Αναρτήσεις

Όνειρο σιέστας της 16ης Φεβρουαρίου 2021 (Απόπειρα να γίνω σκηνοθέτης-ηθοποιός.)

Εικόνα
Ονειρο σιέστας 16.2.2021. Παστέλ και ακρυλικά, 40Χ24 cm.          Με φωνάξανε να σκηνοθετήσω και να πρωταγωνιστήσω σ' ένα θεατρικό, πάω στις πρόβες, κάπου στη Συγγρού, σ' ένα διώροφο του πενήντα, εκεί είναι οι πρόβες. Ανεβαίνω την σκάλα που πάει στον πρώτο όροφο, εκεί είναι ο θίασος, έτοιμοι ντυμένοι ρούχα Λουή Κατόρζ, και μόλις με βλέπουν γυρνάνε όλοι μαζί, γειά σαααας! να με χαιρετήσουν. -Όχι έτσι βρε παιδιά, λέω, "υποτίθεται πως δεν με περιμένετε, πρέπει να μιλάτε μεταξύ σας ανέμελοι, και εσείς (απευθύνομαι στην πρωταγωνίστρια) θα μετρήσετε ως το τρία, και μετά θα γυρίσετε γεμάτη τρόμο ή πλησμονή, αυτό το αφήνω στην ερμηνευτική σας διαίσθηση, και θα πείτε: Εσείς; Οπότε όλοι οι άλλοι θα σταματήσετε την κουβεντούλα, και θα γυρίσετε να με κοιτάξετε σιωπηλοί, εδώ επίσης ο καθένας θα ακολουθήσει την φωνή της διαισθήσεώς του, έχετε απόλυτη ελευθερία." Με ακούνε όλοι πολύ προσεκτικά, αλλά ίσως και να είναι αμήχανοι γιατί είχαν βολευτεί με σκηνοθέτες τύραννους που όλ...

Σχετικά με τον Βασίλη

Εικόνα
                     -Έχω ζώα! είπε.   Ήταν καλοκαίρι, οι δικοί μου δούλευαν, με έστελναν εκεί άμα δεν ήταν κάποιος να με κρατήσει. Από την Αγία Βαρβάρα στα Σίδερα, τρία λεφτά με το αυτοκίνητο, τότε. Στην κουζίνα η μάνα του έφτιαχνε μακαρόνια με κιμά, και το τρανζίστορ έπαιζε ελαφρό πρόγραμμα, το Κυπαρισσάκι μου αψηλό με τη Μούσχουρη, το Ξέρω μια κάποια γειτονιά του Μαρούδα, επιτυχίες της εποχής, ξερωγώ. Η μάνα του τραγούδαγε πολύ ωραία, κι' ο πατέρας του επίσης. Από κει πήρε, τραγούδαγε εξ απαλών ονύχων.   (Α, τι θυμήθηκα. Δευτέρα δημοτικού, κάνει γυμναστικές επιδείξεις η Κατρανίδαινα στο ΑΣΤΡΟΝ το χειμερινό, στους Αμπελοκήπους. Που ήταν πολύ μαλακισμένη ιδέα, γιατί μας είχανε κλεισμένους σ' ένα θλιβερό υπόγειο, να βγάζουμε την μπέμπελη, γιατί αν αγαπάτε; Για να βγούμε επί σκηνής να κάνουμε τους εξερευνητές με κάτι αποικιακές κάσκες από φελιζόλ, χακί σορτσάκια, και κιάλια πλαστικά από το περίπτερο. Μια άθλια χορογ...

Προμηθέας επ' Ανάφη

Εικόνα
  Δεν ξέρω πως γινόταν το μαγικό, και κάθε Ιούνιο, Ιούλιο, βρισκόμουν με λεφτά. Έπαιρνα το βαπόρι κι' έφευγα, άντε με το καλό, ραντεβού τον Σεπτέμβρη, σαν τους σινεμάδες. Διότι τα λεφτά δεν κάνουν την ευτυχία. Ευτυχία είναι να μην φυσάει και να κάνει αμμοβολή την νύχτα, και να πάρει η άμμος το σχήμα του κορμιού σου κάτω από το σλιπινμπάγκ, κι' από πάνω ναοί στο σχήμα τ' ουρανού μ' αστέρια. Παίζαμε αθλοπαιδιές στην παραλία όλη μέρα. Εμείς είχαμε ανακαλύψει το σωρβάιβωρ πριν τριάντα χρόνια. Αγαπημένο άθλημα όλων ήταν η αμμογουβόσφαιρα. Δηλαδή είχαμε μια μπάλα, και μία γούβα στην άμμο, κι' εμείς βάζαμε πόδια και χωρίζόμασταν σε δύο ομάδες, και μπαίναμε στη θάλασσα, ρηχά, βαθιά, άπατα, δεν είχε σημασία. Κι' όποια ομάδα έβαζε τη μπάλα στη γούβα, έπαιρνε πόντο. Ο μόνος κανόνας ήταν να μην πατήσεις έξω από το νερό, τότε είχε φάουλ. Αλλά εμείς δεν μετράγαμε πόντους. Άλλος ήταν ο σκοπός του παιχνιδιού. Διότι εμείς παίζαμε γυμνοί, δηλαδή. Τώρα, τα κορίτσια ήταν ...

