια. Τα δε τέσσερα χιλιάρικα που έδωσε του Λουί Ζενέ και που ο Λουί Ζενέ τα πήγε στην Τράπεζα της Γαλλίας για έλεγχο ήταν κανονικά χιλιάρικα. Ήτανε μαϊμούδες μαϊμού. Η επένδυσή του στο κόλπο που είχε στήσει του Λουί Ζενέ ήταν τα μιστά τεσσάρων μηνών ενός χειρώνακτος.

Ο Λουί Ζενέ και η κουτσομπόλα -όταν κατάλαβαν- δεν τόλμησαν να πάνε στην αστυνομία. Και δεν τόλμησαν επειδή ο νόμος για παραχάραξη στα 1937 προέβλεπε ως ποινή μόνο ισόβιο κάθειρξη, εθεωρείτο φοβερό κακούργημα κατά του κράτους. Και δεν είχε ουδεμία σημασία αν η παραχάραξη ήταν σκέτη απόπειρα, ή που υπήρχε μόνο στην φαντασία τους. Το μόνο που μέτραγε στο κακουργοδικείο ήταν η πρόθεση της παραχάραξης.* Τι θα πει ο ιταλός δεν είχε σκοπό να τυπώσει ούτε ένα χαρτονόμισμα; Εσείς τι σκοπό είχατε που του δώσατε τα δέκα εκατομμύρια; Οπότε ο Λουί και η Λουσί τάχανε σκατώσει διπλά. Εμ χάσανε τα λεφτά, εμ κινδύνευαν να πάει ο μεν Λουί στο κάτεργο, στην Γουιάνα, στο Νησί του Διαβόλου, παρέα με τον Πεταλούδα και τον Ντάστιν Χόφμαν, η δε Λουσί στις φυλακές της Ρεν, να τήνε σωφρονίσουνε κάτι καλόγριες Παναγία βόηθα κι' Άγιε μου Γεράσιμε, μέχρι να της βγει η ψυχή.

 Ήταν ανάποδοι και οι καιροί, είχε προηγηθεί το κραχ του 1929, η διεθνής ύφεση, ο Εμφύλιος της Ισπανίας, οι συνεχείς υποτιμήσεις του φράγκου, ο Σταβίσκι και άλλα οικονομικά σκάνδαλα τερατωδών διαστάσεων, κι' από πάνω ο φόβος πως τέτοια τσαλίμια με το νόμισμα μπορούσαν να είναι δουλειά των γερμαναραίων να σακατέψουν την Δημοκρατία. Θα τους γαμούσαν -αν μη τι άλλο- για παραδειγματισμό.

Και δεν πήγαν στην αστυνομία, όπως προείπα.

Όσο για τον κύριο Βιντζέντζο έγινε της Αναλήψεως. Ούτε τ' όνομά του μάθαμε το αληθινό, ούτε αν ήταν ιταλός. Πως μάθαμε την ιστορία; Μάλλον την είπε ο ίδιος στον δημοσιογράφο και τηλεπαρουσιαστή Πιερ Μπελμάρ, πολλά χρόνια μετά την παραγραφή της απάτης. Μα και να τον πιάνανε, δεν ρίσκαρε και πολλά. Και ιδού το παράδοξο: αντίθετα με τον Λουί Ζενέ, δεν είχε καμία μα καμία πρόθεση να διαπράξει το κακούργημα της παραχάραξης. Παρίστανε τον παραχαράκτη, δεν ήταν. Απατεώνας με το τεράστιο ταλέντο να αφήνει το θύμα χωρίς λεφτά και χωρίς νομική προστασία σερφάροντας στην απληστία και την σκατένια του ψυχή, να τι ήταν, θάτρωγε το πολύ πέντε χρόνους στη Σαντέ, φυλακή πέντε αστέρων για βιπ η Σαντέ,  και θάβγαινε μετά έξω, με τα δέκα εκατομμύρια γαλλικά φράγκα σε δολλάρια, επενδύσεις σε χρυσό και ελβετικά ομόλογα,  λογαριασμούς στην Ζυρίχη και την Γενεύη, κι άλλο όνομα, άλλη εθνικότητα, άλλη ζωή, ειρηνική. Ερχόταν πόλεμος, βλέπεις.