Κυριακή, 3 Δεκεμβρίου 1944

Εικόνα
    Μαζεύτηκαν στις συνοικίες να ξεκινήσουν για την Πλατεία Συντάγματος. Το μπλοκ της Νέας Σμύρνης και της Καλλιθέας συναντήθηκαν στην Συγγρού. Και πέρασε η Καλλιθέα μπροστά. Από πίσω ήρθαν το Φάληρο, η Γλυφάδα, η Βούλα. Κατά τις δέκα έφτασαν στο Σύνταγμα από την Αμαλίας. Από την Βασιλίσσης Σοφίας κατέβαινε το μπλοκ της Καισαριανής, Βύρωνα, Ζωγράφου, Παγκρατίου και τα λοιπά. Το μπλοκ της Αμαλίας με την Καλλιθέα μπροστά πέρασε μπροστά από το Μνημείο του Αγνώστου Στρατιώτου και βρισκόταν καμιά τριανταριά μέτρα από την Αστυνομική Διεύθυνση Αθηνών, στην συμβολή Πανεπιστημίου και Βασιλίσσης Όλγας.   Βγαίνουν τότε καμιά πενηνταριά αστυφύλακες μέσα από το κτίριο της Διεύθυνσης. Κι' αρχίζουν να ρίχνουν στους διαδηλωτές. Δισταχτικά στην αρχή, μετά πυκνά. Ρίχνουν κι' από τα παράθυρα των Ανακτόρων, που είναι τώρα η Βουλή. Κι' από την Μεγάλη Βρετάνια. Ο Νίκος Φαρμάκης ήταν τότε νεαρός, μέλος της Χ. Είχε πάει στα Ανάκτορα με το ποδήλατό του, να παραδώσει κάτι πυρομαχικά. Είχε ένα γερμ...

Βερμέερ ιμιτασιόν, αλλά αυθεντική ιμιτασιόν

Εικόνα
  Ιησούς και μοιχαλίς Ήταν ένα παιδί στην Ολλανδία ονόματι Χαν φαν Μέεγκερεν, διότι έτσι τα τραβάνε τα έψιλον εκεί, σα να βελάζουν πρόβατα. Αυτό το παιδί είχε ένα πατέρα πολύ μαλάακεν. Όλο τον έβαζε τιμωρία, γράψε εκατό φορές δεν ξέρω τίποτα, δεν είμαι τίποτα, δεν μπορώ να κάνω τίποτα. Λοιπόν, αυτό το παιδί είχε αντιθέτως έναν καλό δάσκαλο. Ο οποίος είχε μία πετριά με τον Βερμέερ. Και τούδειχνε του Χαν πως ζωγράφιζε ο Βερμέερ, ο μικρός πολύ ταλέντο. Ήθελε άμα μεγαλώσει να γίνει ζωγράφος να ζωγραφίζει σαν τον Βερμέερ. Αλλά ο πατέρας του, τίποτα. Θα πας στο Πολυτεχνείο να γίνεις αρχιτέχτονας. Τι να κάνει ο Χαν, πήγε Πολυτεχνείο στο Ντελφτ. Κι' ήτανε και καλός. Και έκανε και αθλητισμό κωπηλασία. Αγόρασε   ο κωπηλατικός σύλλογος ένα παλιό φρούριο στο κανάλι απάνω να το κάνει εγκαταστάσεις. Έπιασε λοιπόν ο Χαν κι' έκανε τα σχέδια, και βγήκε μία ανακαίνιση μεραγκλαντάν, με προσθήκη να έχει υπόστεγα, να βάζουν μέσα τις βάρκες, τα κουπιά, τα τιμόνια, τα σέα τους, τα μέα τους. Ακόμα...