Αν τον πιάναν, λέμε. Αν…

Ο κύριος Βιντζέντζο στην πλατεία Κλισύ, νύχτα. Τον έκανα να μοιάζει σ' έναν μαφιόζο του Νοννού, τον Σαλβατόρε Τέσιο, αλλά στα 40 του., και με τραγιάσκα και πουλόβερ, λαϊκός τύπος με κάτι από Ζαν Γκαμπέν.


 

 

Η μουζική: Julien Clerc, Place Clichy. Του 2005

https://www.youtube.com/watch?v=siPvUfQ9bPM&list=RDsiPvUfQ9bPM&start_radio=1

 

 

* Το άρθρο 2 του (παλαιού) Ποινικού Κώδικα, όπως ίσχυε από την εποχή του Ναπολέοντα ως το 1994, προέβλεπε πως "Κάθε απόπειρα κακουργήματος ήτις εκδηλούται δι' αρχής εκτελέσεως, εάν δεν διεκόπη ή εάν απέτυχε λόγω συνθηκών ανεξαρτήτων της θελήσεως του δράστου, θεωρείται τετελεσμένον κακούργημα." Τα δικαστήρια ερμήνευαν δρακοντείως αυτό το "απέτυχε λόγω συνθηκών ανεξαρτήτων της θελήσεως του δράστου." Έτσι, ο γιατρός που επιχειρούσε μια παράνομη έκτρωση σε γυναίκα που από λάθος διάγνωση είχε θεωρηθεί έγκυος ή ήταν στείρα, τιμωρούνταν με την ποινή της ολοκληρωμένης έκτρωσης. Κι' επειδή το άρθρο 2 εφαρμοζόταν και για την κλοπή (κι' ας ήταν πλημμέλημα, βάσει κάποιας ειδικής ρύθμισης), τα κλεφτρόνια που συλλαμβάνονταν με το χέρι σε μιαν άδεια τσέπη καταδικάζονταν για τετελεσμένη πράξη. Η νομολογία δεν είχε αλλάξει ούτε στα 1989. Κάποιος Charaux τσακώθηκε μ' έναν Willekens, και πάνω στον καβγά τον τραυμάτισε βαρύτατα με μια σιδερόβεργα. Μετά, ο Charaux πήγε και τόπε στην παρέα του -καλοί μαλάκες όλοι- κι' ένας από την παρέα του, ο Perdereau, ανέλαβε να καθαρίσει για τον φίλο του μία διά παντός. Πήγε την άλλη μέρα στον τόπο του εγκλήματος μ' ένα σκοινί, τόβαλε θηλιά στον λαιμό του Willekens, και τόσφιξε πολύ-πολύ να τον πνίξει. Όμως ο Willekens είχε ήδη αποδημήσει στην διάρκεια της νύχτας, όπως είπαν μετά οι ιατροδικασταί. Παρ' όλα αυτά ο Perdereau καταδικάστηκε για φόνο, κι' ας ήταν αδύνατο να πνίξει τον πεθαμένο. Μετά το 1994, ο νέος Ποινικός Κώδικας ξαναδιατύπωσε την διάταξη του αρθ. 2 και την μοίρασε σε δύο άρθρα, την νοικοκύρεψε κάπως. Αλλά η ουσία είναι η ίδια, η υποκειμενική διάσταση της ποινικής ευθύνης, η πρόθεση, κυριαρχεί. Η νομολογία μόνο είναι πιο επιεικής για τα άπληστα κορόιδα. και το κάτεργο της Γουιάνας καταργήθηκε μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο.

 

Σχόλια

  1. απολαυστικότατη ιστορία! ευχαριστω, ηταν απαραιτητη για μένα -ιδίως αυτη τη στιγμή.

    ΑπάντησηΔιαγραφή

Δημοσίευση σχολίου

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Τον Νίκο τον γνώρισα ακουσίως.

Ου παντός πλειν ες Κόρινθον

Ο Μπάχ, ο γαμιστρώνας, ο ηδονοβλεψίας, κι' ένας μαλάκας που έλεγε πως είμαι εγώ.